Skip to content
PodBase
Χούντα, Κύπρος και στο βάθος Μεταπολίτευση

Χούντα, Κύπρος και στο βάθος Μεταπολίτευση

Βελανίδια κανείς;
Σεπτέμβριος 02, 2026 00:25:25
Συνδεθείτε για να δηλώσετε αν σας αρέσει
Συνδεθείτε για να δηλώσετε αν σας αρέσει
Προσθήκη σε Λίστα Επεισοδίων
Αποθηκεύστε αυτό το επεισόδιο σε λίστα.
Όνομα Λίστας

Σχετικά με αυτό το επεισόδιο

Στο σημερινό, το παρασκήνιο της πτώσης της χούντας, η άδηλη επανάσταση στα στρατόπεδα και η επιστροφή του Καραμανλή στην εξουσία.

Υλικό:

Επιστράτευση 1974: ο καταλυτικός ρόλος των επίστρατων στην κατάρρευση της δικτατορίας των συνταγματαρχών (Ελληνική Επιθεώρηση Πολιτικής Επιστήμης)
Σ. Γρηγοριάδη - Ιστορία της σύγχρονης Ελλάδας

Αυτόματη μεταγραφή — ενδέχεται να περιέχει λάθη.

Στις 20 Ιουλίου, πάνω από τη Λευκοσία θα ξημέρωνε άλλη μία καλοκαιρινή, καυτή μέρα. Οι παραλίες του νησιού, όπως συνέβαινε τους καλοκαιρινούς μήνες, κατακλείζονταν από ντόπιους και τουρίστες που απολάμβαναν την θάλασσα και τον καυτό ήλιο. Το καλοκαίρι στην Κύπρο ήταν ένα όνειρο. Εκείνη την ημέρα, πριν ακόμα ξημερώσει το φως της μέρας, θα γινόταν για πάντα εφιάλτης.

από τις 5 παρατέταρτο, ο εκουφαντικός κρότος που έκαναν οι τουρκικές βόμβες σήμαινε το τέλος της ειρήνης στην Ιδηλιακή Μεγαλόνησο. Οι κάτοικοι της Λευκοσίας ήταν εκείνοι που το αντιλήφθηκαν πρώτοι. Η στρατιωτική και πολιτική ηγεσία της Κύπρου, προϊόν των θλιβερών κινήσεων της ελληνικής χούντας, ήταν σε απόλυτο πανικό. Περίπου δύο ώρες μετά οι πρώτοι Τούρκοι αλεξιπτοτιστές έφτασαν στην Κυπριακή γη και παρά την θαραλέα αντίσταση που συνάντησαν, συνέχισαν την προέλασή τους πρακτικά ασταμάτητοι.

Πίσω στην Αθήνα η Χούντα του Δημήτριου Ιωαννίδη είχε χάσει πλέον κάθε νομιμοποίηση και ανοχή. Εξαπατήθηκε από τις δηλώσεις και την ψεύτικη στήριξη των Αμερικανών. Σε μία από τις πιο κρίσιμες στιγμές της ελληνικής ιστορίας του 20ου αιώνα, ο ελληνισμός βρέθηκε ακέφαλος. Η εύθαρφστη πραγματικότητα της Κύπρου είχε σπάσει σε δεκάδες χιλιάδες κομμάτια, αφήναντος πίσω νεκρούς, πρόσφυγες, συντρίμια και το τέλος μιας κούντας.

Βελανιδιώτες και βελανιδιώτησες, Είμαι ο Λευτέρης, καλώς ήρθατε στο podcast «Βελανίδια Κανείς», όπου στο σημερινό πρώτο επεισόδιο αυτού του αφιερώματος για την δεκαετία του 70 στην Ελλάδα θα ασχοληθούμε με τα γεγονότα της μεταπολίτευσης. Νομίζω ότι ο Ιούλιος του 1974 είναι ασυναγώνιστος στην ελληνική ιστορία. Η επάνωδος της δημοκρατίας, η λεγόμενη μεταπολίτευση, είναι συνειφασμένη με την τραγουδία της Κύπρου που έχει φαρδιά πλατιά την υπογραφή της Χούντες.

Δεν ξέρω αν η δεκαετία του 70 λαμβάνει την προσοχή που της αξίζει. Ίσως λόγω της δικτατορίας θεωρούμε ότι ξεκινάει ξανά η ιστορία από το 1974. Όπως και να έχει όμως, πρόκειται για μια άλλη εποχή που προετοιμάζει το έδαφος για αυτά που θα έρθουν μετά. Μία εποχή που αφήνει έτσι κι αλλιώς ένα ανεξίτηλο αποτύπωμα. Είναι η εποχή που τα δύο κυρίαρχα μέσα είναι ο τύπος και το τηλέφωνο.

Κοιτώντας τα γεγονότα που θα δούμε σήμερα, είναι δεδομένο πως όλα πέρασαν μέσα από ένα ακουστικό ή από το φύλλο μιας εφημερίδας. Ή σε ορισμένες περιπτώσεις και από τα δύο. Το ξημερώμα της 20ης Ιουλίου, ο Τούρκος Πρωθυπουργός Μπουλέντε Τσεβιτ ενημέρωσε μέσω τηλεφώνου τους Αμερικανούς ότι η στρατιωτική επέμβαση στην Κύπρο έχει ξεκινήσει.

Τις τελευταίες μέρες του Ιουλίου, οι Αμερικανοί φαίνονταν να προσπαθούν να διατηρήσουν τις ισορροπίες. Όπως είναι απόλυτα σαφές, απέτυχαν παταγωδώς. Ή τουλάχιστον υπήρξαν εντελώς αδιάφοροι μπροστά στα σχέδια των Τούρκων. Η χούντα του Δημήτρη Ιωαννίδη βρέθηκε προφρικτής εκπλήξεως. Αντιδρώντας σπασμωδικά, ο δικτάτορας που είχε αρπάξει την θέση του προηγούμενου δικτάτορα συγκάλεσε συμβούλιο. Το διακύβευμα ήταν κήρυξη επιστράτευσης.

Όμως πίσω από αυτά και τις εθνικιστικές κορώνες των χουντικών κατά των Τούρκων, το καθεστώς μετρούσε ώρες. Το φιάσκο που ξεκινούσε θα σηματοδοτούσε το τέλος. Η νομιμοποίηση είχε χαθεί οριστικά. Αλλά το κυριότερο και ίσως το πιο σημαντικό και το πιο ενδιαφέρον είναι πως η νομιμοποίηση της στρατιωτικής Χούντας γκρεμοτσακίστηκε μέσα στα ίδια τα στρατόπεδα.

Το προνομιακό πεδίο δράσης της Χούντας ήταν αυτό που τελικά έγινε ο νεκροθάφτης της. Η Χούντα ήταν τόσο απροετοίμαστη που ισουσιαστικά η Ελλάδα όλο το έθνος βρισκόταν σε μια κατάσταση μακαριότητας. Μέσω των τέλεξ οι εφημερίδες ξεκίνησαν να μαζεύουν πληροφορίες για τα γεγονότα. Ξημερώματα 20ης Ιουλίου. Ένας δημοσιογράφος τότε ξύπνησε τον υφυπουργό παρά τον πρωθυπουργό, για να τον ρωτήσει εάν θα επιτρεπόταν η δημοσίευση της είδησης για την τουρκική εισβολή στην Κύπρο.

Έξαλλος, εκείνος του είπε «μα καλά, γι' αυτό με ξύπνησες εμείς, έχουμε αντίθετες πληροφορίες». και σαν να μην συμβαίνει απολύτως τίποτα, κατέβηκε στο γραφείο του άνετος και ωραίος γύρω στις 8 το πρωί. Οι πληροφορίες που ερχόντουσαν από το πεδίο της μάχης ήταν συγκεχημένες. Τα πολεμικά ανακοινοθέντα παρόλα αυτά έδιναν μια ψεύτικη εικόνα θριάμβου που προφανώς δεν είχε καμία απολύτως σχέση με την πραγματικότητα.

Ο Κύπριος στρατιώτης και ο Έλληνας συναδελφός του βρέθηκε μόνος του αγκαλιά με το θάρρος του και την πυγμή του. Η Χούντα που τόσο πολύ αγαπούσε το έθνος και την πατρίδα γυρνούσε την πλάτη της πανηγυρικά. Την επόμενη ημέρα αρχίζουν όμως να δρομολογούνται οι εξελίξεις. Κάπου εκεί στο δωμάτιο υπήρχε ένας τεράστιος ελέφαντας.

Κήρυξη πολέμου στην Τουρκία. Ναι ή όχι. Είμαστε ένα 24 ώρο μετά την τουρκική εισβολή. Οι αρχηγοί στρατού αεροπορίας ναυτικού συγκεντρώνονται στο πεντάγωνο για να αποφασίσουν. Ο αρχηγός του Γενικού Επιτελείου, ο στρατηγός Γρηγόρης Μπονάνος, έρχεται φουριόζος. Τους ενημερώνει πως η απόφαση που έχει πάρθει από τον Ιωαννίδη και την ομάδα του είναι κήρυξη πολέμου.

Τότε είναι που ξεκινάει μία συζήτηση. Ο Μπονάνος ρωτάει τους αρχηγούς των όπλων αν θεωρούν ότι είναι απολύτως έτοιμοι για πόλεμο. Υπάρχει, σύμφωνα με τα πρακτικά και τα απομνημονεύματα και τις αναφορές που έχουν αφήσει όλοι αυτοί, υπάρχει ένας δισταγμός. «Ναι, μεν, αλλά» είναι η κυριαρχή απάντηση. Οι αρχηγοί γνωρίζουν καλύτερα από τον καθένα την κατάσταση στην οποία η Χούντα έχει παρατήσει το στράτευμα.

Και εκτός αυτού γνωρίζουν πως η Τουρκία έχει στα χέρια της την υπεροπλία, έναν καλύτερα προετοιμασμένο στρατό και σκάφη που είναι ανα πάσα στιγμή έτοιμα για αποβάσεις στα νησιά του Αιγαίου. Εκεί είναι ακριβώς την στιγμή συντελείται η πρώτη μεγάλη μεταστροφή. Οι αρχηγοί καταλαβαίνουν πως αυτό που ζητάει ο δικτάτορας και η ομάδα του είναι πρακτικά αδύνατο.

Εάν η Ελλάδα κηρύξει πόλεμο στην Τουρκία, αυτό που θα ακολουθήσει στην ελληνική επικράτεια θα κάνει την τραγωδία της Κύπρου να μοιάζει με κωμωδία. Και αποφασίζουν το αντίθετο από αυτό που έχει διατάξει ο δικτάτορας. Οι αρχηγοί αποφασίζουν να πάνε ένα βήμα παραπέρα. Η βαριά δρύινη πόρτα του γραφείου κλείνει. Ο Μπονάνος βρίσκεται μέσα με τους αρχηγούς.

Από την άλλη μεριά, στους διαδρόμους του Πενταγώνου, πίσω από αυτή την κλειστή πόρτα βρίσκονται τα τσιράκια του δικτάτορα που αρχίζουν να μυρίζονται και να υποψιάζονται πως κάτι δεν πάει καλά. Οι αρχηγοί μέσα στο γραφείο ανταλλάσσουν ματιές μεταξύ τους. Γνωρίζουν πως η κάθε λέξη έχει βαρύτητα και μπορεί να τους κοστίσει ακριβά.

Αρχίζουν ο ένας μετά τον άλλον να διαμαρτύρονται για την κατάσταση του στρατού χαρακτηρίζοντάς την απαράδεκτη. Αποβασίζουν ταυτόχρονα να χειραφετηθούν, να παίρνουν εκείνη τις αποφάσεις και όχι, ο δικτάτορας Ιωαννίδης. Μία συνομωσία αρχίζει να εξυφαίνεται στο πεντάγωνο. Πρώτος στόχος τέθηκε η αντικατάσταση της κουντικής κυβέρνησης.

Χαμηλόφωνα, ο Μπονάνος τους ρωτάει. Δηλαδή, κύριε, εννοείτε να πάμε σε πολιτικοποίηση? Ναι, απάντησαν εμφαντικά. Και εκείνος συμφώνησε. Έμενε μόνο ο χρόνος υλοποίησης της απόφασής τους. Την επόμενη μέρα, στις 22 Ιουλίου, συμφωνήθηκε ανακοχή με την Τουρκία. Αλλά η ζημιά στην Κύπρο είχε ήδη γίνει. Οι Τούρκοι είχαν καταλάβει την κερίνια και πατούσαν πλέον σταθερά και αμετάκλιτα στο κυπριακό έδαφος.

Πριν ξεκινήσει η συνομωσία των στρατηγών, η Χούντα έχει ήδη καταρρεύσει μέσα στα στρατόπεδα και τα παιδεία που οι πολίτες έχουν επιστρατευτεί. Η επιστράτευση ανακοινώθηκε και η δύναμη του ελληνικού στρατού έφτασε περίπου τις 200.000 άνδρες. Όμως, η οργή κατά των οργάνων της Χούντας ήταν τεράστια. Δεν ήταν μια στιγμή που θα περίμενε κανείς πως πηγαίνουν οι φαντάροι με το χαμόγελο στα χείλη, πανιφαντάροι μας μπροστά, συνέβαινε μάλλον το ακριβώς αντίθετο.

Δεν υπήρχε ούτε ενθουσιασμός, ούτε πολεμική λύσα κατά των Τούρκων. Υπήρχε μόνο μανιώδης οργή εναντίον των αξιωματικών και όλων όσων φορούσαν στρατιωτική στολή. Ίσως αυτό είναι μία από τις πτυχές στην ιστορία της πτώσης της δικτατορίας που δεν μας είναι τόσο γνωστή ή δεν ακούγεται όσο θα έπρεπε, αλλά είναι ασύλληπτα σημαντική.

Οι πολίτες που επιστρατεύτηκαν και έφτασαν στα στρατόπεδα τις επόμενες μέρες μετά την 20η Ιουλίου, είδαν από πρώτο χέρι το ασύλληπτο χάος και την απόλυτη ανοργανωσιά στα οποία είχε παραδώσει τη χώρα η δικτατορία. Είχαν ακόμη ζωντανοί στη μνήμη τους τα γεγονότα του πολυτεχνείου. Συνεπώς, όπου έβλεπαν αξιωματικό, έβγαζαν πάνω του τον τεράστιο θυμό τους.

Ξεσπούσαν, τον έβριζαν, κυριολεκτικά τον εξεφτέλιζαν. Τα τσιράκια της Χούντας, τα πυθήνια όργανα της, έμεναν άλαλα, φοβισμένοι. Κατάπιαν την υπερηφάνεια τους και το βούλωσαν για να αποφύγουν τα χειρότερα. Οι άνθρωποι αυτοί, πρέπει να πούμε εδώ, που προφανώς δεν ήταν συνηθισμένοι σε τέτοιες συμπεριφορές, σοκαρίστηκαν, αλλά δεν μπορούσαν να κάνουν το παραμικρό.

Οι επιστρατευμένοι ήταν εξαγριωμένοι, ήταν ανεξέλεγκτοι και κυριολεκτικά ξεγύμνωσαν και γκρέμισαν τη Χούντα και τους εκπροσώπους της μέσα στο ίδιο τους το γήπεδο. Είχαν παρατήσει δουλειές, σπίτια, οικογένειες για να υπερασπιστούν τι και ποιον Την Χούντα που παρέδωσε την Κύπρο στους Τούρκους που έσφαξε λίγους μήνες πριν φοιτητές στο Πολυτεχνείο που βασάνισε και σκότωσε τόσους ανθρώπους Όχι, όχι, όχι Αυτό ήταν που υπήρχε στα στόματα των περισσοτέρων Οι επίστρατοι πολίτες έγιναν στην ουσία οι δολοφόνοι της δικτατορίας Η ανοχή είχε τελειώσει οριστικά Κανείς δεν ήταν διατεθειμένος να δεχθεί πάνω του, να αποδεχθεί την εξουσία ή τις εντολές ενός αξιωματικού της Χούντας.

Κανείς δεν ήταν διατεθειμένος να πάρει το όπλο του και να πολεμήσει για τη Χούντα. Η δικτατορία της 21ης Απριλίου ξεκίνησε στα στρατόπεδα και σκοτώθηκε στα στρατόπεδα. Υπάρχουν για αυτό το συμβάν, για αυτό το γεγονός, αρκετά περιστατικά και μαρτυρίες. Ο Δημήτρης Κανδάλης ήταν ένας από αυτούς τους επιστρατευμένους φαντάρους και περιγράφει την κατάσταση που αυτός και οι υπόλοιποι φαντάροι κλήθηκαν να αντιμετωπίσουν.

Τις πρώτες μέρες μας έκοψε πείνα Είχε κάτι αγριοκορόμυλα αλλά ήταν πικρά τα ρημάδια δεν κατεβαίνανε Δεν είχαν φαΐ να μας δώσουν Τίποτα Τίποτα δεν θύμιζε στράτευμα κανονικό Έφευγε ο άλλος Ερχόταν μετά από δύο-τρεις μέρες Δεν υπήρχε κάποιος έλεγχος Δεν ήμασταν καταγεγραμμένοι Έβγαινε ένας λοχαγός φώναζε συγκέντρωση Δεν πήγαινε κανένας Δεν υπάκουε κανείς στο στράτευμα. Ο καθένας φορούσε ό,τι είχε από τότε που ήταν πολίτης. Να βλέπεις ένα δάσος κόσμος, γυμνός, πρισμένος από το κρύο. Να μην έχεις ούτε ένα τουφέκι. Κανείς δεν είχε διάθεση να πολεμήσει. Όλοι βλέπαμε ότι υπήρχε ένα τουρλουμπούκι. Δεν υπήρχε οργάνωση καμιά.

Εγώ πιστεύω και είμαι σίγουρος γι' αυτό γιατί μιλάγαμε μεταξύ μας ότι σε πρώτη φάση μόνιμος αξιωματικός δεν θα επιζούσε κανείς. Δηλαδή θα μου έλεγε τώρα εμένα ο μόνιμος να πάω να πολεμήσω, αυτομάτως θα αντιδρούσα. Εγώ που είμαι φιλήσυχος ή θα τον έδερνα ή θα τον σκότωνα. Μετά από 5-6 μέρες ήρθε μια ανταλήκα και έφερα ερουχισμό και όπλα.

Αλλά αυτά έφταναν για 300 ή 400 άτομα και ήμασταν πάνω από 2.500 μέσα στο δάσος Ανάλογη μαρτυρία, σαν κι αυτή, άφησε και ο Γιάννης Κοροβέσης Από τη στιγμή που ο κόσμος που ήταν στο πολυτεχνείο μπήκε μέσα στον στρατό, στην επιστράτευση είπε «εμείς δεν πολεμάμε για αυτούς, θα σας καθαρίσουμε» πράγμα το οποίο προφανώς δεν το λένε δεν το λέει κανένας αυτό Αυτοί που επιστρατεύσαν ήταν μέχρι 40 χρονών.

Μπαίνοντας λοιπόν στο στράτευμα που ήταν η γενιά που μεγάλωσε στη διάρκεια της Χούντας και βλέποντας μια διαλυμένη ιστορία είπε «Έτσι και κουνηθείτε, θα σας πολεμήσουμε εμείς με τα όπλα που μας δώσατε». Αυτό δεν είναι που το λέω εγώ, το είπανε σε αξιωματικούς, το είπανε σε έφεδρους. Η σύνθεση του στρατεύματος άλλαξε. Αυτό το φοβήθηκε και ο Ιωαννίδης και οι Αμερικανοί.

Εκεί ο στρατός παρέδωσε τρέχοντας, γιατί φοβήθηκε να μην γίνει κάτι άλλο πολύ πιο σοβαρό. «Οι άνθρωποι είναι αγανακτισμένοι. Σκοτώσατε τα παιδιά, κάνατε ό,τι κάνατε, μας φέρατε και εδώ μέσα χωρίς οργάνωση. Από τη στιγμή που μπαίνεις μέσα και έχεις δηλαδή δέκα φαντάρους και σου φέρνουν δεκαπέντε πολίτες, καταλαβαίνεις ότι εκεί το πράγμα δεν ελέγχεται».

Και οι δύο μαρτυρίες μαζί με άλλες καταγράφηκαν από τον Γιώργο Τσιρίδη και τον Δημήτρη Παπα-Νικολόπουλο για την ελληνική επιθεώρηση της πολιτικής επιστήμης. Υπάρχει ο σύνδεσμος στην περιγραφή του επεισοδίου για όποιον θέλει να διαβάσει περισσότερα. Όπως ήταν αναμενόμενο λοιπόν με μια τέτοια σχεδόν επαναστατική κατάσταση στα στρατόπεδα, Η Χούντα είχε ουσιαστικά τελειώσει γιατί είχε χάσει το βασικότερο όπλο της, εκείνο που την κρατούσε όρθια, την επιβολή.

Οι εξελίξεις τρέχουν και τρέχουν εναντίον της δικτατορίας. Το πρωί 23 Ιουλίου, οι αρχηγοί μαζεύονται πάλι στο γραφείο του Γκυζίκη. Έχουν αποφασίσει να τελειώσουν με τον Ιωαννίδη, αλλά θέλουν πρώτα την διαβεβαίωσή του ότι δεν θα αντιδράσει σε αυτά που πρόκειται να συμβούν ούτε εκείνος, ούτε τα τσιράκια του. Σε εκείνη τη συνεδρίαση, ο Ιωαννίδης είναι παρόν.

Οι αρχηγοί των όπλων εξηγούν την κατάσταση. Του λένε στη Μούρη πως απέτυχε και είναι υπεύθυνος για την κατάσταση που έχει δημιουργηθεί. Ζητούν το τέλος της δικτατορίας. Ο Ιωαννίδης σαν ελαττήριο εκτοξεύεται από την θέση του και ετοιμάζεται να φύγει. Του ζητούν ξανά να μην επέμβει στις εξελίξεις. Απαντάει θετικά και εξαφανίζεται. Η χώρα είναι ουσιαστικά ακυβέρνητη.

Την ίδια στιγμή έχουν αρχίσει να κυκλοφορούν διάσπαρτες φήμες και πληροφορίες που έχουν προκαλέσει αναστάτωση ή και ενθουσιασμό στους πολίτες. Υπάρχει έντονα η φήμη πως το τρίτο σώμα στρατού στην Θεσσαλονίκη ετοιμάζεται να φέρει τον Κωνσταντίνο Καραμανλή από το Παρίσι. Δεν ισχύει προφανώς, αλλά είναι μία πρώτη ένδειξη πως η Χούντα έχει καταρρεύσει.

Μέσα στο γραφείο του Γκυζίκη ξεκινάει η συζήτηση που σήμανε το τέλος της Χούντας. Ο ίδιος ζητάει από τον υπεύθυνο του γραφείου του να καλέσει τα πολιτικά στελέχη να προσέλθουν στη συνεδρίαση. Ο ένας εξ αυτών είναι ο τελευταίος πρωθυπουργός πριν την 21η Απριλίου, ο Παναγιώτης Κανελόπουλος. Ο άλλος είναι ο Γεώργιος Μαύρος, ένα από τα παλιά στελέχη της Ενώσεως Κέντρου του κόμματος του Γεωργίου Παπανδρέου.

Ο Γκυζίκης τους υποδέχεται το μεσημέρι 23 Ιουλίου. «Σας παρακάλεσα, κύριοι, να έρθετε, διότι ο τόπος διέρχεται φουβεράν κρίσιν. Δεν υπάρχει κυβέρνησης, δεν υπάρχει πρωθυπουργός, δεν υπάρχει υπουργός των εξωτερικών. Έχουν εξαφανιστεί». Αυτά είναι ορισμένα από τα λόγια του φέδωνα Γκυζίκη. Τους λέει ότι οι στρατιωτικοί αποφάσισαν να αποσυρθούν.

Έχει μόνο δύο όρους. Να μην αναζητηθούν για την ώρα ευθύνες για την 21η Απριλίου και να ανατεθούν τα Υπουργεία Εθνικής Άμυνας, Δημοσίας Τάξης και Εσωτερικών σε πρόσωπα που το καθεστώς εμπιστεύεται. Ο δεύτερος όρος προφανώς απορρίπτεται κατηγορηματικά. Ο Γκυζίκης καταλαβαίνει ότι δεν έχει κανένα περιθώριο διαπραγμάτευσης και δέχεται τα πάντα.

Όλοι συμφωνούν στην δημιουργία κυβέρνησης εθνικής ενότητας, είπε τον Παναγιώτη Κανελόπουλο με αντιπρόεδρο τον Γεώργιο Μαύρο. Στη σύσκεψη όμως βρίσκεται και ένα παλιό στέλεχος της καραμανλικής δεξιάς, ο Ευάγγελος Αβέρωφ. Σε αντίθεση με την ομοφωνία για τη νέα κυβέρνηση, ο Αβέρωφ έχει ήδη πετάξει στο τραπέζι μια λύση που έχει συζητήσει λίγο και ο Κανελόπουλος.

να καλέσουν τον Καραμαλή από το Παρίσι για να αναλάβει την εξουσία. Ο Κιζίκης αντέδρασε λέγοντας πως κοιτάξτε, ο Καραμαλής λείπει 10 χρόνια τώρα και ταυτόχρονα δεν είναι δυνατό να έρθει τόσο άμεσα από το Παρίσι. Η χώρα χρειάζεται κυβέρνηση τώρα. Τελικά, η συνεδρία συλλήγει και όλοι λένε να συναντηθούν ξανά στις 8.30 το βράδυ.

Έχει ήδη φτάσει απόγευμα. Ο Κανελόπουλος, χωρίς να το γνωρίζει βυσικά, θα είναι πρωθυπουργός για λίγες ώρες μόνο. Ο Αβέρωφ, ως φαίνεται, δεν έχει πει ακόμα την τελευταία του κοβέντα. Ενώ όλοι φεύγουν, εκείνος μένει, προφασιζόμενος έναν πονοκέφαλο που τον ταλαιπωρεί και αναζητά να πάρει μια ασπιρίνη. Μένει λοιπόν με τους στρατιωτικούς και τους ζητάει ξανά να σκεφτούν, έστω και την ίστατη ώρα τη λύση καραμαλεί.

Ο Κιζίκης πάλι επιμένει σε αυτό που έχει πει λίγη ώρα νωρίτερα. Εντάξει ο Καραμαλής, αλλά πού θα το βρούμε. Στην άλλη μεριά του ακουστικού που βρίσκεται στο Παρίσι, ο Καραμαλής περιμένει. Ο Κιζίκης καλεί στον αριθμό που του δίνει ο Αβέρωφ και ο πρώην Έλληνας πρωθυπουργός που έφυγε πριν από δέκα χρόνια αυτοεξόριστος στο Παρίσι, είπε με το γνωστό «πομπόδες και αυτάρεσκο ύφος του»

«Μα καλά, γιατί αργήσατε τόσο να με καλέσετε». Στους πολίτες ανακοινώνεται πως ο Καραμαλής επιστρέφει στην Ελλάδα για να λάβει μέρος στην σύσκεψη πολιτικών και στρατιωτικών. Εδώ αξίζει να κάνουμε μία παρένθεση και να κάνουμε και μία ερώτηση. Γιατί ο Κανελόπουλος παραμερίστηκε με τέτοιο τρόπο και γιατί προδημήθηκε ο Καραμαλής.

Λίγες μέρες μετά την μεταπολίτευση, περίπου τρεις μέρες αν δεν κάνω λάθος, ο ίδιος έδωσε συνέντευξη στην θρηλυκή δημοσιογράφο Οριάνα Φαλάτσι και μίλησε για το παρασκήνιο της νύχτας που έμελε να μείνει για πάντα στην ιστορία μας ως μεταπολίτευση. Η Φαλάτσι τον ρωτάει αν πικράθηκε που τελικά κατέληξαν στον Καραμαλή και εκείνος απαντάει.

«Κοιτάξτε, ο Καραμαλής είναι πιο δυνατός άνθρωπος από εμένα, όχι ότι εγώ είμαι αδύνατος απέναντίας, αλλά θέλω να πω, δεν ξέρω πόσοι πιστεύουν στον Καραμαλή και πόσοι πιστεύουν σε εμένα, αλλά οφείλω να παραδεχθώ ότι ο Καραμαλής έχει την φανατική σχεδόν υποστήριξη μεγάλου μέρους του πληθυσμού». Η Φαλάτση ξαναρωτάει. Εμένα κύριε Κανελόπουλε μου είπαν ότι ένας από τους λόγους που οι στρατιωτικοί προτίμησαν τον Καραμαλή και όχι εσάς δεν ήταν η υποστήριξη της οποίας ο ίδιος χαίρει μεταξύ του λαού, αλλά το γεγονός ότι εσείς αγωνιζόσασταν σκληρά σε αυτό το σημείο, την τιμωρία των στρατιωτικών που διέπραξαν βασανιστήρια.

Στην απάντησή του ο Κανελόπουλος φαίνεται λίγο να χάνει τα λόγια του Εγώ δεν είναι η ώρα να μιλήσω γι' αυτό Οφείλω να αποφύγω αυτό το θέμα Α, θα ήθελα, πιστέψτε με, θα ήθελα Θα μου ήταν εύκολο να μιλήσω ανοιχτά Να πω όλα όσα σκέφτομαι για αυτό το πράγμα Αλλά για να βοηθήσω αυτό το πείραμα Αυτό το δυσκολότατο πείραμα, δηλαδή αυτή την κυβέρνηση Οφείλω, ναι, οφείλω να αποφύγω να απαντήσω σε παρόμοιες ερωτήσεις.

Αυτό δεν σημαίνει ότι τις απαντήσεις δεν τις έχω δώσει στον εαυτό μου. Το κλίμα έξω από το κοινοβούλιο είναι πανηγυρικό. Ο κόσμος έχει καταλάβει πως η Χούντα τελείωσε. Από τη μία άκρη της Αθήνας μέχρι την άλλη επικρατεί ένα μοναδικό σύνολο ήχων Καμπάνες ανακατεμένες με ιαχές και κόρνες αυτοκινήτων Άνθρωποι που κάνουν το σήμα της νίκης Άλλοι που τραγουδούν και άλλοι που πηγαίνουν για να αφήσουν ένα στεφάνι ή ένα λουλούδι στο πολυτεχνείο Ο μέχρι πρώτηνος αυτοεξόριστος επιστρέφει ως τριαμβευτής σε μια χώρα που έχει βιώσει μια εθνική τραγωδία και την κατάρρευση μιας επταετούς φαρσοκομωδίας.

Κλέβοντας τη φράση του Χαριτρούμαν, ο Καραμαλής δηλώνει στους δημοσιογράφους «Boys, pray for me» και λίγες ώρες μετά φτάνει στην Αθήνα για να ορκιστεί πρωθυπουργός κυβέρνησης Εθνικής Ενότητας. Και ενώ κάποιοι λυσάνε να παρουσιάζουν τον Καραμαλή ως τον θεμελιωτή και μόνο της δημοκρατίας, η νύχτα της μεταπολίτευσης δεν ανήκει σε έναν άνθρωπο, άσχετα που ο ίδιος δεν το αναγνώρισε ποτέ.

Η νύχτα που η Χούντα έπεσε, ανήκει σε εκείνους που βρέθηκαν στους δρόμους της Αθήνας για να πανηγυρίσουν. Ανήκει σε εκείνους που ήταν ακόμη σε φυλακές και σε τόπους εξορίας. Ανήκει σε εκείνους που δεν κατάφεραν να τη ζήσουν, γιατί δολοφονήθηκαν από το καθεστώς. Και ενώ ο βραδινός ουρανός καλύπτει την πόλη, η ελπίδα φαίνεται, έστω για λίγο, να ζωντανεύει ξανά.

Και η δημοκρατία να είναι ξανά το ζητούμενο στη χώρα που καυχαίτε ότι τη γέννησε. Είμαι ο Λευτέρης, ήταν το podcast Βελανίδια Κανής. σας ευχαριστώ που ήσασταν και σήμερα μαζί μου στο σημερινό επεισόδιο. Θα τα πούμε ξανά σε δύο εβδομάδες από σήμερα, όπως στο δεύτερο μέρος αυτού του αφιερώματος θα ασχοληθούμε με το παρολίγο σχέδιο δολοφονίας του Κωνσταντίνου Καραμαλή από τον έκπτωτο βασιλιά Κωνσταντίνο και το τέλος της μοναρχίας στην Ελλάδα. Μέχρι τότε εις το επανειδύν.

Σχόλια

Χωρίς σχόλια

Συνδεθείτε για να συμμετάσχετε στη συζήτηση

Σύνδεση για Σχολιασμό

Δεν υπάρχουν σχόλια ακόμα

Πίσω 15 δευτ.
Play
Μπροστά 30 δευτ.
00:00:00
00:00:00