#1 Λίγο Πριν Αλλάξει ο Κόσμος
Στο Όριο της ΙσχύοςΣχετικά με αυτό το επεισόδιο
Send us Fan Mail Τι είναι πραγματικά η τρομοκρατία; Πώς ένα δίκτυο που γεννήθηκε μέσα από τον πόλεμο στο Αφγανιστάν εξελίχθηκε σε μία από τις μεγαλύτερες απειλές για τη διεθνή ασφάλεια; Στο πρώτο επεισόδιο του «Στο Όριο της Ισχύος», επιστρέφουμε στις απαρχές της al-Qaeda και ακολουθούμε τη διαδρομή από τη σοβιετική εισβολή στο Αφγανιστάν, τον Οσάμα μπιν Λάντεν και τα δίκτυα των μουτζαχεντίν, μέχρι τις επιθέσεις στις αμερικανικές πρεσβείες στην Ανατολική Αφρική, το USS Cole και τα προειδοποιητ...
Αυτόματη μεταγραφή — ενδέχεται να περιέχει λάθη.
Ο σιχρός πόλεμος είχε τελειώσει. Οι Ηνωμένες Πολιτείες βρίσκονταν στην κορυφή ενός διεθνούς συστήματος, στο οποίο έμοιαζαν να μην έχουν πραγματικό αντίπαλο. Η παγκοσμιοποίηση επιταχυνόταν. Τα αεροπορικά ταξίδια αποτελούσαν πλέον μέρος της καθημερινότητας εκατομμυρίων ανθρώπων. Κι όμως, κάτω από αυτή την εικόνα, κάτι είχε ήδη αρχίσει να κινείται.
Το 1993, μία βόμβα είχε εκραγεί κάτω από το Παγκόσμιο Κέντρο Εμπορίου. Το 1998, οι Αμερικανικές πρεσβείες στην Κένια και την Τανζανία είχαν γίνει στόχος σχεδόν ταυτόχρονων βομβιστικών επιθέσεων. Το 2000, το Αμερικανικό πλοίο USS Cole είχε δεχθεί επίθεση στην Ιεμένη. Και κάπου ανάμεσα στο Αφγανιστάν, τη Μέση Ανατολή, την Ευρώπη και τις Ηνωμένες Πολιτείες ένα δίκτυο ανθρώπων προετοίμαζε κάτι πολύ μεγαλύτερο Το όνομά του ήταν Αλκάιντα Σε λίγες ημέρες, δύο αεροσκάφη θα προσέκροαν στους δίδυμους πύργους της Νέας Υόρκης Ένα τρίτο στο Πεντάγωνο και ένα τέταρτο δεν θα έφτανε ποτέ στο στόχο του Όμως αυτή δεν είναι ακόμη μία ιστορία για την 11η Σεπτεμβρίου Είναι η ιστορία του κόσμου λίγο πριν αλλάξει. Καλώς ήρθατε στο Όριο της Ισχύως.
Ένα podcast για τις διεθνείς σχέσεις, τη διπλωματία, την τρομοκρατία και τις στιγμές κατά τις οποίες η ισχύς συναντά τα οριά της. Είμαι η Γιώτα και σήμερα στο πρώτο μας επεισόδιο θα ξεκινήσουμε από τα θεμέλια. Τι εννοούμε όταν μιλάμε για διεθνείς σχέσεις? Τι είναι και κυρίως τι δεν είναι η τρομοκρατία? Γιατί έναν αιώνα μετά την εμφάνιση του όρου η διεθνής κοινότητα εξακολουθεί να δυσκολεύεται να συμφωνήσει σε έναν ενιαίο ορισμό Και πως μια σειρά γεγονότων από τον πόλεμο στο Αφγανιστάν μέχρι την άναδο της Αλκάιντα δημιούργησε τις συνθήκες που οδήγησαν σε ένα πρωινό του Σεπτεμβρίου του 2001 Για να καταλάβουμε τη μέρα που άλλαξε τον κόσμο πρέπει πρώτα να καταλάβουμε τον κόσμο που υπήρχε πριν από αυτήν Ας ξεκινήσουμε λοιπόν Αν ανοίξουμε ένα χάρτη του κόσμου, το πρώτο πράγμα που βλέπουμε είναι κράτη.
Σύνορα, πρωτεύουσες, επικράτειες. Και για μεγάλο μέρος της ιστορίας των διεθνών σχέσεων, κάπως έτσι αντιλαμβανόμασταν και το διεθνές σύστημα. Ως έναν κόσμο κρατών. Κρατών που συνεργάζονται ή συγκρούονται. Που υπογράφουν συνθήκες, δημιουργούν συμμαχίες, ασκούν διπλωματία. που επιδιωκούν ισχύ, ασφάλεια, επιρροή ή οικονομικά συμφέροντα.
Στον πυρήνα των διεθνών σχέσεων βρίσκεται ακριβώς αυτή η προσπάθεια. Να καταλάβουμε πώς συμπεριφέρονται τα κράτη, πώς αλληλεπιδρούν μεταξύ τους και κυρίως γιατί παίρνουν τις αποφάσεις που παίρνουν. Μόνο που ο πραγματικός κόσμος είναι πιο περίπλοκος από έναν πολιτικό χάρτη. Γιατί οι διεθνείς σχέσεις δεν είναι μόνο πόλεμοι, διπλωματικές συναντήσεις και συμφωνίες μεταξύ κυβερνήσεων.
Οι διεθνείς σχέσεις είναι οικονομία, εμπόριο, ανθρώπινα δικαιώματα, μεταναστευτικές ροές, περιβάλλον, διεθνείς οργανισμοί, πολιεθνικές επιχειρήσεις, μη κυβερνητικές οργανώσεις, κοινωνικά και πολιτικά κινήματα. Και είναι και κάτι ακόμη. Άνθρωποι και οργανώσεις που μπορούν να επηρεάσουν τη διεθνή πολιτική χωρίς να εκπροσωπούν ένα κράτος.
Και εδώ προκύπτει ένα ενδιαφέρον ερώτημα. Τι συμβαίνει όταν εκείνος που μπορεί να επηρεάσει τις σχέσεις μεταξύ των κρατών δεν είναι κράτος? Γιατί τα κράτη δεν είναι οι μοναδικοί δρόντες του διεθνού συστήματος. Υπάρχουν, όπως είπαμε, διεθνείς οργανισμοί και πολυεθνικές επιχειρήσεις. Υπάρχουν μη κυβερνητικές οργανώσεις, κινήματα που μπορούν να ασκήσουν πίεση σε κυβερνήσεις και να επηρεάσουν αποφάσεις πέρα από τα σύνορα μιας χώρας.
Και υπάρχουν φυσικά και οι ένοπλοι μη κρατικοί δρόντες. Οργανώσεις χωρίς αναγνωρισμένα σύνορα, χωρίς θέσεις στα Ηνωμένα Έθνη, χωρίς πρεσβείες, χωρίς υπουργεία, χωρίς κάποιον συμβατικό στρατό. Κι όμως, κάποιες από αυτές τις οργανώσεις μπορούν να προκαλέσουν διεθνείς κρίσεις, να επηρεάσουν κυβερνητικές αποφάσεις, να αναγκάσουν κράτη να αλλάξουν την ομοθεσία τους, να μεταβάλουν τις προτεραιότητες των υπηρεσιών ασφαλείας και πληροφοριών, ακόμη και να οδηγήσουν σε πόλεμο.
Και αυτό είναι κρίσιμο για την ιστορία που πρόκειται να αφηγηθούμε. Γιατί το πρωί της 11ης Σεπτεμβρίου του 2001, η ισχυρότερη στρατιωτική δύναμη του κόσμου δεν δέχθηκε επίθεση από έναν αντίπαλο στρατό. Δεν υπήρχαν άρματα μάχης που περνούσαν τα Αμερικανικά σύνορα. Δεν υπήρχαν πολεμικά αεροσκάφη ενός εχθρικού κράτους πάνω από τη Νέα Υόρκη.
Δεν είχε προηγηθεί κήρυξη πολέμου. Πίσω από τις επιθέσεις βρισκόταν ένας μη κρατικός δρόμ, η Αλκάιντα. Και μέσα σε λίγες ώρες, οι ενέργειες μιας τρομοκρατικής οργάνωσης θα έφεταν σε κίνηση μια αλυσίδα γεγονότων που θα ξεπερνούσε κατά πολύ τα σύνορα των Ηνωμένων Πολιτιών. Κυβερνήσεις θα άλλαζαν πολιτικές, νομοθεσίες θα τροποποιούνταν, υπηρεσίες πληροφοριών και μηχανισμοί ασφαλείας θα αναδιοργανώνονταν.
Διεθνείς οργανισμοί θα καλούνταν να αντιδράσουν. Πόλεμοι θα ξεκινούσαν. Και η τρομοκρατία θα βρισκόταν πλέον στο επίκεντρο της διεθνούς πολιτικής. Αλλά εδώ υπάρχει ένα πρόβλημα. Χρησιμοποιήσαμε ήδη αρκετές φορές μία λέξη που όλοι αναγνωρίζουμε. Τη λέξη τρομοκρατία. Την ακούμε στις ειδήσεις. Της συναντάμε στις πολιτικές ομιλίες.
Στη νομοθεσία. Στην καθημερινή συζήτηση. Μοιάζει μια λέξη που δεν χρειάζεται εξήγηση. Μέχρι να προσπαθήσουμε να την ορίσουμε. Και τότε τα πράγματα γίνονται πολύ πιο περίπλοκα. Μέχρι σήμερα δεν υπάρχει ένας ενιαίος, καθολικά αποδεκτός ορισμός της τρομοκρατίας σε διεθνές επίπεδο. Κράτη, διεθνείς οργανισμοί και ερευνητές έχουν χρησιμοποιήσει διαφορετικούς ορισμούς.
Ενώ ακόμη και το ερώτημα, ποια μορφή πολιτικής βίας πρέπει να χαρακτηρίζεται τρομοκρατική, αποτελεί εδώ και δεκαετίες αντικείμενο πολιτικής, ακαδημαϊκής και νομικής διαφωνίας. Παρά τις διαφωνίες όμως, ορισμένα στοιχεία εμφανίζονται ξανά και ξανά. Η χρήση ή η απειλή χρήσης της βίας. Η πρόθεση δημιουργίας φόβου και η επιδίωξη ενός ευρύτερου πολιτικού, ιδεολογικού ή θρησκευτικού σκοπού.
Και ίσως το πιο σημαντικό είναι ότι ο πραγματικός στόχος μιας τρομοκρατικής επίθεσης δεν περιορίζεται πάντοτε στους ανθρώπους που βρίσκονται στο σημείο της επίθεσης. Υπάρχει και ένα δεύτερο ακροατήριο. Μπορεί να είναι μια κυβέρνηση, μια κοινωνία, ένας ολόκληρος πληθυσμός ή ακόμη και η διεθνής κοινότητα. Η βία, επομένως, δεν χρησιμοποιείται αποκλειστικά για να προκαλέσει καταστροφή.
Χρησιμοποιείται και για το μήνυμα που μεταφέρει Και το μέσο μετάδοσης αυτού του μηνύματος είναι ο φόβος Βέβαια, ούτε και η ίδια η τρομοκρατία είναι ένα ενιαίο φαινόμενο Εάν ανατρέξουμε, στη σχετική βιβλιογραφία συναντάμε διαφορετικές κατηγοριοποιήσεις Ανάλογα με την ιδεολογία, τα κίνητρα, τους στόχους ή το πεδίο δράσης μιας οργάνωσης Και στα πρώτα επεισόδια αυτού του podcast θα μας απασχολήσει ιδιαίτερα μία συγκεκριμένη έκφανσή της, η τζιχαντιστική τρομοκρατία.
Εδώ όμως χρειάζεται από την αρχή να κάνουμε μία απολύτως απαραίτητη διάκριση. Το Ισλάμ είναι μία από τις μεγαλύτερες θρησκείες του κόσμου, με δισεκατομμύρια πιστούς και παρουσίασε κοινωνίες από την Νοτιοανατολική Ασία μέχρι τη Μέση Ανατολή, την Αφρική, την Ευρώπη και την Αμερική. Η τζιχαντιστική τρομοκρατία δεν ταυτίζεται με το Ισλάμ.
Αφορά εξτρεμιστικά κινήματα και οργανώσεις που υιοθετούν συγκεκριμένες, ακραίες ιδεολογικές και θρησκευτικές ερμηνείες και τις χρησιμοποιούν για να νομιμοποιήσουν στα μάτια των υποστηρικτών τους τη χρήση βίας. Και μία από αυτές τις οργανώσεις έμελε να γίνει ίσως το πιο αναγνωρίσιμο όνομα στην παγκόσμια συζήτηση για την τρομοκρατία στις αρχές του 21ου αιώνα.
Η Αλκάιντα. Όμως η ιστορία της δεν ξεκινά στις 11 Σεπτεμβρίου του 2001. Για να καταλάβουμε πώς μια οργάνωση χωρίς κράτος, χωρίς συμβατικό στρατό και χωρίς επίσημη θέση στο διεθνές σύστημα κατάφερε να προκαλέσει μία από τις μεγαλύτερες γεωπολιτικές ανατροπές των τελευταίων δεκαετιών, πρέπει να γυρίσουμε το χρόνο πίσω. Πριν από τη Νέα Υόρκη και πριν από την Ουάσιγκτον. Πριν ακόμη και από την ίδια την Αλκάιντα.
Πρέπει να επιστρέψουμε στη δεκαετία του 1980 και σε έναν πόλεμο που εξελισσόταν χιλιάδες χιλιόμετρα μακριά από τις Ηνωμένες Πολιτείες. Πρέπει να επιστρέψουμε λοιπόν στο Αφγανιστάν το 1979. Βρισκόμαστε λοιπόν στην καρδιά του ψυχρού πολέμου. Οι Ηνωμένες Πολιτείες και η Σοβιετική Ένωση δεν συγκρούονται άμεσα στο πεδίο της μάχης.
Ανταγωνίζονται όμως σχεδόν παντού Για επιρροή, για συμμάχους, για στρατηγικά ερίσματα Και τον Δεκέμβριο εκείνης της χρονιάς ένα ακόμη πεδίο ανοίγει Η Σοβιετική Ένωση εισβάλλει στο Αφγανιστάν Επιχειρώντας να διατηρήσει στην εξουσία ένα φιλικό προς τη Μόσχα κομμουνιστικό καθεστώς Αυτό που ακολουθεί είναι ένας πόλεμος που θα διαρκέσει σχεδόν μία δεκαετία Ένας πόλεμος που θα καταστρέψει μεγάλο μέρος του Αυγανιστάν, θα εκτοπίσει εκατομμύρια ανθρώπους και θα μετατρέψει τη χώρα σε ακόμη ένα μέτωπο της παγκόσμιας αντιπαράθεσης ανάμεσα στις δύο υπερδυνάμεις.
Μόνο που οι συνέπειες του δεν θα τελειώσουν μαζί με τον πόλεμο. Απέναντι στις σοβιετικές δυνάμεις και στην αυγανική κυβέρνηση, πολεμούν διάφορες ένοπλες αντιστασιακές οργανώσεις. Οι μαχητές τους θα γίνουν ευρύτερα γνωστοί ως οι μουτζαχεντίν. Η αραβική λέξη μουτζαχίδ σημαίνει σε γενικές γραμμές εκείνος που αγωνίζεται ή εκείνος που συμμετέχει σε τζιχάδ.
Και η λέξη μουτζαχεντίν είναι ο πληθυντικός αριθμός. Στο συγκεκριμένο ιστορικό πλαίσιο, ο όρος χρησιμοποιήθηκε ευραίος για τους μουσουλμάνους μαχητές της αυγανικής αντίστασης που πολεμούσαν τις σοβιετικές δυνάμεις και την κυβέρνηση της Καμπούλα. Αλλά αυτός ο πόλεμος δεν παραμένει για πολύ μια αποκλειστικά αυγανική υπόθεση.
Για την Ουάσιγκτον, η σοβιετική επέμβαση αποτελεί μια ακόμη ευκαιρία ανάσχεσης της Μόσχας στο πλαίσιο του ψυχρού πολέμου. Οι Ηνωμένες Πολιτείες μαζί με τη Σαουδική Αραβία και κυρίως μέσω του Πακιστάν διοχετεύουν τεράστια οικονομική και στρατιωτική βοήθεια προς την Αυγανική Αντίσταση. Και εδώ χρειάζεται να ξεκαθαρίσουμε έναν από τους πιο επίμονους μύθους γύρω από την ιστορία.
Ίσως έχετε ακούσει ότι η CIA δημιούργησε τον Μπιν Λάντεν ή ότι τον εκπαίδευσε προσωπικά. Τα ιστορικά στοιχεία δεν υποστηρίζουν αυτή την απλουστευμένη εκδοχή. Η αμερικανική βοήθεια διοχετευόταν κυρίως μέσω της Πακεστανικής Υπηρεσίας Πληροφοριών, της ISI, προς αυγανικές αντιστασιακές οργανώσεις. Την ίδια περίοδο όμως συμβαίνει και κάτι διαφορετικό.
Στο Αυγανιστάν αρχίζουν να καταφτάνουν εθελοντές από άλλες μουσουλμανικές χώρες. άνθρωποι από τη Μέση Ανατολή, τη Βόρεια Αφρική και αλλού που βλέπουν τον πόλεμο όχι απλώς ως μία αυγανική σύγκρουση αλλά ως έναν αγώνα στον οποίο θεωρούν ότι έχουν θρησκευτικό καθήκον να συμμετάσχουν. Και ανάμεσά τους βρίσκεται ένας νεαρός Σαουδάραβας από μία εξαιρετικά εύπορη και ισχυρή οικογένεια, ο Σάμα Μπινλάντεν.
Είναι σημαντικό να μην κοιτάξουμε τον Μπιν Λάδεν του 1980, γνωρίζοντας ήδη τον Μπιν Λάδεν του 2001, γιατί τότε δεν είναι ακόμη ο ηγέτης της οργάνωσης που θα πραγματοποιήσει τις επιθέσεις της 11ης Σεπτεμβρίου. Δεν είναι ακόμη ο πιο καταζητούμενος άνθρωπος στον κόσμο. Μέχρι εκείνη τη στιγμή είναι ένας νεαρός Σαουδάραβας, γεννημένος το 1957, γιος του Μοχάμεντ Μπίν Αουάρτ Μπίν Λάντεν, ιδρυτή μιας κατασκευαστικής αυτοκρατορίας με στενές σχέσεις με τη Σαουδαραβική μοναρχία.
Μεγαλώνει επομένως μέσα σε ένα περιβάλλον τεράστιου πλούτου και κοινωνικής επιρροής. Και αυτό έχει τη σημασία του, γιατί η δική του περίπτωση μας υπενθυμίζει ότι η τρομοκρατική ριζοσπαστικοποίηση δεν μπορεί να εξηγηθεί με έναν μόνο παράγοντα. Και σίγουρα όχι αποκλειστικά μέσα από τη φτώχεια ή τον κοινωνικό αποκλεισμό. Στο περιβάλλον του Αυγανικού πολέμου λοιπόν, ο Μπιν Λάντεν συνδέεται στενά με μία ακόμη σημαντική προσωπικότητα.
τον Παλαιστίνο Ισλαμιστή και λόγιο Αμπτουλά Χαζάμ. Μαζί συνδέθηκαν με το Μακτάμ Αλ Κινταμάτ, το λεγόμενο Γραφείο Υπηρεσιών. Ο μηχανισμός αυτός βοηθούσε στην προσέλευση, στη χρηματοδότηση και την υποστήριξη ξένων μουσουλμάνων εθελοντών που κατευθύνονταν προς το αυγανικό μέτωπο. Και εδώ αρχίσει να δημιουργείται κάτι που θα αποδειχθεί πολύ σημαντικότερο από όσο ίσως φαινόταν εκείνη τη στιγμή.
Δημιουργείται ένα δίκτυο. Άνθρωποι από διαφορετικές χώρες συναντώνται στο ίδιο πεδίο πολέμου. Γνωρίζονται. Δημιουργούν σχέσεις εμπιστοσύνης. Αποκτούν διάβλους χρηματοδότησης. Μαθαίνουν διαδρομές μετακίνησης από τη μία χώρα στην άλλη. Έρχονται σε επαφή με στρατόπεδα εκπαίδευσης και πάνω απ' όλα αποκτούν μία κοινή πολεμική εμπειρία και την αίσθηση ότι συμμετέχουν σε έναν αγώνα που ξεπερνά τα σύνορα οποιοδήποτε κράτους.
Αυτή είναι ίσως μία από τις σημαντικότερες κληρονομιές του πολέμου στο Αυγανιστάν, γιατί ένας πόλεμος μπορεί να τελειώσει. Τα δίκτυα που δημιουργούνται μέσα σε αυτόν όμως δεν εξαφανίζονται απαραίτητα μαζί του. Προς το τέλος της δεκαετίας του 1980, μέσα σε αυτό ακριβώς το περιβάλλον, αρχίζει να διαμορφώνεται η Αλ-Κάιντα.
Το όνομά της σημαίνει «Η Βάση». Αλλά εδώ χρειάζεται προσοχή. Όταν σήμερα ακούμε τον όρο Αλ-Κάιντα, γνωρίζουμε ήδη τι έχει ακολουθήσει. Είναι εύκολο, επομένως, να φανταστούμε ότι εμφανίστηκε εξ αρχής ως μία πλήρως οργανωμένη τρομοκρατική μηχανή, με έναν πανίσχυρο αρχηγό, με μία αυστηρή ιεραρχία και ένα έτοιμο σχέδιο παγκόσμιων επιθέσεων.
Η πραγματικότητα όμως δεν ήταν έτσι. Είναι, θα λέγαμε, περισσότερο εξελικτική, διότι η οργάνωση αναδύθηκε μέσα από τα δίκτυα που είχαν δημιουργηθεί στα χρόνια του πολέμου στο Αυγανιστάν και σταδιακά εξελίχθηκε σε κάτι πολύ μεγαλύτερο και πολύ πιο φιλόδοξο. Και τότε, το 1989, συνέβη κάτι καθοριστικό. Τι συνέβη? Οι Σοβιετικοί αποχώρησαν. Στις 15 Φεβρουαρίου, οι τελευταίες Σοβιετικές δυνάμεις αποχώρησαν από το Αυγανιστάν.
Για πολλούς ανθρώπους που είχαν συμμετάσχει σε αυτόν τον πόλεμο, η αποχώρηση απέκτησε σχεδόν μυθικές διαστάσεις. Διότι μία από τις δύο υπερδυνάμεις του ψυχρού πολέμου είχε μπει στο Αυγανιστάν και 10 χρόνια αργότερα είχε φύγει. Φυσικά, εδώ να πούμε ότι η πραγματικότητα είναι πολύ πιο σύνθετη. Η Σοβιετική αποχώρηση ήταν αποτέλεσμα ενός συνδυασμού στρατιωτικών, πολιτικών, οικονομικών και διεθνών παραγόντων.
Αλλά δεν έχει σημασία μόνο το τι πραγματικά συνέβη στην πολιτική και ιδιαίτερα στην ριζοσπαστικοποίηση. Έχει σημασία και το πώς ερμηνεύεται αυτό που συνέβη. Και για ορισμένους από τους ξένους μαχητές το συμπέρασμα ήταν πολύ διαφορετικό. Εμείς βοηθήσαμε να ιτηθεί μία υπερδύναμη και αυτή την πεποίθηση θέλω να την κρατήσουμε στο μυαλό μας γιατί αργότερα θα αποδεικνύονταν εξαιρετικά ίσχυρη.
Γιατί ο πόλεμος είχε τελειώσει. Οι άνθρωποι όμως παρέμεναν. Οι γνωριμίες παρέμεναν, οι διάβλη χρηματοδότησης παρέμεναν, η πολεμική εμπειρία παρέμενε και μαζί τους παρέμενε και η ιδέα ότι μία αποφασισμένη ομάδα μαχητών μπορούσε να αναμετρηθεί ακόμη και με έναν αντίπαλο συντριπτικά ισχυρότερο από την ίδια. Εδώ όμως υπήρχε ένα πρόβλημα. Ο εχθρός είχε φύγει. Ποιος λοιπόν θα έπαιρνε τώρα τη θέση του Αυτή η απάντηση δεν θα αργούσε πολύ Μετά τον πόλεμο ο Σάμα Μπιν Λάντεν επιστρέφει στη Σαουδική Αραβία Και μόλις έναν χρόνο μετά τη Σοβιετική αποχώρηση από το Αυγανιστάν η Μέση Ανατολή συγκλονίζεται από μια νέα κρίση 2 Αυγούστου 1990. Ο στρατός του Σαντάμ Χουσέιν εισβάλλει στο Κουβέιτ. Μέσα σε ελάχιστο χρόνο, το μικρό Εμμυράτο βρίσκεται υπό Ιρακινή κατοχή και η Σαουδική Αραβία αρχίζει να ανησυχεί ότι θα μπορούσε να αποτελέσει τον επόμενο στόχο.
Η Σαουδαραβική ηγεσία λοιπόν στρέφεται στις Ηνωμένες Πολιτείες για βοήθεια. Και έτσι, αμερικανικές στρατιωτικές δυνάμεις αναπτύσσονται στο βασίλειο. Για τον Μπιν Λάντεν, αυτή η στιγμή είναι καθοριστική. Η Σαουδική Αραβία δεν είναι για εκείνον απλώς ένα ακόμη κράτος. Είναι η χώρα στην οποία βρίσκονται η Μέκα και η Μεδίνα, οι δύο ιερότερες πόλεις του Ισλάμ.
Και την παρουσία αμερικανικών στρατευμάτων εκεί, ο Μπιν Λάντεν θα αρχίσει να την παρουσιάζει μέσα από ένα πολύ συγκεκριμένο ιδεολογικό πρίσμα. Θεωρεί την παρουσία των Αμερικάνων στη χώρα της Μέκας και της Μεδίνας ως ταπείνωση, ως ξένη στρατιωτική παρουσία σε ιερή μουσουλμανική υγιή και ως απόδειξη της εξάρτησης των αραβικών κυβερνήσεων από τη Δύση.
Και κάπου εδώ αρχίζει να αλλάζει ο χάρτης του εχθρού, διότι στο Αφγανιστάν ο αντίπαλος ήταν ξεκάθαρος. Η Σοβιετική Ένωση. Τώρα, στη σκέψη του Μπιν Λάντεν, ένας διαφορετικός αντίπαλος αρχίζει να καταλαμβάνει αυτή τη θέση. Οι Ηνωμένες Πολιτείες. Η σχέση λοιπόν του Μπιν Λάντεν με την Σαουδαραβική ηγεσία επιδεινώνεται. Και στις αρχές της δεκαετίας του 1990 εγκαταλείπει τη χώρα και εγκαθίσταται στο Σουδάν, όπου το ισλαμιστικό καθεστώς του Χασάν Αλτουράμπη του προσφέρει ένα πολύ ευνοϊκότερο περιβάλλον για τις δραστηριότητες του.
Εκεί ο Μπιν Λάντεν αναπτύσσει επιχειρηματικές δραστηριότητες, διατηρεί και επεκτείνει διεθνείς επαφές και ενισχύει το δίκτυο που είχε αρχίσει να διαμορφώνεται στα χρόνια του Αυγανιστάν. Μόνο πόσο περνούσαν τα χρόνια, η παρουσία του γινόταν όλο ένα και μεγαλύτερο πρόβλημα Οι διεθνείς πιέσεις προς την Σουδανική κυβέρνηση αυξάνανταν Και το 1995 ένα ακόμη γεγονός θα επιδίνωνε περισσότερο την κατάσταση για το Σουδάν Στην Αντίσα Μπέμπα πραγματοποιήθηκε απόπειρα δολοφονίας εναντίον του πρόεδρου της Αιγύπτου, Χόσνη Μουμπάρακ Άτομα που συνδέθηκαν με την επίθεση είχαν βρει καταφύγιο στο Σουδάν.
Για το Χαρτούμ το πολιτικό κόστος γινόταν υπερβολικά μεγάλο. Και έτσι τον Μάιο του 1996 ο Μπιν Λάντεν εγκαταλείπει τη χώρα. Ο προορισμός του ήταν γνώριμος. Το Αυγανιστάν. Μόνο που το Αυγανιστάν, στο οποίο επέστρεφε, δεν έμοιαζε πια με εκείνο που είχε γνωρίσει στον πόλεμο εναντίον των Σοβιετικών. Η Σοβιετική Ένωση είχε αποχωρήσει, η Κομμουνιστική Κυβέρνηση είχε καταρρεύσει και η χώρα είχε βυθιστεί σε έναν καταστροφικό εμφύλιο πόλεμο.
Πρώιν σύμμαχοι της αντίστασης πολεμούσαν πλέον μεταξύ τους. Αντίπαλοι πολέμαρχοι συγκρούονταν για τον έλεγχο της χώρας. Η Καμπούλ είχε μετατραπεί σε πεδίο μάχης και μέσα σε αυτό το χάος είχε εμφανιστεί ένα νέο κίνημα, η Ταλιμπάν. Η λέξη Ταλιμπάν σημαίνει μαθητές και παραπέμπει στις θρησκευτικές σχολές, τις λεγόμενες Μαντράσσας, στις οποίες είχαν φοιτήσει πολλοί από τους πρώτους υποστηρικτές του κινήματος.
Οι Ταλιμπάν εμφανίστηκαν κυρίως στον Παστούνικό Νότο του Αφγανιστάν και υποσχέθηκαν κάτι που, έπειτα από χρόνια εμφύλου πολέμου, είχε αποκτήσει τεράστια σημασία. Υποσχέθηκαν τάξη και ασφάλεια. Η τάξη όμως που επέβαλαν συνοδευόταν από μια εξαιρετικά αυστηρή και καταπιεστική μορφή Ισλαμικής διακυβέρνησης. Το κίνημα των Ταλιμπάν εξαπλώθηκε γρήγορα.
Το 1994 κατέλαβα την Καταχάρ και το Σεπτέμβριο του 1996 την Καμπούλ. Μέσα σε αυτό το νέο πολιτικό τοπίο, η θέση του Μπιν Λάδεν στο Αυγανιστάν άρχισε σταδιακά να σταθεροποιείται. Και εδώ χρειάζεται να κάνουμε μία σημαντική διάκριση. Η Ταλιμπάν και η Αλκάιντα δεν ήταν η ίδια οργάνωση. Η Ταλιμπάν ήταν πρωτίστως ένα αυγανικό κίνημα.
Ο βασικός τους στόχος ήταν η κατάληψη και η διακυβέρνηση του Αυγανιστάν. Η Αλκάιντα όμως είχε διαφορετική προέλευση και πολύ πιο διεθνείς φιλοδοξίες. Οι στόχοι τους λοιπόν δεν ταυτίζονταν. Όμως τα συμφέροντά τους μπορούσαν να συναντηθούν. Και για τον Μπιν Λάντεν αυτό είχε τεράστια σημασία. Γιατί η επιστροφή του στο Αυγανιστάν του έδωσε κάτι που είχε αρχίσει να χάνει στο Σουδάν.
Του έδωσε χώρο. Χώρο για να ανασυγκροτήσει το δίκτυό του. Χώρο για εκπαίδευση, χώρο για στρατολόγηση, χώρο για σχεδιασμό. Και πάνω απ' όλα, σχετική ασφάλεια από τις κυβερνήσεις που τον αναζητούσαν. Ταυτόχρονα όμως, συμβαίνει και κάτι ακόμη σημαντικότερο. Ο τρόπος με τον οποίο ο Μπιν Λάντεν αντιλαμβάνεται τον αγώνα, αλλάζει.
Το πρόβλημα στη δική του ιδεολογική αφήγηση δεν είναι πλέον ένα συγκεκριμένο στρατός και ένα συγκεκριμένο μουσουλμανικό κράτος. Είναι ένα ολόκληρο σύστημα ισχύος. Η αμερικανική στρατιωτική παρουσία στη Μέση Ανατολή, η υποστήριξη της Ουάσιγκτον προς κυβερνήσεις της περιοχής, η αμερικανική πολιτική απέναντι στο Ισραήλ και τους Παλαιστινίους των Ηνωμένων Πολιτειών στο μουσουλμανικό κόσμο.
Μέσα από αυτή την οπτική, αρχίζει σταδιακά να διαμορφώνεται η ιδέα ότι αντί να πολεμά κανείς μόνο τους τοπικούς αντιπάλους, πρέπει να στραφεί και εναντίον της δύναμης που, κατά την αντίληψη του Μπιν Λάδεν και των συνεργατών του, τους στηρίζει. Εναντίον λοιπόν αυτού που αργότερα θα περιγραφόταν ως ο μακρινός εχθρός, δηλαδή οι Ηνωμένες Πολιτείες.
Και αυτή η μετατόπιση αλλάζει τα πάντα. Διότι, εάν ο εχθρός είναι παγκόσμιος, τότε και το πεδίο της σύγκρουσης μπορεί να γίνει παγκόσμιο. Επομένως, θα δούμε ότι η Αλκάιντα δεν θα περιοριστεί στο Αφγανιστάν. Δεν θα περιοριστεί ούτε στη Μέση Ανατολή. Σταδιακά, η σύγκρουση που οραματίζεται ο Μπιν Λάντεν θα αποκτήσει διεθνή χαρακτήρα.
Αλλά μέχρι στιγμής μιλάμε κυρίως για ιδέες, δίκτυα και προθέσεις. Το επόμενο βήμα που θα δούμε είναι πολύ σκοτεινό, γιατί μέσα στη δεκαετία του 1990 οι ιδέες αυτές ξεκινούν και μετατρέπονται σε επιχειρήσεις. Και πριν φτάσουμε στη Νέα Υόρκη και στην Ουάσιγκτον το 2001, υπάρχουν προειδοποιητικά σημάδια. Υπάρχουν επιθέσεις, στόχοι, νεκροί και μία σειρά γεγονότων που κοιτάζοντας τα σήμερα, μοιάζουν σχεδόν σαν κομμάτια ενός πάζλ που σχηματίζονταν μπροστά στα μάτια της διεθνούς κοινότητας.
Η Αλκάιντα λοιπόν είπαμε, εφόσον ο Μπιν Λάντιν είχε επιστρέψει στο Αφγανιστάν, είχε επιτέλους αποκτήσει αυτό που υπονοούσε και το ίδιο της το όνομα. Μία βάση. Και από εκεί ο Μπιν Λάντεν μπορούσε πλέον να κάνει κάτι ακόμη. Να μιλήσει ανοιχτά. Επομένως τον Αύγουστο του 1996 δημοσιοποιεί μία διακήρυξη εναντίον της Αμερικανικής στρατιωτικής παρουσίας στη Σαουδική Αραβία.
Η εχθρότητα προς τις Ηνωμένες Πολιτείες δεν βρισκόταν πια μόνο σε ιδιωτικές συζητήσεις ή στην εσωτερική ιδεολογία της οργάνωσης. Γινόταν δημόσια και δύο χρόνια αργότερα αυτή η ρητορική θα κλιμακωνόταν ακόμη περισσότερο. Συγκεκριμένα, το Φεβρουάριο του 1998, στο όνομα του λεγόμενου World Islamic Front for Jihad Against Jews and Crusaders, ο Μπιν Λάδεν και άλλοι εξτρεμιστές ηγέτες δημοσιοποίησαν ένα κείμενο που καλούσε σε επιθέσεις εναντίον των Αμερικανών και των συμμάχων τους.
Και εδώ αλλάζει κάτι ουσιαστικό. Ο πόλεμος όπως τον αντιλαμβάνονταν πλέον δεν περιορίζονταν σε ένα συγκεκριμένο πεδίο μάχης. Ο αντίπαλος δεν χρειαζόταν να βρίσκεται απέναντι από έναν μαχητή με όπλο στο χέρι. Μπορούσε να βρίσκεται σε μία πρεσβεία, σε ένα πολεμικό πλοίο, σε μία πόλη. Η γεωγραφία της σύγκρουσης είχε αλλάξει.
Και μαζί της είχε αλλάξει και η αντίληψη για το ποιος θα μπορούσε να αποτελέσει στόχο. Ας μελετήσουμε όμως σταδιακά αυτές τις επιθέσεις. 23 Φεβρουαρίου 1993. Παγκόσμιο κέντρο εμπορίου. Είναι λίγο μετά το μεσημέρι. Χιλιάδες άνθρωποι βρίσκονται στους δύο πύργους του Παγκοσμίου Κέντρου Εμπορίου. Κάτω από το βόρειο πύργο, στο υπόγειο συγκρότημας τάθμευσης, βρίσκεται ένα φορτηγό.
Και μέσα σε αυτό, μία βόμβα. Η έκρηξη συγκλονίζει το κτίριο. Ο καπνός αρχίζει να ανεβαίνει στους ορόφους. Η ηλεκτροδότηση διακόπτεται σε μεγάλο μέρος του συγκροτήματος. Χιλιάδες άνθρωποι προσπαθούν να εγκαταλείψουν τους πύργους. Εξι άνθρωποι χανούν τη ζωή τους. Περισσότεροι από χίλιοι τραυματίζονται. Και για πρώτη φορά, ένα από τα πιο αναγνωρίσιμα σύμβολα της οικονομικής ισχύος των Ηνωμένων Πολιτειών γίνεται στόχος μιας μεγάλης τρομοκρατικής επίθεσης.
Κοιτάζοντας σήμερα εκείνη τη μέρα, γνωρίζοντας τι θα συμβεί οκτώ χρόνια αργότερα, υπάρχει μία λεπτομέρεια που είναι αδύνατον να αγνοήσεις. Ο στόχος είχε βρεθεί. Ήταν ήδη εκεί. Και ήταν το World Trade Center. Η έρευνα των Αμερικανικών Αρχών οδηγεί σε ένα δίκτυο Ισλαμιστών Εκστρεμιστών και κυρίως σε έναν άνθρωπο, τον Ράμζι Γιούσεφ.
Ο Γιούσεφ ήταν ο βασικός οργανώτης της Συνομοσίας. Αλλά εδώ χρειάζεται λίγη προσοχή, διότι η επίθεση του 1993 δεν πρέπει να παρουσιάζεται σαν μια κλασική επιχείρηση της Αλκάιντα, με τον τρόπο που θα μπορούμε να μιλήσουμε για τις επιθέσεις των επόμενων ετών. Ο κόσμος των τζιχαντιστικών δικτύων της εποχής ήταν πολύ πιο ρευστός.
Υπήρχαν προσωπικές σχέσεις, κοινές εμπειρίες από το Αφγανιστάν, ιδεολογικές συγγένειες, κρατήστε το αυτό, δίκτυα χρηματοδότησης και ανθρώπων που τέμνονταν μεταξύ τους. Χωρίς όλοι όσοι συμμετείχαν σε αυτά να αποτελούν μέλη μιας ενιαίας, κεντρικά διοικούμενης οργάνωσης. Και ίσως αυτή ακριβώς είναι και η σημασία της επίθεσης του 1993.
Ήταν ένα πρόημο σημάδι ενός διαφορετικού τύπου απειλής. Μιας απειλής που μπορούσε να διασχίζει σύνορα, να δημιουργεί δεσμούς ανάμεσα σε ανθρώπους από διαφορετικές χώρες και να μεταφέρει τη βία από ένα πεδίο σύγκρουσης χιλιάδες μέτρα μακριά στο εσωτερικό των ΗΠΑ. Ο Ράμζι Γιούσεφ κατάφερε να διαφύγει λίγες ώρες μετά την επίθεση.
Η φυγή του θα τον οδηγούσε τελικά στο Πακιστάν, αλλά το Παγκόσμιο Κέντρο Εμπορίου δεν ήταν το τέλος των σχεδίων του. Τα επόμενα χρόνια συμμετείχε σε ακόμη πιο φιλόδοξες τρομοκρατικές συνομωσίες στην Ασία, πριν τελικά συλληφθεί στο Πακιστάν το 1995 και παραδοθεί στις Ηνωμένες Πολιτείες. Υπάρχει όμως και μία δεύτερη σύνδεση.
Ένας άνθρωπος που είχε βοηθήσει στη χρηματοδότηση της επίθεσης και ήταν συγγενής του Ιούσεφ. Το όνομά του ήταν Χαλίτ Σέιχ Μοχάμεντ. Το 1993, ελάχιστοι άνθρωποι στις Ηνωμένες Πολιτείες γνώριζαν το όνομα. Όμως λίγα χρόνια αργότερα θα γινόταν γνωστό σε ολόκληρο τον κόσμο ως το όνομα του ανθρώπου που θεωρείται ο βασικός αρχιτέκτονας του σχεδίου της 11ης Σεπτεμβρίου.
Και κάπως έτσι, η ιδέα από τις αρχές της δεκαετίας του 1990 εφανίζονται μπροστά μας τα πρώτα κομμάτια της ιστορίας. Το Αφγανιστάν, οι βετεράνοι της Τζιχάντ, τα διεθνή δίκτυα που διαμορφώθηκαν, ο Ράμζι Ιούσεφ, ο Χαλίτ Σέιχ Μοχάμετ και το Παγκόσμιο Κέντρο Εμπορίου. Ακόμη όμως κανείς δεν μπορεί να δει ολόκληρη την εικόνα.
Οι Αμερικανικές αρχές αντιμετωπίζουν την επίθεση του 1993 πρωτίστως μέσα από το πλαίσιο της ποινικής έρευνας. Υπάρχει μια επίθεση, πρέπει να βρεθούν οι δράστες, να συγκεντρωθούν τα στοιχεία, να γίνουν συλλήψεις, να υπάρξουν δίκες. Η τρομοκρατία αποτελεί ασφαλώς ζήτημα εθνικής ασφάλειας, αλλά για τις Ηνωμένες Πολιτείες δεν έχει ακόμη αποκτήσει τη διάσταση ένας παγκόσμιου πολέμου.
Αυτό όμως θα αλλάξει, γιατί όσο οι Αμερικανικές αρχές ερευνούν αυτό που συνέβη στη Νέα Υόρκη, χιλιάδες χιλιόμετρα μακριά, η Αλκάιντα συνεχίζει να εξελίσσεται. Και το 1998 η ρητορική του Μπιν Λάντεν θα περάσει πλέον στην πράξη. Φτάνουμε στις 7 Αυγούστου 1998. Εκείνο το πρωί της Παρασκευής, δύο Αμερικανικές πρεσβείες στην Ανατολική Αφρική λειτουργούν όπως κάθε άλλη μέρα.
Η μία βρίσκεται στον Αιρόμπι της Κένιας, η άλλη στον Τάρε Σαλάμ της Τανζανίας. Τις χωρίζουν εκατοντάδες χιλιόμετρα. Οι εκρήξεις όμως θα σημειωθούν με διαφορά λίγων λεπτών. Δύο παγιδευμένα οχήματα, δύο αμερικανικές διπλωματικές αποστολές, μία συντονισμένη επίθεση. Και αυτή τη φορά η εικόνα είναι διαφορετική. Η ημερομηνία επίσης είχε συμβολική σημασία, διότι αυτές οι δύο επιθέσεις πραγματοποιήθηκαν 8 χρόνια μετά την ανάπτυξη Αμερικανικών στρατιωτικών δυνάμεων στη Σαουδική Αραβία, τον Αύγουστο του 1990.
Μιας παρουσίας που είχε αποκτήσει κεντρική θέση στην αντιαμερικανική ειρητορική το Σάμα Μπιν Λάντεν, όπως αναφέραμε και προηγουμένως. Ο ανθρώπινος απολογισμός από αυτές τις δύο επιθέσεις στις πρεσβείες ήταν καταστροφικός. Περισσότεροι από 200 άνθρωποι σκοτώθηκαν και χιλιάδες τραυματίστηκαν. Κάτι άλλο που είναι επίσης άξιο αναφοράς είναι ότι η συντριπτική πλειοψηφία των θυμάτων δεν ήταν Αμερικάνοι.
Ήταν Αφρικανοί πολίτες. Άνθρωποι που εργάζονταν στα γύρω κτίρια. Περαστικοί άνθρωποι που απλώς έτυχε να βρίσκονται εκεί. και αυτό είναι ένα στοιχείο που αξίζει να θυμόμαστε. Η Αλ-Κάιντα ισχυριζόταν ότι πολεμούσε τις Ηνωμένες Πολιτείες. Στην πράξη όμως, η βία της σκότωνε μαζικά ανθρώπους που δεν είχαν καμία σχέση με τις πολιτικές αποφάσεις εναντίον των οποίων υποτίθεται ότι στρέφονταν.
Οι επιθέσεις στην Ανατολική Αφρική αποτέλεσαν σημείο καμπής. Όχι μόνο λόγω του αριθμού των θυμάτων, αλλά επειδή αποκάλυψαν κάτι πολύ σημαντικό για τις δυνατότητες της οργάνωσης. Η Αλ-Κάιντα μπορούσε πλέον να επιχειρεί πολύ πέρα από το Αφγανιστάν. Μπορούσε να αξιοποιεί ανθρώπους, χρηματοδότηση και διασυνδέσεις σε διαφορετικές χώρες και μπορούσε να συντονίζει επιθέσεις εναντίον Αμερικανικών στόχων σχεδόν ταυτόχρονα.
Ο μακρινός εχθρός για τον οποίο μιλούσε ο Μπιν Λάντεν δεν ήταν πλέον απλός μέρος μιας ιδεολογικής διακήρυξης. Είχε γίνει πλέον επιχειρησιακός στόχος. Δεν υπάρχει λοιπόν η ίδια σάφια που υπήρχε το 1993. Πίσω από τις επιθέσεις βρισκόταν η Αλκάιντα. Η οργάνωση που λίγα χρόνια νωρίτερα ήταν ακόμη ένας σχετικά άγνωστος πυρήνας ανθρώπων με κοινές εμπειρίες με ένα από το Αυγανιστάν που είχε πλέον αποκτήσει τη δυνατότητα να σχεδιάζει και να εκτελεί συντονισμένες επιχειρήσεις σε διαφορετικές χώρες.
Και για τις Ηνωμένες Πολιτείες αυτό ήταν ένα μήνυμα που δεν μπορούσε πια να αγνοηθεί. Διότι ο αντίπαλος δεν ήταν ένα κράτος, δεν είχε πρωτεύουσα, δεν είχε συμβατικό στρατό, δεν είχε σύνορα που θα μπορούσαν να εντοπιστούν πάνω σε ένα χάρτη. Όμως μπορούσε να χτυπήσει Αμερικανικούς στόχους σε διαφορετικές υπήρους Η απειλή που μέχρι τότε μπορούσε να μοιάζει μακρινή και διάχυτη Είχε αποκτήσει πλέον όνομα Ονομαζόταν Αλ-Κάιντα Και από αυτό το σημείο και μετά Το ερώτημα για την Ουάσιγκτον δεν ήταν πλέον Αν υπήρχε απειλή ήταν τι θα έκανε για να την σταματήσει Γιατί η επιθέση στις πρευσβείες δεν θα ήταν το τελευταίο χτύπημα Η απάντηση λοιπόν σε αυτό το ερώτημα ήρθε 13 ημέρες αργότερα, 20 Αυγούστου 1998, όπου οι Ηνωμένες Πολιτείες εξαπολύουν πυραυλικές επιθέσεις στο Αφγανιστάν και το Σουδάν.
Η επιχείρηση αυτή λαμβάνει την ονομασία Operation Infinite Reach. Στο Αφγανιστάν, αμερικανικοί πύραυλοι πλήττουν εγκαταστάσεις που συνδέονται με το δίκτυο του Bin Laden. Στο Σουδάν, στόχος είναι το εργοστάσιο Al-Shifa στο Χαρτούμ. Η Αμερικανική κυβέρνηση υποστηρίζει ότι το εργοστάσιο συνδέεται με την παραγωγή χημικών παραγόντων και με το δίκτυο του Μπιν Λάντεν.
Η επίθεση όμως αυτή θα αποδειχθεί εξαιρετικά αμφιλεγόμενη. Οι Αμερικανικοί ισχυρισμοί για το εργοστάσιο θα αμφισβητηθούν έντονα τα επόμενα χρόνια και η υπόθεση θα εξελιχθεί σε ένα από τα πιο αμφιλεγόμενα σημεία της Αμερικανικής αντίδρασης στις επιθέσεις του 1998. Η σύγκρουση είχε περάσει πλέον σε ένα διαφορετικό επίπεδο.
Η Αλ-Κάιντα είχε επιτεθεί σε αμερικανικούς στόχους και οι Ηνωμένες Πολιτείες είχαν απαντήσει στρατιωτικά. Ο Μπιν Λάντεν όμως επέζησε. Το δίκτυό του δεν εξαρθρώθηκε και το καταφύγιο που του προσέφερε το Αυγανιστάν παρέμενε. Μάλιστα, η διεθνής αναγνωρισιμότητά του μεγάλωνε. Το όνομα Οσάμα Μπιν Λάντεν εμφανιζόταν πλέον όλο και συχνότερα στις Αμερικανικές Υπηρεσίες Ασφαλείας, στα Μεσαινημέρωσης και στη συζήτηση γύρω από τη Διεθνή Τρομοκρατία.
Το Νοέμβριο του 1998, οι Αμερικανικές Ομοσπονδιακές Αρχές απήγγειλαν κατηγορίες εναντίον του σχετικά με τις επιθέσεις στις πρεσβείες. Και το 1999, το FBI τον ενέταξε στη λίστα των 10 Most Wanted Fugitives. Ο άνθρωπος που λίγα χρόνια νωρίτερα ήταν σχεδόν άγνωστος στο αμερικανικό κοινό, ήταν πλέον ένας από τους πιο καταζητούμενους ανθρώπους στον κόσμο.
Γνωρίζοντας όσα συνέβησαν αργότερα, είναι εύκολο να κοιτάξουμε το 1998 και να θεωρήσουμε ότι από εκεί και πέρα η πορεία προς την 11η Σεπτεμβρίου ήταν αναπόφευκτη. Δεν ήταν όμως, και αυτό έχει σημασία, γιατί ανάμεσα στο 1998 και το 2001 υπήρξαν σχέδια που απέτυχαν. Συνομοσίες που αποκαλύφθηκαν, συλλήψεις που πραγματοποιήθηκαν, πληροφορίες που έφτασαν στις υπηρεσίες ασφαλείας και στιγμές στις οποίες φάνηκε ότι το σύστημα μπορούσε πράγματι να λειτουργήσει.
Μία από αυτές συνέβη λίγες μέρες πριν αλλάξει η χιλιετία. Φτάνουμε στις 14 Δεκεμβρίου 1999 στο Πορτ Άντζελες. Η αντίστροφη μέτρηση για το έτος 2000 είχε αρχίσει. Η αλλαγή της χιλιετίας δεν ήταν απλώς μια ημερολογιακή αλλαγή. Ήταν ένα παγκόσμιο γεγονός. Πόλεις σε ολόκληρο τον κόσμο προετοιμάζονταν για μεγάλες συγκεντρώσεις και εορτασμούς και οι Αμερικανικές Υπηρεσίες Ασφαλείας βρίσκονταν σε ευξημένη επιφυλακή.
Υπήρχαν πληροφορίες ότι εξτρεμιστικά δίκτυα ενδέχεται να επιχειρούσαν επιθέσεις κατά την περίοδο της πρωτοχρονιάς. Και στις 14 Δεκεμβρίου 1999, μία φαινομενικά συνηθισμένη διαδικασία τελωνιακού ελέγχου θα αποκάλυπτε πόσο πραγματική ήταν αυτή η απειλή. Στα σύνορα του Καναδά και Ηνωμένων Πολιτειών, ένας άνδρας επιχειρεί να εισέλθει με αυτοκίνητο μέσω του Πόρτα Άντζελες στην πολιτεία της Ουάσιγκτον.
Αυτός ο άνδρας ονομάζεται Αχμέντρε Σάμ. Η συμπεριφορά του προκαλεί υποψίες στην τελωνιακή υπάλληλο που τον ελέγχει. Το αυτοκίνητο ερευνάται και μέσα σε αυτό οι αρχές ανακαλύπτουν υλικά που συνδέονται με την προετοιμασία βομβιστικής επίθεσης. Ο Ρεσάμ συλλαμβάνεται. Η έρευνα θα αποκαλύψει ότι σχεδίαζε επίθεση κατά την περίοδο των εορτασμών της πρωτοχρονιάς.
Ο στόχος του, το Διεθνές Αεροδρόμιο του Λος Άντζελες. Η επίθεση όμως δεν πραγματοποιήθηκε ποτέ. Και για μία στιγμή, η υπόθεση έμοιαζε να αποδεικνύει ότι η αυξημένη επαγρύπνηση μπορούσε να λειτουργήσει. Ένας ύποπτος είχε εντοπιστεί, ένα σχέδιο είχε αποκαλυφθεί, μία επίθεση είχε αποτραπεί. Όμως ο Αχμέντρες Σαμ δεν ήταν το μοναδικό πρόβλημα.
Την ίδια περίοδο, οι αρχές είχαν εντοπίσει σχέδια για επιθέσεις στην Ιορδανία εναντίον στόχων που συγκέντρωναν τουρίστες και επισκέπτες. και υπήρχε ακόμη ένα σχέδιο στην Ιεμένη, εναντίον ενός Αμερικανικού πολεμικού πλοίου. Η πρώτη απόπειρα απέτυχε. Ο στόχος όμως δεν εγκαταλείφθηκε. Και έτσι φτάνουμε στον Οκτώβριο του 2000.
12 Οκτωβρίου λοιπόν, το Αμερικανικό αντιτορπιλικό USS Cole βρίσκεται στο λιμάνι του Άντεν για ανεφοδιασμό. Είναι λίγο πριν το μεσημέρι. Δίπλα στο τεράστιο πολεμικό πλοίο πλησιάζει μία μικρή λέμβος. Η εικόνα σχεδόν παράλογη. Από τη μία ένα σύγχρονο αντιτορπιλικό του ναυτικού των Ηνωμένων Πολιτειών και από την άλλη μία μικρή βάρκα. Λίγες στιγμές αργότερα σημειώνεται μία τεράστια έκρηξη. Στο κήτος του USS Cole ανοίγει ένα μεγάλο ρήγμα. 17 Αμερικανοί ναύτες σκοτώνονται. Άλλοι 39 τραυματίζονται.
Αυτή τη φορά ο στόχος δεν ήταν μία πρεσβεία. Δεν ήταν ένα κτίριο, δεν ήταν ένα οικονομικό σύμβολο. Ήταν ένα πολεμικό πλοίο των Ηνωμένων Πολιτειών. Και επίσης από την επίθεση βρισκόταν η Αλ-Κάιντα. Η εικόνα είχε τεράστια συμβολική δύναμη. Μία σχετικά μικρή τρομοκρατική οργάνωση είχε καταφέρει να προκαλέσει σοβαρό πλήγμα σε ένα πολεμικό πλοίο της ισχυρότερης στρατιωτικής δύναμης στον κόσμο.
Και για τον Μπιν Λάντεν και τους υποστηρικτές του, αυτό μπορούσε να ενταχθεί σε ένα αφήγημα που είχε τις ρίζες του ακόμη στον πόλεμο του Αφγανιστάν. Ότι ο μικρότερος αντίπαλος μπορεί να πλήξει τελικά την υπερδύναμη. Για την Ουάσιγκτον όμως επέστρεφε το ίδιο ερώτημα. Το ίδιο ερώτημα που είχε εμφανιστεί και μετά την επίθεση στις πρεσβείες στην Ανατολική Αφρική.
Πώς εν τέλει αντιμετωπίζεις έναν εχθρό που δεν είναι κράτος. Το FBI αναλαμβάνει την έρευνα. Αμερικανικές ομάδες φτάνουν στην Ιεμένη. Αλλά η διερεύνηση εξελίσσεται μέσα σε ένα περίπλοκο πολιτικό και διπλωματικό περιβάλλον και η απόδοση ευθύνης δεν είναι άμεση. Η κυβέρνηση Κλίντον δεν προχωρά τελικά σε νέα στρατιωτική επιχείρηση αντίστοιχη με εκείνη του 1998 και λίγους μήνες αργότερα αλλάζει η αμερικανική κυβέρνηση.
20 Ιανουαρίου 2001. Στον Λευκό Ίκο βρίσκεται πλέον ο Τζορτζ Μπούς. Η Αλκάιντα όμως παραμένει στο Αφγανιστάν. Ο Οσάμα Μπιν Λάντεν παραμένει ελεύθερος. Οι Ταλιμπάν εξακολουθούν να του προσφέρουν καταφύγιο και το δίκτυο που είχε αρχίσει να διαμορφώνεται στα χρόνια του πολέμου εναντίον των Σοβιετικών έχει πλέον διανύσει μια τεράστια απόσταση.
Αφγανιστάν, Σουδάν, Νέα Υόρκη, Ναϊρόμπι, Ντάρε Σαλάμ, Άντεν. Μέσα σε λιγότερο από δύο δεκαετίες, ένα δίκτυο που είχε τις ρίζες του σε έναν περιφερειακό πόλεμο, είχε εξελιχθεί σε μία οργάνωση ικανή να σχεδιάζει, να χρηματοδοτεί και να υποστηρίζει επιχειρήσεις χιλιάδες χιλιόμετρα μακριά από τη βάση της. Κι όμως, το μεγαλύτερο σχέδιό της δεν είχε ακόμη πραγματοποιηθεί.
Στην πραγματικότητα, βρισκόταν ήδη σε εξέλιξη. Ήταν πολύ πιο φιλόδοξο, πολύ πιο σύνθετο και ασύγκριτα πιο καταστροφικό από οτιδήποτε είχε προηγηθεί. Οι αμερικανικές υπηρεσίες γνώριζαν τον Οσάμα Μπιν Λάντεν. Γνώριζαν και την Αλκάιντα. Είχαν δει τις πρεσβείες στην Ανατολική Αφρική να ανατινάζονται. Είχαν αποτρέψει τρομοκρατικά σχέδια κατά την αλλαγή της χιλιετίας.
Είχαν δει ένα αμερικανικό πολεμικό πλοίο να χτυπιέται στην Ιεμένη Υπάρχουν ακόμη περισσότερες ενδείξεις ότι κάτι προετοιμαζόταν. Κάτι μεγάλο. Αλλά οι πληροφορίες δεν βρίσκονταν όλες στο ίδιο γραφείο. Δεν τις γνώριζαν όλοι οι άνθρωποι. Και κανείς δεν είχε ακόμη ενώσει όλα τα κομμάτια. Αυτό μας αφήνει με ίσως το πιο δύσκολο ερώτημα ολόκληρης της ιστορίας.
Πόσο αγνώριζαν τελικά οι Ηνωμένες Πολιτείες πριν από την 11η Σεπτεμβρίου, τι είχαν καταφέρει να εντοπίσουν, τι τους είχε ξεφύγει και κυρίως θα μπορούσε η 11η Σεπτεμβρίου να είχε αποτραπεί. Από εκεί λοιπόν θα πιάσουμε το νήμα στο επόμενο επεισόδιο.
Σχόλια
Χωρίς σχόλιαΣυνδεθείτε για να συμμετάσχετε στη συζήτηση
Σύνδεση για ΣχολιασμόΔεν υπάρχουν σχόλια ακόμα