Γιατί νοσταλγούμε ακόμη τον Ανδρέα Παπανδρέου;
Βελανίδια κανείς;Σχετικά με αυτό το επεισόδιο
Στις 23 Ιουνίου είναι 30 χρόνια από τη στιγμή που ο Ανδρέας Παπανδρέου πέρασε στην Ιστορία. Στο σημερινό αναρωτιόμαστε τι είναι αυτό που κάνει τον παπανδρεϊσμό να επιβιώνει;
Υλικό:
P. Zestanakis - On 80stalgia: Discernments from contemporary Greece (Journal for Cultural Research)
Nostalgic nation: simplicity, togetherness, and the senses in contemporary Greece (National Identities)
G. Kassimeris - Greek Everyman: Andreas Papandreou at 100 (The Political Quarterly)
Αυτόματη μεταγραφή — ενδέχεται να περιέχει λάθη.
Βελανιδιώτες και βελανιδιώτησες, είμαι ο Λευτέρης, καλώς ήρθατε και σήμερα σε ένα ακόμη επεισόδιο του podcast «Βελανίδια Κανείς», όπου στο σημερινό θα προσπαθήσουμε να αναλύσουμε την κληρονομιά και το αποτύπωμα ενός ανθρώπου που φίλοι και εχθροί χρησιμοποιούν πάντα το μικρό του όνομα. Στις 23 Ιουνίου είναι 30 χρόνια από τον θάνατό του και σήμερα, στο σημερινό επεισόδιο, αναρωτιόμαστε.
Γιατί νοσταλγούμε ακόμη τον Ανδρέα Παπανδρέου. Λένε ότι μιλούσε για αγνωστά πλην ξεχασμένα πράγματα Όπως τη δημοκρατία, την παιδεία, την κοινωνική δικαιοσύνη, την ειρήνη, την ισότητα Λένε ότι τρόμαξε τους δυνατούς και τους κρατεούς ότι ξεξήκωσε τους στοχούς, τους εξόριστους και τους κατατρεγμένους. Ήταν ένα ηλιόλουστο και καυτό πρωινό, όταν η κηδεία του Ανδρέα Παπανδρέου γινόταν στη Μητρόπολη.
Έξω χιλιάδες πολιτών, μέσα εκατοντάδες στελεχών. Με αυτά τα μοναδικά λόγια διάλεξε ο Γιώργος Παπανδρέου να αποχαιρετήσει τον πατέρα του. Σε εκείνη την χρονική συγκυρία το Πασόκ βρέθηκε σε μία καμπή. Το κόμμα που βρισκόταν τα περισσότερα χρόνια στην εξουσία από το 1981 είχε αρχίσει να υφίσταται φθορές, όχι όμως ιδιαίτερα σημαντικές.
Το ερώτημα για το ποιος θα διαδεχθεί τον Παπανδρέου στην ηγεσία ήταν κάτι σαν ταμπού για τα στελέχη του κόμματος. Στα κρατεά χρόνια του Παπανδρισμού κανένας δεν θα τολμούσε να το θείξει. Από το 1989 προέκυψε αυτό το ζήτημα σαν φυσική ανάγκη, αλλά και πάλι με ήπιο τρόπο. Όταν ο ιδρυτής του Πασόκ πέρασε στην ιστορία, η Ελλάδα ήταν μια αρκετά διαφορετική χώρα σε σχέση με το σήμερα.
Κανείς δεν θα μπορούσε τότε να φανταστεί το Πασόκ να γκρεμίζεται από το 40% που ήταν περίπου το κατώτατο εκλογικό του όριο στο 4,68 του 2015. Κανείς δεν θα μπορούσε να φανταστεί πως αυτό που ήταν το ιερό το τεμ, ο παπανδρισμός, θα μπορούσε να κατηγορηθεί ως η αιτία των οικονομικών δεινών της χώρας. Παρ' όλα αυτά, ο παπανδρισμός και η νοσταλγία που τον περιβάλλει αντέχει.
Εκατοντάδες χιλιάδες άνθρωποι με διαφορετικό υπόβαθρο, με διαφορετικά όνειρα, με διαφορετικές προσδοκίες αποχαιρέτησαν τον Ανδρέα Παπανδρέου στις 23 Ιουνίου. και ίσως χωρίς να το γνώριζαν αποχαιρετούσαν μία εποχή. Και ο Παπανδρέου από ηγέτης μετατράπηκε σε είδωλο. Η λατρεία του εξελίχθηκε σε μία τόσο χαρακτηριστική νοσταλγία.
Θα χρειαστεί να πάμε λίγο πίσω. Οι εκλογές που έρχονται είναι το μεγάλο σταυροδρόμι του έθνους και του λαού μας. αντιπαρατάσσονται η αλλαγή με τη συντήρηση, η εθνική ενεξάρτησία με την ξένη εξάρτηση, η ανάπτυξη με τον μαρασμό, η δημοκρατία με τον αυταρχισμό και το μονοκομματικό κράτος της δεξιάς. Με αυτό το μικρό απόσπασμα από την προεκλογική ομιλία του Παπανδρεού στην Αθήνα για τις εκλογές του 1981, αξίζει να ρωτήσουμε τους εαυτούς μας.
Πόσο πολύ άλλαξε η πολιτική στην Ελλάδα από το 1981 και μετά? Ή διαφορετικό αλλά κάπως ίδιο ερώτημα. Πόσο πολύ μας άλλαξε το Πασόκ? Είμαστε σε μια εποχή που η πολιτική και ο τρόπος που διεξάγεται βασίζεται κυρίως στην απάθεια και την αδιαφορία. Οι συνεντεύξεις που αφορούν πολιτικούς έχουν επίκεντρο την προσωπική τους ζωή, τα γούστα τους, το αγαπημένο τους φαγητό, τη σχέση που έχουν με τους γονείς τους και τα χόμπι τους.
Όχι την ιδεολογική τους κατεύθυνση, το όραμά τους, αυτά που θέλουν να πετύχουν στο μέλλον. Όλα πλέον έχουν γίνει content και η πολιτική, με η Τα αλλά και με ο μικρόν Γιώτα, δεν είναι η εξαίρεση σε αυτόν τον κανόνα. Ο τρόπος που διεξαγόταν η πολιτική την δεκαετία του 80 είχε κάτι το μαγικό. Είναι αυτό κομμάτι της νοσταλγίας.
Δεν ξέρω να το απαντήσω με σιγουριά για να είμαι ειλικρινής, γιατί για κάποιους αυτό ήταν ένας θρίαμβος του δικοματισμού και των κομματικών παθών. Για άλλους, η πολιτική είχε τότε κάτι το διαφορετικό. Είχε περισσότερη πλάκα, περισσότερο πάθος. Το πάθος, στην πρώτη περίπτωση, είχε αρνητικό πρόσημο, στην δεύτερη όμως θετικό.
Όταν ο Παπανδρέου πέθανε, όλοι συμφωνούσαν στο εξής. Ήταν εκείνος που κατάφερε να εισάγει το στοιχείο της μάζας στην πολιτική και την κομματική σκηνή. Ο Παπανδρέου όμως το πέτυχε αυτό έχοντας ένα μοναδικό όπλο που δεν ξέρω αν άλλος πολιτικός από τότε έχει παρόμοιο. Την μοναδική σχέση που έκτιζε με τον λαό με την μάζα. Σε όλες τις προεκλογικές συγκεντρώσεις ο Παπανδρέου ήταν κάτι σαν Θεός. Μισταγωγούσε το πλήθος που παραλυρούσε από κάτω. Τους έκανε κοινωνούς του δικού του οράματος, στο οποίο ο ίδιος είχε τον ρόλο του Μεσσία.
Ακόμα και στο απόσπασμα που ακούσαμε, ο ελληνικός λαός παλεύει να διαφθεντεύσει ο ίδιος την τύχη της χώρας του από το 1821. Δηλαδή στο συγκεκριμένο παπανδριακό αφήγημα, όπου όπως είπαμε ο Παπανδριώ και το Πασόκ έχουν τον ρόλο του Μεσσία, υπάρχουν οι σατανικοί κύκλοι των ξένων ή των εγχώριων δυνάμεων της λεγόμενης ολιγαρχίας που προσπαθούν να μας αφαιρέσουν την ελευθερία.
Και εμείς, ο λαός, αυτή η ξεχωριστή οντότητα παλεύουμε να τα καταφέρουμε. Και ο Παπανδρέου είναι αυτός που θα μας βοηθήσει. Ή τουλάχιστον, όπως είπαμε, αυτό ήταν το αφήγημα. Εντάξει, αλλά εάν περιορίσουμε στα αρνητικά του αυτό το αφήγημα, νομίζω θα χάσουμε ένα κομμάτι της ουσίας. Γιατί υπάρχει αυτό το δίπολο θετικό-αρνητικό.
Η πολιτική τη δεκαετία του 80' ήταν όντως κάτι το ξεχωριστό, που πολύ συχνά βέβαια γινόταν και τοξικό. Αυτό φυσικά, η εκλογική νίκη του Πασόκ δηλαδή, δεν ήταν κάτι αριστό σε όλους. Είχε γράψει ο Κωνσταντίνος Κραμαλής στα απομνημονεύματά του πως αργά το βράδυ, όταν ήταν πρόεδρος της Δημοκρατίας τότε, που το αποτέλεσμα είχε γίνει πλέον γνωστό, ήταν εμφανές δηλαδή ο Παπανδρέου πως θα είναι πρωθυπουργός, οι αρχηγοί των τριών σωμάτων των ενόπλων δυνάμεων τον κάλεσαν στο τηλέφωνο και του είπαν ότι θα παραιτηθούν.
Ο Καραμαλής, όπως το περιγράφει ο ίδιος επαναλαμβάνω, τους συγκράτησε και η ιστορία έληξε εκεί. Θα ήταν πολύ εύκολο σε άλλες εποχές να υπάρξουν εκτροπές. Η αλήθεια είναι ότι ξεχνάμε πόσο εύθραστη υπήρξε η δημοκρατία στην Ελλάδα. Το άλλο που ίσως αξίζει να θυμόμαστε είναι πως το Πασόκ του 1981 κατάφερε να ενσαρκώσει την ελπίδα.
Το αν αυτή η ελπίδα επιβεβαιώθηκε ή όχι είναι μια άλλη μεγάλη κουβέντα. Όμως, νομίζω ότι αυτό είναι ένα κομμάτι αυτής της νοσταλγίας. Δεν είναι μόνο η ευμάρεια και το εύκολο χρήμα για το οποίο θα μιλήσουμε στην συνέχεια, αλλά είναι κυρίως η ελπίδα. Διαψεύστηκε στη συνέχεια αυτή η ελπίδα. Και ναι και όχι. Στην αρχή υπήρξε τρομερός ενθουσιασμός, που λίγο βέβαια κατέληξε και σε απογοητεύσεις.
Η αλήθεια είναι ότι ο προεκλογικός λόγος του Πασόκ το 1981 ήταν ένας λόγος που προσπαθούσε να ικανοποιήσει τους πάντες. Ο Παπανδρέου συχνά αναφερόταν στους μη προνομιούχους Έλληνες, αυτούς που είναι στην ουσία η βάση επάνω στην οποία πατάει το Πασόκ. Όπως όμως έλεγαν, η πολιτική του αντίπαλη, δικαίως ή αδίκως δεν ξέρω, αλλά το έλεγαν, στην Ελλάδα όποιον και να ρωτούσες θα σου έλεγε ότι είναι μη προνομιούχος.
Υπήρξε λοιπόν αυτός ο τρομερός ενθουσιασμός που στη συνέχεια οδήγησε και σε ορισμένες απογοητεύσεις. Όμως κάπου εκεί, μέσα σε όλη την αναμπουμπούλα της πολιτικής μας ιστορίας, υπήρξε μια ελπίδα για κάτι καλύτερο. Η έννοια της αλλαγής ήταν πάντοτε κάτι που ήταν ικανό να ηλεκτρίζει τα πλήθη. Τα πρώτα χρόνια από το 1974 και μετά, το Πασόκ μιλούσε άλλωστε για σοσιαλιστικό μετασχηματισμό της κοινωνίας.
Ήταν ένα κόμμα που είχε συγκεντρώσει σχεδόν κάθε στοιχείο της αριστεράς. Είναι αστείο εντωμεταξύ αν το σκεφτούμε ότι κάποτε σε αυτό το κόμμα συνυπήρξαν ο Βασίλης Λεβέντης με τον Δημήτρη Κουφοντίνα. Προχωρώντας στην ιστορία του, το 1977 το Πασόκ μιλούσε για την δημιουργία ενός για την θέσπιση ενός σοσιαλιστικού συντάγματος.
Καθώς όμως πλησίαζε στην εξουσία, αυτή η ρητορική σταδιακά εγκαταλείφθηκε, έτσι ώστε να καταφέρει να προσελκύσει περισσότερους κεντρούς ψηφοφόρους. Είναι δεδομένο πως όσοι ψήφισαν το Πασόκ το 1981 δεν το έκαναν, προφανώς έχοντας στο νου τους κάποια σοσιαλιστική ονείροξη. Νομίζω ότι δεν το έκαναν επίσης έχοντας στο νου τους απλώς και μόνο τις αυξήσεις μισθών και συντάξεων.
Το έκαναν γιατί αυτό που ήθελαν ήταν τον μετασχηματισμό της κοινωνίας, όχι τον σοσιαλιστικό, αλλά ήθελαν μια κοινωνία πιο δίκαιη. Ήθελαν μια καλύτερη ζωή. Και αυτό είναι που μας οδηγεί και στο δεύτερο στοιχείο αυτής της νοσταλγίας. Την Ελλάδα της σοσιαλιστικής ευμάρειας. από αυτές που είχε συνηθίσει να βλέπει ο Παπανδρέου, κατέβηκε στην Βουλιαγμένη για να παρακολουθήσει μια συναυλία που ομοιάτης μέχρι εκείνη την στιγμή δεν είχε υπάρξει.
Κάτω από το φως του φεγγαριού και την φωνή του Λουκιανού και Λαϊδόνη, σχεδόν 100.000 Αθηναίοι χάρηκαν την θάλασσα και την ξεγνιασιά της εποχής. Ο Παπανδρεισμός είναι άρρηκτα συνδεδεμένος με την Ελλάδα της Ευμάρειας. και ίσως αυτό να είναι το ισχυρότερο στοιχείο αυτής της νοσταλγίας. Στη Βουλιαχμένη ήταν μία από τις πολλές στιγμές που οι άνθρωποι γιόρτασαν τη ζωή.
Είναι σίγουρα κάτι αδιανόητο αυτό να το σκεφτόμαστε σήμερα. Γιόρταζαν ίσως, χωρίς να το καταλαβαίνουν και οι ίδιοι, την επίτευξη και την ολοκλήρωση των κοινωνικών αγώνων του παρελθόντος. Οι μελωδίες και τα τραγούδια ήταν ως επιτοπλίστων αφιερωμένα σε πιο ανάλαφρα μοτίβα της ζωής, καμία σχέση με την αγωνιστικότητα που αποτύπωνε το τραγούδι της δεκαετίες 60 και 70.
Ήταν στην ουσία η καθιέρωση ενός νέου τρόπου ζωής, το ξεκίνημα μιας νέας εποχής. Οι άνθρωποι τότε δεν είχαν κάτι να νοσταλγούν. ζούσαν αυτό που θεωρούσαν την καλύτερη στιγμή της ζωής τους, την καλύτερη περίοδο της ζωής τους. Και όταν αυτό συμβαίνει, προφανώς δεν νοσταλγείς το παρελθόν. Πολλό δε μάλλον όταν το παρελθόν σου είναι ιδιαίτερα βαρύ, ιδιαίτερα σκοτεινό, ιδιαίτερα φτωχό.
Αν ξεφυλίσει κανείς έντυπα της εποχής, δεν θα βρει εκατοντάδες νοσταλγικές αναφορές και εικόνες από το παρελθόν, όπως συμβαίνει με εμάς σήμερα. Τι είναι αυτό που θα μπορούσαν να νοσταλγούν άλλωστε. Η μοναδική πολυτέλεια που είχαν οι περισσότεροι άνθρωποι τα προηγούμενα καλοκαίρια των παιδικών τους χρόνων της δεκαετίας 50 και 60 ήταν μια φέτα καρπούζι.
Η δεκαετία του 80 είναι η ανατολή όχι μόνο του παράσινου ήλιου αλλά και της Ελλάδας της Ευμάρειας. Μισθοί αυξήθηκαν, συντάξεις διπλασιάστηκαν, η αγοραστική δύναμη γιγαντώθηκε. Η έννοια της κρίσης, όταν αναφερόταν, αφορούσε μονάχα τα ελληνοτουρκικά, όχι την οικονομία. Και αυτό ακριβώς είναι το θετικό κομμάτι αυτής της νοσταλγίας.
Μέχρι και σήμερα, σε αρκετές δημοσκοπήσεις, η πρώτη τετραετία του Πασόκ βρίσκεται αρκετά ψηλά σε δημοφιλία. θεωρείται από πολλούς η καλύτερη στην ιστορία της μεταπολίτευσης. Η άλλη πλευρά, η δυσάρεστη. Είναι ίσως αυτή που γέννησε και τις πασοκοτρολιές. Την τάση μας να ασχολιάζουμε το παρελθόν με αρκετές δόσεις ηρωνίας ως οβείλουμε, θα πω εγώ.
Δεν είμαι οικονομολόγος για να μπορέσω να αναλύσω δεδομένα, χρέος, ανεργία, πληθωρισμό. Τα δεδομένα βέβαια μιλούν από μόνα τους, γιατί ο πληθωρισμός είχε διάφορες αυξομοιώσεις και κορυφωνόταν συνήθως πάνω από το 20%, η ανεργία μέχρι το τέλος της δεκαετίας του 1987 έφτασε το 7-8%, που τίποτα από όλα αυτά προφανώς δεν μπορεί να συγκριθεί με την εικόνα της Ελλάδας από το 2010 και μετά και μέχρι και σήμερα.
Στα χρόνια της κρίσης λοιπόν, από το 2010 και μετά, μαζί με την νοσταλγία καθιερώθηκε και η αυστηρή κριτική στον παπανδρισμό. Δίκαια ή άδικα. Θα μπορούσαμε να πούμε πως αυτή η αγάπη για το εύκολο και γρήγορο χρήμα δεν θα μπορούσε να αφορά όλους. Δεν τα φάγαμε όλοι μαζί. Δεν τα φάγαμε όλοι με τον ίδιο τρόπο. Δεν ωφεληθήκαμε όλοι το ίδιο.
Με την κυριαρχία του Πασόκ κυριάρχησε και ένα πολύ συγκεκριμένο είδος Έλληνα. Του Έλληνα που του αρέσει η γκλαμουριά, η μόστρα, η ψευτομαγκιά, η βιτρίνα. Του Έλληνα που νιώθει μοναδικός απέναντι στον κόσμο, που νιώθει πως το παγκόσμιο σύστημα τον πολεμάει και τον μισεί. Υπήρχε εννοείται και πριν από τον Παπανδρέου αυτός ο Έλληνας.
Καθιερώθηκε όμως με τον Παπανδρίσμο. Ο Έλληνας που θα ζητούσε το ρουσφέτι του, αλλά αργότερα θα έβριζε τον γείτον επειδή προσπάθησε να κάνει ακριβώς το ίδιο. Ο Έλληνας που αντάλλαξε το τρακτέρ με τη Μερσεντές. Ο δικός μας Έλληνας Γιάπης, που δεν νοιάζεται, σε αντίθεση με τον νεοφιλελεύθερο Γιάπη, για κέρδη ισολογισμούς και μετοχές, αλλά νοιάζεται για την δική του καλοπέραση ή για το ξεβλάχεμά του.
Παρόλο λοιπόν που αυτό το είδος υπήρχε και πριν το 1981, καθιερώθηκε όμως μετά το 1981. Κυριάρχησε και μεσουράνισε τη δεκαετία του 80 και άνοιξε τον δρόμο για την μανία του lifestyle που ακολούθησε την δεκαετία του 90. Είναι χαρακτηριστικό εντωμεταξύ ότι και η φράση, στην οποία βαζίζεται τούτο εδώ το podcast, τότε αν εμείς φτιάχναμε παρθενώνες οι Ευρωπαίοι έτρωγαν βελανίδια, υπόθηκε από ο παπανδρεϊκός τέλεχος του Πασόκ που ήταν και υπουργός.
Υπήρχε δηλαδή σε όλο αυτό το πράσινο αφήγημα η αίσθηση πως εμείς οι Έλληνες είμαστε κάτι ξεχωριστό. Ένα είδος εθνικιστικού λαϊκισμού, αν θα μπορούσαμε να το πούμε έτσι. Η αίσθηση ότι εμείς οι Έλληνες είμαστε κάτι το μοναδικό, είμαστε ξεχωριστοί από τους άλλους και οι άλλοι εννοείται μας πολεμάνε. Μέσα σε όλα αυτά λοιπόν που συζητάμε, τι είναι αυτό ακριβώς που νοσταλγούμε μέχρι και σήμερα.
Το πασοκοκίτς, την ψευτογκλαμουριά. Σίγουρα όχι. Όλα αυτά τα κοροϊδεύουμε και πολύ καλά κάνουμε. Η φράση όμως, επί πασόκ όλοι είχαν λεφτά, είναι κάτι που από στόμα σε στόμα διαιωνίζει αυτό το συνέστημα των καλύτερων εποχών που απόλαυσαν οι προηγούμενες γενιές. Είναι πολύ προφανές να το πω, αλλά αυτός είναι και ο κεντρικός άξονας αυτής της συζήτησης του σημερινού επεισοδίου.
Η νοσταλγία αυτή που υπήρχε έτσι κι αλλιώς, αλλά μεγάλωσε από το 2010 και μετά. Νοσταλγούμε όταν το παρόν μας είναι σκοτεινό και το μέλλον μας είναι φωλό. Το παρελθόν μπορεί να αποτελέσει ένα ασφαλές καταφύγιο, ιδιαίτερα το παπανδρεϊκό παρελθόν. Και κάπου εδώ αξίζει πάλι να αναρωτηθούμε. Ήταν όλο ένα ψέμα, ένα βολικό ψέμα που λέμε στον εαυτό μας τα τελευταία χρόνια που περνάμε δύσκολα.
Τι ήταν αυτό ακριβώς που συνέβη την δεκαετία του 80 και γέννησε μια τόσο ισχυρή νοσταλγία. Μπορεί η κληρονομιά ενός ανθρώπου να καθορίσει με τόσο απόλυτο τρόπο το μέλλον, με πρόσημο αρνητικό ή κεθετικό. Κατά βάθος και όταν ο Παπανδρέου πέρασε στην ιστορία από το 1996 και μετά, όλοι ήθελαν να γίνουνε Πασόκ. Όλοι υπήρξανε κάποια στιγμή της ζωής τους.
Η αλήθεια είναι ότι ο Ανδρέας Παπανδρέου ήταν ένα σύνολο θετικών και αρνητικών χαρακτηριστικών. Όποιος εστιάζει μόνο στα αρνητικά του χαρακτηριστικά, πιθανότατα κρύβει από πίσω μια ιδεολογική σκοπιμότητα. Όποιος εστιάζει μόνο στα θετικά, σίγουρα φανερώνει μία άγνοια. Το ίδιο όμως, μέσα σε αυτό το σύνολο χαρακτηριστικό, ήταν και ο παπανδρεισμός.
Από την μία, η δίκαιη και απαραίτητη αναδιανομή του πλούτου. Από την άλλη, τα ελλείμματα και η αύξηση του χρέους. Η ανωδικότητα, το κοινωνικό κράτος, η εθνική ενότητα από τη μία, διαφθορά, κακοδιαχείρηση, εκμετάλλευση και άλωση του κράτους από την άλλη. Νομίζω σπάνια στην ελληνική ιστορία μία κληρονομιά συναρπάζει και ταυτόχρονα προκαλεί με τόσο έντονο τρόπο και τόσα πολλά συναισθήματα.
Ίσως και αυτό να είναι το βασικότερο κομμάτι αυτής της νοσταλγίας, το κομμάτι που ακριβώς την υπογραμμίζει. Σε μία εποχή που η ζωή μας έχει γίνει ρουτίνα, Σε μια εποχή που η ζωή μας έχει γίνει μια σκληρή καθημερινότητα. Ίσως αυτό που μας λείπει κατά βάθος να είναι η ελπίδα και η αισιοδοξία. Με όλα τα στραβά που αυτές μπορούν να κουβαλάνε.
Και ενώ Παπανδρέου πέρασε στην κρίση της ιστορίας στις 23 Ιουνίου του 1996, ίσως ακόμα η απόφαση της ιστορίας να μην είναι τελεσίδικη και να κρίνεται ο ίδιος κάθε μέρα από εμάς. Να συμπυκνώνει τις αδυναμίες μας και ταυτόχρονα όλα αυτά που νοσταλγούμε και ταυτόχρονα όλα αυτά που δεν θα θέλαμε. Κατά βάθος όλοι θα θέλαμε να είμαστε Πασόκ και ταυτόχρονα δεν θα θέλαμε να είμαστε Πασόκ.
Και αυτή η αντίφαση είναι αυτό που νομίζω θα καθορίζει για πάντα την κληρονομιά του παπανδρεϊσμού και θα τον καθιστά ένα ξεχωριστό και νοσταλγικό φαινόμενο στην ελληνική ιστορία. Είμαι ο Λευτέρης. Ήταν το podcast Βελανίδια Κανείς. Σας ευχαριστώ που ήσασταν και σήμερα μαζί μου στο σημερινό επεισόδιο. Θα τα πούμε ξανά σε δύο εβδομάδες από σήμερα. Μέχρι τότε εις το επανειδύν.
Σχόλια
Χωρίς σχόλιαΣυνδεθείτε για να συμμετάσχετε στη συζήτηση
Σύνδεση για ΣχολιασμόΔεν υπάρχουν σχόλια ακόμα