Double Trouble - Κομμάτια
True Crime Αλα ΕλληνικάΣχετικά με αυτό το επεισόδιο
Ένα σώμα μπορεί να κοπεί, να κρυφτεί, να μεταφερθεί, να καεί.
Και τότε είναι που έχεις μπει σε κάτι πιο σκοτεινό.
Τότε είναι που ξεπερνιούνται τα όρια.
Δεν προσπαθείς πια μόνο να κρύψεις αυτό που έκανες.
Προσπαθείς να εξαφανίσεις τον άνθρωπο που υπήρξε.
Την υπόστασή του.
Το μυαλό του.
Το πνεύμα του.
Την ψυχή του.
Μόνο που κάπου σε περιμένει η δικαιοσύνη.
Και αυτή είναι που θα κάνει κομμάτια τις αυταπάτες σου.
Αυτόματη μεταγραφή — ενδέχεται να περιέχει λάθη.
Προτού ξεκινήσω το σημερινό επεισόδιο, οφείλω να σας προεδοποιήσω πως περιέχει πολύ σκληρές περιγραφές, καθώς και σε θέματα ψυχικής υγείας. Σας προτρέπω να μην προχωρήσετε στην ακροασίτου, εάν είστε ευαίσθητοι σε τέτοια θέματα. Υπάρχει κάτι ιδιαίτερα ανατριχιαστικό στην ιδέα ενός σώματος που δεν είναι πια ολόκληρο. Ίσως γιατί έχουμε μάθει να συνδέουμε το σώμα με την ίδια την ύπαρξη του ανθρώπου και με όλα αυτά που τον κάνουν αναγνωρίσιμο Όταν αυτό διαμελίζεται καταστρέφεται και η φυσική του μορφή αλλά και οτιδήποτε ανθρώπινο Μια ψυχρή και μεθοδική πράξη, άλλοτε σχεδιασμένη, άλλοτε μέσα σε πανικό Όμως όσο και αναλυωθεί το σώμα παραμένει γεμάτο πληροφορίες Ένα οστό, ένα δόντι, ένα ίχνος αίματος, ένα τοσοδούλη μικρό κομματάκι ιστού μπορούν να κρύβουν μέσα τους όσα κάποιος προσπάθησε να εξαφανίσει Οι δολοφόνοι πιστεύουν ότι αν διαλύσεις το σώμα μπορείς να διαλύσεις και την ιστορία του Μόνο που οι ιστορίες των αθώων δεν χάνονται πάντα τόσο εύκολα.
...ότι και να την χτυπήσεις. Και την χτυπήσατε με τι? Με σκοτσάμι. Είμαστε όλοι δίκαιοι, σε κάποιο τρόπο ή άλλο. όλο τον κόσμο για να ξετυλίξουμε μαζί σελίδες από γνωστά και άγνωστα εγκλήματα, serial killers και άλλοι τες υποθέσεις. Είμαι η Μυρτώ και κάθε εβδομάδα θα βουτάμε στο σκοτάδι του ανθρώπινου μυαλού. Η Καχόρια Ταράση μεγάλωσε στην Ιτσικάουα, στην επαρχία Τσίμπα της Ιαπωνίας, μαζί με την οικογένειά της.
Για αρκετά χρόνια έμεναν όλοι στην ίδια περιοχή, μέχρι που η οικογένεια άρχισε να αλλάζει. Ο αδερφός της έφυγε όταν παντρεύτηκε, ενώ ο πατέρας της αρρώστησε σοβαρά και πέθανε λίγα χρόνια μετά. Μετά τον θάνατό του στο διαμέρισμα κοντάν στην περιοχή Μινάμιγκιοτόκου έμειναν η Καχόρη και η μητέρα της, η Χιρόκο. Η Χιρόκο ήταν 75 ετών, μία χαροπή και πρόσχαρη γυναίκα που χαιρετούσε πάντα τους γειτονές της και δεν είχε δημιουργήσει ποτέ πρόβλημα στην γειτονιά.
Η σχέση της με την κόρη της ήταν φυσιολογική. Δεν υπήρχαν αναφορές για καυγάδες, φωνές ή συγκρούσεις μέσα στο σπίτι. Η Καχώρη, από την άλλη, είχε για χρόνια μία αρκετά δραστήρια επαγγελματική ζωή. Δούλευε στον χώρο της γυμναστικής και παρέδιδε μαθήματα ζούμπα και γιόγκα Ως γυμνάστρια ήταν πάντα γεμάτη ενέργεια, κοινωνική και αρκετά αγαπητή στα μέλη του γυμναστηρίου Εκτός δουλειάς όμως ήταν πιο κλειστή Δεν είχε ιδιαίτερες σχέσεις με τους γείτονες Και η μητέρα της ήταν ο άνθρωπος με τον οποίο περνούσε το μεγαλύτερο μέρος της μέρας της Τους τελευταίους μήνες κάτι άρχισε να αλλάζει στην ζωή της.
Σταμάτησε να δουλεύει στο γυμναστήριο και η καθημερινότητά της άλλαξε δραματικά. Άρχισε να ασχολείται έντονα με τον πνευματισμό, τα μέντιου και είχε την ιδέα ότι ίσως μπορούσε και η ίδια να αποκτήσει κάποια μορφή πνευματικής δύναμης. Στα social media ακολουθούσε ανθρώπους που αυτοπαρουσιάζονταν ως πνευματικοί καθοδηγητές Σχολίαζε αναρτήσεις και αναζητούσε περιεχόμενο γύρω από τον πνευματισμό και την πνευματική μεταμόρφωση Απομονώθηκε σχεδόν εντελώς Φτάνοντας σε μια κατάσταση που στην Ιαπωνία είναι γνωστή ως χικικομόρι Το χικικομόρι είναι η απονικός όρος που περιγράφει την ακραία κοινωνική απομόνωση.
Ένα άτομο αποσύρεται από την κοινωνική ζωή και περνάει το μεγαλύτερο μέρος του χρόνου στο σπίτι, συχνά ακόμα και σε ένα μόνο δωμάτιο, για μεγάλο χρονικό διάστημα. Η απομόνωση συνήθως κρατάει τουλάχιστον έξι μήνες, με πολύ περιορισμένη συμμετοχή σε σχολείο, εργασία ή κοινωνικές σχέσεις. Στις 24 Ιουνίου του 1923 και ενώ η 75χρονη Χιρόκο κοιμόταν, η Καχόρη μπήκε ήσυχα στο υπνοδωμάτιό της.
Τήλιξε τα χέρια της γύρω από τον λαιμό της μητέρας της και άρχισε να πιέζει. Η Χιρόκο δεν ξύπνησε. Τα χέρια της Χακόρη έσφυγαν. Η πίεση συνεχίστηκε μέχρι που η Χιρόκο άρχισε να πνίγεται. Τα γέρικα δάχτυλά της μάταια προσπαθούσαν να ξεκολλήσουν τα γυμνασμένα χέρια της κόρης της. Τα μάτια της άνοιξαν γουρλωμένα και όσο σκοτίνιαζαν κοίταζαν την Καχόρη.
μέχρι που το σώμα της Χιρόκο έπαψε να αντιδρά και η καρδιά της σταμάτησε να χτυπάει. Μετά τον θάνατό της η Καχόρη μετέφερε το σώμα της μητέρας της στο μπάνιο. Πήρε ένα μαχαίρι από την κουζίνα και άρχισε να το τεμαχίζει μέσα στην μπανιέρα μια διαδικασία που μάλιστα πήρε ολόκληρες ώρες. Έκοψε το κεφάλι, έκοψε τα πόδια και τα χώρισε Και ο κορμός της χειρόκο κόπηκε σε αρκετά μικρότερα κομμάτια Στην συνέχεια έβαλε τα μέλη της μητέρας της σε λευκές πλαστικές σακούλες και τα άφησε μέσα στο διαμέρισμα Άλλες στο μπάνιο και άλλες σε διαφορετικά σημεία του σπιτιού 28 Ιουνίου του 1923 και το πρωί η Καχόρη επικοινώνησε με ένα συγγενικό της πρόσωπο Λίγο αργότερα ο συγγενής της την συνόδευσε σε ένα κομπάν ένα τοπικό μικρό αστυνομικό σταθμό που υπάρχει σε κάθε Ιαπωνική γειτονιά Και τότε άρχισε να ξετυλίγεται η πραγματική φρίκη Ο συγγενής είπε στους αστυνομικούς ότι η Καχόρη του είχε αποκαλύψει η ίδια πως είχε στραγγαλίσει την μητέρα της.
Η ίδια παραδέχτηκε στους αστυνομικούς ότι είχε σκοτώσει την Χιρόκο ενώ κοιμόταν και ότι στην συνέχεια χρησιμοποίησε ένα μαχαίρι για να τεμαχίσει το σώμα της. Οι αστυνομικοί έτρεξαν αμέσως στο διαμέρισμα. Με τρόμο μέσα στην μπανιέρα βρήκαν λευκές πλαστικές σακούλες με ανθρώπινα λείψανα Καθώς συνέχιζαν να ψάχνουν το σπίτι εντόπισαν και άλλες σε διαφορετικά σημεία του σπιτιού Συνολικά ήταν πάνω από δέκα Βρήκαν το κεφάλι, τμήματα από τα πόδια, κομμάτι από τον μυρό και μέρη από τον κορμό Όμως διαπίστωσαν ότι η σωρός της Χιρόκο δεν ήταν ολόκληρη Έλειπαν ο ισοφάγος και η ουροδόχος κίστη της μαζί με άλλα τμήματα του σώματος που δεν βρέθηκαν ποτέ Κατά την διάρκεια της ανάκρισης η Καχόρη είπε στους αστυνομικούς ότι είχε φάει μέρος από το σώμα της μητέρας της Δεν έγινε ποτέ γνωστό ποια ακριβώς κομμάτια εννοούσε και δεν επιβεβαιώθηκε ότι τα άργανα που έλειπαν ήταν αυτά που είχε καταναλώσει.
Τους είπε ότι πίστευε πως μέσα από αυτήν την πράξη θα μπορούσε να φτάσει σε ένα ανώτερο πνευματικό επίπεδο και τελικά να γίνει μέντιου. Η Καχόρη αρχικά συνελήφθη για τις πράξεις που αφορούσαν τον τεμαχισμό και την εγκατάλειψη της σωρού. Στις 30 Ιουνίου έγινε η νεκροψία και την επόμενη ημέρα επιβεβαιώθηκαν και επίσημα πως τα λείψανα ανήκαν στην Χιρόκο.
Ο θάνατός της ασφυξία ύστερα από πίεση στον λαιμό. Στις 19 Ιουλίου η Καχόρη συνελήφθη ξανά. αυτή τη φορά για την δολοφονία της μητέρας της. Από εκεί και μετά άρχισαν να εξετάζουν πιο προσεκτικά την ψυχική της κατάσταση. Οι πεπιθήσεις που είχε αναπτύξει αλλά και ο τρόπος με τον οποίο εξηγούσε το έγκλημα οδήγησαν σε ψυχιατρική αξιολόγηση ώστε να διαπιστώσουν αν μπορούσε να θεωρηθεί ποινικά υπεύθυνη για όσα είχε κάνει.
Στις 10 Νοεμβρίου του 1924 η εισαγγελία αποφάσισε να μην ασκήσει ποινική δίωξη εναντίον της καθώς κατέληξαν στο συμπέρασμα ότι η Καχώρη αντιμετώπισε σοβαρό πρόβλημα ψυχικής υγείας και ότι δεν είχε την απαραίτητη ικανότητα να κατανοήσει πλήρως όλες αυτές τις πράξεις της. Έτσι η υπόθεση δεν πήγε σε δίκη και στην Καχώρη δεν επιβλήθηκε ποινή φυλάκιση για τον φόνο Για το τι συνέβη μετά δυστυχώς δεν υπάρχουν δημόσια διαθέσιμες πληροφορίες Το πιθανότερο είναι ότι ακολούθησε κάποια μορφή ψυχιατρικής θεραπείας όπως προβλέπεται στην Ιαπωνία Αλλά από εκεί και πέρα τα ίχνη και η ιστορία της Καχώρη χάνονται εντελώς Η Χιρόκο πέθανε μέσα στο ίδιο σπίτι όπου ζούσε με την κόρη της.
Η Καχόρη μπορεί να παραδέχτηκε όσα είχε κάνει, όμως πολλά από όσα συνέβησαν πίσω από την πόρτα του διαμερίσματος τελικά έμειναν ατιμώρητα. Ο ίδιος ο Σουσίλη είχε από νωρίς μεγάλα σχέδια την ζωή του. Ήθελε να ανέβει κοινωνικά, να αποκτήσει επιρροή και κυρίως να χτίσει μια σοβαρή πολιτική καριέρα. Στο Πανεπιστήμιο του Δελχία έτσι μετατράπηκε σε έναν χαρισματικό φοιτητικό ηγέτη.
Ήξερε να δημιουργεί γνωριμίες από το μηδέν, να τραβάει ανθρώπους γύρω του και να κερδίζει υποστηρικτές. Όσοι όμως τον ήξεραν ανέφεραν και μια σκοτεινή πλευρά του Ήταν εξαιρετικά φιλόδοξος, αρκετά επιθετικός όμως όταν κάτι δεν πήγαινε όπως ήθελε Και ήθελε πολύ έντονα να ελέγχει όσα συνέβαιναν γύρω του Η Νάινα και ο Σούσιλ είχαν αρκετά κοινά Δύο νέοι δραστήριοι, πολιτικοποιημένοι και γεμάτοι φιλοδοξίες Κινούνταν στους ίδιους κύκλους και η σχέση τους άρισε μέσα σε αυτό το περιβάλλον, ενώ το 1993 αποφάσισαν να παντρευτούν.
Ο γάμος τους όμως είχε έναν συγκεκριμένο όρο που από την αρχή έβασε την σχέση τους σε μια παράξενη κατάσταση. Έπρεπε να παραμείνει κρυφός. Ο Σουσίλ πίστευε ότι αν γινόταν γνωστό πως ήταν παντρεμένος θα μπορούσε να πληγεί η πολιτική εικόνα που προσπαθούσε να χτίσει τόσο καιρό. Θεωρούσε ότι ένας νέος και ανύπαντρος πολιτικός ήταν πιο ελκυστικός στους νεότερους ψηφοφόρους και δεν ήθελε ο γάμος του να επηρεάσει αυτήν την εικόνα.
Η Νάινα συμφώνησε να κρατήσουν τον γάμο τους μυστικό παρόλο που δεν ήταν κάτι που ήθελε πραγματικά Κανείς από το περιβάλλον τους δεν ήξερε πως ήταν παντρεμένοι Φίλοι, συγγενείς και γείτονες τους έβλεπαν ναι μεν μαζί αλλά δεν γνώριζαν την πραγματικότητα Ο γάμος τους όμως άρχισε να παρουσιάζει ρογμές Στην Άινα δεν άρεσαν οι επαφές του Σουσίλ με άλλες γυναίκες και οι καυγάδες τους ήταν συχνοί.
Εκείνος από την άλλη ήταν ζηλιάρης και εκτητικός απέναντί της. Ήθελε να ξέρει πού βρίσκεται, με ποιον μιλάει και τι κάνει όταν δεν είναι μαζί του. Είχε ζητήσει ακόμα και από ανθρώπους που εργάζονταν στο σπίτι τους να παρακολουθούν κάθε κίνησή της και να τον ενημερώνουν Για την Άινα η καθημερινότητά της είχε γίνει ασφυκτική Είχε έναν γάμο που δεν μπορούσε να ανακοινώσει δημόσια και έναν σύζυγο που προσπαθούσε να ελέγχει όλο ένα και περισσότερο την ζωή της Ως αποτέλεσμα άρχισε να απομακρύνεται από την κοινωνική της ζωή και οι τσακωμοί έγιναν πλέον καθημερινοί Εκείνη την περίοδο επικοινωνούσε με έναν παλιό γνώριμο από τα φοιτητικά της χρόνια τον Ματλούπ Καρίν Η Νάινα και ο Ματλούπ, ο οποίος ήταν τώρα παντρεμένος με παιδιά, ήταν ζευγάρι στο μακρινό παρελθόν Οι δυο τους παρόλα αυτά διατηρούσαν μία απλή φιλική σχέση και μιλούσαν συχνά πυκνά στο τηλέφωνο.
Εκείνη την περίοδο η Νάινα σκεφτόταν σοβαρά να φύγει από την Ινδία, να μετακομίσει στην Αυστραλία και να ξεκινήσει εκεί την δική της επιχείρηση. και ο Ματλούπ την βοηθούσε με πληροφορίες και συμβουλές, καθώς εκείνη προσπαθούσε να δει αν θα μπορούσε πράγματι να κάνει αυτήν την νέα αρχή. Για τον Σουσίλ όμως, οι συχνές συνομιλίες τους δεν ήταν απλώς μια φιλική επαφή.
Ήξερε ότι ο Ματλούπ ήταν πρώην της και αυτό τροφοδοτούσε την ζήλια του. Κάθε τηλεφώνημα και κάθε επαφή τον έκαναν καχύποπτο Είχε αρχίσει να πείθει τον εαυτό του ότι η Νάινα τον απατούσε Ακόμα και αν δεν υπήρχε τίποτα που να το αποδεικνύει 2 Ιουλίου 1995 βράδυ και ο Σουσίλ επέστρεψε στο σπίτι της οικογένειας Μόλις μπήκε στο σαλόνι βρήκε τη Νάινα να μιλάει στο σταθερό τηλέφωνο Εκείνη τον είδε και έκλεισε απότομα το ακουστικό.
Ο Σουσίλ πήγε αμέσως στην τηλεφωνική συσκευή, πάντησε το κουμπί «Redial» και είδε με ποιον μιλούσε στην άλλη άκρη. Ήταν ο Ματλούπ Καρύμ. Η συζήτηση που ξεκίνησε μετατράπηκε αμέσως σε έντονο καυγά. Όλη η ζήλια, η καχυποψία και η ένταση που είχαν συσσωρευτεί βγήκαν στην επιφάνεια σε κλάσμα του δευτερολέπτου Ξαφνικά ο Σουσίλ έβγαλε ένα περίστροφο και πυροβόλησε τρεις φορές προς την Άινα Η μία σφαίρα την βρήκε στο κεφάλι, η δεύτερη στον λαιμό, η τρίτη δεν την πέτυχε Η Νάινα κατέρευσε και πέθανε σχεδόν αμέσως.
Για λίγη ώρα ο Σουσίλ έκατσε ακίνητον στον καναπέ του σπιτιού τους. Ο καυγάς είχε τελειώσει, η Νάινα ήταν νεκρή και τώρα έπρεπε να βγει τρόπο να εξαφανίσει την σωρό πρωτού προλάβει κάποιος να καταλάβει τι είχε συμβεί. Την τύλιξε μέσα σε πλαστικά καλύματα και σεντόνια, την πήγε στο αυτοκινητό του και την έβαλε στο πορπαγκάζ.
Η πρώτη του σκέψη ήταν να αδρίσει μέχρι τον ποταμό Γιάμουνα και να πετάξει εκεί το σώμα. Όμως όταν έφτασε ήδη ότι υπήρχε κόσμος. Αμέσως άλλαξε σχέδιο και κατευθύνθηκε προς το Bagia Barbecue, ένα εστιατόριο το οποίο είχε συνεργατικά με τον φίλο του, Κεσσαβ Κουμάρ. Αμέσως αποκάλυψε στον Κεσσαβ ότι είχε σκοτώσει την Άινα και του ζήτησε βοήθεια για να ξεφορτωθεί το σώμα.
Στο εστιατόριο υπήρχε ένα ταντούρ, ένας παραδοσιακός κυλινδρικός πύλινος φούρνος που χρησιμοποιείται για ψήσιμο σε πολύ υψηλές θερμοκρασίες. Είχαν όμως ένα πρόβλημα. Το ανοιγμά του ήταν στενό και το σώμα της Νάινα δεν μπορούσε να χωρέσει ολόκληρο. Ο Σουσίλ άρχισε με τον μπαλτά του εστιατορίου να κόβει την σωρό στα κάτω άκρα, ώστε να μπορέσει να την χωρέσει μέσα στον φούρνο.
Το ένα το πόδι το έκοψε από τον αριστερό μυρό, ενώ το άλλο 23 εκατοστά κάτω από το γόνατο. Αφού το σώμα είχε πλέον κοπή το έβαλαν μέσα στον φούρνο και προσπάθησαν να το κάψουν Έριξαν μέσα χαρτιά, χαρτόνια και παλιά πολιτικά πανό Ενώ χρησιμοποίησαν βούτυρο για να δυναμώσουν τις φλόγες και να επιταχύνουν την καύση Η φωτιά όμως έγινε ανεξέλεγκτη Οι φλόγες ανέβαιναν ψηλά πάνω από τους τείχους του εστιατορίου και πυκνός καπνός φαινόταν από την γύρω περιοχή.
Κόσμος άρχισε να αναρωτιέται τι συμβαίνει. Αστυνομικοί που περιπολούσαν στην περιοχή είδαν την φωτιά και πλησίασαν για να ελέγξουν. Δεν βγήκαν καθόλου από το περιπολικό τους και σε απλή ερώτηση που έκαναν οι δύο άντρες τους είπαν ότι απλά έκαιγαν παλιά πολιτικά πανό. Φαίνεται πως αυτό τους ικανοποίησε και οι αστυνομικοί έφυγαν.
Η φωτιά όμως δεν έλεγε να κοπάσει. Οι φλόγες ήταν τόσο δυνατές που όσοι βρίσκονταν κοντά στο εστιατόριο άρχισαν να φοβούνται μήπως επεκταθούν και καούν ζωντανοί. Έτσι ειδοποίησαν ξανά τις αρχές. Και αυτή τη φορά οι αστυνομικοί πλησίασαν περισσότερο τον φούρνο Ταντούρ. Τότε κατάλαβαν ότι αυτό που κεγόταν δεν ήταν χαρτί Μόλις άνοιξαν το άνοιγμα του φούρνου πάγωσαν Γιατί μέσα υπήρχε ένα διαμελισμένο ανθρώπινο σώμα Η σωρός είχε ήδη καεί σε πολύ μεγάλο βαθμό Τα χέρια και τα πόδια ήταν απολύτως απανθρακωμένα Τα έντερα προεξήχαν από το σώμα ενώ σε ορισμένα σημεία φαινόταν ότι τα οστά είχαν κοπεί.
Ο Σουσίλ που στεκόταν δίπλα κατάλαβε πως δεν υπήρχε τρόπος να ξεφύγει και τρέχοντας έφυγε από το σημείο προτού οι αστυνομικοί προλάβουν να αντιδράσουν. Το σώμα της Νάινα είχε καεί τόσο πολύ ώστε ακόμα και η αναγνώρισή της ήταν δύσκολη. Οι ίδιοι οι γονείς της δυσκολεύτηκαν αρχικά να πιστέψουν ότι τα λείψανα ήταν τις κόρεις τους.
Και σαν να μην έφτανε αυτό, η πρώτη ιατροδικαστική εξέταση έκανε τα πράγματα περίπλοκα. Οι γιατροί επικεντρώθηκαν στα εκτεταμένα εγκάβματα και δεν είδαν καθόλου τα τραύματα από τις φέρες σε κεφάλι και λαιμό. Έτσι η πρώτη έκθεση των ιατροδικαστών έδωσε ως αιτία θανάτου εγκάβματα λόγω καύσης Μόνο αργότερα όταν έγινε δεύτερη νεκροψία λόγω των γονιών της Νάινα βρέθηκαν οι σφαίρες Και έγινε πλέον ξεκάθαρο ότι η γυναίκα είχε δολοφονηθεί προτού μπει στον φούρνο Ο φούρνος δεν ήταν το μέσο του φόνου. Η δεύτερη εξέταση επιβεβαίωσε ότι τα οστά στα κάτω άκρα δεν είχαν υποστεί ζημιές από τη φωτιά μόνο, αλλά είχαν κοπίες και μένα.
Παρόλα αυτά, χρόνια αργότερα, σε συνεντεύξεις που έδωσαν υψηλό βαθμά στελέχη της αστυνομίας, είπαν πως το σώμα της Νάινα δεν είχε διαμελιστεί. Αλλά γιατί. Στο Δελχή κυκλοφορούσε για καιρό ένα μυστικό. Ο Σουσίλ είχε ισχυρές πολιτικές γνωριμίες και υπήρχαν αναφορές για σχέσεις του με ανθρώπους μέσα στην αστυνομία, τόσο σε πολιτικό όσο και σε οικονομικό επίπεδο.
Κυκλοφορούσαν ακόμα και ισχυρισμοί ότι είχε υποσχεθεί χρήματα σε όσους θα τον βοηθούσαν να επανέλθει στην πολιτική. Ίσως γι' αυτό και σε ορισμένα μεταγενέστερα εινδικά δημοσιεύματα ο τεμαχισμός της Νάινα είτε αναφέρεται ελάχιστα είτε λείπει εντελώς. Τα ευρήματα της νεκροψίας όμως ήταν συγκεκριμένα. Την ώρα που αστυνομικοί και ιατροδικαστές προσπαθούσαν να καταλάβουν ακριβώς τι είχε συμβεί, ο Σουσίλ είχε ήδη εξαφανιστεί από το Δελχή.
Για μέρες ολόκληρες πήγαινε από πόλη σε πόλη προσπαθώντας να αποφύγει την αστυνομία Η υπόθεση όμως είχε λάβει τεράστια δημοσιότητα και το όνομά του βρισκόταν παντού Έτσι στις 10 Ιουλίου αποφάσισε να παραδοθεί στην αστυνομία Οι ερευνητές εντωμεταξύ είχαν ήδη συγκεντρώσει όλα τα στοιχεία εναντίον του Είχαν τις καταθέσεις των ανθρώπων που ήταν στο ειστιατόριο, τα ευρήματα από το διαμέρισμα, όπως κυλίδες αίματος, κάλικες, αλλά και τα αποτελέσματα της δεύτερης νεκροψίας.
Η δίκη ευτυχώς δεν κράτησε πολλές μέρες και ο Σουσίλ κρύθηκε ένοχος. Το ανώτατο δικαστήριο μάλιστα χαρακτηρίζει την υπόθεση ως μια εξαιρετικά σπάνια περίπτωση όπου θα μπορούσε να επιβληθεί η θενατική ποινή. Και ο Σουσίλ καταδικάστηκε σε θάνατο. Μετά όμως από χρόνια στα δικαστήρια η θενατική ποινή μετατράπηκε σε ισόβια κάθριξη που μόνο ισόβια δεν ήταν.
γιατί μετά από δύο δεκαετίες, το 2018, ο Σουσίλ αποφυλακίστηκε. Κυκλοφορεί ελεύθερος και έχει αλλάξει το όνομά του. Η Κριστίνα Λιοξίμοβιτς μεγάλωσε στο Μπίνιντζεν, μια περιοχή έξω από την βασιλεία της Ελβετίας. Καταγόταν από την Σερβία και από μικρή ηλικία μπήκε στον χώρο του μόντελινγκ. Το 2003 κέρδισε τον τίτλο Miss Northwest Switzerland και λίγα χρόνια μετά συμμετεί στον διαγωνισμό Miss Switzerland.
Για τα επόμενα χρόνια παρέμεινε στον χώρο του μόντελινγκ ως coach μοντέλων, δηλαδή προπονήτρια. Δημιούργησε το δικό της project και άρχισε να εκπαιδεύει μοντέλα και υποψήφιες καλλιστίων στην παρουσία τους πάνω στην πασαρέλα Στα social media παρουσίαζε συχνά στιγμές από τα μαθήματα της προπονήσεις της Ενώ το περιβάλλον της έλεγε πως ήταν ένα ζεστό και προσγειωμένο άτομο Μια γυναίκα αρκετά διαφορετική από την στερεοτυπική εικόνα που μπορεί να έχει κάποιος για ένα μοντέλο Το 2016 γνώρισε τον Μαρκ Ρίμπεν, έναν ελβετό επιχειρηματία. Ένα χρόνο μετά αραβωνιάστηκαν και στις 25 Αυγούστου του 17 παντρεύτηκαν.
Απέκτησαν δύο κόρες και έφτιαξαν ένα μεγάλο σπίτι στο Μπίνιντζεν. Το ζευγάρι είχε οικονομική άνεση, ένα όμορφο σπίτι, δύο μικρά παιδιά και τις φωτογραφίες τους ήταν η τέλεια οικογένεια. Στο διαμέρισμα όμως πίσω από τις κλειστές πόρτες η πραγματικότητα ήταν πολύ πιο δύσκολη. Ο γάμος τους άρχισε να παρουσιάζει σοβαρά προβλήματα.
Πήγαιναν ακόμα και σε σύμβουλο γάμου προσπαθώντας με αυτόν τον τρόπο να μπορέσουν να διαχειριστούν τις διαφωνίες τους. Αρκετές από τις οποίες αφορούσαν και την ανατροφή των παιδιών. Στις αρχές του 1924 οι κοντινοί τους άνθρωποι κατάλαβαν ότι είχαν πολλά προβλήματα Μέχρι και η αστυνομία χρειάστηκε να επέμβει έπειτα από διάφορα περιστατικά σωματικής βίας ανάμεσα στο ζευγάρι Η Κριστίνα τότε άρχισε να σκέφτεται σοβαρά τον χωρισμό Και φαίνεται πως είχε ήδη κάνει κάποια μικρά βήματα προς αυτήν την κατεύθυνση Στο Instagram όμως παρουσίαζε μία εντελώς διαφορετική εικόνα.
Λίγες εβδομάδες πριν τα τραγικά γεγονότα, δημοσίευσε φωτογραφίες από μία απόδραση του ζευγαριού σε ένα πολυτελές ξενοδοχείο, με φόντο ένα χιονισμένο τοπίο. 13 Φεβρουαρίου του 1924. Η Κριστίνα και ο σύζυγός της ήταν στο σπίτι τους στον Πίνιντζεν. Εκείνη την ημέρα όπως όλες τις άλλες μίλησαν ξανά για τον χωρισμό και για το τι θα γινόταν με τα παιδιά Όπως και πριν η κουβέντα εξελίχθηκε σε καυγά Αυτή την φορά όμως ο έλεγχος ξέφυγε εντελώς Τα οικονομικά, τα παιδιά, οι υποψίες για απιστίας, ο ελεγκτικός χαρακτήρας του Μάρκ έκαναν την ημέρα εκείνη να μοιάζει με έκρηξη ηφαιστείου Ξαφνικά ο Μάρκ επιτέθηκε στην Κριστίνα, την άρπαξε από τον λαιμό και την κοπάνισε πάνω στους τείχους.
Τήληξε τα χέρια του στο λαιμό της και άρχισε να σφίγγει. Το μένος του ήταν τόσο μεγάλο που ανασήκωσε την Κριστίνα σέρνοντας την πάνω στον τείχο με αποτέλεσμα τα πόδια της να αιωρούνται 20 εκατοστά από το πάτωμα. Μέσα σε λίγα λεπτά το σώμα της παραδόθηκε και η νεαρή μητέρα ξεψύχησε Μετά τον θάνατό της ο Μάρκ δεν κάλεσε ούτε αστυνοφόρο ούτε την αστυνομία Αντί αυτού πήγε το σώμα της στο πλυσταριό που βρισκόταν στο υπόγειο του σπιτιού Γιατί έπρεπε να την εξαφανίσει Χρησιμοποίησε περισσότερα από ένα εργαλεία Αναμεσά τους ένα ηλεκτρικό πριόνι, μαχαίρια και ψαλίδι κήπου Την αποκεφάλισε και για ώρες έκοβε το σώμα της σε μικρά κομμάτια Όταν το ηλεκτρικό πριόνι επιτέλους σήγασε Αποφάσισε τότε να βεβηλώσει την ιερή ιδιότητά της ως μητέρα Με το μαχαίρι και το ψαλίδι της αφαίρεσε την μήτρα Δεν σταμάτησε όμως εκεί Μετέφερε κάποια από τα κομμάτια του σώματός της στην κουζίνα Και τα τοποθέτησε σε ένα ισχυρό μπλέντερ Με το πάτημα ενός κουμπιού τα πολτοποίησε όλα Ενώ άλλα μέρη της τα έβαλε μέσα σε ένα σπιτικό χημικό διάλειμμα
σε μια προσπάθεια να διαλυθούν. Το απόγευμα η Κριστίνα δεν εμφανίστηκε στο νηπιαγωγείο για να παραλάβει τα παιδιά της, όπως έκανε συνήθως. Και καθώς οι υπεύθυνοι δεν την έβρισκαν στο τηλέφωνο, κάλεσαν τους γονείς της και τους ζήτησαν να πάνε εκείνοι να πάρουν τα κορίτσια. Προσπάθησαν και οι γονείς της να την καλέσουν χωρίς αποτέλεσμα.
Ο πατέρας της ανησυχούσε. Πήγε, πήρε τα παιδιά και τα έφερε στο σπίτι του ζευγαριού, εκεί όπου ο Μάρκ τον περίμενε ήρεμος. Όταν τον ρώτησε πού είναι η Κριστίνα, απάντησε ότι δεν ήξερε. Του είπε απλά πως κάποιες φορές η γυναίκα του έφευγε, χωρίς να του πει που πήγαινε. Οι ώρες περνούσαν και η Κριστίνα πουθενά. Ο Μάρκ παρόλα αυτά συνέχιζε να κινείται μέσα στο σπίτι σαν να πρόκειτο για μία απλή συνηθισμένη μέρα.
Μιλούσε με τον πεθερό του, ο οποίος αποφάσισε να μείνει στο σπίτι του ζευγαριού, μαγείρεψε φαγητό και αργότερα έβαλε τα δύο μικρά κορίτσια για ύπνο. Όταν την ίδια ώρα, στο υπόγειο του σπιτιού, βρίσκονταν τα διαμελισμένα λείψανα της μητέρας τους. Η μητέρα της Κριστίνα είχε τρελαθεί από την αγωνία της και πίεζε τον σύζυγό της να πάει στην αστυνομία για να δηλώσει την εξαφανισή της.
Αυτός όμως δεν μπορούσε να ερεμίσει και αποφάσισε μόνος του να ψάξει όλο το σπίτι. Άρχισε να περνάει από όλα τα δωμάτια μέχρι που κατέβηκε στο επώγειο και έφτασε στο πλυσταριό. Από την άκρη του ματιού του είδε μία μεγάλη μαύρη σακούλα σκουπιδιών Και από το μικρό άνοιγμά της ξεπρόβαλε μία τούφα ξανθά μαλλιά Όταν πλησίασε και την άνοιξε βρήκε μέσα το κομμένο κεφάλι της κόρης του Βγήκε από το σπίτι σε κατάσταση απόλυτου πανικού Και ζήτησε από έναν περαστικό να καλέσει αμέσως την αστυνομία Λίγο αργότερα επέστρεψε και βρέθηκε ξανά απέναντι στον γαμπρό του, ο οποίος μέχρι εκείνη τη στιγμή εξακολουθούσε να ισχυρίζεται ότι δεν γνώριζε που ήταν η Κριστίνα.
Μόλις όμως η αστυνομία έφτασε, ο Μάρκ συνελήφθη. Στην αρχή αρνήθηκε ότι είχε σκοτώσει τη γυναίκα του. Η πρώτη έκδοση που έδωσε ήταν ότι είχε γυρίσει σπίτι και την βρήκε ήδη νεκρή κοντά στις σκάλες. Ισχυρίστηκε ότι πανικοβλήθηκε πως αντί να καλέσει βοήθεια αποφάσισε να τεμαχήσει το σώμα της. Ένα μήνα αργότερα όμως άλλαξε η ιστορία.
Αυτή τη φορά παραδέχτηκε ότι ήταν εκείνος που είχε προκαλέσει τον θάνατό της, υποστήριξε όμως ότι είχε ενεργήσει σε αυτοάμυνα. Είπε ότι η Κριστίνα ήταν αυτή που του επιτέθηκε με μαχαίρι και πως την έπιασε από τον λαιμό προσπαθώντας να προστατευτεί. Μια ιστορία που φυσικά δεν τέριαζε με όσα είχαν βρει οι ιατροδικαστές. Όταν έγινε η νεκροψία της Κριστίν, οι γιατροί ανέφεραν πως δεν είχαν δει ξανά τόσα πολλά τραύματα σε ένα άτομο.
Κοψίματα στα μάγουλα, κοψίματα κάτω από τα φρύδια και την μύτη, μόλοπες στο δεξί και στο αριστερό πόδι, στα πέλματα, μόλοπες στις ομοπλάτες, μόλοπες στο πίσω μέρος του κεφαλιού, ενώ σε ορισμένα σημεία είχαν ξεριζωστεί ακόμα και μαλλιά. Ο Μάρκ παρέμεινε προφυλακισμένος όσο προχωρούσε η έρευνα. Προσπάθησε αρκετές φορές να αποφυλακιστεί και προσέφηγε ακόμα και στο Ομοσπονδιακό Δικαστήριο. Τα αιτήματα του βέβαια απορρίφθηκαν.
Στις 10 Δεκεμβρίου του 1925 η εισαγγελία τον παρέπεμψε σε δίκη για την δολοφονία της σύζυγου του και για προσβολή νεκρών Κατηγορία που συνδέεται με τον τρόπο που μεταχειρίστηκε τη σωρό της μετά τον θάνατό της Η δίκη ξεκίνησε 4 Μαΐου του 2026 Ο Μάρκ συνέχιζε να υποστηρίζει ότι είχε σκοτώσει την Κριστίνα από αυτοάμυνα Το δικαστήριο βέβαια δεν πίστηκε. Στις 13 Μαΐου κρίθηκε ένοχος για την δολοφονία της Κριστίνα και για προσβολή νεκρών.
Η ποινή που του επιβλήθηκε ήταν ισόβια κάθριξη. Παράλληλα το δικαστήριο έδωσε αποζημιώσεις στην οικογένειά της. Οι δύο της κόρες δικαιούνταν από 100.000 ελβετικά φράγκα η καθεμία, ενώ αποζημίωση πήραν οι γονείς και η αδερφή της. Η μητέρα της Κριστίνα έξω από το δικαστήριο είπε ότι καμία απόφαση και καμία ποινή δεν μπορούσε να φέρει πίσω την κόρη της.
Όμως για την οικογένεια είχε σημασία ότι ο άνθρωπος που την σκότωσε καταδικάστηκε στην βαρύτερη των ποινών. Μίλησε για τις δύο εγγονές της, τα πραγματικά θύματα αυτής της υπόθεσης που έχασαν ταυτόχρονα και μητέρα και πατέρα. Στα 38 της χρόνια η Κριστίνα ήταν σχεδόν έτοιμη να κάνει μια νέα αρχή με τις δύο κόρες της Ώσπου ο άνθρωπος με τον οποίο είχε μοιραστεί την ζωή της, της την αφαίρεσε τόσο τραγικά και ομά Ο διαμελισμός συχνά παρουσιάζεται σαν τρόπος εξαφάνισης ενός εγκλήματος.
Στην πραγματικότητα πολλές φορές κάνει ακριβώς το αντίθετο. Είναι το σημείο στο οποίο ένας φόνος γίνεται ακόμα πιο δύσκολος να εξηγηθεί. Γιατί πλέον δεν αναρωτιέσαι μόνο γιατί τον ή την σκότωσε. Αναρωτιέσαι γιατί συνέχισε. Σας ευχαριστώ που και σήμερα με ακούσατε. Να είστε καλά και τα λέμε στον επόμενο εφιάλτη.
Σχόλια
Χωρίς σχόλιαΣυνδεθείτε για να συμμετάσχετε στη συζήτηση
Σύνδεση για ΣχολιασμόΔεν υπάρχουν σχόλια ακόμα