Άνθρωποι σε χρόνους ζοφερούς | Hannah Arendt | Εκδόσεις Επίκεντρο #2.24
Τα podcasts στο ΕπίκεντροΣχετικά με αυτό το επεισόδιο
Το βιβλίο που παρουσιάζουμε σήμερα είναι μια συλλογή 11 κειμένων τα οποία η συγγραφέας τους, η Χάνα Άρεντ, συνέγραψε ως παρουσιάσεις και προλόγους βιβλίων, ως δοκίμια, νεκρολογίες ή ομιλίες που έδωσε. Στα κείμενα αυτά σκιαγραφεί δέκα προσωπικότητες της φιλοσοφίας, της τέχνης, της πολιτικής, ακόμη και της ιεροσύνης, τις οποίες η Άρεντ ξεχώρισε για το φως που έριξαν με τη σκέψη τους και την πράξη τους στους ζοφερούς καιρούς της ευρωπαϊκής ιστορίας.
Η Άρεντ πιστεύει ότι «ακόμα και στους πιο ζοφερούς καιρούς δικαιούμαστε να ελπίζουμε ότι θα φωτίσει και ότι ο φωτισμός δεν θα έρθει από θεωρίες και έννοιες, αλλά μάλλον από το αβέβαιο, τρεμάμενο και συχνά αδύναμο φως που κάποιοι άνδρες και γυναίκες με τη ζωή τους και το έργο τους θα ανάψουν κάτω από οποιεσδήποτε περιστάσεις και θα φωτίσουν το διάστημα του χρόνου που τους δόθηκε πάνω στη γη».
Παρουσιάζει ο Θάνος Καψάλης.
Αυτόματη μεταγραφή — ενδέχεται να περιέχει λάθη.
του εκδοτικού οίκου επίκεντρο. Το βιβλίο που παρουσιάζουμε σήμερα είναι μια συλλογή 11 κειμένων τα οποία η συγγραφέας τους, η Χάννα Άρεντ, συνέγραψε ως παρουσιάσεις και προλόγους βιβλίων, ως δοκίμια, νεκρολογίες ή ομιλίες που έδωσε. Στα κείμενα αυτά σκιαγραφεί 10 προσωπικότητες της φιλοσοφίας, της τέχνης, της πολιτικής, ακόμα και της ιεροσύνης, τις οποίες η Άρντε ξεχώρισε για το φως που έριξαν με τις σκέψεις τους και την πράξη τους στους ζωφερούς καιρούς της ευρωπαϊκής ιστορίας.
Τα σπουδαία αυτά κείμενα που εκδόθηκαν σε βιβλίο το 1968, αν και συντάχθηκαν εν παρόδω σε σχέση με το κύριο έργο της, είναι διαποτισμένα από αυτό. Δεν αποτελούν ανεκδολογικές, ηθικοδιδακτικές και υμνητικές βιογραφίες. Μπορεί να γράφηκαν για να αποκαλύψουν την τρεμάμενη και συχνά αδύναμη φλόγα με την οποία οι βιογραφούμενοι προσπάθησαν να φωτίσουν τη δημόσια σφαίρα.
Αποκαλύπτουν όμως και τη φιλοσοφία της Τα ενελογικά εργαλεία που κατασκεύασε στα μεγάλα έργα της Όπως ολοκληρωτισμός, η ανθρώπινη κατάσταση, η δίκη του Άιχμαν και άλλα Προκειμένουν και οι ίδια να κατανοήσει πώς και γιατί η δημόσια σφαίρα σκοτεινιάζει στους καιρούς που χαρακτηρίζει ζωφερούς Η Άρεντ αφού επισημάνει στον πρόλογο του βιβλίου της ότι ο τίτλος του, «Η ζωφερή χρόνη»
Είναι ένας τίτλος δάνειος, αφού προέρχεται από ένα πείμα του Μπρέχτ, ξεκαθαρίζει ότι οι σκοτεινοί κερί δεν είναι αναγκαστικά κερί εξάρσεων. Κερί πολεμικών θηριωδιών, στρατοπέδων και εκτελέσεων, όπως αυτή που βίωσε η ανθρωπότητα με τις θερατοδίες των δύο ολοκληρωτισμών. Μπορούν μια χαρά να είναι και κερί υφέσεων. Εποχές στις οποίες οι άνθρωποι αποσύρωνται στον ιδιωτικό τους βίο ώστε ο δημόσιος χώρος να διάζει από ενεργούς πολίτες. Εποχές στις οποίες η προπαγάνδα, η επιβολή άνευ νοήματος κοινοτοπίων και τα ψεύδη δεν διαστρέφουν απλώς την πραγματικότητα. Υπονομεύουν την κριτική σκέψη και μαζί της τη δυνατότητα να διακρίνεται το αληθές από το ψευδές.
Σε αυτές λοιπόν τις εποχές στις οποίες οι κοινωτικοί δεσμοί αποσαρθρώνονται, η έφραστη πεποίθηση πως οι άνθρωποι είναι αυτό που μπορούν να πράξουν μαζί με άλλους διαλύεται, χρήσιμες δεν είναι μόνο οι θεωρίες και οι έννοιες τους. Είναι και η ζωή και το έργο των ανθρώπων, τους οποίους η Άρεντ με τον αναλυτικό και συναρπαστικό της λόγο βιογραφεί στο βιβλίο αυτό.
Και οι άνθρωποι αυτοί, αν και είναι μεταξύ τους εντελώς διαφορετικοί και άγνωστοι ο ένας προς τον άλλον, ενσάρκωναν, υφώτιζαν ο καθένας την αντίσταση στη συρρήκνωση του δημοσίου χώρου και γι' αυτό τις ιδιότητες τις οποίες και η ίδια η Άρεντ εκτιμούσε. Την ακαιρεότητα, την κρίση, τη φιλία και την ανθρωπιά. Το πρώτο λοιπόν από τα δοκίμια, πορτρέτα που φιλοτεχνεί, είναι το δοκίμιο για τον Goldhold Ephraim Lessing, τον μεγάλο γερμανό διαφωτιστή του 19ου αιώνα, ο οποίος ήταν φιλόσοφος, θεατρικός συγγραφέας και κριτικός της τέχνης.
Στο δοκίμιο αυτό που είναι η ομιλία της κατά την τελετή στην οποία της απενεμήθη το βραβείο Λέσσινγκ, αντιμετωπίζει τον Λέσσινγκ ως σύγχρονό της στο μέτρο που επιχείρησε κι αυτός κριτική στην πολιτική πραγματικότητα της εποχής του. Η Άρεντ δομεί την ομιλία της γύρω από το θεατρικό έργο του Λέσσινγκ «Νάθανος ο φως» που το αναλύει για να αναδείξει δύο χαρακτηριστικά της σκέψης του Λέσσινγκ.
1. ότι είναι ένας άνθρωπος της δημόσιας σφαίρας και όχι της φυγής προς τη φιλοσοφική ενατένιση 2. ότι η αυθεντική ανθρωπιά δεν πηγάζει από την ικανοποίηση του αιτήματος της αδερφοσύνης και της ευπλασνίας αλλά ότι πραγματώνεται δια της φιλίας Της φιλίας η οποία απαιτεί δημόσιο χώρο είναι επιλεκτική και εκδηλώνεται μέσω της συνεχούς αναζήτησης σε έναν κόσμο ο οποίος είναι ανθρώπινος επειδή ακριβώς μπορεί να αποτελεί αντικείμενο διαλόγου.
Το δεύτερο δοκίμιο η Άρνεν το αφιερώνει στη Ρόζα Λούσεμπρουκ, ίσως διότι ένιωθε να τη συνδέει μαζί της, το ότι και οι δυο ήσαν κατά κάποιο τρόπο παρήσακτες στο περιβάλλον στο οποίο δραστηριοποιήθηκαν. Οι πρώτοι στο Πρίνστον και στο Μπέρκλει, εν μέσω των διαφόρων ομαδοποιήσεων των πανεπιστημιακών, και η δεύτερη εν μέσω των πολυπήκυλων ομάδων του S5.
Βεβαίως, πέραν των προσωπικών λόγων υπήρχαν και πολιτικοί. Η Άρεντ, αν και δεν υπήρξε ποτέ μέλος οποιασδήποτε εκδοχής της αριστεράς, σημεριζόταν την αντίθεση της Λούξεμπουργκ για τα εθνικά κράτη και την κριτική που είχε ασκήσει το Λένιν για τις απόψεις του περικόματος. Επίσης, συμφωνούσε μαζί της για την ανάγκη των αυθόρμητων συσπηρώσεων των πολιτών εργατικά συμβούλια για τη Λούξεμπρουκ αλλά πολιτικά συμβούλια για την Άρεντ.
Η Άρεν παρουσιάζει την Λούξεμπουργκ ως μία ανεξάρτητη και με βαθιά πεδία δενοούμενη, της οποίας το έργο, αν και κατά τη διάρκεια της ζωής της δεν θεωρήθηκε ισοϊψές με τα έργα των μεγάλων θεωρητικών του μαρξισμού, αναβίωσε μετά την τελοφονία της υπό τη μορφή ενός λουξεμπουργκισμού που, όπως γράφει η Άρεν, επινοήθηκε από τους κομματικούς καραβανάδες αλλά δεν τιμήθηκε ποτέ έστω και για να καταγγελθεί ως απόκληση αφού το θεωρούσαν ακίνδυνη παιδική αρρώστια.
Το τρίτο δοκίμιο βασίστηκε στο πνευματικό ημερολόγιο του Άντζελου Τζουζέπερ Ρογκάλι που χρήστηκε ενώ κανείς δεν το περίμενε πάπας και έλαβε το όνομα Ιωάννης ο 23ος. Είναι άγνωστο το τι προκάλεσε το ενδιαφέρον της για τον κληρικό αυτόν πέραν του ότι το θέμα της διατριβής της ήταν έννοια της αγάπης τον Άγιο Αυγουστίνο ή ίσως ότι υπήρξε ο πλέον φιλοειδέος πάπας στα χρόνια του θεσμού.
Στο πορτρέτο που φιλοτεχνεί, ο Ιωάννης αναδεικνύεται ως ένας άνθρωπος που είχε θέσει ως στόχο της ζωής του να εφαρμόσει κυριολεκτικά κάθε άρθρο πίστης που είχε διδαχτεί. Ενώ όταν αναφέρεται στην πίστη και στην αθεία, κατά παράδοξο τρόπο, αφού η ίδια δεν θρησκευόταν, χαρακτηρίζει τους άθεους ως μωρούς που ισχυρίζονται ότι γνωρίζουν αυτό το οποίο κανείς άνθρωπος δεν μπορεί να ξέρει.
Το τέταρτο και πέμπτο δοκίμιο, αναφέροντας τα Μεντοράτης και μετέπειτα στα νέα της φίλο, Καρ Γιάσπερς. Το τέταρτο ειδικά δοκίμιο αποτελεί τόσο αποτυπική άποψη, διότι εκφωνήθηκε στην απονομή του βραβείου ειρήνης των Γιάσπερς, όσο και αποσιαστική ένα εγκόμιο για τον Γιάσπερς. Ο Γιάσπερς κατά τη διάρκεια του ναζιστικού καθεστώτος υπέστη διώξεις, έχασε την έδρα του και το απαγορεύτηκε κάθε δημοσίευση εξαιτίας της Ιουδέας σύζυγου του.
Παρά ωστόσο την απομόνωσή του παρέμεινε στη Γερμανία και δεν συνηθικολόγησε διατηρώντας την πνευματική αξιοπρέπειά του. Η προσήλωσή του στη δημόσια σφαίρα που ήταν αποτέλεσμα της αγάπης του για τη διάβγεια, η πεποίθησή του ότι η φιλοσοφία και η πολιτική μας αφορούν όλους είναι οι λόγοι για τους οποίους τον τοποθετήσουν τους ανθρώπους που φώτισαν τον καιρό τους.
Όπως χαρακτηριστικά αναφέρει η Άρεντ, όλα τα γραπτά που έγραψε ο Γιάσπερς από το 1933 και εντεύτερν τα είχε γράψει ώστε να λογοδοτούσε σε όλη την ανθρωπότητα. υπόμνησε ταυτόχρονα τη σημασία της αφηγηματικότητας και στον δικό της έργο καθώς αποτελεί τμήμα της σκέψης της και των θεωριών της οποίας ανέπτυξε. Η Άρεντ πίστευε πως η αφήγηση δεν εξηγεί τα γεγονότα με τον τρόπο που το κάνει η κοινωνολογία ή η επιστήμη.
Μέσα από την αφήγηση, το τυχαίο ή το μοιραίο μετατρέπονται σε κάτι κατανοητό, σε κάτι δηλαδή που μπορεί να προσλάβει η ανθρώπινη συνείδηση. Στο έβδομο δοκίμιο του βιβλίου, η Άρεντ σκιαγραφεί την προσωπικότητα και το έργο του Χέρμαν Μπρόχ, ενός πολυμαθούς μελέτησε μαθηματικά, φυσική, τέχνη, κοινωνιολογία, φιλοσοφία, ο οποίος τράφηκε στη λογοτεχνία στην οποία διέπρεψε, αλλά και την οποία αμφισβήτησε μέσα από το ίδιο το λογοτεχνικό του έργο.
Στο μνημιώδες βιβλίο του, Ο θάνατος του Βυργυλίου, ο Μπροχ θέτει το αγωνιόντες ερώτημα αν έχει δικαίωμα η λογοτεχνία να αναζητεί την ομορφιά όταν ο κόσμος γύρω της καταραίει και κυριαρχείται από την απόλυτη απάνθρωπια. Και η απάντηση που δίνει είναι να καεί η ενιάδα του χάρη της γνώσης καθώς η τέχνη στερείται νοήματος σε απάνθρωπους καιρούς.
Στο 8ο δοκίμιο που έχει χαρακτηριστεί ως το πλέον συγκινητικό του βιβλίου η Άρεντ παρουσιάζει τον κριτικό λογοτεχνίας και δικημιογράφο Βάρτερ Μπέλιαμιν, του οποίου το έργο αναγνωρίστηκε μετά το θάνατό του. Η Άρεντ τον περιγράφει ως έναν ιδιόρυθμο, τον πιο ιδιόρυθμο μαρξιστή που παρήγαγε το μαρξιστικό κίνημα, ο οποίος παθιαζόταν με τα μικρά πράγματα και προσπαθούσε να συλλάβει την όψη της ιστορίας στις πιο ασήμαντες αναπαραστάσεις της πραγματικότητας.
Για αυτή την ιδιότητά του η Άρεντ τον παρομοιάζει με αλληλία μαργαριταριών. Τα μαργαριτάρια του είναι τα θράψματα μιας σπασμένης παράδοσης που τα ανασύρει για να τα διασώσει από τη φθορά του χρόνου. Στο ένατο δοκίμιο του βιβλίου η Άρεντ αναφέρει «Οι ποιητές υπάρχουν για να τους απαγγέλουμε, όχι για να συζητούμε για αυτούς».
Ωστόσο στον τοκίμιο η Άρεντ αναφέρεται εκτενώς στο έργο του Μπρέχτ σε μια προσπάθεια να εξηγήσει τη σχέση του έργου αυτού, το οποίο σέβεται και αναγνωρίζει, με τη ζωή του Μπρέχτ και ιδιαιτέρως με την επιλογή του να σιωπήσει εναντί των εγκλημάτων του σταλυνικού καθεστώτος. Η οπτική της, που συνοψίζεται σε ένα σημείο του δοκιμίου της, στο οποίο αναφέρει πως οι αμαρτίες των ποιητών τιμωρούνται από τους θεούς της ποιησης, στάθηκε αφορμή για να επικριθεί ως υπερασπίστρια ενός ταλληνικού.
Κι ίσως ο Μπρέχτ να τιμωρήθηκε από τους θεούς της ποιησης, καθώς όπως γράφει η Άρεντ, Όταν ο Μπρέχτε καταστάθηκε στο Ανατολικό Βερολίνο, η ποιτική του δεινότητα στέγνωνε από τη μια μέρα στην άλλη. Η συλλογή ολοκληρώνεται με δύο μικρά, αλλά εξαιρετικής πυκνότητας δοκίμια. Το δέκατο είναι αφιερωμένο στον Μπαντεμάρ Γκουριάν, έναν ρωσοεβραϊκής καταγωγής καθηγητής στη ΣΥΠΑ, ο οποίος υπήρξε επιφανής η Δήμων του Μπολσοβικισμού.
Και το εντέκατο, στον ποιητή και κριτικό λογοτεχνίας Ράνταλ Τζάρελ, τον μόνον μη Ευρωπαίο που συμπεριέλαβε στο βιβλίο της, τον οποίο εγκομιάζει για το πνεύμα του και το απόθεμα κουράγιου που βρισκόταν πίσω από την αθωότητα της ματιάς του. Κλείνοντας την παρουσίαση του βιβλίου θα ήταν ατόπιμα και όχι απλή παράληψη αν δεν αναφερόμουν στην εισαγωγή του βιβλίου την οποία έχει συγγράψει ο μεταφραστής του κ. Δημήτρης Ψυχογιός.
Την τροφορή όχι εισαγωγή, όμως την πραγματικότητα είναι κάτι πολύ περισσότερο. Είναι το δωδέκατο δοκίμιο του βιβλίου αυτό που συνοψίζει και προετοιμάζει τον αναγνώστη για όλα τα υπόλοιπα ένδικα που θα ακολουθήσουν. Είναι χωρίς υπερβολή το δοκίμιο των δοκιμίων, το οποίο το ενδιαφέρον αυτό βιβλίο περιλαμβάνει. Ακούσατε τον Θάνο Καψάλη σε ένα αιχητικό επεισόδιο για το βιβλίο και τον αναγνώστη του εκδοτικού οίκου Επίκεντρο.
Ανανεώνουμε το ραντεβού μας για την επόμενη εβδομάδα. Μέχρι τότε ρίξτε μια ματιά στην ιστοσελίδα μας www.epikentro.gr και ανακαλύψτε τον κόσμο των βιβλίων μας. Σας ευχαριστούμε που ήσασταν μαζί μας.
Σχόλια
Χωρίς σχόλιαΣυνδεθείτε για να συμμετάσχετε στη συζήτηση
Σύνδεση για ΣχολιασμόΔεν υπάρχουν σχόλια ακόμα