Skip to content
PodBase
Γιατί πρέπει να διαβάζουμε Χάνα Άρεντ | Richard J. Bernstein | Εκδόσεις Επίκεντρο #2.23

Γιατί πρέπει να διαβάζουμε Χάνα Άρεντ | Richard J. Bernstein | Εκδόσεις Επίκεντρο #2.23

Τα podcasts στο Επίκεντρο
Ιούνιος 22, 2026 00:15:47 Σεζόν 2 Επεισόδιο 23
Συνδεθείτε για να δηλώσετε αν σας αρέσει
Συνδεθείτε για να δηλώσετε αν σας αρέσει
Προσθήκη σε Λίστα Επεισοδίων
Αποθηκεύστε αυτό το επεισόδιο σε λίστα.
Όνομα Λίστας

Σχετικά με αυτό το επεισόδιο

Γιατί πρέπει να διαβάζουμε Χάνα Άρεντ; Ένα μικρό, πυκνό, αλλά ωστόσο εξαιρετικά διαυγές δοκίμιο επιχειρεί να δώσει την απάντηση. Στις 135 σελίδες του ο συγγραφέας του, ο Αμερικανός φιλόσοφος Richard Bernstein, παρουσιάζει στον αναγνώστη τις βασικές πλευρές του έργου της μεγάλης Γερμανοαμερικανίδας φιλοσόφου, με έναν κύριο σκοπό: Να τον προτρέψει να τη διαβάσει, ειδικά στους καιρούς που διανύουμε σήμερα.

Και ο Bernstein έχει λόγους για να το κάνει. Πρώτον, διότι ανήκοντας στην παράδοση του αμερικανικού πραγματισμού δεν αντιλαμβανόταν τη φιλοσοφία ως κάτι αποκομμένο από τις κοινωνικές, πολιτικές και πολιτισμικές πτυχές του σύγχρονου βίου. Και δεύτερον, διότι συμμεριζόταν κι ο ίδιος την άποψη της Άρεντ, ότι ζούμε σε ζοφερούς καιρούς.

Παρουσιάζει ο Θάνος Καψάλης.

Αυτόματη μεταγραφή — ενδέχεται να περιέχει λάθη.

του εκδοτικού οίκου επίκεντρο. Το βιβλίο με το οποίο θα ασχοληθούμε σήμερα έχει τίτλο «Γιατί πρέπει να διαβάζουμε Χάννα Άρεντ». Πρόκειται για ένα μικρό, πυκνό, αλλά ωστόσο εξαιρετικά διαβιέσδο κύμιο. Στις 135 σελίδες του, ο συγγραφέας του, ο Αμερικανός φιλόσοφος Ρίτσαρτ Μπενστάιν Ο Μπέρνστάιν παρουσιάζει στον αναγνώστη τις βασικές πλευρές του έργου της μεγάλης γερμανομερικανίδας φιλοσόφου με έναν κύριο σκοπό, να τον προτρέψει να τη διαβάσει, ειδικά στους καιρούς που διανύουμε σήμερα.

Και ο Μπέρνστάιν έχει λόγους για να το κάνει. Πρώτον, διότι ανήκοντας στην παράδοση του αμερικανικού πραγματισμού, δεν αντιλαμβανόταν τη φιλοσοφία ως κάτι αποκομμένο από τις κοινωνικές, πολιτικές και πολιτισμικές στοιχές του σύγχρονου βίου. Και δεύτερον, διότι σημεριζόταν και ο ίδιος την άποψη της Άρεντ ότι ζούμε σε σοφερούς καιρούς.

Σε καιρούς στους οποίους η δημόσια σφαίρα, δηλαδή ο χώρος όπου οι άνθρωποι μπορεί να δείξουν ποιοι είναι και τι μπορούν να κάνουν μαζί με άλλους, έχει σηκωτιστεί. και έχει σκοτιστεί από την υπονόμευση αξιοπιστίας, από τα λόγια που κρύβουν κάτω από το χαλί αυτό που πράγματι υπάρχει. Και τέλος τις ηθικολογικές και άλλες παρενέσεις που υπό το πρόσχημα ότι υπηρετούν παλιές αλήθειες υποβαθμίζουν την αλήθεια σε κενές περιεχομένου κοινοτοπίες.

Παραδόξως όμως, η Άρντ που ξεπηδά από τις σελίδες του βιβλίου δεν είναι ένας απεσιόδοξος άνθρωπος. Αντιθέτως, είναι μια αισιόδοξη στοχαστής που πιστεύει ότι ακόμα και στους δύσκολους καιρούς μπορούμε να ελπίζουμε ότι υπάρχει φως. Φως που δεν προέρχεται μόνο από τις φιλοσοπικές θεωρίες και τις έννοιστους, αλλά και από τη ζωή και τις πράξεις καθενός μας.

Αν λοιπόν με το βιβλίο του μας προτρέπει να γνωρίσουμε την Άρεντ, δεν είναι μόνο για τη διορατικότητα του έργου της. Είναι και για την εμπεριστατωμένη αισιοδοξία που το διαπνέει. Την αισιοδοξία που πηγάζει από την επίγνωση ότι το κακό, ακόμα και στη χειρότερη εκδοχή του, αυτή που προκάλεσε τις πρικαλαιότητες του ναζιστικού καθεστώτος και τον Γκούλαγκ, δεν χρειάζεται τέρατα.

Του φτάνουν οι άνθρωποι που έχουν πάψει να σκέφτονται. Το βιβλίο είναι διαρθρωμένο σε 10 κεφάλαια. Στην εισαγωγή ο συγγραφέας επισημαίνει ότι όταν η Χάννα Άρεντα πεβίωσε το 1975, το όνομά της ήταν κυρίως συνδεδεμένο με την αντιπαράθεση γύρω από το δημοσιογραφικό κείμενό της «Ο Άιχμαν στην Ελουσαλήμ» και την πασίγνωστη έννοια της κοινοτοπίας του κακού που ανέπτυσε σε αυτό.

Διέθετε βεβαίως ένα κύκλο θαυμαστών και επικριτών τόσο στη ΣΥΠΑ όσο και στην Ευρώπη. Ελάχιστοι όμως από αυτούς θα μπορούσαν να προβλέψουν ότι στα χρόνια που θα ακολουθούσαν η Άρεντ θα αναγνωριζόταν διεθνώς ως μια από τις σημαντικότερες πολιτικούς φιλοσόφους του 20ου και του 21ου αιώνα Και ο Μπέρνστάιν στα επόμενα κεφάλαια του βιβλίου μας εξηγεί ότι αυτό οφείλεται σε ένα απλό γεγονός ότι όσο περισσότερο σκύβουμε στο έργο της Άρεντ τόσο περισσότερο θα ανακαλύπτουμε σε αυτό τα πολύτιμα εργαλεία που μας βοηθούν να κατανοήσουμε τους ζωφερούς καιρούς μας.

Την προσφυγική κρίση, τον πολιτικό φανατισμό, τη διάβρωση της αλήθειας, την απώλεια του δημόσιου χώρου και άλλα προβλήματα και προκλήσεις που δεν έχουν εξαλειφθεί, αλλά αντιθέτως είναι δραματικά παρόντα. Στο πρώτο κεφάλαιο του βιβλίου που επιγράφεται «Ανηθαγένεια και πρόσφυγες», ο Μπέρνστάιν αναδεικνύει ένα από τα κύρια χαρακτηριστικά της Άρεντ ως πολιτικής φιλοσόφου.

Η Άρεντ πίστευε βαθιά ότι κάθε σοβαρό στοχασμός οφείλει να ξεκινά από τη βιωματική εμπειρία καθενός μας. Και η ίδια, ως γερμανοεβραία που διέφυγε από την αριστική Γερμανία και έζησε στη Γαλλία ως ανιθαγιανής πρόσφυγας, βίωσε την εμπειρία του απάτριδος και στηριμένου οποιασδήποτε νομικής υπόστασης ανθρώπου, ώστε να καταστήσει αυτή την εμπειρία θεμέλιο της ανάλυσής της.

Και στην ανάλυσή της μας προειδοποίησε ότι οι πρόσφυγες θα αποτελούν όλο ένα περισσότερο τη χαρακτηριστική ομάδα σύμπτωμα της σύγχρονης πολιτικής. Την ομάδα δηλαδή των ανθρώπων που δεν έχουν χάσει απλώς τα σπίτια τους, αλλά το δημόσιο πεδίο εντός του οποίου οι πράξεις τους και ο λόγος τους μπορούν να έχουν κάποιο νόημα.

ανθρωπινών δικαιωμάτων. Ενώ υποτίθεται ότι είναι αναπαλωτρίωτα, στην πραγματικότητα είναι ανευνοήματος όταν έχει στεληθεί την οργανωμένη πολιτική κοινότητα όπου ο λόγος σου ακούγεται και οι πράξεις σου έχουν σημασία. Με λίγα λόγια ότι όταν βιώνεις την απώλεια του δικαιώματος να έχεις δικαιώματα και απομένεις μόνον άνθρωπος αποτελείς μια υπόσταση εντελώς τεριμένη από κάθε είδος προστασίας.

Στο τρίτο κεφάλαιο του βιβλίου, ο Μπερτστάιν αναλύει τη σχέση της Άρεντ με την εβραϊκή ταυτότητά της και τον σιωνισμό και αναδεικνύει το θάρρος της να λειτουργήσει ως εσωτερική αντιπολίτευση στην ιδεολογική σιωνιστική ομοφωνία. Η Άρεντ δεν αρνιόταν τη δημιουργία εβραϊκής πατρίδας στην Παλαιστίνη. Αρνιόταν τη δημιουργία εβραϊκού έθνους κράτους, διότι θεωρούσε ότι δεν θα ήταν βιώσιμο και ότι θα θέργευε τον εθνικισμό τόσο μεταξύ των Εβραίων όσο και μεταξύ των Αράγων.

Φαίνεται όμως πως το θάρρος της Άρεντ που την οθούσε, όπως επισημαίνει ο Μπέρνστάιν να μην διστάζει να διατυπώσει τις απόψεις της με την πιο δυνατή γλώσσα, την εξέθεται ταυτοχρόνως στο ενδεχόμενο να μεγεθύνει και τις αστοχίες της, όπως είχε συμβεί σε μια παρέμβασή της στα εσωτερικά ζητήματα των ΙΠΑ. με το επιχείρημα ότι κοινωνικές διακρίσεις δεν πρέπει να αντιμετωπίζονται με πολιτικά μέσα.

Και ο Μπέρνστάιν στο οικείο κεφάλαιο αφού επισημαίνει ότι η Άρεντ υπέπεσε στο ατόπιμα που ήδη είχε καταδικάζει να βιάζουν δηλαδή οι διανοούμενοι τη σύνθετη κοινωνική πραγματικότητα ώστε να χωράει στις δικές τους ταξινομήσεις της αναγνωρίζει ότι εν τέλει παραδέχτηκε με παρυσία το σφάλμα της όταν πίστηκε ότι το είχε διαπράξει.

Στο πέμπτο κεφάλαιο του βιβλίου, ο Μπέρνστάιν εστιάζει σε μια σειρά άρθρων στο Νιού Γιόρκερ, με τα οποία η Άρεντ κάλυψε τη δίκη του Άιχμα στην Ιερουσαλήμ. Η Άρεντ, εξαιτίας αυτών των άρθρων, δέχτηκε οξύτατες επιθέσεις και αποξενώθηκε από την εβραϊκή κοινότητα της Νέας Υόρκης. Της καταλογίστηκε ότι κατέληψε την εικόνα του Άιχμαν ως ενός σατανικού τέρατος με βαθιά αντισχημητικά κίνητρα, παρουσιάζοντάς τον ως έναν ανιαρόγραφιο κράτη, του οποίου η σοκαριστική απουσία σκέψης τον όδησε να διαπράξει μαζικά εγκλήματα πρωτοφανούς αγριότητας.

Ακόμα και η γνωστή έκφραση την οποία έχει χρησιμοποιήσει περί της κοινοτοπίας του κακού θεωρήθηκε προσβλητική για τα εκατομμύρια των θυμάτων του λοκαυτώματος. Όμως ο Μπέρνστάιν την υπερασπίζεται εξηγώντας πως είναι άδικη η κατηγορία ότι με το άρθρο της αθώωσε τον Άιχμαν καθώς η Άρεντ υπερασπίστηκε την ομιμότητα και την απόφαση του δικαστηρίου ενώ ποτέ δεν υποστήριξε ότι ο Άιχμαν ήταν άμυρος των εγκλημάτων που είχε διαπράξει.

Απλώς με τη φράση κοινοτοπία του κακού δεν θέλησαν να αναπτύξει μια θεωρία για τη δαιμονικότητα των Αζί αλλά να διατυπώσει μια πραγματολογική διαπίστωση που ήταν εμφανής σε όλη τη διάρκεια της δίκης. Στο επόμενο κεφάλαιο με τίτλο «Αλήθεια, ψεύδι και πολιτική» εκεί ο Μπέρνστάιν εξετάζει ένα ερώτημα που η Άρεντ αντιμετώπισε με τον πιο προσωπικό τρόπο.

Μετά τη θύλα των επιθέσεων που δέχτηκε για τα άρθρα της για τον Άιχμαν, διαπίστωσε ότι οι επικριτές της δεν στρέφονταν εναντίον αυτών που πράγματι είχε γράψει, αλλά εναντίον μιας ψευδούς εικόνας που οι ίδιοι είχαν κατασκευάσει. Αυτή η εμπειρία την οδήγησε στη συγγραφή του δοκιμίου «Αλήθεια και πολιτική», στο οποίο έφεσε το ερώτημα αν είναι στη φύση της αλήθειας να είναι έφτραυστη και στη φύση της εξουσίας να εξαπατά.

Για να το απαντήσει διέκρινε δύο είδη αλήθειας, την έλογη, την αλήθεια των μαθηματικών και των λογικών συλλογισμών και την πραγματολογική, την αλήθεια των γεγονότων. Η δεύτερη, σε αντίθεση με την πρώτη, είναι εξαιρετικά ευάλωτη, ειδικά στη σφαίρα της πολιτικής, διότι εξαρτάται από την ενδεχομενικότητα των γεγονότων και τον τρόπο με τον οποίο τα προσλαμβάνουμε.

Για την Άρεντ όμως, το βαθύτερο πρόβλημα δεν είναι το ψεύδος που κατασκευάζει η οργανωμένη προπαγάνδα. Είναι κάτι χειρότερο. Η ολοκληρωτική καταστροφή του κριτηρίου μας να διακρίνουμε το αληθές από το ψευδές. Στο έβδομο κεφάλαιο ο Μπέρνστάιν υπογραμμίζει τη σύνδεση ανάμεσα στη φιλοσοφική ανθρωπολογία της Άρεντ και στην πολιτική της θεωρία.

Η Άρεντ δεν έχει αυταπάτες για την πολιτική, δεν είναι παιδικό σταθμός έγραφε. Κι όμως πιστεύει ότι μπορεί να είναι κάτι περισσότερο από ένα πεδίο μάχης ιδιωτελών συμφερόντων που ανταγωνίζονται για κέρδος και εξουσία. Το κλειδί βρίσκεται στην έννοια της πληθυντικότητας. Στο γεγονός δηλαδή ότι οι άνθρωποι είναι ταυτοχρόνως ίσοι και ριζικά διαφορετικοί, ο καθένας με την δική του οπτική για τον κόσμο.

Αυτή η συνθήκη, συνδεδεμένη με την πράξη και την γεννητικότητα, το εγγενές δηλαδή δυναμικό που φέρει κάθε άνθρωπος που έρχεται στον κόσμο, είναι για την Άρεντ το θεμέλιο του οραματός της για την ευγένεια της πολιτικής. Στο 8ο κεφάλαιο ο συγγραφέας εξετάζει τις διαφορές που εντόπισε η Άρεντ ανάμεσα στη Γαλλική και στην Αμερικανική Επανάσταση, οι οποίες παρά τις ομοιότητες των επιδιώξεών τους ακολούθησαν διαφορετικούς δρόμους.

Η πρώτη οδηγήθηκε στην τρομοκρατία, ενώ η δεύτερη στη συγκρότηση του δημόσιου χώρου, των θεσμών και στην κατάρτιση του συντάγματος, πράξη την οποία η Άρεντ θεωρεί ως το αυθεντικό στοιχείο κάθε επανάστασης. Και στο τελευταίο κεφάλαιο του βιβλίου, ο Μπέρνστάιν θίγει το ζήτημα της ευθύνης, ζήτημα που διατρέχει το σύνολο του έργου της Άρεντ.

Η Άρεντ διαχωρίζει αυστηρά την προσωπική ηθική ευθύνη από τη συλλογική πολιτική ευθύνη. Η πολιτική ευθύνη αφορά στα πράγματα που απομυζόμαστε ως μέλη μιας κοινότητας για πράξεις που ενώ δεν διαπράξαμε εμείς οι ίδιοι έχουν γίνει στο όνομά μας. Η Άρεντ αντιτίθεται προς τη θεωρία της συλλογικής ενοχής. Όταν όλοι είναι ένοχοι, τότε κανείς δεν είναι ένοχος, επιμένοντας ότι η ενοχή είναι αυστηρά προσωπική υπόθεση και θεωρεί ότι ακόμα και στις πιο σκοτεινές περιόδους το άτομο διατηρεί την ευθύνη να αρνηθεί τη συνεργασία με το κακό.

Η Άρεντ απέριπτε τόσο την απερίσκεπτη απελπισία όσο και την απερίσκεπτη αισιοδοξία. Πιστεύει ακράδαντα ότι λόγω της γεννητικότητάς μας, της ικανότητάς μας δηλαδή να πράττουμε, οι άνθρωποι έχουμε εγγενώς το δυναμικό να διακόπτουμε την υποτιθέμενη νομοτέλεια της ιστορίας και να αναζωογονούμε τον δημόσιο χώρο. Κλείνοντας την παρουσίαση του βιβλίου θα λέγαμε ότι πρόκειται για ένα πυκνό αλλά ενδιαφέρον και βανάγνωστο βιβλίο στο οποίο ο συγγραφέας του αν και σημερίζεται το έργο της Άρεντ στέκεται κριτικά απέναντί του και ότι το βιβλίο του μιλώντας για την επικαιρότητα της σκέψης της Άρεντ στην πραγματικότητα μιλάει για την επικαιρότητα της προστασίας της δημοκρατίας και των εύθραυστων θεσμών της.

www.epikentro.gr και ανακαλύψτε τον κόσμο των βιβλίων μας. Σας ευχαριστούμε που ήσασταν μαζί μας.

Σχόλια

Χωρίς σχόλια

Συνδεθείτε για να συμμετάσχετε στη συζήτηση

Σύνδεση για Σχολιασμό

Δεν υπάρχουν σχόλια ακόμα

Πίσω 15 δευτ.
Play
Μπροστά 30 δευτ.
00:00:00
00:00:00