Skip to content
PodBase
Μπήκαμε σε παρατημένο σπίτι και..χτύπησε το τηλέφωνο | Αληθινές Τρομακτικές Ιστορίες

Μπήκαμε σε παρατημένο σπίτι και..χτύπησε το τηλέφωνο | Αληθινές Τρομακτικές Ιστορίες

Something Wicked
Μάρτιος 25, 2026 00:51:40 Σεζόν 3
Συνδεθείτε για να δηλώσετε αν σας αρέσει
Συνδεθείτε για να δηλώσετε αν σας αρέσει
Προσθήκη σε Λίστα Επεισοδίων
Αποθηκεύστε αυτό το επεισόδιο σε λίστα.
Όνομα Λίστας

Σχετικά με αυτό το επεισόδιο

Vlog Channel: https://www.youtube.com/watch?v=9kBwvueQZs8 STALKERS UNITE : Instagram: https://www.instagram.com/mariavasilikou/ TikTok: @vasilikouu & @mariavasilikou1

Αυτόματη μεταγραφή — ενδέχεται να περιέχει λάθη.

Καλώς ήρθατε σε ένα ακόμη επεισόδιο του Something Wicked. Σήμερα επιστρέφουμε με μια στήλη που νιώθω ότι έχω αιώνες να κάνω και αυτό είναι αληθινές τρομακτικές ιστορίες από διάφορα φόρουμ, κυρίως το Reddit. Προσότεροι, από ό,τι ξέρω, είτε καθαρίζετε είτε ζωγραφίζετε. Αυτές είναι οι δύο επιλογές για τον κόσμο που με βλέπει.

Βολευτείτε, ξεκινήστε να κάνετε ό,τι κάνετε και εγώ αυτά κάνω όταν ακούω τέτοια αντίστοιχα podcast. Η πρώτη ιστορία λοιπόν ξεκινάει με τίτλο «Θα σου πω μια ιστορία που σπάνια έχω διηγηθεί». Γύρω το 1999 δούλευα σε ένα μικρό συνεργείο οδοποιίας, δεν έχω ιδέα τι είναι αυτό, σε επαρχιακή πόλη. Η δουλειά ήταν κυρίως να ρίχνουμε πίσα με το χέρι από κουβάδες με βαλβίδα από κάτω, μέσα σε ρογμές του δρόμου.

Το περισσότερο χρόνο το περνούσαμε καπνίζοντας και γενικά μην κάνοντας τίποτα ιδιαίτερο παραγωγικό. Η δεξαμηνή πίσας που κρατούσε κούνε για το φορτηγό ήθελε περίπου 90 λεπτά για να ζεσταθεί αρκετά, οπότε δεν την ανάβαμε ποτέ πριν φτάσουμε στο σημείο. Ένα από τα πράγματα που μας κρατούσαν απασχολημένους ήταν να ερευνούμε εγκατηλειμμένα αγροκτήματα, αφού έτσι κι αλλιώς δεν θα κάναμε σχεδόν καμία πρόοδο στους επαρχιακούς δρόμους.

Δεν φαντάζεσαι τι μπορείς να βρεις σε παλιούς αχυρώνες. Κλασικά αυτοκίνητα, αρχαία αγιοργικά μηχανήματα και υλικό λες και βγήκε από ταινία τρόμου. Να ξέρετε, δεν είναι τυχαίο που σε τόσες φτηνές ταινίες τρόμου εμφανίζεται πάντα κάποιο τυχαίο αγροτικό εργαλείο. Εκείνα τα καλοκαίρια περάσαμε σχεδόν δύο εβδομάδες δουλεύοντας σε έναν δρόμο κοντά σε ένα αγρόκτημα.

Ήταν ξεκάθαρα εγκατειλημένο, αλλά εμείς ήμασταν πάρα πολύ απασχολημένοι, καθώς εκείνο το καλοκαίρι αποφασίσαμε να πίνουμε κάτω από μια γέφυρα. Μετά από λίγο καιρό βαρεθήκαμε να πίνουμε και είπαμε να ρίξουμε μια ματιά. Δεν έχει περάσει ούτε ένα όχημα από εκεί όλο αυτό το χρονικό διάστημα. Η ομάδα μου ήμασταν απλώς εγώ και ένας πολύ καλός μου φίλος.

Δεν είχαμε προϊστάμενο ούτε κάποια άλλη ομάδα. Μόνο ένα φορτηγό με πίσα, δύο τύποι και μηδέν κινήτρο για εργασία. Ο δρόμος προς το σπίτι ήταν πρινιγμένος στα χόρτα. Έφταναν σχεδόν το ένα μέτρο. μπήκαμε μέσα στο φορτηγό μέχρι περίπου 50 μέτρα μακριά από το σπίτι. Δεν είχαμε ιδιαίτερη όρεξη για δουλειά, οπότε είπαμε να ελέγξουμε πρώτο τον αχυρόνα.

Στην αρχή γελούσαμε μεταξύ μας για ανατριχιαστικά παλιά εργαλεία, αλλά υπήρχε ένα αυτοκίνητο σκεπασμένο με πανί που μας τράβηξε την προσοχή. Δεν κάνω πλάκα, εκεί μέσα ήταν ένα Oldsmobile Super 88 του 1954, Rocket V8. Δεν έχω ιδέα τι σημαίνει αυτό. Σχεδόν χωρίς σκουριά. Θησαυρός. Περάσαμε το υπόλοιπο της ημέρας στο τηλέφωνο με τον δημαρχείο για το πώς μπορείς να αποκτήσεις τίθλο ιδιοκτησίας για ένα εγκατειλημένο αυτοκίνητο.

Δεν είναι καθόλου εύκολο. Την επόμενη μέρα αποφασίσαμε να μπούμε στο σπίτι. Φτάσαμε γύρω στις 9 το πρωί. Μπλακάδα, καθαρός ουρανός. Σπάσαμε ένα παράθυρο στο υπόγειο για να μπούμε και να ξεκλειδώσουμε την πόρτα. Οποιαδήποτε άλλη λύση θα προκαλούσε περισσότερη ζημιά. Εγώ μπήκα πρώτος. Ήμουν λίγο τρομαγμένος, το υπόγειο έμοιαζε σαν να κατοικείται, αλλά ήταν γεμάτο σκόνη.

Το να ανέβω και να ανοίξω την πόρτα ήταν σχετικά εύκολο. Το σπίτι όμως ήταν ξεκάθαρα εγκατειλημένο. Αν δεν το έχεις κάνει ποτέ, δεν μπορείς να καταλάβεις πόσο περίεργο ενδιαφέρον είναι να βλέπεις τι αφήνουν πίσω τους οι άνθρωποι. Το σπίτι έμοιαζε σαν κάποιος να έφυγε μια μέρα για δουλειά και να μην γύρισε ποτέ. Υπήρχαν παράξενες λεπτομέρειες.

Άδεια κουτιά πυρομαχικών σε μια μικρή αποθήκη, μια ξύλινη ρόκα σε ένα άδειο δωμάτιο και η κουζίνα μύριζε απέσια. Η δυσοσμία ερχόταν από το φούρνο, οπότε τον ανοίξαμε. Γιατί... Τι βρήκανε μέσα. Λοιπόν, μέσα ήταν μια νεκρή πάπια, φυσικά. Πρασινοκέφαλοι, σκληροί σαν πέτρα, αρκετά αποσυντεθεμένοι για να βρωμάει Αλλά όχι ακόμα για να φύγουν τα χρώματα της Δεν ήταν αμαγειρεμένοι και δεν υπήρχε τρόπος να μπει και από την καμινάδα Δεν έβγαζε κανένα νόημα Ήταν η αρχή μιας σειράς από όλο και πιο παράξενα γεγονότα Αμέσως μετά παρατηρήσαμε γράμματα στο τραπέζι της κουζίνας 6 ή 7, όλα με ημερομηνία Νοέμβρη 1988 Κανένα ανοιγμένο Ποιος φέρνει την αλληλογραφία μέσα και την αφήνει έτσι Μετά την πάπια άρχισαν να ανανυσυχούμε σοβαρά Παρά αυτά, συνεχίσαμε Το ψυγείο ήταν παλιού τύπου, με χερούλι που κλειδώνει Το ανοίξαμε Γεμάτο φαγητό Οι ημερομηνίες λήξης ήταν τέλη του 80 και αρχές του 90 Ήταν αειδιαστικό Όλα έδειχναν ότι οι άνθρωποι έφυγαν ξαφνικά, χωρίς δεύτερη σκέψη

σαν να έφυγαν βιαστικά χωρίς να τους νοιάζει τίποτα άλλο πέρα από το να φύγουν. Ο αέρας ήταν βαριά φορτισμένος. Σε αυτό το σημείο ήμασταν πολύ αγχωμένοι. Δεν υπήρχε προφανής λόγος, αλλά τίποτα δεν έμοιαζε φυσιολογικό. Όσο προχωρούσαμε, τόσο χειρότερα ένιωθα. Ένα ολόκληρο οπλοστάσιο κάτω από το κρεβάτι, καλλιντικά στο μπάνιο σαν κάποιος να χρησιμοποιούσε πριν από λίγο.

Όλα αυτά τα μικρά πράγματα άρχισαν να συσσωρεύονται και αποφασίσαμε ότι ήταν αρκετά. Ο αέρας ήταν πολύ βαριά φορτίσμα. Μες το ξανά πεις, δε φίλε, δεν είμαι πριλός. Λοιπόν, κατεβήκαμε στην κουζίνα και τότε χτύπησε το τηλέφωνο. Η καρδιά μου σταμάτησε. Ίσως το φαντάστηκα. Κοιτάζω το φίλο μου, το πρόσωπό του τα έλεγε όλα. Δεν το φαντάστηκα.

Το τηλέφωνο ξαναχτυπά. Η σιωπή ανάμεσα στα κουδουνίσματα ήταν αποπνικτική. Το τηλέφωνο ήταν δίπλα στο τραπέζι, κοντά στα γράμματα. Ο φίλος μου το έβαλε στα πόδια. Εγώ δεν μπορούσα. Δεν μπορούσα να σηκωθώ. Τράβηξα το καλώδιο από το τοίχο, το έβγαλα, το τηλέφωνο συνέχισε να χτυπά. Έτρεξα προς την πόρτα. Ο σύρτης δεν άνοιγε.

Δεν είχαμε ποτέ κλειδιά. Ο φίλος μου είχε φύγει από εκεί. Δεν γίνεται να είναι κλειδωμένη. Δεν γίνεται. Και όμως ήταν. Το τηλέφωνο συνέχισε. Έτρεμα. Γύρισα στην κουζίνα. Δεν υπήρχε πουθενά άλλου να πάω. Σήκωσα το τηλέφωνο. Ξηρός αέρας. Ελαφρύς τόριβος. Τίποτα. Κλικ. Η πόρτα δεν ήταν πια κλειδωμένη. Βγήκα έξω. Ο φίλος μου ήταν ήδη στο φορτηγό.

Δεν το συζητήσαμε ποτέ. Επίλεγος. Ξέρω ότι δεν ακούγεται και τόσο τρομακτικό, Αλλά αν ήσασταν εκεί μαζί μας, το αίσθημα τρόμου ήταν απόκοσμο. Προσπάθησα δυο φορές από τότε να το συζητήσω με το φίλο μου. Δεν θέλει να μιλήσει ποτέ γι' αυτό. Η εννοή δεν ήταν και τόσο τρομακτικό. Ακούγεται άθλιο. Όλη αυτή η εμπειρία ακούγεται άθλια.

Και το λέω σαν άνθρωπος που μου άρεσε παλιά να εξερευνώ παρατημένα σπίτια, γιατί υπήρχε άκνη ακινδύνου. Δεν καταλάβανα σαν παιδάκι πόσο επικίνδυνη είναι αυτή η φάση και πόσο επικίνδυνο μπορεί να γίνει όλο αυτό. Οπότε μου άρεσε να εξερευνώ εγκατελειμμένα κτίρια, εγκατελειμμένα μέρη. Τώρα κοιτώντας πίσω λέω κάποιος φύλακας άγγελος με κράτη γι' ζωντανή.

Επίσης να σας πω κάτι τρομεθικό. Για κάποιο λόγο, τελευταία, σταματάει το YouTube να παίζει μόνο του. Δηλαδή μπορώ να βάλω ένα βίντεο και απλά πατάει παύση μόνο του για κάποιο λόγο, δεν ξέρω γιατί. Πείτε μου ότι το κάνεις εσάς, πείτε μου ότι είναι κάποιο είδους update του YouTube που έχει πρόβλημα και δεν είναι κάποιο είδους φάντασμα που έχει πρόβλημα με τα βίντεο που βάζω εγώ στο σπίτι μου.

Το είδατε τώρα, όσοι με βλέπετε στο YouTube, είδατε ότι το βίντεο σταμάτησε να παίζει από μόνοντος σε κάποια φάση. Δεν ήμουν εγώ, δεν πάτησα εγώ το κουμπάκι. Η δεύτερη ιστορία λέει το πρώτο σπίτι στο οποίο ζούσα είχε κάποιες περίεργες καταστάσεις. Μετακομίσιμο όταν ήμουν πέντε χρονών, οπότε πολλά από αυτά που ξέρω, τα ξέρω σαν ιστορίες από τη μητέρα μου.

Ένα βράδυ όταν εγώ και ο αδερφός μου κοιμόμασταν στο ίδιο δωμάτιο, ο αδερφός μου ξύπνησε ξαφνικά τρομαγμένος, λέγοντας ότι υπήρχε ένας μήνος από μέλισες μέσα στο δωμάτιο. Οπότε όταν η μητέρα μου βρήκε μία μέλισσα να βοήθει στο παράθυρο ήταν τελείως περίεργο. Τα βράδια, αφού όλοι είχαν πάει για ύπνο, τα πιάτα που στέγνοναν στη σχάρα δίπλα στον ερωχήτη χτυπούσαν μεταξύ τους.

Κάθε βράδυ η μητέρα μου και ο αδερφός μου άκουγαν έναν δυνατό θόρυβο, μία φορά μόνο. Και οι δύο υπέθεταν ότι απλώς ήταν τα πιάτα που μετακινώτισαν καθώς στέγνοναν. Δεν φάνηκε περίεργο μέχρι που, μερικά πρωινά αφού μετακομίσαμε στο νέο σπίτι, το ανέφεραν μεταξύ τους το πρωινό και συνειδητοποίησαν ότι τα ίδια πιάτα, στην ίδια σχάρα, δεν είχαν κάνει κανέναν ήχο τις τελευταίες μέρες στο καινούριο σπίτι.

Όσο για εμένα, ήμουν σε εκείνη την ηλικία που αρχίζουν να πρωτοσχηματίζονται οι πρώτες μακροχρόνιες αναμνήσεις. αναμνήσεις. Συνολικά θυμάμαι ίσως καμιά δεκαριά στιγμές. Όχι καν ιστορίες. Περισσότερο μικρά στιγμιότυπα. Αλλά ένα περιστατικό μου έχει μείνει έντονο. Το κτίριο ήταν διόροφο duplex και η οικογένειά μου έμεινε στο κάτω μέρος. Που σήμαινε ότι είχαμε και το υπόγειο. Ήταν ένα ψιλοπαρατημένο υπόγειο. Χωρίς πόρτα.

Μόνο σκάλες που οδηγούσαν προς τα κάτω. σχεδόν σαν δεύτερος όροφος, αλλά χωρίς παράθυρα και με πολύ κακό φωτισμό. Μία μέρα έκανα αυτό που συνήθως έκανα. Κατέβαινα τις σκάλες για να δω τηλεόραση. Η σκάλα κατέβαινε λίγα σκαλιά και μετά έστριβε 90 μοίρες. Αφού έστριβες και κατέβαινες το τελευταίο σκαλί, έβλεπες σε όλο το μήκος του χώρου μία παλιά πολυθρόνα σε καμένο πορτοκαλί χρώμα, χαρακτηριστικό των 70's.

Το σπίτι ήταν σε σειρά στενό και μακρόστενο, οπότε υπήρχε απόσταση ανάμεσα στις σκάλες και στην καρέκλα. Το μόνο που θυμάμαι είναι ότι εκείνη τη μέρα κατεβαίνοντας στις σκάλες με μόνο το φως από πάνω μου, είδα από την καρέκλα να ξεχύνεται προς το μέρος μου κάτι λευκό, όμορφο, σαν ενέργεια. Το ένστικτο επιβίωσης ενεργοποιήθηκε και μέσα σε μια στιγμή είχα ήδη ανέβει ξανά τις σκάλες.

Εκεί τελειώνει αυτή η ανάμνηση. Όπως είπα μετακομίσαμε και τα περίεργα σταμάτησαν. Η τελευταία παράξενη εξέλιξη ήρθε λίγους μήνες αργότερα, όταν η μητέρα μου δέχτηκε τηλεφώνημα από τη γυναίκα που αγόρεσε το σπίτι. Μετά από λίγη κουβέντα, τη ρώτησα απλά, ποια είναι αυτή. Από ό,τι φαίνεται, στην καινούργια γυναίκα, η οντότητα προκαλούσε ακόμα μεγαλύτερα προβλήματα.

Όπως μας είπε, κοιμόντουσαν με πόρτες και παράθυρα κλειδωμένα και το πρωί τα έβρισκαν όλα ανοιχτά διάπλατα. Και ήξερε ότι ήταν αυτοί. Γιατί μία μέρα, καθώς περπατούσε στον διάδρομο, είδε ένα κόκκινο φόρεμα να έρχεται προς το μέρος της Χριστέ μου. Οπότε το φάντασμα ήταν φιλικού γένους ή ήταν κάποιου είδους φάντασμα που του άρεσε να φοράει φορέματα.

Τώρα που το σκέφτομαι, μάλλον πρέπει να πιέσω λίγο τη μητέρα μου να μου πει περισσότερες λεπτομέρειες. Αυτή είναι η ιστορία του πρώτου σπιτιού στο οποίο έζησα. Καθόλου φαν. Αλλά, οκ, πάμε παρακάτω. Τρίτη ιστορία. Έχω μια καλή ιστορία. Όσοι με ξέρουν, θα το επιβεβαιώσουν. Είμαι 100% σκεπτικιστής. Εκεί ξέρεις ότι η ιστορία θα είναι καλή.

Όταν σου λέει μια ιστορία φαντασμάτων ένας άνθρωπος ο οποίος δεν πιστεύει στα φαντάσματα, ξέρεις ότι θα είναι καλό αυτό που θα ακολουθήσει. Και είναι φουλμπούρδα λέει αυτό που διαβάζω. Λοιπόν, τέλος πάντων, περπατάω στο Birmingham της Αγγλίας, γύρω στο 1988, πηγαίνοντας στη δουλειά. Και ξαφνικά με πιάνουν πολύ δυνατές στομαχικές κράμπες από αυτές που πρέπει να βρεις το αλέτα αμέσως, αλλιώς θα γίνει μεγάλη ζημιά.

Βρίσκομαι στη μέση ενός μεγάλου κυκλικού κόμπου, roundabout, στο δρόμο τέλος πάντων, που πάει προς διάφορες κατευθύνσεις, και εκεί υπάρχουν κάτι απέσσιες δημόσιες τουαλέτες. Κατευθύνομαι κατευθύνων προς τα εκεί. Κανονικά δεν θα χρησιμοποιούσα ποτέ δημόσια τουαλέτα για κάτι τέτοιο, αλλά εδώ ήταν κατάσταση έκτακτης ανάγκης.

Τα κατάφερα και ευτυχώς δεν υπήρχε κανείς στο διπλανό καμπινάκι, οπότε δεν ήταν πολύ ντροπιαστικό. Κάθομαι εκεί και αναρωτιάμαι αν το στομάχι μου έχει ηρεμήσει όταν ακούω βήματα να πλησιάζουν. Μάλλον κάποιος πρέπει να πάει στο διπλανό καμπινάκι. Πω πω, και να χέστηκες πάνω σου και φάντασμα να έρθει να σε βρει. Η χειρότερη στιγμή στα πιο ευάλωτά σου.

Λοιπόν, αρχίζω να ανησυχώ λίγο γιατί τότε συνειδητοποιώ ότι δεν υπάρχει χαρτί υγεία στο δικό μου καμπινάκι και ίσως χρειαστεί να αντέξω μέχρι να φτάσω σε μια πιο πολιτισμένη τουαλέτα. Καθώς κάθομαι και σκέφτομαι την κατάσταση, ο τύπος μπαίνει στο διπλανό καμπινάκι και μετά απόλυτη σιωπή. Καμία απολύτως κίνηση. Περίεργος και σκεπτόμενος ότι ίσως τελικά δεν χρησιμοποιεί στην τουαλέτα, σκύβω να δω αν φαίνονται τα πόδια του από κάτω και τότε βλέπω ένα κεφάλι σκύλου.

Ήρθε ακριβώς πρόσωπο με πρόσωπο με εμένα την ίδια στιγμή που κι εγώ έσκυβα και εκείνο έσκυβε από την άλλη πλευρά. Ένα μη ανθρώπινο πρόσωπο να με κοιτάζει από μια αφύσικη θέση κάτω από το διαχειριστικό Σήκωσα το παντελόνι μου όσο πιο γρήγορα μπορούσα και έφυγα τρέχοντας από εκεί Ξέρω θα μπορούσε να ήταν απλώς ένα σκύλος Πίστεψέ με, ήταν κάτι που καθόταν στη λεκάνη και έσκυβε με κεφάλι σκύλου Χριστέ μου, είχα εφιάλτες για εβδομάδες μετά Δεν ήμουν μεθυσμένος ούτε υπό την επίρρεα ουσιών και με τρόμαξε πραγματικά Και όλα αυτά μέρα μεσημέρι.

Άκουσε λοιπόν, άκουσε. Συνήθως, οι ιστορίες που διαβάζουμε εδώ πέρα είναι όλες στην ίδια κατηγορία. Αυτή η ιστορία δεν ταιριάζει σε καμία κατηγορία. Δεν είναι κλασικό, ξέρεις, φάντασμα στο σπίτι, κάποιο σενάριο, κάτι που τι θα μπορούσε να είναι αυτό. Ούτε που μπορώ να σκεφτώ τι θα μπορούσε να είναι αυτό. Και πώς βγήκε από αυτή την τουαλέτα, γιατί εκεί θες, δεν θες, την ανάγκη σου την κάνεις, να σου πω την αλήθεια.

Γιατί αυτό το σενάριο είναι χριστέμ. Αλλά απ' την άλλη, ποιος φυσιολογικός άνθρωπος σε μια δημόσια τουαλέτα θα μπει στον κόπο να σκύψει, να δει από κάτω. Τι που είναι αυτός με τη μούρα σκύλου περίεργος, ε, είσαι κι εσύ περίεργος, ρε φίλε. Γιατί πρώτον, μπιχλιά. Και δεύτερον, ότι τι περίμενες να δεις. Στην καλύτερη των περιπτώσεων θα δεις έναν κόλλο που δεν θες να δεις.

Στην καλύτερη των περιπτώσεων. Anyway, πάμε παρακάτω. Η οικογένειά μου είχε μόλις μετακομίσει σε ένα προάστεο του Σικάγκο. Ο πατέρας μου είχε πάρει μετάθεση για ένα μεγάλο ρόλο σε μια μεγάλη πετρελαϊκή εταιρεία. Η μετακόμιση έγινε γρήγορα, οπότε οι γονείς μου ενοικίασαν ένα παλιό βικτοριανό σπίτι. Ήταν άμεσα διαθέσιμο, βουλικό και ήδη επιπλωμένο.

Τα προσωπικά μας πράγματα θα έφταναν αργότερα με μεταφορική. Έτσι ξεκινάει κάθε ταινία τρόμου. Το σπίτι ήταν μεγάλο και ανατριχιστικό, τριώροφο, του 19ου αιώνα και φυσικά, είχε και υπόγειο. Την πρώτη εβδομάδα, οι γονείς μου πήγαν σε ένα εταιρικό πάρτι στην πόλη. Πήγαν με το τρένο και δεν θα γύριζαν πριν το ξημέρωμα. Η Αιμι ήταν 17χρονη μπέιμπι σίτερ μου. Είχε ξανθές κοτσίδες, φορούσε πολύ κοντό τζιν σορτσάκι και ένα ανοιχτό πράσινο τοπάκι. Πολύ λεπτομέρεια.

Αργότερα εμφανίστηκε και ο Στίβ. Ο Στίβ ήταν κουλ. Ήταν 19χρονο φίλος της Αιμι. Είχε μαύρα μαλλιά μέχρι τους ώμους και οδηγούσε ένα καμάρο σε πράιμερ χρώμα, δεν έχω ιδέα πάλι, με φαρδιά λάστιχα και ζάντες μαγ. Πάρα πολλή λεπτομέρεια. Θυμάμαι ακόμα το μαύρο του μπλουζάκι, καμπάνα τζιν και χοντρή δερμάτινη ζώνη με την μπροστινή αγκράφα.

Ειδικά το μπλουζάκι του με τρόμαζε λίγο. Ήμουν μόλις πέντε χρονών. Δεν γίνεται να είσαι πέντε χρονών και να ξέρεις τι αμάξι οδηγούσε τώρα ο άλλος. Γράφεις μπουρδές. Πες την αλήθεια. Anyway, δεν είναι μπροστά μου αυτός ο άνθρωπος. Πάμε πραγματικά. Είχε πάνω έναν άνθρωπο να ουρλιάζει με κοκκινοπώ πρόσωπο και παραμαρφωμένη έκφραση και έγραφε King Crimson Court of the Crimson King.

Ο Στίμφ όμως ήταν πολύ cool. Εκείνο το βράδυ μου έδειξε πώς να ανοίγω τα κουτάκια μπύρας και πώς να φτιάχνω κολλέ από μεταλλικά καπάκια. Με άφησα να ρουφήξω από κάτι Λευκά χαρτάκια που κάπνιζε Επίσης επέμενε να πίνω γουλιές Από τον αψυκτικό του Που με έκανε να ζαλίζομαι και να νηστάζω Είσαι πέντε Δεν υπάρχει πρέπει να θυμάσαι τόσες λεπτομέρειες Για το αμάξ που οδηγούσε τι έκανε Και δεν υπάρχει πρέπει να σου έδινε να καπνίσεις Well, μπορεί βασικά Άμα είναι βλάκας Anyway, θα ρω πως αυτή η ιστορία δεν είναι true ιστορία αλλά ας τη διαβάσουμε για το φαν κομμάτι.

Το επόμενο που γράφει είναι ο Φιλ. Πιες μια γουλιά μικρέ, γίνε cool σαν τον Στίβ. Ο Στίβ πότε πότε φιλούσε την Αίμη και προσπαθούσε να παίξει μαζί της. Εκείνη γελούσε και έλεγε σταμάτα δεν μπορούμε, προσέχω το παιδί. Έριξα κάτω έναν πύργο από κουτάκια μπύρας που είχε φτιάξει ο Στίβ. Ψιτ μικρέ, δεν είναι ώρα να πας για ύπνο, είπε απότομο.

Πρέπει να ήμουν κουρασμένος και χωρίς να το ξέρω ως πεντάχρονος ήμουν και μεθυσμένος. Τα μάτια μου έκλειναν. Η Αίμη είπε, γλυκέ μου γιατί δεν πας να κοιμηθείς, θα σε βάσω στο δωμάτιό σου, θα σου διαβάσω μια ιστορία. Εντάξει Αίμη, είπα. Πέρασα από την κουζίνα, δίπλα από την πόρτα του υπογείου και ανεβήκαμε στη σκάλα προς το δωμάτιό μου.

Με σκέπασε και αποκοιμήθηκα. Ξύπνησα από αυτό που νόμιζα ότι ήταν κραυγές Κραυγές από κάτω Κατέβηκα τις σκάλες, πέρασα από την κουζίνα Η πόρτα του υπογείου ήταν ανοιχτή Θυμήθηκα ότι είχε πει η Έμι ποτέ μην πας στο υπογείο Αλλά άκουγα κάτι από κάτω Άνοιξα σιγά την πόρτα και μπήκα στο σκοτάδι Έβλεπα ξύλινα σκαλιά που κατέβαιναν μέσα σε μια σκοτεινή ομίχλη κάπου χαμηλά Υπήρχε μια αχνηλάμψη Βήμα τρίξιμο Βήμα τρίξιμο Λευκασμένα κόκαλα. Το δωμάτιο πάλονταν. Τα πάντα κινούταν σαν ποτάμι, παρασύρωντας με προς το άγνωστο βάθος.

Ούρλιαξα. Ούρλιαξα πολύ. Ένιωθα σαν να πνίγομαι. Η μητέρα μου με ξύπνησε το επόμενο πρωί. Ήμασταν στο δωμάτιό μου, πάνω. Τη ρώτησα για την Αιμι και τον Στιβ. Μου είπε ότι δεν θα ξανά έρθουν ποτέ και ότι θα βρει άλλη baby-sitter, μουρμουρίζοντας κάτι για καταραμένους υπερσεξουαλικούς εφήβους. και που ήπιαν όλη την πίρα του πατέρα σου.

Δεν είναι αληθινή ιστορία προφανώς γιατί είσαι πέντε χρονών και πέρα από πέντε χρονών ήσουν και μεθυσμένος και άλλα πράγματα ταυτόχρονα. Δεν παίζει να θυμότανε όλες αυτές τις λεπτομέρειες αλλά είναι μια φαν ιστορία. Σαν μικρή ιστοριατρόμου. Η θεία μου είχε μια μικρή πρώην φυτία στη Λουιζιάννα. Το κεντρικό σπίτι λεγόταν White Hall και εκεί έμενε.

Υπήρχε επίσης ένα άλλο σπίτι, το Ροζέρια, όπου τότε έμενε ο ξαδερφός μου. Με το Whitehall δεν είχα ποτέ πρόβλημα, αλλά το Ροζέρια με τρόμαζε. Στο χαμηλότερο όροφο του Ροζέρια υπήρχαν δύο υπνοδωμάτια, το πορτοκαλί δωμάτιο και το μπλε δωμάτιο, ονόματα που τους είχα δώσει εγώ λόγω της διακόσμησης. Ήταν παλιά δωμάτιο υπηρετών, οπότε υπήρχε μια σκάλα που συνέδεε το πορτοκαλί δωμάτιο με το κυρίως ύπνο δωμάτιο στον επανόρροφο.

Κάποτε, σε έναν γάμο της οικογένειας που έγινε σε αυτό το σπίτι, ήμουν πάρα πολύ μικρός και με έβαλαν να κοιμηθώ στο μπλε δωμάτιο. Δεν μου άρεσε καθόλου, με τρόμαζε. Αλλά τουλάχιστον δεν ήμουν στο πορτοκαλί δωμάτιο. Εκείνο το δωμάτιο το αντεπαθούσα πραγματικά Και η σκάλα που οδηγούσε στο πάνω δωμάτιο Ούτε να το σκέφτομαι Είχα μπει εκεί μία φορά Και αυτό ήταν υπεραρκετό Δεν συνέβη τίποτα Αλλά μόνο και μόνο που ανέβαινε εκείνη τη σκάλα Με έπιανε τρόμος Ο ξάδερφός μου που έμενε εκεί Όπως και η θεία μου Έλεγανε καμιά φορά ιστορίες με φαντάσματα Γι' αυτό το σπίτι Αλλά δεν θυμάμαι καλά και δεν ξέρω αν ήταν αληθινές ή όχι.

Ξέρω μόνο ότι κάθε φορά που διάβαζα μια ιστορία φαντασμάτων σε σπίτι το φανταζόμουν να διαδραματίζεται σε αυτό το σπίτι. Τέλος πάντων, όταν παντρεύτηκε η αδερφή μου, η δεξίωση έγινε στο White Hall. Εκείνη την περίοδο δεν έμενε κανείς στο Ροζέρια. Χρειαζόμασταν περισσότερες καρέκλες, οπότε έστειλαν εμένα και τον ξάδερφό μου τον Τρέι να πάμε στο ροζέρια να φέρουμε μερικές που ήταν αποθηκευμένες εκεί.

Με τον Τρέι είχαμε μεγαλώσει μαζί, αλλά δεν του είχα πει ποτέ ότι φοβόμουν αυτό το σπίτι, γιατί ήξερε ότι ακούγονταν χαζό και δεν ήθελε να φανώ δηλώσου. Μπαίνουμε μέσα και ο Τρέι λέει «Αυτό το μέρος πάντα μου δίνει ένα τριχύλα». Γέλασα. «Και σε σένα? Νόμιζα ότι μόνο εγώ ένιωθα έτσι». «Όχι βέβαια, πάντα το μισούσα αυτό το σπίτι».

Αυτό το υπνοδωμάτιο κάτω, λέει αχ, αυτό με έκανε να ενδιαφερθώ. Ποιο είναι το χειρότερο σημείο του σπιτιού κατά τη γνώμη σου, τον ρώτησα. Δεν χρειάστηκε να το σκεφτεί. Η πίσω σκάλα. Αυτό το πράγμα με ανατριχιάζει. Σε εκείνο το σημείο είχαμε ήδη τρομάξει και οι δύο. Πήραμε τις καρέκλες και φύγαμε. Δεν είναι σπουδαία ιστορία γιατί δεν συνέβη τίποτα στην πραγματικότητα.

αλλά εκεί οι δύο ξέραμε ότι κάτι δεν πήγαινε καλά με εκείνο το μέρος και ακριβώς πού βρισκόταν το επίκεντρο του κακού. Αυτό μου έχει τύχει πάρα πολλές φορές και το βρίσκω fascinating το πώς ένα μέρος μπορεί να έχει κακά vibes και διάφοροι άνθρωποι να νιώθουν αυτά τα vibes. Βέβαια θα μου πεις μπορεί να είναι υποσυνείδητα, ξέρεις, πώς συνδέουμε καταστάσεις με το decor του μέρους κλπ.

Μπορεί, αλλά πάντα το βρίσκω πάρα πολύ ενδιαφέρον Και μ' αρέσει κάθε φορά όταν πηγαίνω κάπου να ρωτάω τι vibes φέρνουν οι άλλοι για να δω αν είναι το ίδιο με το vibe που λαμβάνω εγώ μάλλον. Επόμενη ιστορία. Όταν ήμουν παιδί πίστευα τα πάντα. Φαντάσματα, UFO, εξοαισθητηριακή αντίληψη, big food, ό,τι και αν ήτανε, το κατάπινα αμάσσετο.

Δεν έχω ιδέα πότε ή πώς άλλαξε αυτό, αλλά κάποια στιγμή έκανα πλήρη στροφή. Τώρα θεωρώ τον εαυτό μου έντονα σκεπτικιστή, αν και πιστεύω πως υπάρχουν πράγματα που ακόμα δεν κατανοούμε. Το αναφέρω κυρίως γιατί η ιστορία μου με κάνει να πιστεύω ότι κάθε εμπειρία που ζεις την είναι ενισχύ της πεπιθύσεις που ήδη έχεις. Ηλικιακά ήμουν περίπου 29 ή 30 με έναν από τους καλύτερους μου φίλους.

Εκείνος ξεκάθαρα πίστευε στα φαντάσματα, μάλιστα πρόσφατα είχε ζήσει και μια εμπειρία. Είχε δεχτεί τηλεφώνημα από τον πρόσφατα πεθαμένο παππού του. Βρισκόμασταν στη Νέα Ορλαιάνη για ένα μικρό συνέδριο και αποφασίσαμε να κάνουμε μία από αυτές τις περιηγήσεις με τα πόδια, τύπου φαντάσματα και μπαρ. Μας ενδιαφέρε το θέμα και θέλαμε να πιούμε και λίγο.

Πω πω, ζει πώς είναι να ζει κανείς το όνειρό μου. Σε ένα σημείο της ξενάγησης στεκόμασταν στον δρόμο έξω από ένα κτίριο. Το στοιχειωμένο μέρος είχε κατεδαφιστεί και χτιστεί ξανά, οπότε ο ξεναγός απλώς έδειχνε το σημείο. Πριν ξεκινήσει, μας προειδοποιεί. Αυτό το πνεύμα είναι ακόμα εκδικητικό και δεν του αρέσει να λένε την ιστορία του.

Πολλές φορές σε αυτή την ξενάγηση άνθρωποι έχουν νιώσει άσχημα ή έχουν αρρωστήσει, οπότε να είστε προσεκτικοί. Αμέσως σκύβω στο φίλο μου και του λέω, ένας από εμάς πρέπει να κάνει ότι αρρωσταίνει όσο λέει την ιστορία. Ήταν άδειο. Δεν θυμάμαι το υπόλοιπο της ιστορίας αυτού του ξεναγού. Η ομάδα συνέχισε και εγώ έμεινα λίγο πίσω προσπαθώντας να συνέλθω.

Μετά από λίγα λεπτά πέρασε τελείως. Σηκώθηκα, πήγαμε στο επόμενο μπαρ, παραγγείλαμε ποτά και ένιωθα απολύτως καλά. Το συζητούσαμε όλο το βράδυ. Ο φίλος μου ήταν απόλυτα πεπισμένος ότι είχα μια ψυχική εμπειρία. Σουπερνάτσουλ εμπειρία και καλά. Εγώ ήμουν εξίσου πεπισμένος ότι ήταν απλώς αποτέλεσμα υποβολής από τον ξαναγό.

Το συζητούσαμε για χρόνια μετά. Παρόλο που συνέβη σε μένα, αρνούμουν να πιστέψω ότι ήταν κάτι υπερφυσικό. Και ακόμα το ίδιο πιστεύω. Συχνά αναρωτιέμαι τι με έκανε να αλλάξω τόσο πολύ. Από άτομο που πιστεύει σε φαντάσματα σε σκεπτικιστή. Δεν θυμάμαι κάποιο συγκεκριμένο γεγονός που να το προκάλεσε. Ίσως είναι απλώς η λογική που αναπτύσσεται με την ηλικία.

Δεν ξέρω. Αλλά νομίζω πως το νόημα αυτής της ιστορίας είναι ότι οι άνθρωποι βλέπουν αυτό που θέλουν να δουν και ότι η πραγματικότητα είναι σε μεγάλο βαθμό υποκειμενική. Μακάρι η κάμερα αυτή τη στιγμή να μπορούσε να σας δείξει την Μέιπη, η οποία έχει κάτσει στο πλάι από μένα. έχει ξαπλώσει με την κοιλιά προς τα πάνω, της χαϊδεύω την κοιλίτσα και κάνει μπισκοτάκια στον αέρα αυτή τη στιγμή το γατή.

Οπότε τα vibes στο βίντεο είναι φοβερά, ακόμα και αν δεν τα βλέπετε όλα. Ελπίζω να είστε εξίσου cozy με μένα και να περνάτε εξίσου τέλεια ακούγοντας αυτές τις τρομακτικές ιστορίες. Πάμε λοιπόν. Επόμενη ιστορία. Δεν θυμάμαι τώρα ποια είναι στο νούμερο. όταν έβγαινα με την κόρη μιας μάγισσας τα πάντα ήταν σύμπτωμα του υπερφυσικού.

Δεν υπήρχαν συμπτώσεις. Οποιαδήποτε τρία γεγονότα στη σειρά ήταν ιονός και ο κόσμος έμοιαζε ζωντανός. Σαν να υπήρχε κάτι που σαλεύει ακριβώς κάτω από την επιφάνεια της πραγματικότητας με έναν τρόπο που δεν είχε υπάρξει για τους περισσότερους ανθρώπους εδώ και χίλια χρόνια. Εγώ βέβαια ήμουν εκεί για τους κλασικούς λόγους ενός νεαρού άντρα. Και παρόλο που δεν πίστευα πραγματικά τίποτα από όλα αυτά, ήμουν παραπάνω από πρόθυμος να το εξερευνήσω.

Η μητέρα της ήταν κάτι σαν βαθμίδα εννέα ή τέλος πάντων υψηλό βαθμό μέλος σε μια τοπική ομάδα, ένα κόβεν και μέρος αυτής της εξουσίας φαινόταν να περνάει και στην κόρη της, τουλάχιστον στα μάτια όσων πίστευαν σε αυτά. Έτσι, ενώ ίσως δίσταζαν να καλέσουν τη μητέρα, Εγώ συνήθως πήγαινα μαζί της, σαν οδηγός και ηθική υποστήριξη.

Τα περισσότερα περιστατικά ήταν τυπικά. Μία ευαίσθητη έφηβη σε συναισθηματική ένταση που πρόβαλε το άγχος της σε φυσικά φαινόμενα, με απλά λόγια, μόνη στο σπίτι, τρομαγμένη και με ανάγκη να μιλήσει με κάποιον. Αγκαλιές, κλάματα, λίγη παρηγοριά και εγώ να ελέγχω το σπίτι για να δώσω το καθησυχαστικό όλα καλά στο τέλος. Η νύχτα που άλλαξαν όλα ξεκίνησε σαν κάθε άλλη Ξύπνημα από το τηλέφωνο μέσα στη νύχτα Κάποιος φανερά νοστατωμένος στην άλλη άκρη Όμως αυτή τη φορά η κοπέλα μου κάλεσε ενισχύσεις Και έτσι πήγαμε να πάρουμε την καλύτερη της φίλη Την Συ Όταν φτάσαμε το κορίτσι ήταν διαλυμένο Δεν ξέρω αν έχω δει ποτέ άνθρωπο τόσο εκτός σε αυτό από φόβο Φοβήθηκα ότι η βραδιά θα κατελήγει σε κανονική ψυχιατρική παρέμβαση Τη βάλαμε στον καναπέ και οι τρεις τους κουλουριάστηκαν μαζί ενώ εγώ στεκόμουν λίγο αμήχανος, αρρωτώντας αν αυτή η φορά ήταν κάτι αληθινό, με την κακή πραγματική έννοια.

Τελικά ηρέμησε αρκετά ώστε να μπορέσει να μιλήσει. Μέσα από λιγμούς περιέγραψε μια συνάντηση με ένα πνεύμα. Όχι καλό και όχι για πρώτη φορά. Εγώ στο μεταξύ είχα ήδη ελέγξει κάθε γωνία του σπιτιού για τέρατα Η αδραναλίνη είχε πέσει και με τραβούσε ο ύπνος Ήθελα να φύγω, αλλά φαινόταν ότι θα αργούσαμε Και το να κοιμηθώ στην πολυθρόνα δεν έπαιζε Οι τρεις τους αγκαλιαζόντουσαν, λυκνιντόντουσαν και ψηθύριζαν κάτι σαν ψαλμωδία Όταν ξαφνικά η Σύ φώναξε Πνεύμα του σπιτιού, δείξε τον εαυτό σου Ακολούθησα απόλυτη σιωπή Κρατήσαμε όλη την αναπνοή μας Πραγματική σιωπή για πρώτη φορά από όταν φτάσαμε Και τότε με ένα δυνατό κρακ Όλο το σπίτι τραντάχτηκε σαν σεισμός Υπάρχουν στιγμές που έννοιες όπως πίστη και σκεπτικισμός Πάβουν να σημαίνουν οτιδήποτε Και βρίσκεσαι αντιμέτωπος με μια ομή τρομακτική αλήθεια Ότι είμαστε απλώς ζώα Με ζωώδεις αισθήσεις σε έναν κόσμο που μπορεί να σβήσει δέκα χιλιάδες χρόνια πολιτισμού με έναν μόνο ήχο.

Το ένιωσα τότε. Και δεν θέλω να το ξανανιώσω ποτέ. Σαν ζώα πεταχτήκαμε όρθιοι και η κοπέλα μου ούρλεξε «Σταμάτα! Σταμάτα! Σταμάτα!» Και σταμάτησε. Στη σιωπή που ακολουθούσε το σπίτι έτριζε και ακούστηκε ένας ήχος από την αυλή. Έκαναν έναν στικτόδης βήμα προς τις κουρτίνες της μπαλκονόπορτας. Μη κοιτάξεις, ψιθύρισε η κοπέλα μου. Ξέρεις εκείνο το συνέστημα που το μυαλό σου αδειάζει σαν παγωμένο νερό που τρέχει αργά και κατεβαίνει σε σπονδυλική σου στήλη. Αυτό ακριβώς ένιωσα όταν τράβηξα την κουρτίνα και είδα κάτι να σκαρφαλώνει στο φράχτη μέσα στο αχνό φως του φεγγαριού.

κάτι που γύριζε και με κοίταξε όχι με πρόσωπο, ούτε καν με κεφάλι αλλά με ένα μικρό γυμνό κρανίο σημειώσεις. Εκείνο το βράδυ έγινε σεισμός, ακριβώς την ώρα του περιστατικού καθαρή σύμπτωση, αλλά γαμώτο. Δύο το πράγμα ήταν σχεδόν σίγουρα ένα οπόσου. Και ενώ ο κόσμος κεφάλος το ξέρει αυτό, το ένστικτό μου δεν είναι τόσο σίγουρο. Μάλλον το αντίθετο και μόνο που το γράφω αυτό ανατριχιάζω και είναι 9.30 το πρωί με ήλιο απόψε θα περάσω ωραία δεν ξέρω εσάς αλλά αυτή η ιστορία μου άρεσε πάρα πολύ α ήταν γραμμένη πάρα πολύ ωραία και β μου αρέσει η ισορροπία μεταξύ του θα μπορούσε να είναι κάτι παραφυσικό και υπάρχει εξήγηση για όλα αυτά και φοβερή σύμπτωση έτσι ότι ο σεισμός έγινε τη στιγμή που έγινε επόμενη ιστορία Δεν έχω βιώσει ποτέ προσωπικά κάτι που θα χαρακτήριζα υπερφυσικό, αλλά έχω δύο ιστορίες, μία από τη γυναίκα μου και μία από έναν συνάδελφο, που μοιάζουν ανατριχιαστικά με άλλες που έχουν υποθεί εδώ.

Ορίστε λοιπόν. Η πρώτη δουλειά της γυναίκας μου ήταν ως δασκάλα σε πρώτη δημοτικού, σε ένα αγροτικό σχολείο στην Αλαμπάμα. Το κτίριο είχε χτιστεί στην δεκαετία του 40 ή του 50, οπότε είχε κάποια ιστορία Αλλά τίποτα δεν σου έκανε εντύπωση με την πρώτη ματιά Δεν είχε κακή ενέργεια ή κάτι περίεργο Έμοιαζε απλώς με ένα καλοφτιαγμένο παλιό σχολείο σαν αυτά της εποχής των παππούδων μου Το καλοκαίρι η γυναίκα μου δούλευε εκεί μαζί με άλλους δασκάλους για να ετοιμάσουν τις τάξεις Οι κόρες μας ήταν περίπου 8 και 6 ετών και πήγαιναν μαζί της, ώστε να μην χρειάζονται babysitter.

Υπήρχαν βιβλία και βίντεο, οπότε είχαν πράγματα να κάνουν. Τίποτα ασυνήθιστο. Μέχρι που μία μέρα, η μικρότερη κόρη μπαίνει στην τάξη της μητέρας, χλωμεί σαν φάντασμα και κολλάει πάνω της. Η γυναίκα μου τη ρωτά τι συνέβη, νομίζοντας ότι κάποιο άλλο παιδί την τρόμαξε ή την ενοχλήσε. Όμως η Χάνα ήταν πραγματικά τρομαγμένη και αυτό τρόμαξε και τη γυναίκα μου, γιατί το παιδί δεν φοβόταν σχεδόν ποτέ τίποτα.

Της είπε ότι έπαιζε στη βιβλιοθήκη με την αδερφή της και πήγε στην τουαλέτα. Στον δρόμο της επιστροφής είδε μια ανδρική φιγούρα σε μια πόρτα. Ο άντρας φορούσε λευκά ρούχα και είχε μακριά αραιά μαύρα μαλλιά, όπως μπορούσε να το περιγράψει ένα φοβισμένο εξάχρονο παιδί. Σε εκείνο το σημείο η γυναίκα μου άρεσε να ανισχύει, γιατί δεν είχε γνώρισει κανέναν που να ταιριάσει σε αυτή την περιγραφή.

Πήγαν να ελέγξουν το σημείο και τα γύρω δωμάτια, αλλά δεν βρήκαν τίποτα. Ούτε ίχνος ή σβολέα. Με τον καιρό η ιστορία διαδόθηκε, μέχρι που μία άλλη δεσχάλα είπε στη γυναίκα μου ότι αυτός ήταν ο Γόλι. Δεν μάθαμε ποτέ όλη την ιστορία για το ποιος ήταν αλλά και τα άλλα παιδιά και δάσκαλοι είχαν αναφερθεί ότι έβλεπαν έναν ψηλό, αδύνατο άντρα με σκούρα μαλλιά και λευκό πουκάμισο σε διάφορα σημεία του σχολείου Το πιο ανατριχιαστικό για εμάς ήταν ότι η Χάνα δεν είχε έρθει σε επαφή με άλλους δασκάλους ή παιδιά από εκείνο το σχολείο μέχρι τότε και όμως περιέγραψε κάτι που αργότερα επιβεβαιώθηκε από πολλούς Η οικογένειά μας δεν είδε ποτέ ξανά τον Βόλι.

Αλλά η γυναίκα μου συνέχισε να δουλεύει εκεί για μερικά χρόνια ακόμα και είχε και άλλες περίεργες εμπειρίες. Κυρίως όταν έμενε μέχρι αργά το απόγευμα. Αντικείμενα να πέφτουν, πόρτες να κλείνουν με δύναμη, σφουγγάρια να πετάγονται από τους πίνακες. Δεν ήταν οι μόνοι. Αρκετοί από το προσωπικό είχανε μάθει να φεύγουν γρήγορα όταν άρχιζαν αυτά.

Η δεύτερη ιστορία είναι από έναν συνάδελφο και μοιάζει με εκείνες τις ιστορίες από παρατημένα σπίτια, παγωμένα στο χρόνο. Μου είπε ότι ως έφηβος ήταν με φίλους του και όπως κάνουν οι έφηβοι αποφάσισαν να εξερευνήσουν ένα εγκατελειβμένο σπίτι που είχε ανακαλύψει κάποιος από την παρέα. Δεν θυμάμαι πολλές λεπτομερίες εκτός από το ότι έμοιαζε σαν να είχε εγκαταλειφθεί ξαφνικά.

Εφημερίδες τυβαγμένες παντού, ένα παλαιό περιστατωραφικό τηλέφωνο, κάτι παλιά περιοδικά και ένα μπάνιο γεμάτο ξηραφάκι και μαχαίρια. Εκεί, όπως είπε, τα πράγματα σοβάρεψαν. Άρχισα να νιώθω μια πολύ περίεργη αίσθηση. Δεν υπήρχε αίμα ή κάτι τέτοιο, αλλά το μπάνιο ήταν γεμάτο μαχαίρια κουζίνας και άλλα αιχμηρά αντικείμενα που δεν είχαν καμία δουλειά εκεί.

αποφάσισαν να φύγουν και τότε χτύπησε το τηλέφωνο. Κανείς δεν είχε το θάρρος να το σηκώσει. Αυτό που ακολούθησε προφανώς ήταν ένα χάος. Έφυδοι γεμάτοι αδρεναλίνοι που προσπαθούσαν να φύγουν από εκεί όσο πιο γρήγορα μπορούσαν. Νιώθω ότι πρέπει να αναφερθώ στο γεγονός ότι σε κάποια φάση δεν είδα πότε αλλά έσβησε η τηλεόραση τελείως.

Δεν πάτησε παύση, απλά έσβησε η τηλεόραση. πράγμα που δεν συμβαίνει ποτέ. Μπορώ να αφήσω αυτή τη λόρα να δουλεύει για ώρες και δεν κλείνει και τώρα έκλεισε χωρίς λόγο μόνη της. Εγώ απλά θα πω αυτό το πράγμα και θα πω ότι χαίρομαι που γυρίζω αυτό το βίντεο μέρα μεσημέρι. Δούλευα ως καθαριστής σε έναν κινηματογράφος το Hillcrest. Δεν ήταν κάποιος παλιός τρομακτικός κινηματογράφος.

Είχε χτιστεί στις αρχές της δεκαετίας του 70 και ήταν μια μεγάλη αίθουσα με μια μόνο οθόνη. Η δουλειά μου ήταν να πηγαίνω οποιαδήποτε ώρα μετά την τελευταία προβολή και να έχω τελειώσει πριν την πρώτη της ημέρας. Καθάριζα τα φουαγέ, τις τουαλέτες, μαζαβετασκοπίδια από την αίθουσα και σουγέριζα το πάτωμα. Πριν ήμουν ταξιθέτης, αλλά όταν απέλησαν τον πρωινό καθαριστή, μου έδωσαν τη θέση του.

Και μάλιστα με πλήρωνε αρκετά, ώστε να μπορώ να φέρνω και βοήθεια όταν χρειαζόταν. Όταν ξεκίνησα, ο βοηθός διευθυντή μου είπε ότι θα μπορούσα να διαλέγω τις ώρες μου, αλλά πρόσθεσε «Δεν θέλεις να είσαι εδώ μόνος σου τη νύχτα. Μην ρωτάς γιατί. Απλά πίστεψέ με». Δεν είχα σκοπό να δουλεύω νύχτα, έτσι κι αλλιώς. Το πλάνο μου ήταν να πηγαίνω στις 6 το πρωί και να φεύγω πριν τις 11 για να πάω στο Πανεπιστήμιο.

Η διάταξη του χορού ήταν η εξής. Ξεκλείδωνα τις μπροστινές πόρτες, όλη η πρόσωψη ήταν γυαλή, τεράστια παράθυρα τριών ορόφων, περνούσα το φουαγέ και έμπαινα σε έναν πίσω διάδρομο. Εκεί ήταν εντελώς σκοτεινά. Στο τέλος υπήρχε ένα δωμάτιο με τον ηλεκτρικό πίνακα. Πήγαινα εκεί και άνοβα τα φώτα. Στην αίθουσα το πίσω μέρος έμενε μισοσκότεινο Ενώ μπροστά κοντά στην οθόνη υπήρχε ένας έντονος φωτισμός Μετά ξεκινούσα δουλειά Με έναν ηλεκτρικό φυσιτήρα μάζαβα τα pop corn μπροστά, τα πετούσα και μετά σφουγγάριζα Τα Σαββατοκύριακα έφρανα έναν φίλο μου, τον Brian, για βοήθεια Και Σαββατοκύριακα ήταν που συνέβαιναν τα περίεργα Είχαμε έναν κανόν ποτέ δεν πλησιάζει σαν θόρυβα κάποιον που δουλεύει με έναν φυσιτήρα. Δεν ακούει τίποτα.

Μια μέρα, ενώ δούλευα, ακούω τον Μπράιν να φωνάζει από την πόρτα. Πάω στο φουαγέ. Με κοιτάει και λέει Ήσουν εδώ όλη την ώρα. Ναι, γιατί. Δεν μου κάνεις φλάκα. Τι εννοείς. Χτυπάς τις πόρτες της τουαλέτας των γυναικών ενώ καθαρίζω τον αντρών. Τον κοιτάω σαν τρελό. Γιατί να το κάνω αυτό. και τότε ακούμε μια πόρτα καμπίνας να ανοίγει με δύναμη.

Θυμόμασταν ότι ο προηγούμενος καθαριστής είχε απειλήσει να επιστρέψει. Πήραμε από μια σφουγγαρίστρα και μπήκαμε προσεκτικά. Μια πόρτα ταλαντευόταν εργά. Κανείς μέσα. Ο Μπράιν είπε τουλάχιστον δεν είναι δολοφόνος καθαριστής. Καθάρισα αυτήν την τουαλέτα. Όχι και δεν πρόκειται. Ούτε εγώ. Και την καθαρίσαμε την επόμενη μέρα.

Αυτό γινόταν που και που. Μετά όμως κλιμακώθηκε. Βάζαμε ένα ραδιόφωνο στη σκηνή ενώ σφουγγαρίζαμε. Ένα παλιό με κουμπί που κάνει κλικ. Μία Κυριακή παίζει μουσική και ξαφνικά χαμηλώνει. Και κλικ, κλείνει. Κοιταζόμαστε. Πάω να το ανοίξω. Επιστρέφω και το βλέπουμε να κλείνει μόνο του. Ο Μπράιν, είσαι σίγουρος ότι χρειάζεται μουσική?

Όχι, του λέω. Οι Κυριακές ήταν οι χειρότερες. Μετά ήρθε το χειρότερο. Η αποθήκη καθαρισμού ήταν ένα στενό δωμάτιο. Μια μέρα γεμίζω κουβά και μπαμ! Κάτι περνά δίπλα από το πρόσωπό μου και με χτυπά στον τείχο. Ο Μπράιν, ναι, αυτό έγινε και σε μένα. Για μέρες, κάθε φορά που ανοίγαμε τη βρύση, κάτι περνούσε δίπλα μας και χτύπω στον τείχο.

Το συνηθίσαμε. Μέχρι εκείνη τη νύχτα. Ο Μπράιν ήταν άρρωστος. Πήγα μόνος. Μεσάνυχτα Κυριακής. Όλα ήρεμα. Τελείωσα γύρω στις 7 το πρωί. Σβήνω τα φώτα, περπατάω στο σκοτάδι, βγαίνω στο φοαγέ, στέκομαι και σκέφτομαι αν ξέχασα κάτι. Και τότε, ακριβώς πίσω από τον ώμο μου, χε χε χε χε, κάποιος γέλασε μέσα στο αυτί μου. Γυρίζω, κανείς. Έφυγα τρέχοντας.

Στο αυτοκίνητο συνειδητοποιώ, άφησα τα πράγματά μου εκεί μέσα. Στέκαω με έξω, δεν ξέρω τι να κάνω, περνά ένας αστυνομικός, το εξηγώ. Μου λέει, δεν είναι κανείς μέσα. Πήγαινε πάρε τα πράγματά σου, θα σε καλύπτω. Μου πήρε πέντε λεπτά να βρω το κουράγιο να μπω. Αυτό ήταν. Δεν ξαναπήγα ποτέ μόνο στη νύχτα. Δούλευα άλλους πέντε μήνες.

Πάλι τα ίδια. Ραδιόφωνο, πόρτες, ήχοι. Αλλά δεν ξανάκουσα ποτέ γέλιο. Σήμερα δεν είναι πια κινηματογράφος. Έγινε pet shop και κατάστημα παπουτσιών. Θα ήθελα πολύ να ρωτήσω τι συμβαίνει εκεί τα βράδια. Λίγο έξτρα σπούκι αυτή η ιστορία τώρα με την τελεόραση να κλείνει μόνη της για κάποιο λόγο συνέχεια. Θα δούμε τώρα πόση ώρα θα της πάρει να κλείσει τώρα.

Οκ, θα δούμε. του Missouri Go Vikings, μικρό κολέγιο, μικρός πληθυσμός, αλλά πολύ καλή φάση. Το σχολείο είχε τρεις φοιτητικές αιστείες και τρία σπίτια αδελφοτήτων. Επειδή το Ίδρυμα είχε χριστιανικό προσανατολισμό, οι αιστείες είχαν πολύ αυστηρούς κανόνες. Απαγορευόταν το αλκοόλ, δεν επιτρεπόταν το αντίστοφιλο στο δωμάτιο μετά τις 9, υπήρχε ωράριο επιστροφής κλπ.

Τα σπίτια των αδελφοτήτων δεν είχαν τέτοιους περιορισμούς Έτσι, παρόλο που δεν ήμουν ιδιαίτερα υπέρ της ιδέας των fraternities έπεισα μια παρέα από συμφοιτές μου από το θέατρο να μπούμε σε ένα από αυτά για καλύτερες συνθήκες διαμονής Δεν είμαι σίγουρος ότι η ποδοσφαιρική ομάδα, η παραδοσιακή του σπιτιού χάρηκαν ιδιαίτερα που μας είδαν να καταφτάνουμε αλλά τουλάχιστον κερδίσαμε εύκολα τον διαγωνισμό σκέτς την ελληνική εβδομάδα Υπήρχε μια ιστορία για έναν φοιτητή, τον Στίβεν, που είχε πεθάνει μέσα στο δωμάτιό του στον τρίτο όροφο.

Όμως δεν ήταν κάποια τρομακτική ιστορία. Ούτε δολοφονία, ούτε αυτοκτονία. Είχε συμβεί τόσο παλιά που λίγοι καθηγητές το θυμόντουσαν πίστευαν ότι ήταν απλώς φυσικά αίτια. Δεν ήταν καν αστικός μύθος του κάμπους. Το ότι ο όροφος ήταν κλειστός ήταν καθαρά θέμα συντήρησης. Κακή κατάσταση. Μάλιστα είχε παρμήνει ανοιχτός για χρόνια μετά το θάνατο.

Έρχεται η εβδομάδα του Χαλλουίν. Ένας από τους θεατρικούς, τους φίλους μου, ο Μπόμπι, προτείνει να κάνουμε μία σεάνς με πίνακα Ouija το βράδυ του Χαλλουίν. Πάντα η βλακία έτσι ξεκινάει. Γύρω στις 10 μαζεύεται περίπου η μισή αδελφότητα στο δωμάτιό του. Μικρός χώρος, διόρροφο κρεβάτι, στριμωγμένοι περίπου μία δεκαπενταριά άτομα, οι περισσότεροι παίκτες της ομάδας.

Μεθυσμένοι, φασαριόζοι, με πειράγματα και σχόλια όπως θα περίμενε κανείς. Σβήνουμε τα φώτα, αφήνουμε μερικά κεριά για την ατμόσφαιρα. Ο Dave, ο πάντερ της ομάδας, κάθεται στο Ouija board μαζί με τον Bobby. Σιγά σιγά η φασαρία πέφτει καθώς ο Dave αρχίζει να μιλάει με μια μονότονη, σχεδόν υπνοτιστική φωνή. Κλασικές χάζοεπικλήσεις τύπου Halloween, ο δείκτης κινείται, αλλά κανείς δεν είναι σίγουρος τι υποτεστεί ότι πρέπει να γίνει.

Είμαστε έτοιμοι να το λήξουμε όταν κάποιος λέει «Γιατί δεν προσπαθείτε να καλέσετε τον Steven» Ο Dave συμφωνεί και τώρα αλλάζει το κλίμα. «Steven, έλα μαζί μας στο δωμάτιο. Θέλουμε να σε καλέσουμε. Πέρασε το πέπλο». σάλια. Αυτό κρατά περίπου τρία με πέντε λεπτά. Ξαφνικά ένας από τους παίκτες πανικοβάλλεται, πετάγεται, ανάβει τα φώτα και φεύγει τρέχοντας. Και τότε ο Μπόμπι κάθεται όρθιος και λέει μπερδεμένος, τι γίνεται.

Δεν θυμόταν τίποτα. Στη δική του εκδοχή ο δείκτης έπεσε και ξαφνικά κάποιος έφυγε τρέχοντας. Τον πείσαμε να παραδεχτεί ότι έκανε πλάκα. Τίποτα. Ήταν πραγματικά μπερδεμένος. Ήθελε να μάθει τι πλάκα του κάναμε εμείς. Εκεί τελείωσε. Διαλυθήκαμε. Πολλοί από την ομάδα δεν πλησίαζαν τον Μπόμπι για εβδομάδες. Εκείνος δεν καταλάβαινε γιατί τον αντιμετωπίζουν τόσο περίεργα.

Τι πιστεύω, ήταν παράξενο. Ο Μπόμπι ήταν κακός ηθοποιός. Δεν νομίζω ότι θα μπορούσε να το παίξει έτσι. και ήταν και αματεόδοξος. Αν έκανε φασαρία θα το έκανε θεατρικά, με λόγια, όχι με σάλια παντού. Και σίγουρα θα το αποκάλυπτε μετά. Δεν το έκανε ποτέ. Παράξενο. Η γάτα μου είναι τόσο φλούφη που απλά τη χαϊδεύω και τρίχες πετάγονται έτσι και μπαίνουν μέσα στο στόμα μου την ώρα που διαβάζω τις ιστορίες.

Αν είναι δυνατόν, Μέιπλη, λίγη ντροπή. Καμία ντροπή δεν έχεις, κάνει μπισκοτάκια στον αέρα Η κοπέλα μου, η Κένταλ και εγώ Ήμασταν στο Βάσινγκτον, τον θυνόπορο του 1997 Η Κένταλ Τζένερ Για να δούμε φίλους και συγκινείς Η σχέση μας είχε αρχίσει να φθίνει Και ουσιαστικά πλησιάζουμε στο τέλος Αλλά βρισκόμασταν μέσα σε μία από τις τελευταίες Καλές εβδομάδες μας Ήταν ένα κρύο βράδυ στα τέλη του Σεπτέμβρη και είχαμε κανονίσει να συναντήσουμε φίλους στις 9.30 για να δούμε τους χέλμετ μαζί με τους Μέλβινς.

Είχα παρκάρει το αυτοκίνητο λίγα τετράγωνα πιο πέρα, οπότε αγοράσαμε δύο μπύρες για να τις πιούμε στον δρόμο. Όταν στρίψαμε στον τάδε δρόμο, είδαμε ένα λεωφορείο παρκαρισμένο μισό στο πεζοδρόμιο και μισό στον δρόμο, με τέτοιο τρόπο που δημιουργούσε ένα στενό διάδρομο ανάμεσα στο πλάι του και στο κτίριο που εκτινόταν σε όλο το μήκος του τετραγώνου.

Ο δρόμος ήταν άδειος, οπότε περάσαμε χωρίς δεύτερη σκέψη. Μόλις μπήκαμε στο στενό χώρο ανάμεσα στο λεωφορείο και στον τοίχο, εμφανίζεται ένας άστεγος από την άλλη άκρη, μάλλον στεκόταν μπροστά στο λεωφορείο και δεν τον είχα δει. Άρχισε να έρχεται προς το μέρος μας, σέρνοντας τα πόδια του. δίπλα-δίπλα κρατώντας τα χέρια μας.

Δεν υπήρχε περίπτωση να περάσουν τρία άτομα. Ο τύπος δεν έδειχνε να μας προσέχει καν. Καθώς πλησιάζαμε και η σύγκρουση ήταν αναπόφευκτη, του λέω «φίλε, από δεξιά, καμία αντίδραση». Όταν έφτασε σχεδόν πάνω μας, του λέω πιο έντονα «φίλε, πρόσεχε». Χωρίς να σηκώσει το κεφάλι, λέει «μη δίνει τη σημασία, είμαι ήδη νεκρός έτσι κι αλλιώς».

Και περνάει κυριολεκτικά μέσα από ανάμεσά μας. Σπρώχνοντάς μας, κάνοντάς μας να αφήσουμε τα χέρια μας και ρίχνοντας την κέντλ πάνω στο αλοφορείο. Η μπύρα της έπεσε και έσπασε στο πεζοδρόμιο. Ξαντίστηκα άσχημα. Γυρίζω. Του λέω «Τι στο διάλογο ρε φίλε» και ο τύπος είχε εξαφανιστεί. Πουθενά. Τρέχω γύρω από το λεωφορείο ο κανείς, κοιτάμε από κάτω τίποτα. Ο τύπος είχε απλά χαθεί.

Είμαστε και οι δύο τραγμένοι, αλλά δεν είχαμε τι άλλο να κάνουμε. Συνεχίσαμε προς τη συναυλία. Οι Μέλβινς τα άσπρασαν και παρόλο που οι Χέλ μετέπαιξαν πολλά κομμάτια από τον Πέττη, ήταν πάρα πολύ καλοί. Δεν μιλήσαμε γι' αυτό που έγινε. Και όσο θυμάμαι, το αναφέραμε μόνο μια-δυο φορές πριν χωρίς μοριστικά. και πάντα το αποφεύγαμε.

Δώδεκα περίπου χρόνια μετά, τη συνάντησα τυχαία με τον άντρα της σε ένα μπαρ. Πέρασαμε ωραία, γελάσαμε, μίλησαμε για τα παλιά. Και όταν πήγα να πω, θυμάσαι, έγινε το βράδυ με τον τύπο στο δρόμο για τους Μέλβινς, το βλέμμα της πάγωσε. Κούνησε ρε κάτω κεφάλι, χωρίς να πάρει τα μάτια της από πάνω μου. Και με σταμάτησε στη μέση της πρότασης.

Ακόμα και τώρα, μόνο που το σκέφτομαι, με πιάνει ρίγος. Πράγματα όπως θρησκεία ή αστρολογία ή το υπερφυσικό δεν με πείθουν ιδιαίτερα. Αλλά πραγματικά δεν έχω καμία απολύτως εξήγηση για το που πήγε εκείνος άνθρωπος. Η τηλεόραση είναι ακόμα ανοιχτή, φίλοι και θεοί. Λοιπόν, πρώτη τελευταία ιστορία. Μεγάλωσα ως καθολικός. Έγινα αναγεννημένος ευαγγελικός χριστιανός και στη συνέχεια επέστρεψα στις καθολικές μου ρίζες. Με άλλα λόγια, δεν πιστεύω ιδιαίτερα σε φαντάσματα ή ιστορίες φαντασμάτων.

Δεν ταιριάζουν με τις πεπιθήσεις μου για την μεταθάνατον ζωή. Κι όμως, στην οικογένειά μου πολλοί πιστεύουν σε αυτά και μοιράζονται συχνά σχετικές εμπειρίες. Μάλιστα, λέγεται ότι το φάντασμα του πατέρα μου στοιχιώνει το σπίτι όπου μεγάλωσα. Αλλά αυτή είναι μια άλλη ιστορία. Όπως οι περισσότερες τέτοιες ιστορίες, τη θεωρώ νοησία.

Παρά τον σκεπτικισμό μου, δεν μπορώ να εξηγήσω τι συνέβη ένα φθινοπορνό βράδυ, όταν ήμουν δόκιμος σε μια αδελφότητα, σε ένα μεσαίο μεγέθος πανεπιστήμιο, με καταπράσινο κάμπος, περιτριγυρισμένο από χωράφια και μικρές πόλεις. Στη δεκαετία του 80, σε ένα τέτοιο απομενωμένο περιβάλλον, οι αδελφότητες ήταν το κέντρο της φοιτητικής ζωής.

Ήμουν μάλλον απίθανος υποψήφιος για αδελφότητα. Δεν έπινα, δεν κυνηγούσα κορίτσια και περνούσα το χρόνο μου σε μελέτες της βίβλου. Αυτός ήταν και ο λόγος που μπήκα. Ήθελα να μεταφέρω το μήνυμα. Μαζί με τον συγκρατικό μου, επίσης πιστό, μπήκαμε στην αδελφότητα του αδελφού του. Η αδελφότητα είχε φήμη για πλούσια παιδιά, ακριβά αυτοκίνητα και πολλά ναρκωτικά.

Στη πράξη αυτό ήταν η προβολή. Κυρίως ήταν πρώιοι αθλητές που είχαν χαλαρώσει και έκαναν έντονη ζωή. Στο δικό μου κόσμο αυτό θεωρούταν πνευματική αποστολή. Οι περισσότεροι μας δέχτηκαν καλά. Κάποιοι όμως κρατούσαν αποστάσεις. Αργότερα κατάλαβα, αυτοί ήταν που θα μας δοκίμαζαν. Οι δοκιμασίες τότε ήταν σκληρές. Σήμερα θα ήταν απαγορευμένες.

Αν δεν είχα αυτό το αίσθημα αποστολής, θα είχα φύγει. Μαθαίναμε ιστορίες για τους ιδρυτές. Ακόμα και από την εποχή του εμφύλου πολέμου. Έπρεπε να τα αποστηθήσουμε όλα. Αν δεν τα ήξερες, πλήρωνες το τίμημα. Και φτάνουμε τελικά στην ιστορία. Ένα βράδυ, γύρω στις 10, χτυπά το τηλέφωνο Σε 20 λεπτά στο σπίτι, φορέστα αθλητικά Πηγαίνουμε Ξεκίνησαμε τρέξιμο Ήταν μια όμορφη φθινοπορνή νύχτα Βγήκαμε από το κάμπος και μπήκαμε σε αγροτικούς δρόμους Μετά από μερικά χιλιόμετρα στρίψαμε σε ένα απομονωμένο νεκροταφείο Τα φύλλα είχαν πέσει Υπήρχε μια παράξενη ατμόσφαιρα Αλλά δεν φοβόμουν Μας περίμεναν Στην ευθεία φώναξαν. Ο υπεύθυνος στάθηκε δίπλα σε ένα παλιό ψηλό μνημείο, έναν οβελίσκο περίπου δυόμιση μέτρα. Ποιος μπορεί να μου πει ποιος είναι αυτός. Κοιτάζαμε την επιγραφή. Δεν φαινόταν καλά. Θα σας πω το όνομα. Θόμας Στέριν. Δεν μου λέγε τίποτα. Και τότε είπε. Ξέρετε ποιος ήταν. Ένας τίποτα. Ένας αποτυχημένος. Γιατί δεν ήταν μέλος της αδερφότητας. Όταν γίνεσαι μέλος γίνεσαι κάποιος. Για πάντα. Αυτός δεν γίνεται ποτέ κα

μνημείο φωνάζοντας. Εγώ είχα ήδη αποσυνδεθεί. Μου φαινόταν γελίο και προσβλητικό. Και τότε ο βελίσκος έπεσε. Με έναν τεράστιο θόρυβο. Παρατρίχα να βρει τον τύπο. Τον έχασε για εκατοστά. Κανείς δεν ήταν κοντά. Γάμοτο φώναξε. Σιωπή. Σοκ. Μετά νευρικά γέλια. Κάποιος είπε φεύγουμε και φύγαμε. Η επίσημη εξήγηση σύμπτωση. Ένα παλιό μνημείο που απλώς έπεσε Αλλά ο συγχρονισμός σε έκανε να αμφιβάλλεις Και εκείνη τη στιγμή αμφέβαλα κι εγώ Τελείωσα τη δοκιμασία, έζησα λίγο στο σπίτι, δεν μου άρεσε, έφυγα Μετά από χρόνια που μακρύνθηκα από όλους 25 χρόνια μετά ξανασυναντήθηκα με το συγκρατικό μου Πήγαμε σε μια επανένωση Ερώτησα τον υπεύθυνο τι θυμάται Τίποτα, ούτε ο συγκρατικός μου το θυμόταν Μήπως το φαντάστηκα, δεν ξέρω Ξέρω μόνο ότι το θυμάμαι με τόσο λεπτομέρεια Από το πιστεύω Και πιστεύω ότι κάτι από κάπου αλλού Μετακίνησε εκείνη την πέτρα Η τηλεόραση ακόμα ανοιχτεί Και ακόμα παίζει Φτάνουμε φίλοι και χαρτοί Στην τελευταία ιστορία Του σημερινού βίντεο Επίσης έχω αρχίσει και σκέφτομαι ότι χρειάζομαι γελιά

Γιατί έχω το λάπτοπ εδώ πέρα κάτω και δεν βλέπω μέχρι το λάπτοπ χωρίς τα γελά μου. Εκεί έχουμε καταντήσει. Λοιπόν, τελευταία ιστορία του σημερινού βίντεο podcast. Ποτέ δεν έδινε ιδιαίτερη βάση σε ιστορίες φαντασμάτων ή ισχυρισμούς για το παραφυσικό. Θέλω να πιστεύω και θα έλεγα ότι η λογοτεχνία τρόμου και υπερφυσικού είναι τα είδη που διαβάζω περισσότερο, αλλά τίποτα στη ζωή μου δεν με έχει πείσει ότι υπάρχει κάτι πέρα από αυτό που μπορώ να δω, να αγγίξω, να ακούσω ή να μυρίσω με τις πέντε αισθήσεις μου.

Παρ' όλα αυτά, όμως, έχω ζήσει μια εμπειρία που ακόμα τη σκέφτομαι που και που και που δεν ξέρω πώς μπορώ να την εξηγήσω. Και κάθε φορά που το θυμάμαι, ανατριχιάζω. Στο Πανεπιστήμιο πέρασα ένα εξάμεινο στο εξωτερικό, στην Guadalajara του Μεξικού. Έμενα με μια μεξικάνικη οικογένεια. Είχαμε μεγάλα διαλύματα για μας ημεριανό, οπότε συνήθως έπαιρνα το λεωφορείο για να γυρίσω σπίτι για φαγητό.

Δεν υπήρχε τίποτα περίεργο εκείνη τη μέρα. Ο ήλιος έλαμπε, ο καιρός ήταν τέλειος, μετά το φαγητό κατέβαινα προς τη στάση για να πάω στο απογευματινό μάθημα. Το σπίτι ήταν σε ένα μικρό λόφο, οπότε έπρεπε να κατέβω τρία-τέσσερα τετράγωνα. Δεν υπήρχε κανείς άλλος στο πεζοδρόμιο, εκτός από έναν άντρα που ανέβαινε το λόφο. Περάσαμε ένας δίπλα από τον άλλον σε αντίθετες κατευθύνσεις Ήταν μια απόλυτα συνηθισμένη στιγμή Δεν θυμάμαι καν πόσο έμοιαζε Δεν νομίζω ότι ανταλλάξαμε βλέμματα Αλλά μόλις τον προσπέρασα Μπαμ!

Με κατέκλεισε ένα κύμα κάτι Ένα εντελώς μοναδικό συνέστημα που δεν είχα νιώσει ποτέ πριν Ούτε κάποτε από τότε Το καλύτερο που μπορώ να περιγράψω είναι Καθαρό κακό Η καρδιά μου άρχισε να χτυπά δυνατά το δέρμα μου ανατρίχιασε, η αναπνοή μου έγινε βαριά. Τα περισσότερα σπίτια στην γειτονιά είχαν περιφραγμένους τείχους δίπλα στο πεζοδρόμιο και έτυχε να βρίσκομαι δίπλα σε έναν που είχε ένα μικρό περβάζι.

Κάθισα εκεί για να συνέλθω. Είδαν ένα συνέστημα τόσο έντονο που σχεδόν έμοιαζε με φυσικό χτύπημα. Θυμάμαι να κοιτάζω πίσω προς τον άντρα. Είδαν ακόμα εκεί. ανέβαινε ρεγά το λόφο. Δεν γύρισε να κοιτάξει. Δεν είχε τίποτα ιδιαίτερο. Και το συνέστημα σιγά σιγά εξαφανίστηκε. Ήταν ο τύπος ο διάβολος? Ήταν δολοφόνος? Ήταν απλός άνθρωπος?

Κάτι άλλο? Ή μήπως ήταν απλός με περίεργη αντίδραση του σώματός μου? Δεν ξέρω. Αλλά εκείνο το συνέστημα ήταν απίστευτα δυνατό. Και πραγματικά ένιωσα σαν να βρισκόμουν μπροστά σε κάτι κακό. και με έχει στοιχειώσει μέχρι σήμερα. Αυτή λοιπόν ήταν η τελευταία ιστορία του σημερινού podcast και θα το λήξω με μία δική μου τελευταία ιστορία.

Κάτι αντίστοιχο έχω πάθει εγώ και το σκέφτομαι κι εγώ περιστασιακά και ήταν πάρα πολύ περίεργο. Θυμάμαι πού βρισκόμουν. Βρισκόμουν φίλοι και θροί στα Honda Center στην Ερμού και έβγαινα από τα Honda Center και υπήρχε ένας άντρας ο οποίος δούλευε εκεί πέρα ως φύλακας. Δεν θυμάμαι. Θυμάμαι ότι για κάποιο λόγο με κοίταξε.

Δηλαδή έβγαινα από το κατάστημα, με κοίταξε τον κοίταξα, έτσι όπως το θυμάμαι, μπορεί να μην ήταν και αυτό. Και θυμάμαι ότι ήταν πάρα πολύ... δηλαδή θυμάμαι ότι κοίταξα τα μάτια του και με έπιασε αμέσως απόλυτος πανικός. Δηλαδή οριακά κρίση πανικού σε τρία δευτερόλεπτα. Θυμάμαι δηλαδή ότι ένιωσα αυτό, ένιωσα ένα μπαμ και σαν να με κατακλύζει ένα κύμα κακού, σαν ζωώδης ένστικτο σχεδόν που νιώθεις ότι κάτι πρέπει να βγεις.

και θυμάμαι ότι πετάχτηκα τεχνίαν από το μαγαζί και είχα, τύπου είχα πρόβλημα, είχα πάρει και άνθρωπο τηλέφωνο για να ηρεμήσω και είχα εξηγήσει ότι για κάποιο λόγο κάτι έπαθα. Δηλαδή, κοίταξα τα μάτια αυτού του ανθρώπου, προσωπικά τώρα στη μνήμη μου, εγώ τα θυμάμαι κατάμαυρα τα μάτια του. Ωραία. Αμφιβάλλω ότι αυτό ήταν αυτό που είδα.

Φαντάζομαι πως αυτό το ζωγραφίζει παραπάνω, ξέρεις η ανάμνησή μου. Αλλά θυμάμαι αυτό. Ήμουνα περίπου 20 χρονών. Να ήμουνα 18 να ήμουνα 20. Και θυμάμαι ότι είχα παθευτό. Ότι πρώτη φορά και μοναδική που είχα κοιτάξει άνθρωπο μέσα στα μάτια και είχα νιώσει ένα ζωώδης ένστικτο. Ότι κάτι δεν πάει καλά. Κάτι σοβαρά δεν πάει καλά. Και σε πολύ πιο χαλαρό επίπεδο μου έχει τύχει άλλη φορά. Γενικά σαν άνθρωπος θα πω έχω αρκετά καλό ένστικτο. Ωραία.

Άλλη μια φορά μου έχει τύχει να είμαι σε ένα μέρος με έναν άνθρωπο και να νιώθω απλά άβολα. Να νιώθω ότι να μην νιώθω πολύ καλά με αυτόν τον άνθρωπο. Και όντως χρόνια αργότερα να μαθαίνω ότι ήταν πολύ κακός άνθρωπος. Εξαιρετικά κακός άνθρωπος. Και δεν μου έκανε καθόλου εντύπωση. Το είχα νιώσει, το είχα ξεχάσει για δύο χρόνια, μετά το είχα μάθει και εμείς όμως αυτές οι εξής κάτι βγάζει τέλειο νόημα.

Καταλαβαίνω τώρα γιατί σε τόσο βιολογικό επίπεδο ένιωθα άβολα στον ίδιο χώρο με αυτόν τον άνθρωπο. Αυτά γιατί τα λέω, γιατί πάντα να εμπιστεύεστε το ένστικτό σας και πάντα, ποτέ να μην με αναφερβάλετε το ένστικτό σας. Το ένστικτο επίσης, πώς διαχωρίζουμε το ένστικτο από το άγχος, το ένστικτο είναι μία σιγουριά, είναι κατάφαση, Είναι μια φράση, κατάφαση, μια γνώση η οποία μπαίνει στο σώμα μας και το ξέρουμε. Το άγχος θέτει ερωτήσεις, δεν είναι καταφατικό. Το άγχος θέτει ερωτήματα. Είναι κι αν αυτό, κι αν αυτό, κι αν αυτό, κι αν αυτό.

έτσι αυτός είναι ο πιο εύκολος τρόπος να διαχωρίσετε το ένστικτο από το άγχος γιατί ξέρω ότι όλοι οι αγχώδεις έχουν θέμα με αυτό γιατί και εγώ είχα θέμα με αυτό λοιπόν, αυτά για το σημερινό επεισόδιο θα βάλω το laptop στη θέση του η τηλεόραση ακόμα δουλεύει yay το φάντασμα του σπιτιού απλά είπε εντάξει όχι φάει ας δούμε ένα παράθυρο να βρέχει λοιπόν, ελπίζω όλοι να είστε πάρα πολύ καλά Ελπίζω να σας άρεσε αυτό το επεισόδιο, ελπίζω να περάσετε ωραία. Σας φιλώ, σας αγκαλιάζω γλυκά και θα τα πούμε στο επόμενο βίντεο ή οπουδήποτε αλλού θέλεις να τα πούμε στο ίντερνετ.

Σχόλια

Χωρίς σχόλια

Συνδεθείτε για να συμμετάσχετε στη συζήτηση

Σύνδεση για Σχολιασμό

Δεν υπάρχουν σχόλια ακόμα

Πίσω 15 δευτ.
Play
Μπροστά 30 δευτ.
00:00:00
00:00:00