Skip to content
PodBase
ΣΙΖΟΝ ΦΙΝΑΛΕ: Μουντιάλ 2014 και το 7-1 που διέλυσε μια χώρα

ΣΙΖΟΝ ΦΙΝΑΛΕ: Μουντιάλ 2014 και το 7-1 που διέλυσε μια χώρα

Βελανίδια κανείς;
Ιούλιος 15, 2026 00:26:09
Συνδεθείτε για να δηλώσετε αν σας αρέσει
Συνδεθείτε για να δηλώσετε αν σας αρέσει
Προσθήκη σε Λίστα Επεισοδίων
Αποθηκεύστε αυτό το επεισόδιο σε λίστα.
Όνομα Λίστας

Σχετικά με αυτό το επεισόδιο

Στο σημερινό, το παρασκήνιο του Μουντιάλ στη χώρα που λατρεύει το ποδόσφαιρο και η βαριά σκιά του 7-1.

Υλικό:

David Goldblatt - Futebol nation, a footballing history of Brazil

Roger Kittleson - The Country of Football, Soccer and the Making of Modern Brazil

Τα λέμε ξανά στις 2 Σεπτεμβρίου. Καλό καλοκαίρι!

Αυτόματη μεταγραφή — ενδέχεται να περιέχει λάθη.

Βελανιδιώτες και βελανιδιώτησες. Είμαι ο Λευτέρης, καλώς ήρθατε και σήμερα σε ένα ακόμη επεισόδιο του podcast Βελανίδια Κανείς, όπου στο σημερινό γυρνάμε τον χρόνο 12 χρόνια πίσω. Σε ένα μάτς που όποιος το είδε δεν θα το ξεχάσει ποτέ και όσοι ήτανε στο γήπεδο, στο στάδιο εκείνη τη στιγμή, επίσης δεν θα το συγχωρήσουν ποτέ.

Στις 8 Ιουλίου του 2014 ήταν το τέλος ή πιο σωστά η δολοφονία ενός ποδοσφαιρικού μύθου. Η Guardian την επόμενη μέρα είχε τον εξής τίτλο «Η Γερμανία κλότσισε το στέμα της Βραζιλίας από το κεφάλι της». Εν τέλει, πέθανε το ποδόσφαιρο στην χώρα της Σάμπα. Και πώς συνδέεται αυτό με την άνοδο της ακροδεξιάς. Μουντιάλ 2014. Και η Βραζιλία σε πανηγυρικό αναβρασμό ή σε πανηγυρική κατάρρευση.

Το πιο άβολο εντωμεταξύ είναι πως το συγκρότημα, μάλλον οι τραγουδίστρες τέλος πάντων που έχουν δημιουργήσει αυτό το τραγούδι, είναι από την Γερμανία και έχουν συνδεθεί τόσο πολύ με τη Σάμπα, αυτό το γκρουπάκι που λέγεται Μπελίνι αν δεν κάνω λάθος. Τέλος πάντων αυτές είναι οι τραγικές συμπτώσεις, τραγικές τουλάχιστον εάν είσαι Βραζιλιάνος.

8 Ιουλίου 2014 λοιπόν και νομίζω πως δεν υπάρχει άνθρωπος, ποδοσφαιρόφιλος και μη που να μη θυμάται εκείνο το βράδυ. Εάν εμείς δυσκολευόμαστε να το ξεχάσουμε, πόσο μάλλον οι Βραζιλιάνοι. Είμαστε στο Μπέλο Οριζόντε και στο στάδιο Μινεϊράου. Βρισκόμαστε στα νότια της χώρας. Οι παίκτες της Βραζιλίας έρχονται με φόρα, θεωρώντας σχεδόν δικαιωματικά πως αυτό το παγκόσμιο κύπελο τους ανήκει.

Απέναντί τους τα πανίσχυρα πάντσερ, η εθνική Γερμανία, σε ένα πολύ δυνατό φαβορεί αυτής της διοργάνωσης. Σε αυτήν την κόντρα υπάρχει παρελθόν. Οι δύο ομάδες έχουν συναντηθεί στον τελικό του 2002 και η Σελεσάου είχε τότε καθυποτάξει τους Γερμανούς. Αυτό όμως που πρόκειται να συμβεί στις 8 Ιουλίου δεν υπάρχει ούτε ένας που να το περιμένει.

Είναι δεδομένο πως όταν η ομάδα σου χάνει βγαίνεις από το γήπεδο με μία απογοήτευση. Σπάνια όμως το συνέστημα όταν μπαίνεις με το συνέστημα όταν βγαίνεις έχει μια τόσο μεγάλη διαφορά Οι Βραζιλιάνοι μπαίνουν στο στάδιο ως οι διοργανωτές αυτού του Μουντιάλ Ως η χώρα που το ποδόσφαιρο δεν είναι παιχνίδι αλλά όπως είπαμε και στο προηγούμενο επεισόδιο είναι κομμάτι της ταυτότητας και της κουλτούρας των ανθρώπων Και βγαίνουν από το στάδιο μετά τον αγώνα έχοντας βιώσει μια απόλυτη ταπείνωση που ομοιά της δεν έχει υπάρξει στην ποδοσφαιρική τους ιστορία.

Η Βραζιλία μπαίνει στο στάδιο έχοντας την ιστορία μαζί της. Η Σελεσάο δεν έχει χάσει ποτέ σε ημιτελικά μοντιάλ για σχεδόν 76 χρόνια και δεν έχει ιτηθεί ποτέ σε δικό της γήπεδο για 39 χρόνια. Οι οπαδίτης που την συνοδεύουν στα στάδια της χώρας τραγουδούν ακαπέλα κάθε φορά τον εθνικό ύμνο. «Ομάδα και λαός, μία γροθιά, έτοιμοι ξανά να γράψουν ιστορία».

Και κάπου εδώ υπάρχει αυτό το τεράστιο «αλλά». Μέσα σε περίπου 18 λεπτά, από το ενδέκατο λεπτό του αγώνα μέχρι και το 29ο, η Γερμανία έχει κυριολεκτικά διαλύσει την Σελεσάο. Είναι ο ορισμός της φράσης «τα γκολ πέφτουνε βροχή, αλλά προς μία μόνο κατεύθυνση». Ο ανταποκριτής της Guardian έλεγε στην συνέχεια πως ήταν τόσο γρήγορα τα γκολ μεταξύ τους που δεν προλάβαινε να κρατάει σημειώσεις.

Οι άνθρωποι που βρίσκονται στις κηρυκίδες συνειδητοποιούν πως αυτό που βλέπουν δεν είναι πλέον ένας ποδοσφαιρικός αγώνας. Είναι μια εθνική ντροπή. Ένα κύμα συναισθημάτων σαρώνει τα πάντα. Ο ενθουσιασμός της αρχής δίνει την θέση του στα δάκρυα, στις κραυγές, στην θλίψη και εν τέλει στις αποδοκιμασίες. Ο θρύλος της βασίλισσας Βραζιλίας κονιορτοποιήθηκε από τα γερμανικά πάντσερ.

Και σε αυτό το σημείο, όπως συχνά κάνουμε, πρέπει να γυρίσουμε τον χρόνο πίσω. γιατί το Μουντιάλ του 2014 ήταν μια ευχάριστη βιτρίνα που έκρυβε όμως από πίσω της διαφθορά, λαϊκή αγανάκτηση και απογοήτευση. Εμείς βλέπαμε στις τηλεοράσεις μας έναν χαρούμενο, ποδοσφαιρόφιλο λαό. Λίγο καιρό πριν όμως, η Βραζιλία συγκλονιζόταν από διαδηλώσεις και λαϊκή οργή.

Η κατάρρευση μέσα στο γήπεδο ήρθε μετά την κατάρρευση έξω από το γήπεδο. Και μετά βέβαια ήρθε η ακροδεξία του Μπολσονάρου. Πώς και γιατί όμως οι Βραζιλιάνοι που ξέρουμε ότι τόσο λατρεύουν το άθλημα βγήκαν στους δρόμους κατά της διοργάνωσης ακόμη και κατά του Πελέ. Η Βραζιλία τα έβαλε με τον εαυτό της. Νομίζω πως μετά τα αποτελέσματα και του φετινού Μουντιάλ, Η τελευταία φορά που κέρδισε η Βραζιλία Μουντιάλ ήταν το μακρινό 2002, 24 χρόνια πριν.

Ας πιάσουμε λοιπόν το νήμα από εκεί. Το 2002, εκτός από την πέμπτη κορυφαία στιγμή του βραζιλιανικού ποδοσφαίρου, ήταν μία χρονιά σταθμός. Στις 6 Οκτωβρίου πραγματοποιήθηκαν εκλογές. Παρενθετικά να πούμε ότι οι εκλογές και το Μουντιάλ στη Βραζιλία πάνε σχεδόν μαζί. Δηλαδή, ανά τέσσερα χρόνια έχουμε το καλοκαίρι, το Μουντιάλ και τον Οκτώβριο της εκλογές, τουλάχιστον κατά κανόνα.

Ο υποψήφιος του κόμματος της αριστεράς ήταν ο Λουίς Συνάσιο Λούλα Ντασίλβα. Ο Λούλα είχε προσπαθήσει τρεις φορές να εκλεγεί στο ανώτατο αξίωμα της χώρας και είχε αποτύχει. Η τέταρτη, εκείνη του 2002, ήταν και η τυχερή του. Ο Λούλα ήταν ένας άνθρωπος που προερχόταν από τα κατώτερα από τα λαϊκά στρώματα της χώρας. Ήταν και νομίζω σε ένα βαθμό παραμένει ο κατεξοχήν λαϊκός άνθρωπος.

Ένας άνθρωπος που φημιζόταν για την αυρότητά του, για την ανοιχτοσιά του, αν μπορούμε να χρησιμοποιήσουμε αυτή τη λέξη. Μιλούσε με έναν τρόπο που αρκετοί χαρακτήριζαν χιδαίο και αρκετές φορές έκανε συντακτικά λάθη στον λόγο του. Σε μία ομιλία του στο Σαο Πάολο είχε πει με πολύ απλά και τόσο χαρακτηριστικά λόγια «Θέλω να ξέρω αν οι άνθρωποι είναι στα σκατά και θέλω να προσπαθήσω να τους βγάλω από τα σκατά».

Αυτολεξή είναι οι συγκεκριμένες λέξεις, έτσι δεν τις βγάζω από το μυαλό μου. Είπε ακριβώς αυτό το πράγμα. Έχουμε λοιπόν έναν τύπο που είναι λιτός και απέριτος. Αυτό το στυλ κάποιους τους σώκαρε, αλλά σε άλλους έβγαζε μια λαϊκή οικειότητα. Ήτανε παράλληλα και ένας άνθρωπος βαθύτατα αγωιτευτικός και χαρισματικός. Σε εκείνες τις εκλογές, λοιπόν, ο Λούλα εξελέγει πρόεδρος της Βραζιλίας με το συγκλονιστικό 61%.

Η Βραζιλία αρχίζει να μεταμορφώνεται. Και το βασικό στοιχείο που άλλαξε ήταν η οικονομία της χώρας. Όπως είπαμε και στο προηγούμενο επεισόδιο, οι φτώχεια και οι οικονομικές δυσκολίες χτυπούσαν μεγάλες μερίδες του πληθυσμού. Μαζί με τον υπερπληθωρισμό, η κατάσταση ήταν αρκετά δύσκολη. Με την ανάπτυξη του παγκόσμιου νότου όμως, την αύξηση των εξαγωγών της Βραζιλίας και τα κοιτάσματα πετρελαίου, η χώρα μεταμορφώθηκε.

Για σχεδόν μία δεκαετία από το 2002 και μετά, είχε σταθερά αιτήσιους ρυθμούς ανάπτυξης που έφταναν το 5%. Πράγμα που σήμαινε πως η Βραζιλία έγινε ξαφνικά ένας πολύ σημαντικός παίκτης της παγκόσμιας χακέρας. Άφησε πίσω της την ένδια και έπαψε να είναι ο φτωχός συγγενής των γειτονικών χωρών και κυρίως των Ηνωμένων Πολιτειών.

Έχοντας πλέον αυτήν την οικονομική δύναμη, η κυβέρνηση Λούλα ξεκίνησε μία σειρά προγραμμάτων και επιδομάτων για να περιορίσει την φτώχεια, ακόμη και την πείνα που υπήρχε στη Βραζιλία εδώ και καιρό. Και σε πολύ μεγάλο βαθμό το κατάφερε. Σταδιακά δημιουργήθηκε μια μεσαία τάξη από εκείνους που προέρχονταν από τα άλλοτε κατώτερα στρώματα.

Αυτοί οι άνθρωποι δηλαδή είχαν πλέον καλύτερες δουλειές, καλύτερους μισθούς και πλέον την κυβερνητική στήριξη και υποστήριξη για να πετύχουν τα όνειρά τους και τους στόχους τους. Είχαν πλέον την δυνατότητα να αγοράσουν αυτοκίνητο, καλύτερο σπίτι, να ταξιδέψουν στο εξωτερικό, να ζήσουν μια εύκολη ζωή. Η χώρα άλλαξε και η κοινωνία άλλαξε.

Το ποδόσφαιρο σκομμάτι αυτών των δύο, της χώρας και της κοινωνίας, είχε μείνει λίγο πίσω. Η Σελεσάου ήταν έτσι κι αλλιώς το σήμα κατά δεθέν της χώρας, το brand της Βραζιλίας. το μέσο αυτού του soft power, η εικόνα της Βραζιλίας προς τον κόσμο και το βασικότερο προϊόν της. Παρά τα μεγάλα βήματα του Λούλα, όμως, η διαφθορά και το πελατειακό κράτος παρέμεναν ως τα κύρια στοιχεία της εθνικής ζωής.

Η κυβέρνηση και η Ομοσπονδία Ποδοσφαίρου βρίσκονταν πολύ συχνά στα μαχαίρια. Η Ομοσπονδία ήταν αυτό που με πολύ κόσμιους όρους θα περιγράφαμε ως το προπύργιο της διαφθοράς και όλων αυτών, η συμπίκνωση όλων αυτών που πάνε στραβά μέσα στην κοινωνία. Σκεφτείτε πως όταν το 2007 η Βραζιλία διεκδίκησε και κέρδισε την διεξαγωγή του Μουντιάλ του 2014, ο πρόεδρος της Ομοσπονδίας, ο Ρικάρντο Τεϊσέιρα, έφτιαξε μία οργανωτική επιτροπή.

Σε αυτήν διόρισε τον εαυτό του πρόεδρο, την κόρη του αντιπρόεδρο, έβαλε στην επιτροπή δύο γραμματείς του, τον δικηγόρο του και άλλους δικούς του συνεργάτες. Ούτε ένα μέλος της κυβέρνησης, της τοπικής αυτοδιοίκησης ή κάποιον γενικότερα ανεξάρτητο τέλος πάντων. Ήτανε ουσιαστικά το απάβγασμα, το αποκορύφωμα της οικογενειοκρατίας και της διαφθοράς.

Εδώ όμως έχουμε το εξής παράδοξο. που αποτύπωσαν οι αθλητικές εφημερίδες. Γιατί εκείνο τον καιρό ακριβώς έκαναν μία δημοσκόπηση για την σύνθεση αυτής της επιτροπής και ρώτησαν τους βραζιλιάνους αν τέλος πάντων συμφωνούν με αυτή την σύνθεση, την βλέπουν αρνητικά ή γενικότερα θα ήθελαν να δούνε κάτι άλλο πιο αξιοκρατικό.

Και η μεγάλη πλειοψηφία των βραζιλιάνων δήλωσε αδιαφορία ή απάθεια. Ίσως μπορεί αυτό που τους ενδιέφερε περισσότερο να είναι το αποτέλεσμα παρά το ζήτημα της διαφθοράς αυτό καθεαυτό. Ταυτόχρονα στο ίδιο πλαίσιο των μεταρρυθμίσεων, η κυβέρνηση Λούλα προσπάθησε να βάλει μία τάξη στο εσωτερικό χάος του βραζιλιάνικου ποδοσφαίρου.

Οι συνθήκες γενικότερα για τους φιλάθλους ήταν πάντοτε οι χειρότερες δυνατές. Οι διοικήσεις των ομάδων δεν ενδιαφέρονταν ιδιαίτερα να έχουν τις κατάλληλες εγκαταστάσεις, ούτε ενδιαφέρονταν για την ασφάλεια όλων όσων ερχόντουσαν στα γήπεδα. Έτσι, το νομοθετικό πλαίσιο έγινε αρκετά πιο αυστηρό. Τα στάδια αναβαθμίστηκαν, βέβαια δεν μιλάμε για καμία σημαντική αναβάθμιση, μιλάμε για τουαλέτες και ιατρικό προσωπικό.

Οι ομάδες παράλληλα έλαβαν σημαντικά μέτρα για την προστασία των οπαδών, αλλά και πάλι με το πέρασμα των χρόνων και μέχρι το Μουντιάλ του 2014 η διαφθορά δεν περιορίστηκε. Ούτε περιορίστηκε αντιστοίχως η οπαδική βία, που είναι ένα πολύ σημαντικό στοιχείο στο βραζιλιάνικο ποδόσφαιρο. αυτή η αίσθηση του περιθωρίου δεν αντιμετωπίστηκε.

Αυτή η αίσθηση δηλαδή ότι υπάρχουν δύο κόσμοι μέσα στην ίδια χώρα. Υπάρχουμε εμείς που είμαστε του πεταματού και υπάρχουν και εκείνοι που καρπώνονται όλα αυτά τα κέρδη μέσω της διαφθοράς. Υπάρχουμε εμείς που προσπαθούμε να τα βγάλουμε πέρα και υπάρχει το σύστημα που είναι τελείως διεφθαρμένο και είναι σε μια σφιχτή αγκαλίτσα με την ελίτ.

Και καμία φορά αυτή η αίσθηση μετατρέπεται σε ακραίες μορφές βίας. Υπάρχει ένα τέτοιο παράδειγμα που μπορεί να μας βοηθήσει να καταλάβουμε κάποια σημεία του βραζιάνικου ποδοσφαίρου. Είμαστε στον Ιούνιο του 2013, σε μία μικρή πόλη της πολιτείας Μαρανιάου, στα βορειοδυτικά της χώρας, σε μία περιοχή που κατεξοχήν μαστίζεται από φτώχεια και εγκληματικότητα.

Εκεί λοιπόν διεξάγεται ένας αιρασιτεχνικός ποδοσφαιρικός αγώνας. Στον ρόλο του διαιτητή βρίσκεται εθελοντικά ο Οτάβιο Ντασίλβα. Ο Ντασίλβα δεν ήταν επαγγελματίας διαιτητής, δεν είχε σπουδάσει σε κάποια ακαδημία ούτε είχε κάποια έγκριση από την Ομοσπονδία Ποδοσφαίρου, απλώς εκείνη τη στιγμή έπαιζε τον ρόλο του διαιτητή.

Κάποια στιγμή λοιπόν, κατά την διάρκεια του αγώνα, ο Ντασίλβα βγάζει κόκκινη κάρτα σε έναν παίκτη με τον οποίο μάλιστα είχαν και φιλικές σχέσεις, τον Ζοζεμίρ Αμπρέου. Ο Αμπρέου προφανώς διαφωνεί με αυτήν την απόφαση του διαιτητή και αρχίζει να καυγαδίζει μαζί του. Λίγο μετά, πάνω σε αυτόν τον καυγά, του ρίχνει του διαιτητή και μία μπουνιά.

Όντα Σίλβα, που ξαναλέει ότι είχε τον ρόλο του διαιτητή, βγάζει εκείνη τη στιγμή έξαλλος ένα μαχαίρι και το καρφώνει στον Αμπρέου δύο φορές. Εκείνος πεθαίνει πριν προλάβει να φτάσει στο νοσοκομείο. Εκείνη ακριβώς την στιγμή όσοι παρακολουθούν από τις κερκίδες το συμβάν εξαγριώνονται. Ορμούν μέσα στο γήπεδο, αρπάζουν τον Ντασίλβα και με τρόπους που δεν χρειάζεται να περιγράψουμε τον σκοτώνουν.

Πρόκειται για ένα ανατριχιαστικό συμβάν. Ένα χρόνο πριν την έναρξη του Μουντιάλ της Βραζιλίας και περίπου την περίοδο που ξεκινάει η διεξαγωγή του κυπέλου Σύνομος Πονδιών. Θα πει κάποιος ότι εντάξει ήταν ένα ερασιτεχνικό παιχνίδι σε μια αδιάφορη πόλη, δεν είναι και τίποτα σπουδαίο πέρα από ένα κοινό έγκλημα. Όμως είναι αυτό που αναφέραμε.

Είναι η αίσθηση του περιθωρίου που συνδυάζεται με την αίσθηση των ανθρώπων ότι δεν έχουμε τίποτα να χάσουμε και ακριβώς οδηγεί σε τέτοια γεγονότα. Το περιστατικό είναι προφανώς μεμονωμένο και δεν είναι λογικό να βγάλουμε γενικότερα συμπεράσματα. λέει όμως κάποια πράγματα, σημαντικά πράγματα, για το πώς ένιωθαν αρκετοί άνθρωποι στην Βραζιλία παραγκονισμένοι από το σύστημα.

Την ίδια περίοδο ξεκινάει στη χώρα μια σειρά διαμαρτυριών και η αφορμή φαίνεται, αλλά δεν ήταν διόλου ασήμαντη. Ο Ιούνιος του 2013 στη Βραζιλία είναι μοναδικός γιατί πραγματοποιήθηκαν οι μεγαλύτερες διαδηλώσεις στην ιστορία της χώρας, ξεπερνώντας ακόμη και εκείνες πριν την πτώση της δικτατορίας κατά τα μέσα της δεκαετίας του 1980.

Οι πρώτες διαδηλώσεις είχαν μερικές χιλιάδες ανθρώπους και αφορούσαν την αύξηση στις τιμές των εισιτηρίων. Η Βραζιλία, όπως είπαμε όμως, είχε αλλάξει και το ίδιο και οι Βραζιλιάνοι. Πλέον το ζήτημα δεν ήταν η φτώχεια, αλλά το κόστος διαβίωσης και η διαφθορά. Η ελίτ που απολάμβανε προνόμια και η μεσαία τάξη που ένιωθε τρομερά αδικημένη.

Οι Βραζιλιάνοι επίσης είχαν πλέον την δυνατότητα της ψηφιακής διασύνδεσης μέσω του διαδικτύου και άλλοτε απομακρυσμένες περιοχές ή απομακρυσμένες πόλεις ερχόντουσαν σε επικοινωνία μεταξύ τους με την υπόλοιπη χώρα. Οι πόλεις, μεταξύ τους οι άνθρωποι, μεταξύ τους διέδιδαν την πληροφορία γρηγορότερα, ανοιχτά και εύκολα σε σχέση με το παρελθόν.

Έτσι, δημιουργήθηκε ένα γκρουπ με διαφορετικά αιτήματα, που στο κέντρο του βρισκόταν η μεσαία τάξη των κατοίκων των πόλεων. Το βράδυ της 20ης Ιουνίου 2013, συντονισμένες διαδηλώσεις πραγματοποιήθηκαν σε 120 πόλεις της χώρας. Τα αιτήματα ναι-μέν ήταν διαφορετικά, είχαν όμως έναν κοινό παρανομαστή. Δεν είναι δυνατόν το κράτος της Βραζιλίας να πληρώνει τεράστια ποσά για στάδια, κατ' εντολή της FIFA, ενώ εμείς οι Βραζιλιάνοι έχουμε σχολεία με σοβάδες που ξεκολλάνε και νοσοκομεία στα οποία αναγκαζόμαστε να φέρνουμε χαρτί υγείας και βαμβάκι γιατί δεν έχουν να μας δώσουν.

Αυτό που υπήρχε στα στόματα όλων των Βραζιλιάνων ήταν μια φράση σύνθημα. «Πληρώνουμε ευρωπαϊκούς φόρους, αλλά έχουμε υπηρεσίες Μοζαμβίκης». Το σύστημα εξουσίας, οι πολιτικές και οι επιχειρηματικές ελίτ γέννησαν τη διαφθορά. Η διαφθορά την αδικία και η αδικία τη λαϊκή οργή. Το έθνος του ποδοσφαίρου λίγους μήνες πριν την μεγαλύτερη διοργάνωσή του βρίσκεται στους δρόμους.

όχι από χαρά αλλά από αγανάκτηση. Έχω μία σκέψη εδώ που θέλω να την μοιραστώ σε αυτό το σημείο γιατί διαβάζοντας την ιστορία του Μουντιάλ του 2014 κάνω την υπόθεση και λέω ότι μοιάζει τρομακτικά πολύ με τους Ολυμπιακούς της Αθήνας. Κάθε χώρα που έχει περάσει από φτώχεια, από δυσκολίες, από το σύνδρομο του φτωχού συγγενή και βιώνει στην συνέχεια της ιστορίας της ένα αναπτυξιακό σοκ, θέλει να αναβαθμίσει το κύρος της προς τον κόσμο.

Θέλει να δείξει ότι, παιδιά, κοιτάξτε με, τα έχω καταφέρει, είμαι εδώ. Και για να σας αποδείξω ότι τα έχω καταφέρει, δώστε μου μια πολύ μεγάλη διοργάνωση, ένα mega event, όπως τα λένε τέλος πάντων στην βιβλιογραφία. Στη δική μας περίπτωση ήταν η Ολυμπιακή του 4. Στην περίπτωση της Βραζιλίας ήταν το Μουντιάλ και η Ολυμπιακή του Ρίο που έγιναν δύο χρόνια μετά.

Για το Μουντιάλ εντωμεταξύ η FIFA είχε προφανώς και νομίζω έχει μέχρι σήμερα ορισμένους όρους. Για παράδειγμα την αναβάθμιση των σταδίων ή την συγκοινωνιακή σύνδεση των πόλεων με το κοντινότερο αεροδρόμιο. Στη Βραζιλία αυτά τα έργα άργησαν πολύ να ολοκληρωθούν. έφτασαν στην ολοκλήρωσή τους μόλις λίγους μήνες πριν την έναρξη των αγώνων.

Τι μας θυμίζει, τι μας θυμίζει και πάλι τα δικά μας Ολυμπιακά έργα που ολοκληρώθηκαν μια ανάσα πριν την έναρξη. Τέλος πάντων, αυτό είναι μια δική μου σκέψη και υπόθεση, δεν ξέρω, αλλά νομίζω ότι υπάρχουν ομοιότητες. Σε αυτό το πλαίσιο, στο πλαίσιο των όρων που είχε θέσει η FIFA, ήταν και η ανακαίνηση του θρηλυκού μαρακανά, που συμπυκνώνει απολύτως την όλη κατάσταση.

Οι αρχές έφτιαξαν κάτι σαν γυάλινο κουβούκλιο στη μία μεριά του σταδίου για να προσθετέψουν την είσοδο και τις θέσεις της ελίτ. Διέλυσαν την οροφή και την αντικατέστησαν με ένα πράγμα που παρομοιάζεται με τερατούργημα, έκοψαν μερικώς τη θέα προς την πόλη του Ρίο. Γενικά και κατά κοινή ομολογία διέλυσαν ένα από τα ομορφότερα και πλέον συμβολικά στάδια του πλανήτη.

Το αποκορύφωμα βέβαια σε όλο αυτό ήρθε με την ιδιωτικοποίηση του σταδίου όπου η πλειοδότρια εταιρεία του διαγωνισμού πήρε το στάδιο και πλήρωσε μόλις ένα 20% για το κόστος της ανακαίνησης. Και σε αυτήν την πλειοδότρια πλευρά συμμετείχε ένας δισεκατομμυριούχος της Βραζιλίας, Μπατίσταν, θυμάμαι καλά, ήτανε το όνομά του. Με όλα αυτά λοιπόν η αγανάκτηση του κόσμου ήταν εξαιρετικά αναμενόμενη. Παράλληλα η αστυνομία κυριολεκτικά ξεσάλωσε και σε κάθε διαδήλωση ακολουθούσε ένα όργιο βίας χημικών και δακρυγόνων.

Συνεπώς, η κατάρρευση της Βραζιλίας μέσα στο γήπεδο συμβόλιζε απόλυτα και την ηθική κατάρρευση της χώρας που παραδόθηκε στις ορέξεις της Ελίτ και της ΦΥΦΑ Και στην συνέχεια, όπως προείπαμε, ήρθε η ακροδεξιά και ο Μπολσονάρου Εδώ υπάρχει επίσης άλλο ένα παράδοξο Γιατί ο Μπολσονάρου υπήρχε στην πολιτική σκηνή της Βραζιλίας για πολλά χρόνια Δεν ήταν ένας κομίτης τύπου Ντόναλτ Τραμπ ήτανε βουλευτής, αν δεν κάνω λάθος, για περίπου 30 χρόνια.

Τι συνέβη όμως από εκείνο το σημείο και ύστερα. Ξέρουμε ότι η αριστερή κυβέρνηση πέρασε σε μια δίνη σκανδάλων. Η διάδοχος του Λούλα, η Ντίλμα Ρούσεφ, αποπέμφθηκε από την προεδρεία της χώρας και η Βραζιλία βίωνε από το 2014 μια οικονομική κρίση. Ο Μπολσονάρου, όπως συχνότατα κάνει η ακροδεξιά, καπηλεύτηκε το μήνυμα κατά της διαφθοράς.

Παρουσίασε τον εαυτό του ως κάτι το αγνό, που θα καθαρίσει την εθνική ζωή της Βραζιλίας από όλα και θα επαναφέρει την τάξη. Και στις συγκεντρώσεις του Μπολσονάρου, από ένα σημείο και ύστερα, το κυρίαρχο σύμβολο δεν ήταν μόνο η σημαία της χώρας, αλλά η φανέλα της εθνικής ομάδας. Αυτό που κάποτε ένωνε τους Βραζιλιάνους, κατέληξε να τους χωρίζει.

Γιατί υπάρχουν μαρτυρίες αρκετών ανθρώπων που έλεγαν ότι πλέον δεν θέλω να φορέσω την φανέλα της Σελεσάου έξω στους δρόμους γιατί θα με περάσουν για οπαδό του Μπολσονάρου, για ψηφοφόρο της ακροδεξιάς. Και προφανώς ξέρουμε και πάλι ότι η ακροδεξιά, το αγαπημένο της παιχνίδι, είναι να καπηλεύεται εθνικά σύμβολα και να τα κάνει δικά της.

Αυτό είναι πάντοτε το παιχνίδι της και αυτό ακριβώς έκανε και ο Μπολσονάρου. Το 7-1 προφανώς δεν τα προκάλεσε όλα αυτά. Το Μοντιάλ στην ουσία υπήρξε ο καταλήτης και η συντριβή στο γήπεδο. Έγινε η εικόνα, η προσωποποίηση μιας χώρας που έχει ενθουσιασμό αλλά λίγη ουσία. Έχει ενθουσιασμό αλλά από πίσω της κρύβει πολύ μαυρίλα και πολύ σαπίλα και δεν είναι ιδιαίτερος διατεθειμένη να αντιμετωπίσει τα ζητήματά της.

Η μνήμη αυτής της ποδοσφαιρικής τραγωδίας είναι ακόμα ζωντανή και όπως φαίνεται η Βραζιλία δεν έχει φύγει από τη σκιά της. Ακόμα ψάχνει τον εαυτό της και η ακροδεξιά είναι κάπου εκεί στη γωνία πάλι και περιμένει. Αλλά το αν θα καταφέρει ποτέ να επανέλθει η Βραζιλία πάντι ο τρόπος και στο γήπεδο και εκτός γήπεδου είναι κάτι που θα το δούμε στο μέλλον.

Είμαι ο Λευτέρης, ήταν το podcast Βελανίδια Κανής, σας ευχαριστώ που ήσασταν και σήμερα μαζί μου στο σημερινό επεισόδιο. Σε αυτό το σημείο θα ήθελα να πω ότι φτάσαμε στο τέλος μίας ακόμη σεζόν οπότε θα χρειαστώ λίγο χρόνο να ανασκουμποθώ, να μαζέψουμε δυνάμεις, να επανέλθουμε δρυμύτεροι ξανά τον Σεπτέμβριο για τον μήνα Αύγουστο δηλαδή δεν θα υπάρχουν δύο νέα επεισόδια θα τα πούμε ξανά στις 2 Σεπτεμβρίου αλλά αυτό που θα ήθελα να πω, δεν ξέρω αν ακούγεται λαϊκίστικο, είναι ότι η κινητήρια δύναμη αυτού του podcast είστε εσείς, εγώ είμαι απλώς εδώ για να λέω ιστορίες και να διηγούμε τα πράγματα που βρίσκω ενδιαφέροντα ή τα πράγματα που αγαπώ. Σε κάθε περίπτωση ήθελα να πω ξανά ότι σας ευχαριστώ πολύ που με ακούτε και είστε εδώ και στηρίζετε αυτήν την προσπάθεια. Ας προσπαθήσουμε όλοι λοιπόν να ξεκουραστούμε, να μαζέψουμε δυνάμεις μέσα σε αυτό το χάος που λέγεται ελληνική πραγματικότητα όσο μας το επιτρέπει και θα τα πούμε ξανά στις 2 Σεπτεμβρίου.

Μέχρι τότε εις το επανειδύν και καλό καλοκαίρι.

Σχόλια

Χωρίς σχόλια

Συνδεθείτε για να συμμετάσχετε στη συζήτηση

Σύνδεση για Σχολιασμό

Δεν υπάρχουν σχόλια ακόμα

Πίσω 15 δευτ.
Play
Μπροστά 30 δευτ.
00:00:00
00:00:00