ΣΠΕΣΙΑΛ: Η Βραζιλία και το Μουντιάλ του 1970
Βελανίδια κανείς;Σχετικά με αυτό το επεισόδιο
Στο σημερινό, η χούντα της Βραζιλίας, ο Πελέ και οι δύο κόσμοι εντός και εκτός γηπέδου. Τελικά, υπάρχει σύνδεση ανάμεσα στο ποδόσφαιρο και την πολιτική;
Υλικό:
David Goldblatt - Futebol nation, a footballing history of Brazil
Roger Kittleson - The Country of Football, Soccer and the Making of Modern Brazil
Pele - The Autobiography
Αυτόματη μεταγραφή — ενδέχεται να περιέχει λάθη.
Βέλανιδιώτες και βελανιδιώτησες. Είμαι ο Λευτέρης, καλώς ήρθατε και σήμερα σε ένα ακόμη επεισόδιο του podcast «Βέλανίδια κανείς», όπου στο σημερινό special επεισόδιο λόγω Μουντιάλ υπάρχει ένα βασικό ερώτημα. Πόσο συνδέονται αυτά που συμβαίνουν έξω από ένα γήπεδο με αυτά που συμβαίνουν εντός. Γι' αυτόν τον λόγο στρέφουμε την προσοχή μας στη χώρα που το ποδόσφαιρο είναι αναπόσπαστο κομμάτι της ζωής Είναι κομμάτι της ταυτότητας των ανθρώπων Γιατί όπως λένε για την πατρίδα τους οι ίδιοι Ακόμα και όταν όλα χαλάνε ή σταματάνε να δουλεύουν Το ποδόσφαιρο συνεχίζει κανονικά Καλώς ήρθαμε λοιπόν στην Βραζιλία και το Μουντιάλ του 1970 λίγο ο φουτμπολ μάνατζερ έπαιξα κάποτε και κατάφερα να πάω την Σάντερλαντ δύο-τρεις θέσεις πιο πάνω μέχρι εκεί.
Αυτό όμως για το οποίο θα μιλήσουμε σήμερα έχει να κάνει τόσο με το ποδόσφαιρο όσο και με την πολιτική ή πιο σωστά με την μίξη και ανάμειξη αυτών των δύο στοιχείων στη ζωή της Βραζιλίας. Το 1970 είναι μία χρονιά σταθμός για το ποδόσφαιρο γενικά κυρίως για το βραζιλιάνικο ποδόσφαιρο. Ίσως το μόνο στοιχείο που έχουμε με τη Βραζιλία εκείνη τη στιγμή είναι οι Χούντες.
Τόσο στην Ελλάδα όσο και στη Βραζιλία υπάρχουν δύο σκληρά ακροδεξιά καθεστώτα με ακραίο συντηρητικό χαρακτήρα και εννοείται την χαρακτηριστική βοήθεια των Ηνωμένων Πολιτειών. Πριν όμως φτάσουμε στο σημείο που θα βρούμε δύο διαφορετικές Βραζιλίες, μία μέσα στο γήπεδο και μία εκτός, χρειάζεται να κοιτάξουμε λίγο πίσω. Η Βραζιλία ήταν το θύμα μιας απικιοκρατικής αυτοκρατορίας, αυτής της Πορτογαλίας πιο συγκεκριμένα. Έγινε επίσημα ανεξάρτητη το 1825. Διακήρυξε την ανεξαρτησία της για πρώτη φορά το 1822.
Το ποδόσφαιρο έφτασε στις ακτές της περίπου στα τέλη του 19ου αιώνα και εγώ ως άσχετος αναρωτήθηκα πώς ένα άθλημα που ήταν αγγλικό έγινε πυρηνικό στοιχείο της βραζιλιάνικης ταυτότητας. Η αλήθεια είναι πως όταν οι βραζιλιάνοι ήρθαν σε επαφή με το ποδόσφαιρο, αυτοί που το λάτρεψαν, αυτοί που το οικιοποιήθηκαν ήταν η ελίτ της χώρας.
Οι πλούσιοι ολιγάρχες, οι μεγαλοαστοί, όσοι είχαν δύναμη και πλούτο και εννοείται όσοι ήταν λευκοί. Για εκείνους το ποδόσφαιρο ήταν μια επιβεβαίωση και μια αναπαραγωγή του δικού τους στάτους μέσα στην βραζιλιάνικη κοινωνία. Ήταν ένα είδος επιβεβαίωσης και διόνυσης της δύναμής τους. Το ποδόσφαιρο ήταν το αγγλικό παιχνίδι, το δυτικοευρωπαϊκό παιχνίδι, οπότε για όλους αυτούς ήταν κάτι καθαρά δικό τους.
Σύντομα όμως, σε αυτό το παιχνίδι δημιουργήθηκαν δύο διαφορετικοί κόσμοι. Δύο διαφορετικοί κόσμοι που υπήρχαν έτσι κι αλλιώς. Οι έχοντες και οι μη έχοντες. Για τις εργατικές τάξεις, για τους φτωχούς, για τους μαύρους πρώην σκλάβους ή απόγονους σκλάβων, το ποδόσφαιρο ήταν κάτι μαγικό. Μπορούσες να μάθεις να παίζεις, χωρίς να παιδευτείς ιδιαίτερα.
Δεν απαιτούσε κάποια στολή ή κάποιο σετ για να παίξεις, όπως για παράδειγμα το κρίκετ, και ακόμη και αν δεν μπορούσες να βρεις μία μπάλα, μπορούσες πολύ εύκολα να την αντικαταστήσεις με μία αυτοσχέδια. Το βραζιλιάνικο στυλ ποδοσφαίρου, το βραζιλιάνικο ποδόσφαιρο, οφείλεται σε αυτούς τους ανθρώπους. Στους μαύρους και σε όσους ήτανε μιγάδες.
Ακόμη και τα τόσο χαρακτηριστικά του τσαλίμνια, οι τρίπλες και όλες οι χορευτικές φιγούρες στο γήπεδο προέκυψαν για λόγους πρακτικούς. Όταν ξεκίνησαν τα πρώτα μεικτά παιχνίδια ανάμεσα σε μαύρους και λευκούς, εάν ένας μαύρος παίκτης ερχόταν σε επαφή μέσα στο παιχνίδι με τον λευκό, όπως ήταν πολύ λογικό να συμβεί, ο λευκός τις περισσότερες φορές τον έδερνε.
Τον χτυπούσε με πολύ μεγάλη βιαιότητα, αντίθενα στα πλαίσια του παιχνιδιού, και εννοείται πως οι αρχές έκαναν τα στραβά μάτια. Αρκετοί ιστορικοί λοιπόν υποστηρίζουν πως για να αποφύγουν αυτήν την επαφή οι μαύροι παίκτες, οι αυροβραζιλιάνοι, έπαιζαν με τρόπο χορευτικό και έκαναν τρίμπλες ακριβώς για να αποφύγουν τους λευκούς ρατσιστές.
Οι περισσότεροι εξ αυτών επίσης είχαν ένα υπόβαθρο στον χορό. Οπότε υπήρξε ένας συνδυασμός αυτών των στοιχείων που έδωσε στο βραζιλιάνικο ποδόσφαιρο τα βασικά του χαρακτηριστικά. Τα χαρακτηριστικά που το έκαναν διάσημο σε ολόκληρο τον πλανήτη. Περίπου στα τέλη της δεκαετίας του 30 μπαίνει στην επαγγελματική του φάση. Και την ίδια περίοδο, ένας βραζιλιάνος κοινωνιολόγος, ο Ζιλμπέρτο Φρέιρε, διατυπώνει μία θεωρία και λέει πως εξαιτίας των φιλετικών χαρακτηριστικών των βραζιλιάνων, ο εθνικός χαρακτήρας έχει κάποια πολύ συγκεκριμένα στοιχεία. Έχει αυτήν την τσαχπινιά, έχει αυτήν την πονηριά, έχει αυτό το σκέρτσο.
Αυτά τα στοιχεία λοιπόν γίνονται ο τρόπος που παίζουν το παιχνίδι, που παίζουν το ποδόσφαιρο. Πήραν δηλαδή, σύμφωνα με αυτήν την ανάλυση, ένα συντεταγμένο αγγλικό παιχνίδι και το γέμισαν με χορευτικές φιγούρες στο χορτάρι, με το δικό τους τόσο μοναδικό στυλ που οφείλεται ακριβώς σε αυτήν την πολυφιλετική ταυτότητα της Βραζιλίας.
Βέβαια, περιεμθετικά να πούμε εδώ ότι ο Φρέιρε ήταν ένας ρατσιστής του κερατά που εκθίαζε την απικιοκρατία της Πορτογαλίας, ξέπλυνε ουσιαστικά τα εγκλήματα της και τη δικτατορία στη συνέχεια, αλλά εν προκειμένου είναι μάλλον αυτό που λένε πως το χαλασμένο ρολόι δείχνει ενίοτε σωστά την ώρα μέσα στη μέρα. Υπήρχε λοιπόν μέσα σε όλο αυτό το θέμα ένας συστημικός ρατσισμός.
Τα χρόνια όμως πέρασαν. Η Βραζιλία εξελίχθηκε, αλλά όχι και τόσο. Διατήρησε το μοναδικό στυλ του δικού της ποδοσφαίρου αλλά στην πολιτική σφαίρα δεν έκανε και τόσο τολμηρά βήματα Σκεφτόμουν εντωμεταξύ ότι έχουμε την τάση ή έτσι αντιλαμβανόμαστε το πράγμα να θεωρούμε τους Βραζιλιάνους αυτών τον πολύ ευχάριστο λαό που χορεύει συνέχεια στις παραλίες που έχει τα καρναβάλια του τα κοκτέιλ του, έχει αυτήν την τροπική κουλτούρα την τόσο χαρακτηριστική όμως η πραγματικότητα είναι λίγο διαφορετική.
Η Βραζιλία ναι μεν είναι μια χώρα που δεν γνώρισε ποτέ την έννοια του πολέμου είναι μια χώρα που ήδη από την δεκαετία του 50 πολλοί την θεωρούσαν την χώρα που θα εκπροσωπεί το μέλλον, την πρωτοπορία όμως η αλήθεια είναι πως ο λαός της έχει βιώσει αρκετά δύσκολες στιγμές. Έχει βιώσει σκληρές δικτατορίες, τρομερή φτώχεια και τρομερή δυστυχία.
Συνεπώς, είναι μάλλον εύκολο να συμπεράνουμε πως το ποδόσφαιρο στη Βραζιλία δεν είναι μόνο θέαμα, είναι η πηγή της χαράς μέσα στις δυσκολίες. Καθώς η Βραζιλία προχωράει μέσα στον χρόνο, η δημοκρατία της είναι αρκετά εύθραυστη. Και το 1964 μια αμερικανοκίνητη Χούντα, με το κλασικό πρόσχημα του κομμουνιστικού κινδύνου, όπως και στη δική μας περίπτωση, άρπαξε την εξουσία.
Εδώ όμως δεν έχουμε να κάνουμε με μια στιγνά στρατιωτική δικτατορία, αλλά έχουμε μια μίξη στρατιωτικών, τεχνοκρατών, ανθρώπων της καθολικής εκκλησίας, μέγαλο επιχειρηματιών. Όπως και να έχει όμως από το 1964 και μετά, η μεγαλύτερη χώρα της Λατινικής Αμερικής περνάει στο σκοτάδι της βίας και της ακροδεξιάς. μια παράδοξη περιγραφή των καιρικών συνθηκών.
Παράδοξη γιατί η προηγούμενη μέρα ήταν ηλιόλουστη και φωτεινή. Δεν ήταν όμως ιδιαιτέρως ηλιόλουστη για τα εναπομείνοντα δικαιώματα των πολιτών. Το πρώτο σέλιδο ήταν ένα είδος κώδικα, μέσω του οποίου οι συντάκτες της εφημερίδας προσπαθούσαν να ενημερώσουν τους πολίτες πως η εφημερίδα πλέον δεν έχει τον απόλυτο έλεγχο των γραφωμένων της.
Ταυτόχρονα, την προηγούμενη ημέρα, οι αξιωματούχοι του καθεστώτος είχαν ανακοινώσει από ραδιοφώνου τον περιορισμό των συνταγματικών δικαιωμάτων των πολιτών, την πάυση λειτουργίας του Κοινοβουλίου και την έναρξη λειτουργίας στρατοδικείων για διάφορα δικήματα εις βάρος του καθεστώτος. Ήταν η αρχή της σκοτεινής φάσης της βραζιλιάνικης δικτατορίας.
Λίγο καιρό μετά θα ξεκινούσε ένα μεγάλο και καλά οργανωμένο πογκρόμ εναντίον των αντιφρονούντων. Η αντίσταση κατά της δικτατορίας είχε ξεκινήσει, ένα είδος αντάρτικου πόλεων είχε αρχίσει να υλοποιείται και η Χούντα θα προσπαθούσε να καθυποτάξει αυτήν την αντίσταση με βία και βασανιστήρια. Στην ηγεσία της βρισκόταν πλέον ένας στρατηγός, ο Εμίλιο Μέντιτσι, με μία αποστολή να νομιμοποιήσει το καθεστώς στα μάτια των πολιτών, να το κάνει δημοφιλές.
Και όπως όλες οι δικτατορίες, η βραζιλιάνικη Χούντα προσπάθησε να παρουσιάσει ένα οικονομικό θαύμα, παρόμοιο με αυτού της δικής μας Χούντας, που ήταν όμως ένα θαύμα με κοντά πόδια και ένα θαύμα που αφορούσε λίγους. Παράλληλα, ξεκίνησε ένα πρόγραμμα δημιουργίας νέων και μεγάλων υποδομών. Η Βραζιλία έφτασε στα μέσα της δεκαετίας του 1970 να είναι η χώρα με τα μεγαλύτερα σε χωρητικότητα στάδια.
Όμως, κάτι έλειπε για να γίνει λίγο πιο βαθιά αυτή η νομιμοποίηση, να βγάλει ρίζες. Και το καλύτερο εργαλείο ήταν το ποδόσφαιρο. Μαζί με αυτό το αφήγημα της οικονομικής ανάπτυξης υπήρχε και το αφήγημα του εθνικισμού. του μεγαλείου που έχει η Βραζιλία και ενός μεγαλείου που εννοείται φαίνεται στο γήπεδο. Ο Μέντιτσι ήταν ένας σκληρός και συνάμα πανούργος άνθρωπος και κατάλαβε την δύναμη που έχουν τα γήπεδα.
Γι' αυτό λοιπόν είχε αποφασίσει να εμφανίζεται συχνά πυκνά σε παιχνίδια της Φλαμέγκο με την παρουσία του να ανακοινώνεται στο στάδιο από τα ηχεία. Το καθεστώς ήθελε να οικιοποιηθεί το όμορφο παιχνίδι όχι απλώς για να κερδίσει τις μάζες, αλλά για να διατηρήσει αυτήν την ευχάριστη βιτρίνα που προαναφέραμε. Στην ποδοσφαιρική ιστορία της Βραζιλίας υπάρχει πάντα ένα debate που έχει να κάνει με τον τρόπο που παίζεται το παιχνίδι.
Μέχρι και το 1970, ο τρόπος ήταν ένας, ο βραζιλιάνικος, χορευτικός, δυναμικός, επιθετικός, μαγικός τρόπος. Από το 1970 και μετά μπήκε στο παιχνίδι ο ευρωπαϊκός τρόπος, το ποδόσφαιρο της δύναμης. Το Μουντιάλ του 1970 θα γινόταν στο Μεξικό. Προπονητής της Ελαισάου ήταν εκείνη τη στιγμή ο Ζωάο Σαλδάνια. Ο Σαλδάνια δεν ήταν επαγγελματίας ποδοσφαιριστής, δεν είχε παίξει ποδόσφαιρο ποτέ.
Ήταν όμως δημοσιογράφος και ένα ασύλληπτα κοφτερό μυαλό που μπορούσε να κάνει τα λιράκια το παιχνίδι, να το εξηγήσει με τον πιο απλό τρόπο στον καθένα, κάνοντας ταυτόχρονα κοφτερές παρατηρήσεις και επισημάνσεις. Ήτανε αριστερός, κάτι που δεν το έκρυψε ποτέ, ακόμα και όταν η σκληρή περίοδος της Χούντας είχε ξεκινήσει. Ήταν όμως ένας άνθρωπος απίθαρχος και λιγουλάκι ασταθής για να το πούμε ευγενικά.
Υπάρχει ένα περιστατικό που περιγράφει με πολύ έντονο τρόπο τον χαρακτήρα του. Όταν ένας άλλος προπονητής του άσκησε κριτική για ένα άσχετο συμβάν, ο Σαλντάνια άρπαξε την ίδια στιγμή το περίστροφο του και κραδένοντάς το, όρμησε μέσα στο λόμπι του ξενοδοχείου που ο άλλος προπονητής έμεινε και ζητούσε να λύσουν την παρεξηγήσή τους.
Ο λόγος όμως που η Χούντα τον έδιωξε από το πόστο του ήταν η επιλογή των παικτών. Ο Μέντιτσι έκανε κάποιες συστάσεις στον Σαλντάνια, αυτός αρνήθηκε και η σχέση του με την Σελεσάου ολοκληρώθηκε απότομα. Το καθεστώς εκείνη την στιγμή θέλησε να επενδύσει στην εθνική ομάδα και θέλησε κυρίως να προωθήσει το ποδόσφαιρο της δύναμης.
Διάλεξε για προπονητή έναν άνθρωπο που είχε υπάρξει, επαγγελματίας, ποδοσφαιριστής, ήταν συμπέκτης του Πελέ, αλλά ίσως το πιο σημαντικό του χαρακτηριστικό ήταν πως ήξερε να δέχεται εντολές. Αυτός ήταν ο Μάριο Ζαγκάλο. Μαζί όμως με τον Ζαγκάλο διορίστηκαν στο επιτελείο της ομάδας και αξιωματούχοι της Χούντας ή άνθρωποι που ήταν γενικότερα πολύ κοντά στο καθεστώς.
Ένας από αυτούς ήταν ο Κλαούντιο Κουτίνιο, που ανέλαβε την προπόνηση των παικτών. Όταν οι Βραζιλιάνοι κέρδισαν το Μουντιάλ του 1970, οι εφημερίδες τους έκαναν, με πολύ λογικό τρόπο, τη σύγκριση, λέγοντας πως δύο είναι τα μεγαλύτερα κατορθώματα των τελευταίων ετών. Η κατάκτηση της Ελλήνης από τους Αμερικανούς και η κατάκτηση του Μουντιάλ από τους Βραζιλιάνους.
Υπερβολικό ενδεχομένως, αλλά για εκείνους ίσως όχι και τόσο. Ο Κουτίνιο για να πετύχει αυτήν την στροφή προς το ποδόσφαιρο της δύναμης ήταν έτοιμος να τεντώσει τους παίκτες στα όρια τους. Και γι' αυτό είχε πάρει πληροφορίες, είχε μαθητεύσει ένα διάστημα στα εργαστήρια της ΝΑΣΑ, τα οποία εργαστήρια, προετοιμάζοντας την αποστολή προς το φεγγάρι, είχανε τεστάρει τις ανθρώπινες αντοχές.
και μαζί με τον Ζαγκάλο επέβαλαν ένα αυταρχικό πρόγραμμα ώστε να προετοιμάσουν τους παίκτες για το Μοντιάλ. Ποιο είναι το όραμα όμως που υπήρχε πίσω από αυτό το σχέδιο. Ήταν πολύ απλά ταλέντο εναντίον πειθαρχίας. Το σκεπτικό ήταν πολύ απλό. Εάν καθίσουμε να περιμένουμε τον επόμενο παίκτη που θα σηκωθεί από τις φαβέλες, από τις φτωχογειτονιές και θα είναι βιρτουόζος, της μπάλας καΐκαμε.
Γιατί απλά είναι κάτι που δεν μπορούμε να το ελέγξουμε. Χρειαζόμαστε ένα καλούπι, μέσα στο οποίο θα μπαίνει το ταλέντο και θα παίρνει μία συγκεκριμένη μορφή. Και για αυτό το καλούπι εννοείται χρειαζόμαστε πυγμή. Αυτό ήταν το στυλ που προσπάθησε να επιβάλλει το καθεστώς. Άλλωστε το ποδοσφαιρικό στυλ της Βραζιλίας ήταν συνδεδεμένο με το ταλέντο.
Αλλά κυρίως με τους ανθρώπους που δεν είχαν καμία σχέση με τις ελίτ. με τους ανθρώπους που είχαν παλέψει για να φτάσουν έως εκεί. Δεν θέλω να κάνω υπεραπλούστευση γιατί νομίζω υπάρχουν πολλοί παράγοντες σε όλο αυτό, αλλά σίγουρα ήταν ένα ζήτημα κατά βάθος ιδεολογικό. Η βραζιλιάνικη τεχνική ήταν μαγική, ήταν όμορφη, αλλά ήταν απίθαρχη και στηριζότανε το κυριότερο στα λαϊκά στρώματα.
Η Χούντα ήθελε κάτι διαφορετικό. Ήθελε την επιβολή πάνω στο βραζιλιάνικο στυλ. τα λαϊκά παιδιά που ως μαύροι είχαν φάει όλον το ρατσισμό της κοινωνίας, που έμαθαν να παίζουν ποδόσφαιρο, ξυπόλυτοι, μέχρι που κάποιος χορηγός κάπου τους ανακάλυψε και έτσι κατάφεραν να ξεκινήσουν την καριέρα τους. Αυτή ήταν τουλάχιστον η ιστορία του Πελέ.
Αφού χάρηκε με το γεγονός ότι ήμουν αγόρι, ο πατέρας μου έπιασε τα ποδαράκια μου και είπε πως αυτός θα γίνει μεγάλος ποδοσφαιριστής. Έτσι περιγράφει ο Πελέ τις πρώτες στιχμές μετά την γέννησή του. Ο άνθρωπος που θα γινόταν το σήμα κατά τεθέν αυτού του βραζιάνικου στυλ, πέρασε τον πρώτο καιρό της ζωής του σε μια μικρή πόλη που ακόμη δεν είχε ρεύμα και σε μια οικογένεια που τα έβγαζε πολύ δύσκολα πέρα.
Γι' αυτό από μικρή ηλικία, περίπου 10 ετών, ξεκίνησε να βγάζει ένα χαρτζιλίκι ως λούστρος. Μέχρι που ήρθε η στιγμή της ανακάλυψης αυτού του ταλέντου που έπαιζε μπάλα στους δρόμους και τις αλάνες. Η Βραζιλία ισοπεδώθηκε στο Μοντιάλου 1966 και ερχόταν τώρα, τέσσερα χρόνια μετά, αποφασισμένη, με την απαραίτητη πρόθεση από τη Χούντα για να πάρει το αίμα της πίσω.
Η ομάδα είχε κάτι το διαφορετικό και όπως περιγράφει ο Πελέ στην αυτοβιογραφία του, ήτανε δεμένοι. Όλοι οι παίκτες είχαν περάσει αρκετό καιρό μαζί. Για να προετοιμαστούν σωστά, πήγανε τρεις εβδομάδες νωρίτερα πριν την έναρξη του Μουντιάλ στο Μεξικό για να συνηθίσουνε τις συνθήκες, κυρίως τη ζέστη, αλλά και το υψόμετρο που υπήρχε σε ορισμένα στάδια.
Τίποτα, όπως πρόειπαμε, δεν αφέθηκε στην τύχη. Η ψυχική ενότητα των παίκτων είχε όμως και πνευματικά χαρακτηριστικά. Ο Πελέ είχε μια ιδέα που το επιτελείο έκανε δεκτή με μεγάλο ενθουσιασμό. Η ιδέα ήταν να προσεύχονται όλοι οι παίκτες μαζί. Βρίσκαμε κάτι για να προσευχόμαστε κάθε μέρα. Για τους αρρώστους, για τον πόλεμο στο Βιετνάμ, για την υγεία κάποιου που είχε ανάγκη τις προσευχές μας για ένα σωρό πράγματα.
Ποτέ δεν προσευχηθήκαμε για να κατακτήσουμε τον τίτλο του Παγκοσμίου Κυπέλου. Ζητούσαμε μόνο να μην τραυματιστεί κανείς σοβαρά και να έχουμε απλώς λίγη τύχη. Πιστεύω ότι αυτή η διαδικασία έπαιξε καθοριστικό ρόλο στο να ενωθούμε ως ομάδα. Αυτό περιγράφει ο Πελέ στην αυτοβιογραφία του. Καταλαβαίνουμε λοιπόν την ενότητα που υπήρχε μεταξύ τους.
Ναι, φυσικά όλο αυτό οργανώθηκε και στήθηκε με τις ευλογίες της Χούντας και των ανθρώπων της, ξαναλέω. Αλλά στο παιχνίδι, στο γήπεδο, αυτό που ο κόσμος είδε στα γήπεδα του Μεξικού ήταν ο θρίαμβος της ομορφιάς, όχι μια σκληρή στρατιωτική πειθαρχία. «Αυτό που είδαμε από τις κερκίδες ήταν ένας φόρος τιμής στο άθλημα», έλεγε ένας αθλητικογράφος, «και δεν είχε καθόλου άδικο».
Θα ήταν όμως πάρα πολύ ρομαντικό να πούμε πως η ιστορία που διηγούμαστε σήμερα έχει ένα απόλυτα ευχάριστο τέλος. Η Βραζιλία έφτασε στον τελικό και είχε απέναντί της την αμυντική στρατιά της Ιταλίας, της Ιταλίας του Κατενάτσιο. Αυτό είναι το τέτοιο μπροστάρ! Πελέ! Δύσκολα όμως μπορούσε να λυγίσει ο Πελέ και η ομάδα του και το τελικό σκορ διαμορφώθηκε στο 4-1.
Όταν ο διαιτητής σφίριξε τη λήξη, μία κυτρινοπράσινη θάλασσα ανθρώπων ξεχύθηκε στο γήπεδο και σήκωσε τον Πελέ ψηλά. Για πρώτη φορά στην ιστορία του παγκοσμίου κυπέλου, Μία ομάδα κέρδιζε για τρίτη φορά. Πίσω στην Βραζιλία, οι πολίτες ήταν στο πόδι και διοργανώθηκε ένα πανηγύρι για να γίνει η υποδοχή στην πρωτεύουσα. Μέσα σε αυτή την χαρά όμως, η Χούντα βρήκε την κατάλληλη ευκαιρία για να κάνει το δικό της ξέπλυμα και να παρουσιαστεί ως η εγγυήτρια αυτής της επιτυχίας.
Ο Μέντιτσι κάλεσε τους παίκτες σε δείπνο στο Προεδρικό Μέγαρο για να τους συγχαρεί. Δεν ξέρω αν είχαν το περιθώριο να αρνηθούν ή να πούνε το οτιδήποτε. Την ίδια στιγμή που οι Βραζιλιάνοι κραυγάζουν για την νίκη, εκατοντάδες άλλοι άνθρωποι κραυγάζουν από τη βία που υφίστανται μέσα στα μπουντρούμια που η Χούντα τους κρατάει εχμαλώτους.
Νομίζω σπάνια μέσα σε μια ιστορική στιγμή υπάρχουν δύο τόσο αντίθετοι κόσμοι, δύο τόσο αντίθετα συναισθήματα. Η πλειοψηφία που νιώθει χαρούμενη, η μικρή μειοψηφία που αντιστάθηκε και πληρώνει το τίμημα. Μέλος αυτής της μειοψηφίας ήταν και ο Μάρκος Αρούντα, που συνελήφθη τον Μάιο του 1970 όπως και αμέτρητοι άλλοι άνθρωποι, φυλακίστηκε από τις αρχές και βασανίστηκε λησαλέα γιατί τον θεωρούσαν αντιφρονούντα.
Η μητέρα του και όλη η οικογένεια κίνησαν γη και ουρανό για να μάθουν τι πραγματικά τους συνέβη, αφού οι αξιωματικοί δεν έλεγαν κουβέντα. Αυτή ήταν η μία Βραζιλία, μικρή και θαραλέα μπροστά στους δικτάτορες. Η άλλη είναι αυτή που βγήκε στους δρόμους για να πανηγυρίσει για το τρίτο παγκόσμιο κύπελο. Ήταν αντίθετες η μία με την άλλη.
Μάλλον όχι. Πιθανώς ήταν οι διαφορετικές ψηφίδες του ίδιου ψηφιδοτού. Οι άνθρωποι που πανηγύριζαν για τις νίκες της ΕΛΕΣΑΟ δεν ήταν απαραίτητα υποστηρικτές του καθεστώτος, ενδεχομένως και να αδιαφορούσαν γι' αυτό όσο άσχημο και αν ακούγεται, αλλά δεν έβλεπαν το θέμα πολιτικά. Ίσως όμως ασυνείδητα πανηγύριζαν για μία εικόνα της Βραζιλίας που ήταν αντιδικτατορικοί.
Πανηγύριζαν για την δική τους λαϊκή ταυτότητα. Στο τέλος όμως, αυτό ήταν ακριβώς που εκμεταλλεύτηκαν οι δικτάτορες για το δικό τους αφήγημα και χρησιμοποίησαν τον Πελέ και τους συμπέκτες του για να ξεπλύνουν τα δικά τους εγκλήματα, για να ξεπλύνουν την δική τους αυταρχική ταυτότητα. Είναι δυσάρεστο, αλλά η πραγματικότητα είναι πως το τέλος επικράτησε το αφήγημα της Χούντας.
Από την άλλη, ίσως όμως να μην είναι και τόσο ρομαντικό ή τόσο αφελές. Να πιστεύουμε πως η μαγεία του ποδοσφαίρου του 1970 είναι διαχρονική και είναι λαϊκή και οδήγησε στο Πάνθεον μια ομάδα για έναν πάρα πολύ απλό λόγο. Όλοι θυμούνται πως ένιωσαν βλέποντας τους παίκτες της Βραζιλίας. Ίσως η ομορφιά πάντα να έχει τον τελευταίο λόγο στην ιστορία.
Ή τουλάχιστον έτσι ελπίζουμε. πάλι τη Βραζιλία, αλλά για την συντριβή του 2014, το περίφημο 7-1 με την Γερμανία και το πώς αυτό επηρέασε την πολιτική κατάσταση στη χώρα. Μέχρι τότε, εις το επανειδύν.
Σχόλια
Χωρίς σχόλιαΣυνδεθείτε για να συμμετάσχετε στη συζήτηση
Σύνδεση για ΣχολιασμόΔεν υπάρχουν σχόλια ακόμα