Double Trouble - Βαλίτσες V
True Crime Αλα ΕλληνικάΣχετικά με αυτό το επεισόδιο
Μικρή ταξιδιωτική συμβουλή:
Αν βρείτε μια εγκαταλελειμμένη βαλίτσα στη μέση του πουθενά... καλύτερα μην είστε αυτός που θα την ανοίξει.
Οι παλιοί ακροατές ξέρουν ήδη γιατί. Οι καινούργιοι... θα το μάθουν σήμερα.
Με τα χρόνια έχετε καταφέρει κάτι πραγματικά αξιοθαύμαστο. Κάθε φορά που κάποιος από εσάς βλέπει μια παρατημένη βαλίτσα σε έναν δρόμο, δίπλα σε έναν κάδο, πεταμένη σε χωράφι το πρώτο πράγμα που κάνει είναι να μου στείλει φωτογραφία.
Και, μεταξύ μας... μετά από αυτό το επεισόδιο, υπάρχει μια μικρή πιθανότητα να κοιτάξετε ακόμα και τη δική σας βαλίτσα λίγο διαφορετικά.
Γιατί στις υποθέσεις που θα ακούσετε σήμερα, το πιο τρομακτικό δεν ήταν οι βαλίτσες... αλλά ο λόγος που κάποιος τις έκλεισε.
Αυτόματη μεταγραφή — ενδέχεται να περιέχει λάθη.
Κάθε καλοκαίρι χιλιάδες βαλίτσες περνούν από αεροδρόμια, λιμάνια και σταθμούς. Οι περισσότερες είναι γεμάτες ρούχα, αναμνηστικά, δώρα και όλα όσα χρειάζεται ένα ταξίδι. Τις προσπερνάμε δίχως δεύτερη σκέψη. Άλλωστε ποιος θα μπορούσε να φανταστεί ότι μία απλή βαλίτσα θα μπορούσε να κρύβει κάτι περισσότερο από προσωπικά αντικείμενα.
Γιατί κάποιες δεν προορίζονταν ποτέ να μεταφέρουν ρούχα. Μέσα τους βρέθηκαν τα απομεινάρια ενός εγκλήματος. Μία λίστα αγορών που έγραφε μαύρες σακούλες σκοπιδιών, μονοτική ταινία και υγρά καθαρισμού. Μία τούφα μαλλιών, ένα χέρι κομμένο με πριόνι, ρούχα γεμάτα μαχαιριές. Αυτό το καλοκαίρι χιλιάδες άνθρωποι θα σέρουν τις βαλίτσες τους πάνω στο κρύο μάρμαρο ενός αεροδρομίου.
Αν αμεσά τους θα είμαι και εγώ. Μη φοβάστε, η δική μου θα έχει μόνο ρούχα. Ελπίζω. Δεν ήθελα να τα καθαρίσω. Δεν μπορούσα να βρει κανένα τρόπο να τα χτυπήσω. Και τα χτυπήσατε με τι? Με σκοτσάμι. Είμαστε όλοι κακοί, σε κάποιο τρόπο ή άλλο. Είμαι ικανός να κάνει ο άνθρωπος και θα σας πάει σε όλο τον κόσμο για να ξετυλίξουμε μαζί σελίδες από γνωστά και άγνωστα εγκλήματα, serial killers και άλλοι τες υποθέσεις.
Είμαι η Μυρτώ και κάθε εβδομάδα θα βουτάμε στο σκοτάδι του ανθρώπινου μυαλού. Η Χάκιουνγκ Λή γεννήθηκε στη Νότια Κορέα με το όνομα Τζι Ιουν Λή. Το 1993 σε ηλικία 13 ετών η οικογένειά της μετακόμισε στη Νέα Ζηλανδία, εκεί όπου μεγάλωσε. Πέντε χρόνια μετά έχασε τον πατέρα της. Μετά τον θάνατό του επέστρεψε για δύο χρόνια στη Νότια Κορέα, όπου ξεκίνησε το πανεπιστήμιο.
Προτού επιστρέψει ξανά στη Νέα Ζηλανδία για να έχει συνεχίσει και τις σπουδές της. Εκεί ήταν που γνώρισε τον Ιαν Τζο, με τον οποίο έρθαν κοντά μέσα από την κορεατική εκκλησιαστική κοινότητα στην οποία συμμετείχαν. Παντρεύτηκαν το 2006 και ξεκίνησαν μαζί μια νέα ζωή στο Όκλαντ. Το Σεπτέμβριο του 9 γεννήθηκε η κόρη τους Λιούνα και τον Μάρτιο του 12 ο γιος τους Μίνου και καθώς η οικογένειά τους μεγάλωσε μετακόμισαν στην συνοικία Παπατότο.
Ο Ιαν ήταν επόπτης στο αεροδρόμιο του Όκλαν ενώ η Χακιούγκ έμεινε στο σπίτι αφιερώνοντας τον χρόνο της στην ανατροφή των δύο παιδιών τους. Η καθημερινότητά τους περιστρεφόταν γύρω από την Γιούνα και τον Μίνου, που πλέον πήγαιναν δημοτικό. Οι δύο γονείς ήταν πάντα παρόντες στις σχολικές δραστηριότητες και ασχολούνταν εργά με την ανατροφή των παιδιών τους.
Όταν όμως το Νοέμβριο του 17, ο Ιαν διεγνώστη με μια επιθετική μορφή καρκίνου, ο κόσμος της Χακιούγ κατέρευσε. Η κατάσταση της υγείας του επιδεινώθηκε γρήγορα και λίγους μήνες μετά πέθανε. Η Χακιούγ βυθίστηκε σε μεγάλη κατάθλιψη, απομονώθηκε και δυσκολευόταν πλέον να διαχειριστεί την καθημερινότητά της. Δεν μπόρεσε ποτέ να πει στην Γιούνα και στον Μίνου πως ο πατέρας τους είχε πεθάνει.
Τα δύο παιδιά δεν πήγαν ούτε στην κηδεία του καθώς δεν γνώριζαν τι είχε συμβεί. Με τον καιρό οι σκέψεις της γίνονταν όλο και πιο σκοτεινές. Κάποια στιγμή είπε στην μητέρα της πως ήθελε να πεθάνει και πως ήθελε να πάρει μαζί της και τα δυο τους παιδιά, ώστε να είναι ξανά όλοι μαζί με τον Ιαν. Η μητέρα της θεώρησε πως όλα αυτά ήταν απλά λόγια μιας γυναίκας βυθισμένη στο πένθος.
Τον Δεκέμβριο του 17 η Χα Κιούγκ πήρε τα δύο παιδιά της και πήγαν στην Νότια Κορέα, όπου έμειναν για δύο μήνες Κατά την διάρκεια του ταξιδιού τους έμειναν σε πολυτελή ξενοδοχεία και τα έξοδά της ξεπέρασαν τις 32.000 δολάρια Νέας Ιλλανδίας Τους επόμενους μήνες ακολούθησαν απανοτά ταξίδια και υπερβολικές δαπάνες Στις 27 Ιουνίου του 18 καταγράφηκε η τελευταία επιβεβαιωμένη ένδειξη ότι η Λιούνα και ο Μίνου ήταν ζωντανοί Εκείνη την ημέρα συνδέθηκαν στο λογαριασμό τους το Minecraft και ξεκλείδωσαν νέα επιτεύγματα στο παιχνίδι Ήταν το τελευταίο ψηφιακό ίχνος που άφησαν πίσω τους Η ψυχική κατάσταση της Χακιούγκ είχε επιδεινωθεί ακόμη περισσότερο. Πίστευε πως δεν υπήρχε μέλλον για την οικογένειά της χωρίς τον Ιαν. Και σιγά σιγά η σκέψη αυτή έγινε βεβαιότητα.
Ένα βράδυ έριξε νορτρεπτιλίνη, ένα αντικαταθλιπτικό χάπι που είχε προμηθευτεί και λάμβανε και η ίδια ως φαρμακευτική αγωγή μέσα σε χυμό και τον έδωσε στην Γιούνα και στον Μίνου χωρίς εκείνα να γνωρίζουν τι είχαν τα ποτήρια τους Τα δύο μικρά παιδιά ήπιαν τους χυμός τους, ένιωσαν έντονη υπνηλία και πήγαν στα δωμάτια τους για να κοιμηθούν Δεν ξύπνησαν όμως ποτέ.
Εκείνο το βράδυ Χα Κιούγκ στάθηκε για λίγο στην πόρτα του παιδικού δωματίου κοιτάζοντας τα νεκρά παιδιά της. Δεν μπήκε όμως μέσα. Ανέκφραστη και με ένα κενό βλέμμα στο πρόσωπο έκανε αναστροφή και πήγε στο σαλόνι της. Αργότερα προσπάθησε να εξαφανίσει κάθε ίχνος του εγκλήματος. Αγόρασε δύο βαλίτσες και έβαλε μέσα τις σωρούς των μικρών παιδιών της.
Λίγες ημέρες πριν είχε νοικιάσει με το πραγματικό της όνομα μία αποθήκη σε ειδικό χώρο ενοικιαζόμενων αποθήκων στο Όκλαντ, δίνοντας μάλιστα μπροστά τα ενίκια δύο μηνών. Αργά τα ξημερώματα μετέφερε με το αυτοκίνητό της τις δύο βαλίτσες και τις κλείδωσε στην αποθήκη. Μετά από αυτό επιχείρησε να βάλει τέλος και στην δική της ζωή, όμως επέζησε.
Χρόνια αργότερα είπε ότι μετάνιωσε για όσα είχε κάνει, όμως τότε πίστευε πως έπαιρνε την σωστή απόφαση. Οι ενοχές, όπως η ίδια περιέγραψε, έγιναν αφόρητες. Άλλαξε το όνομά της από Τζί Γιούν Λί σε Χα Κιούν Γλί σαν να πίστευε ότι έτσι μπορούσε να αφήσει πίσω της όσα είχαν συμβεί Τον Ιούλιο του 18 πήγε στην Νότια Κορέα αφήνοντας πίσω της τις δύο βαλίτσες και το μυστικό που έκρυβαν Προσπάθησε να ξεκινήσει από την αρχή και εξόδεψε ένα σωρό χρήματα σε θεραπείες αισθητικής Διεγνώστηκε εκεί επίσημα με κατάθλιψη και ξεκίνησε νέα φαρμακευτική αγωγή Ενώ το 2021 γνώρισε μέσω μιας εφαρμογής γνωριμιών έναν άντρα με τον οποίο έκανε σχέση Αργότερα υποστήριξε ότι η σχέση αυτή εξελίχθηκε σε μια ιδιαίτερα τραυματική εμπειρία Και ότι υπήρξε θύμα σωματικής κακοποίησης Τον Ιούνιο του 2022 η μητέρα της έμαθε από τον πάστορα της εκκλησίας τους ότι η κόρη της νοσηλευόταν σε ψυχιατρική κλινική στη Νότια Κορέα.
Αμέσως πήρε το αεροπλάνο για να πάει να την δει, ελπίζοντας έτσι να καταλάβει τι συμβαίνει. Καθ' όλη την διάρκεια της επίσκεψης όμως η Χα Κιούγκ δεν είπε ούτε μία λέξη για τα παιδιά της. Ζήτησε μόνο από την μητέρα της να της αγοράσει φακούς επαφής, ρούχα και ένα κινητό τηλέφωνο Η μητέρα της γύρισε στη Νέα Ζηλανδία χωρίς να γνωρίζει ότι τα δύο εγγόνια της ήταν ήδη νεκρά εδώ και τέσσερα χρόνια Οι δύο μικρές βαλίτσες παρέμεναν ξεχασμένες μέσα στην αποθήκη για σχεδόν τέσσερα χρόνια μέχρι που τον Αύγουστο του 1922 η εταιρεία που διαχειριζόταν το κτίριο αποφάσισε να βγάλει σε δημοπρασία όλα τα περιεχόμενα των αποθηκών που είχαν ανεξόφλητα ενίκεια.
Και μία από αυτές ήταν και η αποθήκη που είχε νοικιάσει Χακιούγκ. Το περιεχόμενό της αγοράστηκε σε δημοπρασία από μια οικογένεια η οποία πίστευε πως είχε βρει μια καλή ευκαιρία να αποκτήσει έπιπλα και διάφορα οικιακά αντικείμενα σε χαμηλές τιμές. Έτσι η οικογένεια φόρτωσε όλα όσα έχει αγοράσει σε ένα τρέιλερ και επέστεψαν σπίτι τους.
Ανάμεσα στα αντικείμενα υπήρχαν παιδικά είδη, παιχνίδια, μικρά έπιπλα και φυσικά, οι δύο μικρές βαλίτσες. Όταν έφτασαν, πάρκαραν το αυτοκινητό τους και άρχισαν να ξεφορτώνουν ένα-ένα τα αντικείμενα από το τρέιλερ. Καθώς προχωρούσαν, αντιλήφθηκαν μία έντονη και ασυνήθιστη μυρωδιά. Προσπαθώντας να καταλάβουν από πού προερχόταν, άνοιξαν μία από τις βαλίτσες που ήταν μέσα σε μία μεγάλη χαρτόκουτα και τυλιγμένη σε μαύρη σακούλα σκουπιδιών Απομακρύνθηκαν όμως έντρομοι Τα έφηβα παιδιά της οικογένειας έφυγαν τρέχοντας και οι γονείς κάλεσαν αμέσως τις αρχές Για τη μέσα βρισκόταν η σωρός ενός μικρού παιδιού σε προχωρημένη αποσύνθεση.
Μέσα σε λίγο αστυνομικοί εγκληματολόγοι και ιατροδικαστές απέκλυσαν την περιοχή και ξεκίνησαν την έρευνα. Κατά την διάρκεια της διαπιστώθηκε ότι υπήρχε και δεύτερη βαλίτσα με ανθρώπινα υπολείμματα που δεν είχαν ακόμα προλάβει να ανοίξουν. Οι εξετάσεις έδειξαν αργότερα ότι επρόκειτο για δύο μικρά παιδιά, ηλικίας περίπου 6 με 10 ετών.
Μετά την απομάκρυση των σωρών, οι αστυνομικοί ξεκίνησαν τις διαδικασίες ταυτοποίησης των δύο παιδιών, αλλά και τις έρευνες εντοπισμού του ατόμου που είχε νοικιάσει την αποθήκη. Οι τοξικολογικές εξετάσεις εντόπισαν ίχνη ορτυπτυλήνη στους οργανισμούς τους. Ωστόσο, λόγω της προχωρημένης αποσύνθεσης, δεν μπορούσαν να προσδιορίσουν με βεβαιότητα αν ο θάνατός τους προκλήθηκε αποκλειστικά από την υπερβολική δόση του φαρμάκου ή εάν, αφού πρώτοι είχαν χάσει τις αισθήσεις τους, δολοφονήθηκαν με κάποιον άλλο τρόπο Οι αστυνομικοί βρήκαν ότι η μητέρα των παιδιών ζούσε στη Νότια Κορέα Λίγο καιρό αργότερα οι κορεατικές αρχές την εντόπισαν στο διαμερισμά της Η Χακιούνξ είναι λήφθη δίχως αντίσταση Στο τοπικό αστυνομικό τμήμα όμως αρνήθηκε κάθε εμπλοκή στον θάνατο των παιδιών της Υποστήριξε ότι δεν γνώριζε τίποτα για τις βαλίτσες και ότι τα παιδιά της ήταν με άλλο συγγενικό της πρόσωπο Κάτι που είχε πει και στην ίδια της την μητέρα Μετά την σύλληψή της, η Νέα Ζηλανδία υπέβαλε επίσημο αίτημα έκδοσης
Η Χακιούγκ αρνήθηκε να γυρίσει και προσέφηκε στα κορεατικά δικαστήρια Όμως το ανώτατο δικαστήριο της Νότιας Κορέας απέρριψε το αίτημά της Έτσι το Νοέμβρη του 1922 παραδόθηκε στις αρχές της Νέας Ζηλανδίας Μεταφέρθηκε στο Όκλαντ και κατηγορήθηκε την δολοφονία των δύο παιδιών της Η δίκη της ξεκίνησε τον Σεπτέμβριο του 2025.
Η Χακιούγκ δήλωσε αθώα και η υπεράσπισή της υποστήριξε ότι βρισκόταν σε κατάσταση παράνοιας και ότι σύμφωνα με τον νόμο δεν μπορούσε να θεωρηθεί ποινικά υπεύθυνη για τις πράξεις της. Η εισαγγελία, από την άλλη, υποστήριξε ότι παρά τη ψυχική της κατάσταση, γνώριζε πολύ καλά τι έκανε. Επισήμαναν ότι οι κινήσεις της μετά τους θανάτους των παιδιών έδειχναν συνειδητή προσπάθεια να αποκρύψει το έκλημα.
Μέχρι που απλώς σταμάτησε να πληρώνει το ενίκιο της αποθήκης. Οι ένορκοι την έκριναν ομόφωνα ένοχη και το Νοέμβρη του 1925 καταδικάστηκε σε ισόβια κάθριξη, με δικαίωμα να ζητήσει αποφυλάκηση υπό όρους μόνο αφού εκτίσει 17 χρόνια. Τι θα γινόταν όμως αν συνέχιζε να πληρώνει το ενίκιο Πόσα χρόνια μετά θα αποκαλυπτώταν Εάν όντως αποκαλυπτώταν αυτό το φρικαλαίο έγκλημα Κανείς μας δεν μπορεί να ξέρει Δεν ήταν εύκολα. Η οικογένειά της αντιμετώπιζε σοβαρές οικονομικές δυσκολίες και για ένα διάστημα χρειάστηκαν την στήριξη κοινωνικών λειτουργών.
Παρ' όλα αυτά η Τζάσι ήταν ένα χαμογελαστό και δραστήριο κορίτσι, ιδιαίτερα δεμένο με την οικογένειά του και αισιόδοξο για το μέλλον. Ο χαρακτήρας της φαινόταν μέσα από το ημερολόγιό της που είχε στο εξώφυλλο την φράση «Η ζωή είναι η αγαπημένη μου περιπέτεια». Στις σελίδες του σημείωνε τα καθημερινά της έξοδα, τις υποχρεώσεις αλλά και τους στόχους της.
Έγραφε υπενθυμίσεις όπως «Βρες νέα δουλειά», «Πήγαινε να δεις την οικογένειά σου» και «Δώσε εξετάσεις είτε περάσεις είτε όχι». αλλά και μικρά μηνύματα ενθάρρυνσης προς τον εαυτό της, όπως «μπορείς να τα καταφέρεις». Εκείνη την περίοδο εργαζόταν ως μέτρ σε ένα εστιατόριο της Βοστόνης, αλλά αναζητούσε μια πιο σταθερή δουλειά κοντά στο σπίτι της.
Ήθελε να μπορεί να φροντίζει καλύτερα την μικρή της κόρη, την Καμπριέλα, που ήταν το σημαντικότερο πράγμα στη ζωή της. Την μεγάλωνε μόνη της και προσπαθούσε να της προσφέρει σταθερότητα που είχε λείψει από την δική της παιδική ηλικία. Ωστόσο η ζωή της κάθε άλλο παρά εύκολη ήταν. Ο πατέρας της Γκαμπριέλα ήταν ο Μιγκέλ Κάστρο.
Για την σχέση τους δεν υπάρχουν πολλές λεπτομέρειες. Είναι γνωστό όμως ότι με τον καιρό έγινε προβληματική μέχρι που κατέληξε σε ένα περιστατικό ακραίας βίας που λίγο έλειψε να στοιχήσει την ζωή της Τζάσι. Τον Ιανουάριο του 18 η Τζάσι έστειλε ένα πανικόβλητο μήνυμα στην μητέρα του Μιγγέλ Της έγραφε πρέπει να με βοηθήσεις ο Μιγγέλ δεν με αφήνει να φύγω μη τον πάρεις τηλέφωνο γιατί θα με σκοτώσει Λίγο αργότερα της έστειλε και μια φωτογραφία του προσώπου της Η τραυματισμή της ήταν σοβαρή. Είχε σπασμένη μύτη και κάταγμα στο οστό γύρω από το μάτι της.
Η μητέρα του Μιγγέλ ειδοποίησε αμέσως την αστυνομία και λίγο αργότερα οι αστυνομικοί εντόπισαν την Τσάση. Μεταφέρθηκε στο νοσοκομείο και χρειάστηκε να υποβληθεί σε επίγουσα χειρουργική επέμβαση. Ο Μιγγέλ συνελήφθη αμέσως και του ασκήθηκε δίωξη για ενδοοικογενειακή βία και πρόκληση σοβαρής σωματικής βλάβης. Μετά από αυτό το περιστατικό, η Τζάσι απομακρύνθηκε οριστικά από την σχέση αυτή και επικεντρώθηκε στην ανατροφή της κόρης τους.
Οι μήνες όμως που ακολούθησαν δεν ήταν εύκολοι. Προσπαθούσε να ισορροπήσει την δουλειά της, την μικρή Γκαμπριέλα, αλλά και τις δικαστικές διαδικασίες που αφορούσαν τον Μιγγέλ. Παρ' όλα αυτά, σιγά σιγά άρχισε να βρίσκει ξανά τον εαυτό της. 24 Φεβρουαρίου 2019 Πριν δύο μέρες η Τζάσι είχε γίνει 23 και αποφάσισε να το γιορτάσει εκείνο το βράδυ μαζί με φίλους στη Βοστόνη.
Ζήτησε από την μητέρα του Μιγγέλ να κρατήσει την μικρή Γκάμπη εκείνο το βράδυ. Η Τζάσι την εμπιστευόταν και δεν είχε καμία αμφιβολία ότι η κόρη της θα ήταν ασφαλής μαζί της. Αυτό που δεν ήξερε ήταν ότι το συγκεκριμένο βράδυ, αυτή που θα κινδύνευε, θα ήταν η ίδια. Το πρωί πήγε στην φίλη της την Νία στο Ντόρτσεστερ. Οι δυο τους βγήκαν για ψώνια και διάλεξαν τα ρούχα που θα φορούσαν το βράδυ.
Η Τζάσι διάλεξε μία πορτοκαλί, ολόσομη φόρμα, ένα τζιν μπουφάν με φτερά στην πλάτη και ένα ζευγάρι μαύρες γόβες. Αργότερα γύρισαν στο σπίτι της Νία για να ετοιμαστούν. Η Τζάσι είχε μαζί της μόνο την τσάντα και το κινητό της, ενώ άφησε πίσω όλα τα υπόλοιπα, ακόμα και τα κλειδιά του σπιτιού της, αφού είχε ήδη αποφασίσει ότι θα κοιμόταν εκεί μετά το κλείσιμο.
Λίγο πριν τα μεσάνυχτα, οι φίλοι τους Αίζια και Ρέτζι πήγαν να τους πάρουν με το αμάξι τους. Προορισμός τους ήταν το κλαμπ βένιου στο κέντρο της Βοστόνης και όταν έφτασαν στη μία παραήκοση το μαγαζί ήταν ήδη γεμάτο. Χώθηκαν σε μία γωνιά του μπαρ, άνοιξαν σαμπάνια ή πιάνε μερικά σφινάκια τεκίλα και άρχισαν να χορεύουν γελώντας.
Το τι συνέβη στην συνέχεια δεν έγινε ποτέ ξεκάθαρο. Οι περισσότεροι είχαν πιει αρκετά και οι αναμνήσεις τους ήταν θολές. Κάποια στιγμή όταν γύρισαν στο μπαρ από την πίστα, η Τζάσι και η Νία άρχισαν να τσακώνονται Η ένταση μεταξύ τους συνεχίστηκε μέχρι το κλείσιμο του κλαμπ στις δύο ταξιμερώματα Όταν έφυγαν, κάμερες ασφαλείας της περιοχής τις κατέγραψαν να περπατούν προς τον καράζ όπου ήταν παρκαρισμένο το αμάξι τους με την Νία να σπρώχνει επανειλημμένα την Τζάσι Η Τζάσι παρόλα αυτά παρέμεινε ήρεμη. Προσπαθούσε συνεχώς να ηρεμήσει την φίλη της και να την πείσει να επιστρέψουν μαζί στο σπίτι.
Η Νία όμως μεθυσμένη και εκνευρισμένη αρνήθηκε. Η Αίζια που είχε πλέον κουραστεί από την όλη κατάσταση πρότεινε να αφήσουν την Νία εκεί και να πάνε την Τζάσι στο σπίτι της. Η Τζάσι όμως δεν δέχτηκε. Μπορεί να είχε τσακωθεί με την Ία και η φίλη της να την είχε ήδη σπρώξει πολλές φορές δεν θα άφηνε όμως την Ία έτσι μόνη της μέσα στην άγρια νύχτα.
Επέμενε να μείνει μέχρι να βεβαιωθεί ότι είναι καλά. Τελικά η Αίζια και ο Ρέτζι αποφάσισαν να φύγουν. Μέσα στην αναστάτωση όμως πήραν μαζί τους κατά λάθος και τις μαύρες γόβες της Τζάσι, τις οποίες είχε βγάλει την στιγμή που έβγαινε από το κλαμπ. Η Νία απομακρύνθηκε, ενώ η Τζάσι παρέμεινε ξυπόλυτη και μόνη στους παγωμένους δρόμους της Βοστόνης.
Το επόμενο πρωί η οικογένειά της ανησυχούσε. Η Τζάσι δεν είχε γυρίσει σπίτι, δεν είχε μιλήσει με κανέναν και το κινητό της ήταν κλειστό Αυτή η συμπεριφορά ήταν εντελώς ασυνήθιστη Πάντα ενημέρωνε τους δικούς της για το που βρισκόταν ιδιαίτερα όταν επρόκειτο να μείνει μακριά από την κόρη της Οι ώρες περνούσαν χωρίς κανένα νέο Έτσι συγγενείς και φίλοι δήλωσαν την εξαφάνιση της στην αστυνομία Επικοινώνησαν με φίλους της, προσπάθησαν να μάθουν ποιοι ήταν μαζί της εκείνο το βράδυ Ωστόσο κανείς δεν ήξερε τι είχε συμβεί αφού έφυγε από το κλαμπ Οι αρχές ξεκίνησαν αμέσως να παίρνουν καταθέσεις από την παρέα της Και μάζεψαν όλο το υλικό από τις κάμερες ασφαλείας Ακόμα και από αυτές που είχε το κλαμπ εσωτερικά και εξωτερικά ελπίζοντας ότι κάποια από αυτές θα είχε καταγράψει τι συνέβη.
Μία κάμερα αποδείχτηκε καθοριστική. Στις δύο και τα ξημερώματα η Τζάσι πλησίασε ένα Uber που ήταν παρκαρισμένο λίγο έξω από το κλαμπ και ρώτησε τον οδηγό εάν μπορούσε να την πάει σπίτι. Αυτός την ενημέρωσε ότι του είχε ήδη κάνει κράτηση μία πενταμελής παρέα και περίμενε να έρθουν. Έτσι αρνήθηκε να την εξυπηρετήσει Η Τζάσι όμως μπήκε και κάθεσε στο κάθεσμα του συνοδηγού Ο οδηγός του Uber μυρίζοντας πάνω της το αλκοόλ Την έσπρωξε να βγει έξω Με αποτέλεσμα η Τζάσι να πέσει στο πεζοδρόμιο Στις 2 και 16 τα ξημερώματα Την στιγμή που ο οδηγός του Uber έσπρωχνε έξω από το όχημά του την Τζάσι Λίγα μέτρα μακριά ένας άντρας παρακολουθούσε τα πάντα.
Μόλις είδε την Τζάσι να πέφτει στο έδαφος πλησίασε για να την βοηθήσει. Στην αρχή οι δυο του στέκονταν στο πεζοδρόμιο και μίλησαν για περίπου ένα λεπτό με τον άγνωστο άντρα να της κρατάει τα χέρια. Έπειτα επειδή η Τζάσι ήταν ξυπόλυτη και δυσκολευόταν να περπατήσει στο παγωμένο πεζοδρόμιο ο άντρας την πήρε στην πλάτη του και την μετέφερε μέχρι το αυτοκίνητό του.
Της άνοιξε την πόρτα και η Τζάσι κάθισε στην θέση του συνοδηγού. Συγκρίνοντας το υλικό από τις κάμερες με το υλικό μέσα από το κλαμπ, οι ερευνητές βρήκαν τον άγνωστο. Ήταν ο τρινταδιάχρονος Λιούις Δι Κόλμαν ο τρίτος και ο τελευταίος που είχε δει την Τζάσι ζωντανή. Οι ερευνητές έπρεπε τώρα να ανακαλύψουν πού είχε πάει ο Κόλμαν αφού έφυγε από το κλαμπ.
Συγκέντρωσαν υλικό από κάμερες ασφαλείας σε όλη την διαδρομή και κατάφεραν να ακολουθήσουν το αυτοκίνητό του μέχρι το Providence του Rhode Island όπου βρισκόταν το διαμερισμά του. Κάμερες υπήρχαν όμως και μέσα στην πολυκατοικία που έμενε ο Κόλμαν, κάτι που μάλλον ο ίδιος ξέχασε Λίγο μετά τις 4 στα ξημερώματα το αυτοκίνητο του Κόλμαν μπήκε στο πάρκινγκ της πολυκατοικίας Ο ίδιος βγήκε από το όχημα, ανέβηκε στο διαμέρισμά του και λίγα λεπτά μετά επέστρεψε στο αυτοκίνητό του με μια κουβέρτα στα χέρια Στην συνέχεια έβαλε στους ώμους του το άψυχο σώμα της Τζάσι και πήγε πάλι προς το κτηριό του Μπαίνοντας στην πολυκατοικία την ακούμπησε για λίγο στο πάτωμα της άδειας εισόδου και στην συνέχεια την έσυρε μέχρι το ασανσέρ Οι πόρτες έκλεισαν και οι δυο τους χάθηκαν από το πλάνο της κάμερας Χωρίς να το γνωρίζει ο Κόλμαν είχε αφήσει πίσω του ένα από τα πιο σημαντικά αποδεικτικά στοιχεία της υπόθεσης Οι κάμερες ασφαλείας του ίδιου του κτηρίου που ζούσε είχαν καταγράψει σχεδόν κάθε του κίνηση
Ο Λιούις συνέχιζε να μπαινοβγαίνει στο κτηρίο του σαν να μην συνέβαινε τίποτα Στις 26 Φεβρουαρίου γύρισε σπίτι του κρατώντας σακούλες από το πολυκατάστημα Walmart. Ανάμεσα στα αντικείμενα που είχε αγοράσει βρίσκονταν προστατευτικές φόρμες εργασίας, γάντια, προστατευτικά γυαλιά, μάσκα με φίλτρο για τις οσμές, μονοτική ταινία, κεριά και χλωρίνη.
Στις 27 Φεβρουαρίου γύρισε σπίτι του αυτήν την φορά με μια καινούρια μεγάλη βαλίτσα πάνω στην οποία υπήρχαν ακόμα τα καρτελάκια από το κατάστημα 28 Φεβρουαρίου 2 παρα 5 τα ξημερώματα και αστυνομικοί πήγαν στο κτίριό του για να του μιλήσουν Εκείνος όμως είχε ήδη αντιληφθεί την παρουσία τους Βρισκόταν κρυμμένος απέναντι και παρακολουθούσε διακριτικά τις κινήσεις τους χωρίς οι αστυνομικοί να το γνωρίζουν Δεν μπόρεσαν όμως να μπουν στην πολυκατοικία και έτσι έφυγαν Δύο και τέταρτο την ίδια ημέρα Ο Λιουίς Κόλμαν καταγράφηκε από τις κάμερες να σέρνει την σκούρα βαλίτσα, να βγαίνει από την πολυκατοικία στο χιονισμένο πάρκινγκ και να προσπαθεί να την φορτώσει στο αμάξι του.
Ήταν εμφανές ότι δυσκολευόταν να την σηκώσει σαν να είχε μεγάλο βάρος. Στην συνέχεια πήγε και ήρθε αρκετές φορές από το διαμέρισμα στο αμάξι του μεταφέροντας σακούλες απορριμμάτων, χαρτόκουτες, ένα μπουκάλι χλωρίνη, ένα λάπτοπ και διάφορα προσωπικά αντικείμενα. Δεκαπέντε λεπτά μετά μπήκε στο αμάξι και έφυγε. Ο Λιούις Κόλμαν δεν γνώριζε ότι ο χρόνος του όμως τελείωνε.
Όσο προσπαθούσε να απομακρυνθεί από το Providence, οι αστυνομικοί είχαν ήδη συγκεντρώσει αρκετά στοιχεία ώστε να το κάνουν το νούμερο ένα ύποπτο για την εξαφάνιση της Τζάσι. Οι αρχές είχαν ενεργοποιήσει την υπηρεσία εντοπισμού του αυτοκινήτου του και βλέποντας ότι πήγαινε προς τον Τέλαγου Έαρ, ενημέρωσαν την τοπική αστυνομία, η οποία λίγες ώρες μετά εντόπισαν το όχημά του στον αυτοκινητόδρομο 95.
Του έκαναν σήμα να σταματήσει και εκείνος συμμορφώθηκε δίχως να προβάλλει αντίσταση. Με τα όπλα τους παρατεταμένα τον ρώτησαν εάν υπάρχει κάποιος άλλος στο αμάξι. Ο Κόλμαν απάντησε ναι και όταν τον ρώτησαν πού είναι το άτομο αυτό, τους είπε μέσα στο πορπαγκάζ. Μόλις το άνοιξαν βρέθηκαν μπροστά στην μεγάλη μαύρη βαλίτσα.
και μέσα της ήταν η σωρός της Τζάσι Κορέια. Η υπόθεση που μέχρι εκείνη την στιγμή ήταν απλή εξαφάνιση μετατράπηκε σε έρευνα ανθρωποκτονίας. Ο Λιούις Κόλμαν συνελήφθη αλλά από την πρώτη στιγμή δεν έδωσε καμία εξήγηση για όσα είχαν συμβεί. Έτσι οι αρχές ερεύνησαν τόσο το αυτοκίνητό του όσο και το διαμερισμά του. Στο αμάξι του στο πάνω μέρος του μπαρμπρίς από την πλευρά του συνοδηγού υπήρχαν δύο ρογμές που έμοιαζαν με χτυπήματα από επανειλημμένες κλωτσιές Δείγματα DNA από το σημείο αυτό και αναλήξεις έδειξαν ότι στο τζάμι υπήρχε γενετικό υλικό τόσο του Κόλμαν όσο και της Τζάσι Στο πορπαγκάζ δίπλα στην βαλίτσα ήταν το λάπτοπ του Όταν οι αστυνομικοί εξέτασαν το ιστορικό του, διαπίστωσαν ότι από τις 24 έως και τις 27 Φεβρουαρίου, μεταξύ άλλων, είχε αναζητήσει τα εξής.
Μπορεί να χωρέσει ένας άνθρωπος μέσα σε μια βαλίτσα. Πώς αφαιρούνται δόντια που δεν κουνιούνται. Πώς γίνεται η ταρύχευση ενός σώματος. Στο διαμέρισμά του τώρα, παρότι έξω χιόνιζε, όλα τα παράθυρα ήταν ανοιχτά Έλειπε το κάλυμα από ένα μαξιλάρι του καναπέ, ενώ είχε αφαιρεθεί και η κουρτίνα του μπάνιου Εντοπίστηκαν επίσης ευρήματα που τέργιαζαν με τις εικόνες από τις κάμερες και με τις αγορές που είχε πραγματοποιήσει Η νεκροψία έδειξε ότι η Τζάσι πέθανε από στραγγαλισμό Οι ατροδικαστές διαπίστωσαν ότι επίσης είχε δεχτεί σεξουαλική επίθεση πριν το θάνατό της.
Το σώμα της έφερε εκτεταμένους μόλοπες ενώ το πρόσωπό της ήταν καλυμμένο με αίμα. Τα χέρια και τα πόδια της ήταν δεμένα με μονοτική ταινία Το σώμα της ήταν καλυμμένο με μαγειρική σόδα Η οποία πιθανότατα είχε χρησιμοποιηθεί σε μια προσπάθεια να περιοριστεί η αποσύνθεση και οι άσχημες οσμές Ο Λιούις Κόλμαν κρύθηκε ένοχος για την απαγωγή και την δολοφονία της Τζάσι Κορέια και το δικαστήριο τον καταδίκασε σε ισόβια κάθριξη χωρίς δυνατότητα αποφυλάκησης.
Για την οικογένειά της όμως καμία ποινή δεν μπορούσε να απαλύνει τον πόνο τους. Πίσω έμεινε ένα μικρό κορίτσι που μεγαλώνει χωρίς την μητέρα του και μια οικογένεια που από εκείνο το βράδυ δεν ήταν ποτέ ξανά ίδια. Όταν στις 28 Ιανουαρίου του 19 η Βάλερη της εκμυστηρεύτηκε πως οι κρίσεις άγχους της είχαν επιστρέψει. Της είπε πως ένιωθε φοβισμένη, πως είχε αρχίσει να γίνεται καχύποπτη και ότι πίστευε πως κάποιος ήθελε να τη σκοτώσει.
Μόλις τέσσερις μήνες νωρίτερα είχε χωρίσει με τον τελευταίο της σύντροφο και η Νόρμα αναρωτήθηκε αν ο φόβος της σχετιζόταν με εκείνον. Η Βάλερη όμως ήταν κατηγορηματική. Την καθυσύχασε λέγοντάς της πως δεν είχε καμία σχέση αυτό με τον πρώην της. Όταν η μητέρα της προσπάθησε να μάθει περισσότερα, εκείνη αρνήθηκε να εξηγήσει τι ακριβώς συνέβαινε.
Η συζήτησή τους τελείωσε χωρίς η νόρμα να καταφέρει να μάθει τι ήταν αυτό που φόβησε την κόρη της. και αυτή ήταν η τελευταία φορά που οι δυο τους μίλησαν. Αργότερα εκείνο το βράδυ η Βάλερη μίλησε στο τηλέφωνο με τον καλύτερο της φίλο, τον Τζέφρι Άντερσον. Και σε εκείνη την συζήτηση μίλησε ξανά για τους φόβους που την βασάνισαν.
Ο Τζέφρι προσπάθησε να την καθυσυχάσει και να την κάνει να νιώσει ασφαλής. Λίγο μετά τις 11.30 είπαν καληνύχτα. χωρίς κανείς από τους δύο να γνωρίζει ότι αυτή θα ήταν η τελευταία φορά που θα άκουγαν ο ένας την φωνή του άλλου. Πρωί, Τρίτης, 29 Ιανουαρίου, η Βάλερη είχε κανονίσει να πάει με την μητέρα της, την Νόρμα, στο κατάστημα Home Depot.
Δεν εμφανίστηκε όμως ποτέ. Η Νόρμα προσπάθησε να την βρει, της έστειλε μηνύματα, την κάλεσε πολλές φορές, αλλά η Βάλερη δεν απαντούσε Στην αρχή δεν ανησύχησε ιδιαίτερα, σκέφτηκε πως μετά από όσα είχαν γίνει το προηγούμενο βράδυ, ίσως ήταν ψυχολογικά εξαντλημένη Και απλά κοιμόταν Δεν ήθελε να την πιέσει και αποφάσισε να της δώσει λίγο χρόνο Οι ώρες όμως περνούσαν και κανείς δεν είχε νέα της και όταν το επόμενο πρωί δεν εμφανίστηκε στην δουλειά της, οι δικοί της δήλωσαν την εξαφάνισή της στην αστυνομία.
Οι έρευνες ξεκίνησαν αμέσως από το διαμερισμά της. Με μια πρώτη ματιά δεν υπήρχε κάτι περίεργο, ωστόσο οι εγκληματολόγοι εντόπισαν πολύ μικρές ποσότητες αίματος σε διάφορα σημεία του σπιτιού. Ένα μικρό λεκέ πάνω στο μαξιλάρι της, δύο στο πάτωμα του μπάνιου και έναν στη λεκάνη της τουαλέτας. Διαπίστωσαν επίσης ότι έλειπαν αρκετά προσωπικά αντικειμενά της, όπως το κινητό της, το iPad, το πορτοφόλι της, κάποια ρούχα και κάποια σκεπάσματα.
Αυτό βέβαια θα μπορούσε να σημαίνει ότι είχε φύγει μόνη της, παίρνοντας μαζί της όσα χρειαζόταν Η δική της όμως ήταν κατηγορηματική Κάτι τέτοιο δεν μπορούσε να είχε συμβεί Η Βάλερη δεν θα έφευγε έτσι ποτέ χωρίς να ενημερώσει τους κοντινούς της ανθρώπους Όταν όμως η μητέρα της ανέφερε στους δετέκτυφ το τηλεφώνημα που είχαν με τη Βάλερη και το τι της είχε πει, το ενδεχόμενο εγκληματικής ενέργειας, άρχισε να θεωρείται όλο και πιο πιθανό.
Ένας από τους πρώτους που εξέτασαν ήταν ο πρώην συντροφός της με τον οποίο είχε χωρίσει λίγες ημέρες πριν. Παρ' όλα αυτά δεν βρέθηκε κανένα στοιχείο που να τον συνδέει με την εξαφανισή της και έτσι αποκλείστηκε από την λίστα των υπόπτων. Αντίθετα, συμμετείχε και ο ίδιος στις προσπάθειες να βρεθεί η Βάλερη. Καθώς οι μέρες περνούσαν χωρίς κανένα ίχνος της, η αστυνομία ζήτησε την βοήθεια του κόσμου.
Δημοσίευσαν φωτογραφίες από τα ρούχα που φορούσε την ημέρα της εξαφανισής της, ελπίζοντας έτσι πως κάποιος θα θυμόταν ότι την είχε δει. Η υπόθεση όμως βάλτωσε. Μέχρι το πρωινό της 5ης Φεβρουαρίου. Γύρω στις 8.30, συνεργείο που πραγματοποιούσε εργασίες συντήρησης σε έναν δημόσιο δρόμο στο Greenwich του Connecticut, περίπου 24 χιλιόμετρα από το σπίτι της Βάλερη, είδε μια κόκκινη βαλίτσα πεταμένη λίγα μέτρα μέσα σε δασόδι έκταση δίπλα στον δρόμο.
Ένας από τους εργαζόμενους πλησίασε για να δει τι υπήρχε μέσα. Μόλις άνοιξε το φερμουάρ, μία έντονη δυσοσμία βγήκε από το εσωτερικό της και τον προκάλεσε αμέσως σε μετό. Έκλεισε την βαλίτσα και κάλεσε την αστυνομία. Οι αστυνομικοί που έφτασαν βρέθηκαν μπροστά σε ένα μακάβριο θέαμα. Μέσα στην βαλίτσα ήταν η σωρός μίας νεαρής γυναίκας, της οποίας η ταυτότητα επιβεβαιώθηκε δύο ημέρες μετά.
Ήταν η 24χρονη Βάλερι Ρέγγες. Η νεαρή κοπέλα φορούσε τζιν παντελόνι και ένα ξεκούμποτο πουκάμισο, ενώ ήταν ξυπόλυτη. Τα γόνατα και η αστραγαλή της ήταν δεμένα με λευκό σπάγκο και ταινία συσκευασίας. Τα χέρια της ήταν δεμένα πίσω από την πλάτη της, ενώ πολλές στρώσεις από την ίδια ταινία κάλυπταν το στόμα και το πηγούνι της.
Η σωρός της ήταν μέσα στην βαλίτσα περίπου δύο εβδομάδες και είχαν ήδη αρχίσει να εμφανίζονται τα πρώτα σημάδια αποσύνθεσης. Η νεκροψία έδειξε ότι είχε υποστεί σοβαρή κακοποίηση πριν από τον θάνατό της. Είχε κάταγμα στο κρανίο, σπασμένη μύτη, κατάγματα στα ζυγωματικά και εκτεταμένα αιματώματα στο κεφάλι. Οι ιατροδικαστές εκτίμησαν ότι τα τραύματα είχαν προκληθεί από επανειλημμένα χτυπήματα, πιθανότατα από γροθιές.
Παρά την σφοδρότητα των χτύπημάτων όμως, η επίσημη αιτία θανάτου ήταν η ανθρωποκτονία με ασφυξία Η ταινία που είχε τυλιχτεί πολλές φορές γύρω από το στόμα και το πηγούνι της, μπλόκαρε την αναπνοή της Ενώ το γεγονός ότι είχε τοποθετηθεί μέσα σε μια βαλίτσα στην οποία με τα βίας χορούσε, περιόριζε ακόμη περισσότερο τον αέρα που μπορούσε να αναπνεύσει γιατί η Βάλερη ήταν ακόμα ζωντανή όταν την έβαλαν μέσα στην βαλίτσα.
Το σημείο όπου βρέθηκε η βαλίτσα δεν ήταν ο τόπος του εγκλήματος. Οι αρχές εκτιμούσαν ότι η επίθεση είχε γίνει αλλού και ότι ο δράστης μετέφερε αργότερα την σωρό της στον Greenwich και εγκατέλειψε την βαλίτσα στην άκρη του δρόμου. Λίγες ημέρες μετά, ένας από τους εργαζόμενους που είχε εντοπίσει την σωρό της Βάλερη, ο James Clifford, βρέθηκε στο επίκεντρο μιας ξεχωριστής έρευνας.
Κατηγορήθηκε ότι είχε τραβήξει με το κινητό του φωτογραφίες της σωρού και του σημείου που βρέθηκε η βαλίτσα και ότι στην συνέχεια τις έδειχνε σε γνωστούς του. Σε μία από αυτές τις φωτογραφίες η Βάλερη φαινόταν δεμένη, ενώ διακρινόταν καθαρά ένα βαθύ τραύμα στο κεφάλι της. Η διαρροή των φωτογραφιών ήταν μία σοβαρή παραβίαση τόσο της ιδιωτικότητας της οικογένειάς της, όσο και της ίδιας της αστυνομικής έρευνας.
Μία από αυτές τις φωτογραφίες κατέληξε στην εφημερίδα The Journal News, γεγονός που οδήγησε σε εσωτηρική έρευνα εις βάρος του Κλίφορντ. Τελικά δεν του απαγγέλθηκαν ποινικές κατηγορίες αλλά μόνο πειθαρχικές κυρώσεις. Οι αρχές διαπίστωσαν ότι στις 5 τα ξημερώματα της 29ης Ιανουαρίου η χρεωστική της κάρτα χρησιμοποιήθηκε σε τράπεζα για ανάληψη χιλίων δολαρίων.
Οι κάμερες ασφαλείας μέσα και έξω από την τράπεζα κατέγραψαν έναν μαυροφορεμένο άνδρα. Μαύρο φούτερ, μαύρο παντελόνι, μαύρα αθλητικά παπούτσια αντίτας με λευκή σόλα ενώ είχε σηκώσει την κουκούλα του για να κρύψει όσο μπορούσε το πρόσωπό του. Στο υλικό φαινόταν να παρκάρει ένα μαύρο Honda απέναντι από την τράπεζα να κάνει την ανάληψη και λίγα λεπτά μετά να γυρνάει στο αυτοκίνητο και να απομακρύνεται Μια μισή ώρα αργότερα το ίδιο Honda εμφανίστηκε ξανά σε μια άλλη κάμερα ασφαλείας σε διασταύρωση του New Rochelle Και τότε ήταν που οι αστυνομικοί διέκριναν καθαρά την πινακίδα κυκλοφορίας Η πινακίδα έδειξε πως το αυτοκίνητο ανήκε σε μια εταιρεία ενοικιάσεων στο Queens της Νέας Υόρκης Είχε νοικιαστεί από τις 28 έως τις 29 Ιανουαρίου, δηλαδή το χρονικό διάστημα ακριβώς κατά το οποίο η Βάλερη εξαφανίστηκε.
Το άτομο στο οποίο είχε γίνει η ενοικίαση αποκλείστηκε γρήγορα ως ύποπτος. Ωστόσο η εταιρεία ενοικίασης επέτρεπε στον βασικό πελάτη να δηλώσει και επιπλέον εξουσιοδοτημένους οδηγούς οι οποίοι μπορούσαν και αυτοί να χρησιμοποιήσουν το αμάξι Και ένας από αυτούς ήταν ο Χαβιέρντα Σίλβα Ρόχας Το όνομά του όμως δεν ήταν άγνωστο στους αστυνομικούς Από τις καταθέσεις της οικογένειας και των φίλων της Βάλερη είχαν μάθει ήδη ότι επρόκειτο για έναν πρώην σύντροφό της.
Οι δυο τους είχαν γνωριστεί μέσω μιας ιστοσελίδας γνωριμιών και είχαν σχέση περίπου τρεις μήνες, μέχρι που χώρισαν τον Απρίλιο του 18. Ο 24χρονος Χαβιέρτα Σίλιβα Ρόχας είχε μεγαλώσει σε μια εύπορη περιοχή του Καράκα στην Βενιζουέλα. Το 17 μετακόμισε στις Ηνωμένες Πολιτείες. Όταν όμως έληξε το επιτρεπόμενο διάστημα παραμονής του, δεν έφυγε από τη χώρα.
Εγκαταστάθηκε μόνιμα στο φλάσινγκ της Νέας Υόρκης, όπου εργάστηκε αρχικά σε εταιρεία καθαρισμού και αργότερα ως μπαρίστα σε καφετέρια. Οι περισσότεροι που τον γνώριζαν μιλούσαν με καλά λόγια για εκείνον και τον περιέγραφαν ως έναν ευγενικό και συμπονητικό άνθρωπο. Η Νόρμα όμως, η μητέρα της Βάλερη, είχε σχηματίσει μια εντελώς διαφορετική εικόνα.
Ο Χαβιέρ ήταν χειριστικός, ελεγκτικός και δεν δεχόταν το όχι ως απάντηση. Όταν είχε σχέση με την Βάλερη της είχε πει ότι η μητέρα του στην Βενεζουέλα πέθαινε από καρκίνο Δεν έγινε ποτέ γνωστό αν αυτό ήταν αλήθεια Η Νόρμα πάντως πίστευε ότι χρησιμοποιούσε αυτή την ιστορία για να προκαλεί τον νύκτο της κόρης της Και να εκμεταλλεύεται την ευαισθησία της ώστε να περνάει έτσι περισσότερο χρόνο μαζί της και να την επηρεάζει ευκολότερα Με τον καιρό όμως η ίδια η Βάλερη άρχισε να αντιλαμβάνεται ότι ο Χαβιέρ έβλεπε τη σχέση τους πολύ πιο σοβαρά από ότι εκείνη Οι δυο τους δεν ήθελαν τα ίδια πράγματα, δεν ήταν στο ίδιο μήκος κύματος και αυτό δημιουργούσε εντάσεις Ο Χαβιέρ επιθυμούσε μια πιο σοβαρή δέσμευση ενώ η Βάλερη δεν ήταν έτοιμη για κάτι τέτοιο Έτσι τον Απρίλιο του 18 αποφάσισε να τερματίσει την σχέση τους Ο χωρισμός όμως δεν ήταν εύκολος Ο Χαβιέρ αντέδρασε έντονα και η στάση του έγινε τόσο πιεστική Ώστε η Βάλερη τελικά τον μπλόκαρε από το κινητό της και σε όλα τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης
Εκείνος όμως δεν φάνηκε να αποδέχεται αυτή την απόφαση Ακόμα και αρκετούς μήνες μετά έψαχνε αφορμές για να επικοινωνήσει μαζί της. Μία φορά της έστειλε email υποστηρίζοντας ότι είχε χρησιμοποιήσει κατά λάθος τα στοιχεία της κάρτας της και ότι ήθελε να της γυρίσει τα χρήματα. Η Βάλερη δεν ήθελε καμία έπαφη μαζί του. Επέλεξε να επικοινωνούν μόνο μέσω κοινών φίλων και ξεκαθάρισε μάλιστα σε έναν από αυτούς με γραπτό μήνυμα ότι δεν ήθελε να του μιλήσει ποτέ ξανά ούτε να έχει οποιαδήποτε σχέση μαζί του Μετά από εκείνο το περιστατικό όλα έδειχαν πως ο Χαβιέρ είχε επιτέλους αποδεχτεί τον χωρισμό και είχε σταματήσει να την ενοχλεί Τουλάχιστον έτσι πίστευαν όλοι Καθώς ο χωρισμός τους είχε γίνει σχεδόν έναν χρόνο πριν από την δολοφονία της, οι αστυνομικοί δεν έδωσαν αρχικά ιδιαίτερη βαρύτητα στον Χαβιέρ γιατί την προσοχή τους την είχε τραβήξει ο τελευταίος πρώην συντροφός της, μιας και ο δικός τους χωρισμός ήταν πιο πρόσφατος Οι αστυνομικοί επιβεβαίωσαν την ταυτότητά του όταν βρήκαν τους λογαριασμούς τους στα social media
Η φωτογραφία προφίλ του ταιριάζε απόλυτα με ένα σκίτσο του που είχαν βρει κρυμμένο στο διαμερισμά της. Αλλά γιατί ένας άνθρωπος που είχε χωρίσει με την Βάλερη έναν χρόνο νωρίτερα χρησιμοποιούσε την κάρτα της για να κάνει αναλήψεις μέσα στη νύχτα λίγες μόλις τα ώρες μετά την εξαφανισή της. Οι detective άρχισαν να εξετάσουν τις κινήσεις του και ανέλησαν το υλικό από τις κάμερες ασφαλείας της πολυκατοικίας όπου έμενε.
Στις 28 Ιανουαρίου, 11 παρα 10 το βράδυ, ο Χαβιέρ έφυγε από το διαμέρισμά του φορώντας ακριβώς τα ίδια ρούχα με τον άντρα που ήταν στις κάμερες της τράπεζας. Η ομοιότητα ήταν τόσο μεγάλη που πλέον ήταν βέβαιο ότι επρόκειτο για το ίδιο πρόσωπο. Το επόμενο πρωί στις 10 παρατέταρτο πάλι οι κάμερες τον κατέγραψαν να γυρνάει στο διαμερισμά του.
Αυτή τη φορά όμως φορούσε ένα μακρύ μπες παλτό και κρατούσε ένα ταξιδιωτικό σακίδιο. Λίγα λεπτά μετά έφυγε αλλά χωρίς το σακίδιο. Οι ερευνητές εκτιμούσαν ότι είχε αλλάξει ρούχα και είχε ξεφορτωθεί αυτά που φορούσε νωρίτερα. 6 Φεβρουαρίου, μία ημέρα αφότου εντοπίστηκε η σωρός της Βάλερη, ο Χαβιέρ πήγε πάλι στην εταιρεία ενοικίας αυτοκινήτων στο Φλάσιν και νίκιασε ξανά το ίδιο μαύρο Honda που είχε χρησιμοποιήσει λίγες ημέρες νωρίτερα.
Τα δεδομένα τοποθεσίας από την υπηρεσία Google έδειξαν πως το κινητό του συνδέθηκε πολλές φορές σε δίκτυα Wi-Fi ενός πλυντηρίου αυτοκινήτων στο Μπρόγκς. Γιατί ο Χαβιέρ είχε πάει το αυτοκίνητο εκεί για σχολαστικό καθαρισμό. Τούτο επιστρέψει στην εταιρεία η Νικιάσεων λίγες ώρες μετά. Οι ερευνητές εκτιμούσαν ότι προσπαθούσε έτσι να εξαφανίσει τυχόν ίχνη ή αποδεικτικά στοιχεία που είχαν μείνει στο εσωτερικό του αμαξιού.
11 Φεβρουαρίου και οι αστυνομικοί συλλαμβάνουν τον Χαβιέρ για την κλοπή της κάρτας της Βάλερη και όχι για την δολοφονία της. Ξεκίνησαν την ανάκρισή του και παράλληλα έβγαλαν ένταλμα για το διαμερισμά του. Μέσα στο πορτοφόλι που είχε πάνω του βρέθηκαν δύο αντικείμενα που δεν θα έπρεπε κανονικά να βρίσκονται στην κατοχή του.
Η άδεια οδήγηση της Βάλερη και η χρειοστική της κάρτα. Από τα πρώτα λεπτά της ανάκρισης, η εξηγήση του Χαβιέρ δεν έπιθαν. Άλλαζε συνεχώς την ιστορία του, δίνοντας κάθε φορά και μία διαφορετική εκδοχή. Αρχικά έποστηρίξη ότι είχε βρει τυχαία το πορτοφόλι της στον δρόμο καθώς γυρνούσε από ένα μπαρ στο Μανχάταν Μάλιστα ισχυρίστηκε ότι μέσα στο πορτοφόλι βρήκε ένα χαρτάκι με τον κωδικό πιν της κάρτας Και έτσι έκανε ανάληψη χρημάτων Στην συνέχεια είπε ότι είχε αναδει τη Βάλερη από τις αρχές του 18 Τα δεδομένα από το κινητό του όμως έδειχναν ακριβώς το αντίθετο Αντιμέτωπος με όλα αυτά τα στοιχεία, ο Χαβιέρ παραδέχτηκε Το βράδυ της 28ης Ιανουαρίου είχε πάει με τον οικιασμένο αυτοκίνητό του στον Ιουροσέλ Προσπάθησε όμως να πείσει τους detective ότι είχε πιει τόσο πολύ ώστε έπαθε blackout και δεν θυμόταν τίποτα από εκείνη τη νύχτα Οι αστυναμικοί τότε του έδειξαν φωτογραφίες από την σωρό της Βάλερη Και ο Χαβιέρ άλλαξε ξανά την κατάθεσή του λέγοντας πως όλα ήταν ένα τραγικό ατύχημα.
Σύμφωνα με αυτή τη νέα ιστορία του, το βράδυ της 28ης Ιανουαρίου, ναι, είχε πάει στο διαμέρισμά της. Παρόλο που είχαν χωρίσει, ισχυρίστηκε ότι οι δυο τους έκαναν σεξ και ότι κατά την διάρκεια της πράξης η Βαλερή έπεσε. Χτύπησε στο κεφάλι και έχασε τις αισθήσεις της. Όπως είπε πανικοβλήθηκε. Πίστεψε ότι είχε πεθάνει και φοβήθηκε πως όλοι θα θεωρούσαν εκείνον υπεύθυνο.
Στη συνέχεια περιέγραψε όσα πάντα σύμφωνα με τον ίδιο έκανε στον πανικό του. Έδεσε την Βάλερη με ταινία συσκευασίας και σπάνγκο που βρήκε στο διαμέρισμα ώστε το σώμα της να χωράει πιο εύκολα στην βαλίτσα. Στη συνέχεια της έκλεισε το στόμα με πολλές τρώσεις ταινίας επειδή όπως ισχυρίστηκε βόταν μήπως φωνάξει Έπειτα την έβαλε μέσα σε μια βαλίτσα που όπως είπε είχαν χρησιμοποιήσει παλιά σε ένα ταξίδι όταν ήταν ακόμα ζευγάρι Την έβαλε στο πορπαγκάς του αυτοκίνητου και οδήγησε για αρκετή ώρα μέχρι που τελικά την πέταξε στην άκρηνος δρόμου εκεί όπου βρέθηκε λίγες ημέρες μετά.
Επιστρέφοντας στη Νέα Υόρκη είπε πως πέταξε το κινητό της από μια γέφυρα αλλά κράτησε το κίνδυλ της και ένα από τα μαξιλάρια της. Η ιστορία αυτή όμως είχε πολλά κενά. Η Βάλερη είχε κόψει κάθε επαφή μαζί του μήνες πριν. Είχε ξεκαθαρίσει ότι δεν ήθελε καμία σχέση μαζί του. Είναι λοιπόν πολύ δύσκολο να πιστέψει κανείς ότι αν ο Χαβιέρ εμφανιζόταν ξαφνικά έξω από το σπίτι της αργά το βράδυ θα τον καλούσε μέσα.
Ιδιαίτερα αν σκεφτεί κανείς ότι τις τελευταίες ημέρες ζούσε με τον φόβο πως κάποιος ήθελε να την σκοτώσει. Υπήρχε όμως και κάτι άλλο που οι detective δεν μπορούσαν να αγνοήσουν. Αν ο ίδιος πίστευε ότι η Βάλερη ήταν ήδη νεκρή, τότε γιατί της έκλεισε το στόμα με τόσες τρώσεις ταινίας για να μην φωνάξει. Το ίδιο προβληματική ήταν και η εξήγησή του τα τραυματά της.
Γιατί ο Χαβιέρ επέμενε ότι όλα προκλήθηκαν από πτώση. Η νεκροψία όμως έδειξε μια εντελώς διαφορετική εικόνα. Συμβατή με συνεχόμενο ξυλοδαρμό και όχι με ένα απλό πέσιμο Ο Χαβιέρ δεν είχε πλέον καμία πιστική απάντηση Το μόνο που επαναλάμβανε ήταν πως είχε πανικοβληθεί Και ότι η κατάσταση στην οποία βρισκόταν εκείνη τη νύχτα Εξηγούσε όλες τις παράξενες ενεργές του Μετά την σύλληψή του, οι αστυνομικοί εξέτασαν το κινητό του Τα δεδομένα τουποθεσίας αλλά και το δείγμα DNA που είχαν λάβει.
Το κινητό του ήταν άλλο ένα κεφάλαιο από μόνο του. Λίγες ημέρες πριν από την εξαφάνιση της Βάλερη, είχε ανταλλάξει μηνύματα με μια γυναίκα με την οποία φαίνεται πως είχε ερωτική σχέση. Σε ένα από αυτά έγραφε. «Μόλις έπιασα την πρώην μου να κάνεις σεξ στο κρεβάτι μου με τον γείτονα στον Ιουροσέλ. Μετά από τόσα χρόνια. Αν ο Χαβιέρ και η Βάλερη είχαν διακόψει κάθε επαφή γιατί βρισκόταν έξω από το σπίτι της, 24 χιλιόμετρα μακριά από το δικό του Ίσως την παρακολουθούσε, αδυνατώντας να αποδεχτεί ότι η σχέση τους είχε τελειώσει Ακόμα και ο τρόπος με τον οποίο περιέγραφε το περιστατικό ήταν αποκαλυπτικός Ανακαλυπτικός. Έγραφε στο μήνυμα «στο κρεβάτι μου», παρότι δεν είχε ζήσει ποτέ στο διαμέρισμα της Βάλερη.
Στο μυαλό συνέχιζε να την θεωρεί δική του και δεν είχε συμφιλειωθεί ποτέ με τον χωρισμό τους. Λίγο μετά τα μεσάνυχτα το κινητό του τον έδειχνα να είναι 60 μέτρα από το διαμέρισμά της. Αμέσως ενεργοποίησε την λειτουργία πτήσης, διακόπτοντας έτσι κάθε καταγραφή της τοποθεσίας του μία συνειδητή και προμελετημένη προσπάθεια να καλύψει τα ίχνη του Τι ακριβώς συνέβη όταν έφτασε στο σπίτι της δεν έχει γίνει γνωστό Δεν γνωρίζουμε αν εκείνη του άνοιξε την πόρτα πιστεύοντας ότι απλά ήθελε να μιλήσουν ή αν ο Χαβιέρ μπήκε στο διαμέρισμα με την βία Το DNA του πάντως βρέθηκε σε δείγματα που πήραν από το σώμα της Βάλερη, γεγονός που έδειχνε ότι υπήρξε κάποιου είδους σεξουαλική επαφή.
Γενετικό υλικό του εντοπίστηκε και στις χειρολαβές της βαλίτσας, αλλά και κάτω από τα νύχια της. Έβριμα που ενίσχυε την πεποίθηση ότι είχε προηγηθεί πάλι και ότι η Βάλερη προσπάθησε να αμυνθεί. Σύμφωνα με όσα προέκυψαν οι δυο τους λογομάχησαν και η κατάσταση γρήγορα ξέφυγε από τον έλεγχο Ο Χαβιέρ της επιτέθηκε σεξουαλικά, την χτύπησε, την έδεσε με ταινία συσκευασίας και σπάνκο που βρήκε και στην συνέχεια την έκλεισε μέσα στην βαλίτσα όσο η Βάλερη ήταν ακόμα ζωντανή Πριν φύγει όμως καθάρισε το διαμέρισμα κάτι που εξηγεί γιατί οι αστυνομικοί βρήκαν ελάχιστα ίχνη όταν το ερεύνησαν Τρεις ώρες μετά το κινητό της σταμάτησε να μεταδίδει δεδομένα κάτι που δείχνει ότι και αυτό μπήκε σε λειτουργία πτήσης Ο Χαβιέρ πέρασε περισσότερο από μία ώρα ψάχνοντας το κινητό της.
Άνοιξε τις σημειώσεις της, τις φωτογραφίες της, το ιστορικό και τα δεδομένα τοποθεσία της, όσο η Βάλερη ήταν μέσα στην βαλίτσα. Τότε ο Χαβιέρ άνοιξε την βαλίτσα, την έλυσε προσωρινά για να χρησιμοποιήσει το αποτύπωμα του αντίχειρά της, ώστε να ξεκλειδώσει την εφαρμογή της τράπεζας και να ελέγξει το υπόλοιπο του λογαριασμό της.
Και μετά την έδεσε ξανά. Κανείς δεν ξέρει όμως αν τότε ήταν ζωντανή ή αν είχε ξεψυχήσει. Και εκείνη την στιγμή ήταν που πήγε στην τράπεζα και έκανε ανάληψη με τις κάμερες να τον καταγράφουν. Λίγο μετά τις 6.30 το πρωί το κινητό του άρχισε πάλι να καταγράφει δεδομένα Τα στοιχεία έδειχναν ότι κινούνταν συνεχώς ανάμεσα στη Νέα Υόρκη και στο Κονέκτικατ Σαν να αναζητούσε ένα σημείο όπου θα μπορούσε να πετάξει την βαλίτσα χωρίς να γίνει αντιληπτός Έβαλε πάλι το κινητό του σε λειτουργία πτήσης και σταμάτησε στο Greenwich όπου άφησε την βαλίτσα Εκεί παρέμεινε για περίπου δύο εβδομάδες μέχρι που εντοπίστηκε τυχαία από το συνεργείο συντήρησης Μόνο όταν επέστρεψε στο Queens ενεργοποίησε ξανά το κινητό του Θεωρούσε ότι είχε απομακρυνθεί αρκετά από τον τόπο του εγκλήματος και ότι δεν χρειαζόταν άλλο να κρύβει τις κινήσεις του Τις επόμενες δύο ημέρες άρχισε να χρησιμοποιεί την κάρτα της, κάνοντας διαδοχικές αναλήψεις ύψους 5.350 δολαρίων, παίρνοντας όλα της τα χρήματα
Από το προσωπικά αντικείμενα της Βάλερη που έλειπαν, οι ερευνητές πίστευαν πως τα σκεπάσματα χρησιμοποιήθηκαν είτε για να απορροφηθεί το αίμα, είτε για να καθαριστούν τα ίχνη που είχαν μείνει και στην συνέχεια πετάχτηκαν και δυστυχώς δεν βρέθηκαν ποτέ. Το iPad της Βάλερη όμως, αντί ο Χαβιέρ να το κρατήσει, το αντάλλαξε μέσα από μια διαδικτυακή πλατφόρμα αγοραπολισσιών με μια οθόνη Apple και ένα λάπτοπ.
Και σαν να μην έφτανε αυτό, αφού απέκτησε αυτές τις νέες συσκευές, φωτογραφήθηκε μαζί τους και έδειξε την φωτογραφία στον συγκάτοικό του λέγοντας του ότι απλά της είχε βρει κάπου. Στο τέλος ο Χαβιέρ παραδέχτηκε ότι εκείνος σκότωσε την Βάλερη. Ομολόγησε ότι ενώ βρισκόταν στο διαμέρισμά της, οι δυο τους λογοπάχησαν και την γρονθοκόπησε επανειλημμένα στο κεφάλι.
Όταν την έβαλε στην βαλίτσα, η νεαρή κοπέλα ήταν ακόμα ζωντανή. Μετά την ομολογία του, η στάση του άλλαξε Στις ανακρίσεις και στις συμφανίσεις του στο δικαστήριο έκλαιγε Ζητούσε συνεχώς συγνώμη και επέμενε ότι δεν είχε ποτέ σκοπό να την σκοτώσει Υποστήριζε μάλιστα ότι είχε προσπαθήσει επανειλημμένα να την επαναφέρει στην ζωή Έφτασε μάλιστα στο σημείο να ισχυριστεί πως οι αναλήψεις χρημάτων που έκανε δεν είχαν ως στόχο τα χρήματα, αλλά πως τις έκανε σκόπιμα, ώστε οι αστυνομικοί να βρουν τα ίχνη του.
Στον Χαβιέρ ασκήθηκε δίωξη για απαγωγή που οδήγησε σε θάνατο της Βάλερη Ρέγγες. Οι δικηγόροι του προσπάθησαν να τον παρουσιάσουν ως έναν άνθρωπο που δεν είχε απασχολήσει ποτέ τις αρχές. Δεν είχε πεινικό μητρό και πως απλά ήταν ένας φτωχός νεαρός που εργαζόταν σκληρά και ζούσε μια ήσυχη ζωή. Προσπάθησαν να πείσουν ότι το έγκλημα ήταν αποτέλεσμα της έντονης ψυχολογικής πίεσης που βίωνε επειδή ήταν μακριά από την οικογένειά του και επειδή ταυτόχρονα είχε εξαρτηθεί από τα ναρκωτικά.
Στις 5 Φεβρουαρίου του 2020 ο Χαβιέρντας Σίλβα Ρόχας δήλωσε ένοχος. Το δικαστήριο τον καταδίκασε σε 30 χρόνια, ενώ μετά την αποφυλακισή του θα παραμείνει για δύο ακόμη χρόνια υποδικαστική επιτήρηση. Η μητέρα της Βάλερη, η Νόρμα, είπε στο δικαστήριο «Το μόνο που σου αξίζει είναι πόνος και απόρριψη. Θέλω να ακούσεις τα λόγια μιας μητέρας, της οποίας κατέστρεψες την ζωή παίρνοντας το παιδί της».
Όταν αποφυλακιστεί ο Χαβιέρ θα είναι περίπου 55 ετών Ωστόσο σύμφωνα με την υπηρεσία μετανάστευσης μετά την έκτηση της ποινής του είναι πολύ πιθανό να απελαθεί και να γυρίσει στην Βενεζουέλα Η Βάλερη όμως δεν θα γυρίσει ποτέ στην αγκαλιά των δικών της Είχαν ονόμα, είχαν οικογένεια, είχαν σχέδια για το μέλλον. Οι βαλίτσες μπορεί να έκρυψαν τα σώματά τους, όχι όμως και την αλήθεια, γιατί αργά ή γρήγορα όλες άνοιξαν.
Και μαζί τους αποκαλύφθηκαν οι ιστορίες ανθρώπων που κάποιοι προσπάθησαν να εξαφανίσουν, αλλά δεν τα κατάφεραν ποτέ. Σας ευχαριστώ που και σήμερα με ακούσατε Να είστε καλά και τα λέμε στον επόμενο εφιάλτη
Σχόλια
Χωρίς σχόλιαΣυνδεθείτε για να συμμετάσχετε στη συζήτηση
Σύνδεση για ΣχολιασμόΔεν υπάρχουν σχόλια ακόμα