Η ιστορία του φασισμού - Μέρος Α'
Βελανίδια κανείς;Σχετικά με αυτό το επεισόδιο
Στο σημερινό, η ζωή του Μπενίτο Μουσολίνι και η αρχή της καριέρας του μέχρι τον Α' Παγκόσμιο Πόλεμο.
Υλικό:
Denis Mack Smith - Mussolini
Αυτόματη μεταγραφή — ενδέχεται να περιέχει λάθη.
Βελανιδιώτες και βελανιδιώτησες, είμαι ο Λευτέρης, καλώς ήρθατε και σήμερα σε ένα ακόμη επεισόδιο του podcast «Βελανίδια κανείς», όπου στο σημερινό θα μιλήσουμε για την δημιουργία και την άνοδο του φασισμού στην Ιταλία. Γίνεται πάντα και θα γίνεται πάντα κουβέντα γύρω από τον φασισμό. Η αλήθεια είναι πως την ιστορία του δεν την καλύπτει κάποιο σκοτεινό πέπλο.
Το μόνο σκοτάδι που υπάρχει είναι αυτό που βρίσκεται στον πυρήνα αυτής της ιδεολογίας. Βία, θάνατος και αίμα είναι τα βασικά της προτάγματα. Ο άνθρωπος που καθόρισε τον φασισμό είχε ζήσει στην ζωή του όλα του τα δόγματα. Είχε ζήσει πολύ εντονά αυτά που στην συνέχεια θα γινόντουσαν ο πυρήνας του φασισμού. Γεννήθηκε στις 29 Ιουλίου του 1883 σε ένα μικρό σπίτι σε ένα χωριό της περιοχής Ρωμάνια στην Ιταλία.
Ο πατέρας του ήταν ένας αυστηρός και ταυτόχρονα σκληρός άνθρωπος αριστερών πεπιθήσεων. Η μητέρα του μία σεβάσμια γυναίκα, πιστή, ήρεμη, που πήγαινε τα παιδιά της κάθε Κυριακή στην εκκλησία. Στο πνεύμα αυτής της πατρικής αριστεροσύνης δώσανε στον νεογέννητο γιο τους τα μικρά ονόματα τριών επαναστατών Του Μπενίτο Χουάρες, του Αντρέα Κώστα και του Αμίλκαρε Τσιπριάνη Ο ίδιος βέβαια ήθελε και έμεινε στην ιστορία ως ο Ντούτσε Εμείς τον ξέρουμε κυρίως με το πρώτο όνομα, Μπενίτο Μουσολίνη τις περνούσε στην ταβέρνα, πίνοντας ή σπαταλώντας χρόνο με τις ερωμένες του.
Η παρουσία του στο σπίτι συνδεόταν κυρίως με τη βία. Πειθαρχία σήμαινε το σκληρό ζωνάρι με το οποίο αρκετές φορές έδερνε τον γιο του. Ο Μουσολίνη μεγαλώνοντας ήταν ένα παιδί απίθαρχο. Του πήρε καιρό να πει τις πρώτες του λέξεις προκαλώντας ανησυχία στους γονείς του. Αποδείχθηκε όμως αρκετά ευφυής στην παιδική του ηλικία.
ευφυής, μα ταυτόχρονα και δύσκολος. Οι γονείς του αποφάσισαν να το στείλουν σε ένα σχολείο που το διοικούσε ένα μοναστικό τάγμα. Εκεί η δύσκολη συμπεριφορά του αντιμετωπιζόταν με την ανάλογη σκληρότητα. Σε αυτό το σχολείο δεν υπήρχαν πολυτέλειες. Το ζεστό μπάνιο ήταν κάτι το εξαιρετικά σπάνιο. Τα παιδιά εξαναγκάζονταν να σηκώνονται πολύ νωρίς το πρωί για να παρακολουθούν την λειτουργία και το φαγητό ήταν στην καλύτερη περίπτωση άθλιο.
Τα βία ξεσπάσματα του μικρού Μπενίτο οδηγούσαν σε τιμωρίες. Κάπου εκεί αναπτύχθηκε το έντονο μίσος του για τους ιερείς και γενικότερα για τον χριστιανισμό. Ίσως σε αυτές τις περιπτώσεις η παιδική ηλικία λέει πολλά για την εξέλιξη ενός ανθρώπου. Η συσσωρευμένη οργή του εν τέλει του κόστισε. Το σχολείο τον απέβαλε ύστερα από ένα περιστατικό.
Ο Μπενίτο χρησιμοποιώντας ένα μαχαίρι επιτέθηκε σε έναν συμμαθητή του και τον μαχαίρωσε. Όλα αυτά σε ηλικία περίπου 10 χρονών. Ήταν ένα παιδί που περνούσε αρκετό χρόνο μόνος του. Προτιμούσε να μην έχει φίλους, προτιμούσε να μην μιλάει πολύ. Ακόμη και ως μαθητής ήταν αρκετά μέτριος, παρόλο που ο ίδιος στην συνέχεια έλεγε ότι ήταν εξαιρετικός.
Οι διευθυντές του είχαν διαφορετική γνώμη. αυτό που μου γουστάρει, χωρίς δισταγμό και χωρίς να με ενδιαφέρει εάν θα βλάψω τον οποιοδήποτε». Καταγράφει ο ίδιος αρκετά περιστατικά βίας, σεξουαλικής βίας, εις βάρος γυναικών που τα παρουσιάζει σε αυτό το πλαίσιο ως κατακτήσεις. Η βία για τον Μουσολίνη είναι ένα πυρηνικό στοιχείο του χαρακτήρα του.
Την έμαθε από μικρός και θα προσπαθούσε στην συνέχεια να την μετατρέψει σε ιδεολογικό σύστημα, επιβάλλοντάς την στην Ιταλία για αρκετά χρόνια ως δικτάτορας. Η πρώτη του δουλειά μετά την ενηλικίωσή του ήτανε αναπληρωτής δάσκαλο σε ένα σχολείο της περιοχής. Βέβαια τις περισσότερες ώρες βρισκότανε στην ταβέρνα μπεκροπίνοντας και παίζοντας χαρτιά.
και οι γονείς των παιδιών μαζί με όλα αυτά σίγουρα δεν ήταν ικανοποιημένοι ούτε και με την παράνομη σχέση που είχε ξεκινήσει με μια γυναίκα της περιοχής που ο άντρας της έλειπε υπηρετώντας τον στρατό. Οι μαθητές του αρκετά χρόνια μετά τον θυμόντουσαν ως έναν άνθρωπο ιδιαίτερα αυστηρό. Μόλις τελείωσε με αυτήν την εργασία έφυγε αυτοεξόριστος στην Ελβετία.
Δεν είναι απόλυτα σαφές το γιατί έφυγε, γιατί παρουσιάζει πάντοτε διαφορετικές εκδοχές της ζωής του, διαφορετικά ψέματα, οπότε για πολλά ή μάλλον όχι για πολλά αλλά για αρκετά δεν μπορούμε να ξέρουμε με σιγουριά ποια ήταν η αλήθεια. Ζούσε στην Ελβετία χωρίς χρήματα σε δωμάτια τύπου hostel. Προσπαθούσε να ζήσει βασικά την ζωή ενός μποέμι μέσα σε αυτήν την φτώχεια.
Με παρόμοιο τρόπο που το έκανε και ο Χίτλερ όταν ζούσε στην Βιέννη. Έλεγε για τον εαυτό του εκείνη την περίοδο, αυτοπροσδιοριζόταν ως αυταρχικός κομμουνιστής, ό,τι και αν σημαίνει αυτό. Προσπαθούσε να παρουσιάζει τον εαυτό του ως αριστερό και ταυτόχρονα ως διανοούμενο. Το δεύτερο ήταν αρκετά δύσκολο, αφού δεν ήταν ιδιαίτερα διαβασμένος.
Έμεινε στην Ελβετία αρκετό καιρό, ώστε να ξεφύγει από τις στρατιωτικές του υποχρεώσεις πίσω στην Ιταλία. Βέβαια η μετέπειτα φασιστική ιστοριογραφία απέκρυψε εννοείται αυτό το γεγονός γιατί είναι δύσκολο να είσαι ο αρχηγός της απόλυτης ματσίλας και ταυτόχρονα να μην έχεις υπηρετήσει στον στρατό. Γερνώντας πίσω στην πατρίδα του ασχολήθηκε ξανά με την διδασκαλία πάλι όμως με μεγάλη αποτυχία.
Δυσκολευόταν πολύ να επιβάλλει την τάξη στα παιδιά και εξαιτίας της αστηρότητάς του είχε καταφέρει να κερδίσει ένα παρατσούκλι. Οι μαθητές του τον αποκαλούσανε τύρανο και πιθανότατα ο ίδιος θα το απολάμβανε. Εκείνο τον καιρό, είμαστε περίπου στα 1905-1910, μιλάει συχνά για την αναγκαιότητα της επανάστασης, για την βίαιη και αιματηρή ανατροπή του καθεστώτος στην Ιταλία.
Είναι σημαντικό να σταθούμε σε ένα χαρακτηριστικό του. Ο Μουσολίνη παρουσίαζε τον εαυτού του πάντοτε ως ιδεολογικά ανεπηρέαστο, ως ένας άνθρωπος δηλαδή που είναι στην κυριολεξία «αυτόφωτος». Έλεγε και στην συνέχεια ότι ο φασισμός ήταν κάτι αυτό ακριβώς, το αυτόφωτο, δεν είχε επιρροές από πουθενά. Και άλλες φορές βέβαια, τον φασισμό πάλι τον παρουσίαζε ως την συνέχεια, ως τον κληρονόμο μιας μεγάλης πολιτικής παράδοσης.
Υποστήριζε μια ιδέα όταν ήταν απαραίτητο, όταν την είχε ανάγκη και λίγο μετά όταν πλέον δεν τον εξυπηρετούσε, την αποκήρυσε και την διέγραφε. Ήταν θα λέγαμε με σημερινούς όρους ένα ιδεολογικό ποζέρι, ένα performative mail της διανόησης. Στεκότανε βασικότερα σε δύο μορφές, στον Μάρξ και τον Νίτσε. Ιδιαίτερα στην νητσεϊκή φιλοσοφία, που δεν μπορούμε να ξέρουμε με σιγουριά αν την μελέτησε εις βάθος και αν την κατάλαβε, βρήκε κομμάτια που μίλησαν μέσα του, κομμάτια που γράφει ο Νίτσε για την δύναμη του υπερανθρώπου και για την αδυναμία των μαζών.
Περίπου εκείνο τον καιρό αρχίζει να ασχολείται και με τον περιοδικό τύπο. και όταν αυτό πάλι δεν του βγαίνει επιστρέφει για δουλειά στην ταβέρνα του πατέρα του. Στα 26 του τον προσογγίζουν οι σοσιαλιστές της περιοχής του Φόρλι και του ζητάνε να αναλάβει την έκδοση του περιοδικού τους. Ήταν ένα τετρασέλιδο εβδομαδιαίο μαγκαζίνο που το βάφτισε «Lalotta di classe» ή «Πάλι των τάξεων» στα Ιταλικά.
Φυσικά μετά την επικράτηση του φασισμού το 1922 το περιοδικό εννοείται εξαφανίστηκε από όλες τις βιβλιοθήκες που υπήρχε. Φαίνεται λοιπόν πως στην ζωή του ο Μουσολίνη είχε δύο πρόσωπα, το δημόσιο και το ιδιωτικό. Αυτό που ήθελε να δείχνει και αυτό που ήθελε να κρύβει. Φαινόταν από τη μία παρουσίαζε τον εαυτό του ως έναν άνθρωπο που είναι μεροκαματιάρης και οικογενειάρχης, αλλά από την άλλη ήταν ένας κακοποιητής που νόμιζε ότι είναι ο Δον Ζουάν, που νόμιζε ότι πάνω του έχει αποθέσει η μοίρα, την σωτηρία της Ιταλίας.
Η γυναίκα που έμεινε πιο πολύ στην ζωή του ήταν η Ρακέλε, με την οποία άρχισε να συζείται το 1910. Η Ρακέλα ήταν η κόρη της αιρωμένης του πατέρα του, Άβολο, και οι φήμες συχνά έδιναν και έπαιρναν πως ο Μουσολίνη παντρεύτηκε την ετεροθαλή αδερφή του. Δεν έχουμε φυσικά κάποια πηγή που να επιβεβαιώνει κάτι τέτοιο, αλλά ήταν και αυτή μια από τις πολλές κατηγορίες που του πετούσανε στα μούτρα οι πολιτικοί του αντίπαλοι.
Τώρα ο τρόπος που διεκδίκησε την Ρακέλε ήταν θεατρινίστικος, πομπόδης και κοροϊδιστικός Δηλαδή ήταν 100% μουσολίνη Ο πατέρας της Ρακέλε δεν τον ήθελε για γαμπρό του Και έτσι εκείνος για να τον πείσει, μάλλον να τον πείσει δεν ξέρω Αλλά τουλάχιστον έπαιξε αυτόν τον ρόλο του για να την διεκδίκησει εμφανίστηκε στο σπίτι τους με ένα πιστόλι και απείλησε ότι θα αυτοκτονούσε εάν δεν του έδιναν την Ρακέλε για γάμο.
Το κόλπο πέτυχε αναγκαστικά, αλλά σε κάθε περίπτωση η ζωή που ακολούθησε για την Ρακέλε δεν ήταν ιδιαίτερος ευχάριστη και σίγουρα δεν θα ήταν ιδιαίτερος ευχάριστη όταν θα έμαθε για τις πολλές ερωμένες που είχε ο αγαπημένος της Μπενίτο. Μέχρι εκείνη την στιγμή, ο Μουσολίνη δεν ήταν γνωστός. Ήταν ένας άνθρωπος που ήθελε να φανεί, ήθελε να ξεκινήσει την καριέρα του.
Πάντως, είχε ενταχθεί στο Σοσιαλιστικό Κόμμα ως μάχημο στέλεχος. Έτσι όταν μίλησε στο συνέδριο του κόμματος στο Μιλάνο τον Οκτώβριο του 1910, τον αντιμετώπισαν με γέλια, γιατί ήταν ένας παράξεν αντιμένος επαρχιώτης που μιλούσε με τρόπο πομπόδι αλλά μιλούσε στους συντρόφους του για βία, επανάσταση, ανατροπή, αίμα. Η πτέρυγα του κόμματος που αντιπροσώπευε την επαναστατική ανατροπή ήταν αρκετά περιορισμένη μέσα στους σοσιαλιστές.
Την ίδια στιγμή βέβαια ο ίδιος συμμετέχει σε αρκετές ταραχές και σε βανδαλισμούς. Προσπαθεί έτσι νομίζει να ξεσηκώσει με αυτόν τον τρόπο τον κόσμο και τις περισσότερες φορές καταλήγει στην φυλακή. Ένας ολοκληρωμένος άνδρας, έλεγε, πρέπει να έχει περάσει καιρό μέσα στην φυλακή. Είναι πάντως ένα από τα πολλά παράδοξα ή παράξενα πως ο άνθρωπος που στην συνέχεια θα γινόταν ένας στιγνός εμπεριαλιστής εκείνο τον καιρό δήλωνε διεθνιστής και φιλυρινιστής κατά του έθνους, κατά της εθνικής ενότητας και κατά κάθε πολέμου.
Αλλά είπαμε και αυτό, καθώς εξετάζουμε την ιστορία του φασισμού, πρέπει να το θυμόμαστε, η συνείδηση του Μουσολίνη ήταν κάτι σαν πλαστελίνη, αρκεί πάντοτε να ταιριάζει στο κατάλληλο κουπάτ. Το επόμενο βήμα στην καριέρα του ήρθε όταν του έδωσαν την αρχισυνταξία της εφημερίδας Avanti, που ήταν το επίσημο έντυπο του Σοσιαλιστικού Κόμματος, το οποίο παραδόξως υπάρχει ως έντυπο, ως εφημερίδα και κυκλοφορεί μέχρι και σήμερα στην Ιταλία, παρόλο που Σοσιαλιστικό Κόμμα δεν υπάρχει, αλλά κυκλοφορεί.
Ο Μουσολίνη λοιπόν ανέλαβε την αρχισυνταξία το 1912, ύστερα από πρόταση της Εκτελεστικής Επιτροπής. Μέσα από τα φλογερά του άρθρα κατήγγειλε συνήθως την δημοκρατία και τους θεσμούς της Ιταλίας. Πίστευε και υποστήριζε ακράδαντα πως η πολιτική βασίζεται στην δύναμη. Το αίμα είναι η κινητήριος δύναμη της ιστορίας και όχι η συνένεση.
Είμαστε ακόμα πάντως και πρέπει να το θυμόμαστε και αυτός την εποχή που ο Μουσολίνη δηλώνει σοσιαλιστής Αν και από αυτά που ακούμε καταλαβαίνουμε ότι το βασικότερο του δόγμα, η βασικότερη του πεποίθηση ήταν η πίστη στην βία και στην επικράτηση για την ώρα μέχρι εκείνη τη στιγμή και μέχρι τον πρώτο παγκόσμιο πόλεμο που θα πούμε στην συνέχεια θεωρεί ότι η μοναδική δύναμη που αξίζει να επενδύσει τη ζωή του είναι η επανάσταση είναι η ανατροπή που και αυτή βέβαια έχει στον πυρήνα της την βία δεν ξέρουμε όμως με απόλυτη σιγουριά αν το έχει έτσι ακριβώς στο κεφάλι του ο Μουσολίνη αλλά τουλάχιστον μέχρι εκείνη τη στιγμή δηλώνει σοσιαλιστής, δηλώνει επαναστάτης και ένας άνθρωπος που θα ήθελε να ξεσηκωθεί ο λαός για να ανατρέψει τη δημοκρατία, το καθεστώς, τη μοναρχία κτλ.
Φτάνοντας λοιπόν σε αυτό που λέγαμε όταν ξεκίνησε ο πρώτος παγκόσμιος πόλεμος το 1914, Αρκετοί στο σοσιαλιστικό στρατόπεδο θεώρησαν πως αυτή θα ήταν η σπίθα που θα ανάψει την φωτιά της επανάστασης για το προλεταριάτο Το ίδιο λοιπόν πίστευε και ο Μουσολίνη Οι σοσιαλιστές παράλληλα όμως υποστήριζαν πως η Ιταλία έπρεπε απαραίτητος να διατηρήσει την ουδετερότητά της σε έναν πόλεμο που φαινόταν ξεκάθαρα καπιταλιστικός και ένας πόλεμος μεταξύ των υπεριαλιστικών δυνάμεων του κόσμου Μέχρι εκείνη τη στιγμή η Ιταλία ανήκε στο στρατόπεδο των κεντρικών δυνάμεων με την Αυστροουγγαρία και την Γερμανία.
Για τους Ιταλούς όμως η συμμαχία αυτή ήταν κατά βάση αμυντική. Συνεπώς με την έναρξη των εχθροπραξιών από τους Αυστριακούς με την εισβολή τους στη Σερβία, η συμμαχία αυτή είχε πάψει να λειτουργεί. Έτσι το 1915 η Ιταλική κυβέρνηση ξεκίνησε διαπραγματεύσεις με την αντίπαλη πλευρά και εντάχθηκε στην Αντάντ. Μπήκε στον πόλεμο στις 24 Μαΐου του 1915 προσβάλλοντας τις στρατιωτικές θέσεις της Αυστροουγγαρίας στον βορρά της Ιταλίας.
Βέβαια, η Ιταλία μπήκε στον πόλεμο με συγκεκριμένους στόχους για τους οποίους είχε συμφωνήσει με την Αντάντ. Ο στόχος, ένας από τους στόχους για παράδειγμα, ήταν να απελευθερώσει τις Ιταλικές πόλεις που βρίσκονταν ακόμη υπό αυστριακή κατοχή και δεν είχαν απελευθερωθεί όταν η Ιταλία έγινε ελεύθερη ως κράτος από τον Αυστριακό Ζυγό.
και μιλάμε για περιοχές όπως το Τρέντο, όπως την Τεργέστη, αλλά δεν ήταν μόνο αυτά. Οι σοσιαλιστές διατήρησαν την ίδια στάση που είχαν και πριν την έναρξη του πολέμου. Ο Μουσολίνη όμως, πονηρός και έξυπνος δυστυχώς, έπαιζε κάπως σε ένα διπλό ταμπλό, πριν ακόμα η Ιταλία μπει στο πεδίο της μάχης. Και ορισμένοι σύντροφοί του εκείνη τη στιγμή φεύγουν από το Σοσιαλιστικό Κόμμα επειδή ακριβώς υποστήριζαν τη συμμετοχή της Ιταλίας στον πόλεμο.
Ο ίδιος όμως δήλωνε ακόμα φιληρινιστής. Βλέποντας παρόλα αυτά ότι στο πεδίο της μάχης η Γερμανία δυσκολεύεται να κερδίσει κατά κράτος, η στάση του κάπως αρχίζει να αλλάζει. Και ενώ μιλούσε για ουδετερότητα, κάπως με μασημένες λέξεις έλεγε πως εντάξει, καλή ουδετερότητα, αλλά και ο πόλεμος ίσως έχει κάποια ωφέλη για την χώρα.
Έγραψε λοιπόν μία σειρά άρθρων στο Αβάντι που έλεγε πως το κόμμα μάλλον πρέπει να αλλάξει τη στάση του μπροστά στην τραγωδία του πολέμου και να σταματήσει να είναι απλός θεατής. Αυτό βέβαια το έκανε για έναν πολύ συγκεκριμένο λόγο, γιατί πίστευε ότι όντως θα καταφέρει να πείσει τους ηγέτες του Σοσιαλιστικού Κόμματος να αλλάξουν τη στάση τους.
Πίσω όμως από αυτή τη σκέψη προφανώς υπήρχε η κλασική πονηριά του Μουσολίνη. Γιατί θεωρούσε ότι εάν το έκαναν αυτό, εάν όντως άλλαζαν τη στάση τους επειδή ο Μουσολίνη το είχε πει, στην ουσία θα του χάριζαν απλόχερα την αναγνώριση που τόσο ήθελε. και ταυτόχρονα θα αναγνώριζαν στον Μουσολίνη έναν ηγετικό ρόλο μέσα στο κόμμα.
Θα γινόταν μια ηγετική φωνή μέσα στους σοσιαλιστές, που θα βρισκόταν ενδεχομένως πάνω από όλους και από όλα. Οι σύντροφοί του βέβαια δεν πίστηκαν. Τον κάλεσαν να δώσει εξηγήσεις για αυτά που έγραψε και εν τέλει παρετήθηκε από το Αβάντι τον Οκτώβριο του 1914. Δύο εβδομάδες μετά, μόλις, ξεκίνησε τη δική του εφημερίδα, με τίτλο «Ηλπόπολο δι' Ιτάλια» και το Νοέμβριο διαγράφει οριστικά από το Σοσιαλιστικό Κόμμα.
Από εκείνη τη στιγμή, για τους πρώην συντρόφους του, ο Μουσολίνη έγινε ο προδότης, έγινε ο αποστάτης. Είπαμε λοιπόν ότι πρόκειται για έναν άνθρωπο που ήταν ταυτόχρονα πονηρός και έξυπνος όμως ήταν και λίγο υποκριτούλης γιατί η εφημερίδα του προφανώς δεπουτάριζε και παρουσιαζόταν ως σοσιαλιστικό έντυπο αυτό έγραφε το πρωτοσέλιδο κάτω από τον τίτλο όμως ένα μεγάλο μέρος της χρηματοδότησης που έπεφτε στην εφημερίδα προερχόταν από Ιταλούς βιομήχανους που υποστήριζαν τον πόλεμο Και τους βόλευαν, εννοείται, τα άρθρα που έγραφε ο Μουσολίνη.
Μαζί με αυτά, πρέπει να υπολογίσουμε και τα ξένα κεφάλαια από τις σύμμαχικές χώρες που έπεφταν στο πορτοφόλι του. Η υποστήριξη του πολέμου ήταν, αν μη τι άλλο, μία εξαιρετικά κερδοφόρα επιχείρηση. Από αυτό το σημείο και ύστερα αρχίζει να μετακινείται πιο κοντά στους εθνικιστές και να απομακρύνεται σταδιακά από τον σοσιαλισμό, ακόμη και από την μορφή του σοσιαλισμού που οραματιζόταν ο ίδιος.
Σκεφτείτε πως ακόμα και όταν οι Μπολσεβίκοι κατέλαβαν την εξουσία ο ίδιος βγήκε και χαρακτήρισε τον Λένιν αχυράνθρωπο με ένα πρόγραμμα που μόνο ένας λαός όπως οι Ρώσοι ένας λαός Μογγόλων έτσι τους χαρακτήριζε θα μπορούσαν να πιστέψουν και να υποστηρίξουν Άσχετα βέβαια που πριν από όλα αυτά σε προηγούμενα χρόνια ο ίδιος με πολύ μεγάλη χαρά υποστήριζε λέγοντας ψέματα βέβαια, γιατί δεν υπάρχει κάποια πηγή που να το επιβεβαιώνει, ότι όταν ήταν στην Ελβετία είχε γνωριστεί με τον Λένιν και τον συμπάθησε ο Λένιν πολύ κτλ.
Παραμύθια της χαλιμάς βέβαια που έλεγε ο Μουσολίνη κάθε λίγο και λιγάκι. Έτσι, ο ίδιος όπως και η ιδεολογία του που σιγά σιγά αρχίζει να γεννιέται, βασιζότανε στον μύθο. Η μετέπειτα φασιστική ιστοριογραφία αποτύπωνε τη θητεία του στο πεδίο της μάχης ως κάτι το θριαμβευτικό. Ο Μουσολίνη ήταν ο αδιαφιλονίκητος ήρωας, ο τρόμος των Αυστριακών.
Η πραγματικότητα βέβαια ήταν διαφορετική, γιατί η παρουσία του στο πεδίο της μάχης ήταν κυριολεκτικά κάτι το αδιάφορο. είτε ήταν είτε δεν ήταν στα χαρακώματα, ήταν ένα και το αυτό. Υπάρχει ένα περιστατικό. Μία φορά ένας εκτοξευτής χειροβομπίδας εξεράγει κατά τη διάρκεια μίας άσκησης. Αρκετοί άνθρωποι σκοτώθηκαν ενώ εκείνος την γλίτωσε με μερικές πληγές.
Έλεγε ότι αυτή η στιγμή ήταν η ομορφότερη της ζωής του. Όταν τον πήγαν στο νοσοκομείο, σύμφωνα με τη δική του αφήγηση, έλεγε πως για να του βγάλουν τα θράψματα από το δέρμα του πρότειναν να του κάνουν προφανώς αναισθησία. Αλλά εκείνος γενναίος όπως ήταν και ο Ρωμαλέος αρνήθηκε πεισματικά. Εννοείται και ότι αυτή η αφήγηση ανήκει στο μύθο που περιγράψαμε.
Γιατί μιλώντας για τον πατέρα του φασισμού πρέπει να ξεκαθαρίσουμε ότι έχουμε έναν άνθρωπο πονηρό, έξυπνο, αλλά κατά βάθος έναν απατεωνίσκο που εν τέλει έγινε εξαιρετικά επικίνδυνος. Ο άνθρωπος λοιπόν που πίστευε ότι η μοναδική λύση είναι η βία αποφασίζει να προχωρήσει σε δράση. Και τον Δεκέμβριο του 1914 λίγο πριν η Ιταλία μπει στον πόλεμο δημιουργεί μια οργάνωση ομπρέλα που προωθεί αυτό το μήνυμα της συμμετοχής της Ιταλίας στον πόλεμο.
Βρίσκοντας διάφορους υποστηρικτές, δημιουργεί τις ενώσεις επαναστατικής δράσης. Ή στα Ιταλικά, φάσι, νταντζιόνε, ριβολουσιονάρια. Η λέξη φάσι θα εξελιχθεί στην συνέχεια και θα δώσει το όνομά της στον φασισμό και τους φασίστες. Έτσι μπήκανε οι βάσεις για την αρχή του κακού Αλλά ακόμη το όνομα Μπενίτο Μουσολίνη ανήκει στο περιθώριο Για την ώρα Είμαι ο Λευτέρης, ήταν το podcast Βελανίδια Κανείς Σας ευχαριστώ που ήσασταν και σήμερα μαζί μου στο σημερινό επεισόδιο.
Θα τα πούμε ξανά σε δύο εβδομάδες από σήμερα, συνεχίζοντας αυτό το αφιέρωμά μας στην ιστορία του φασισμού. Μέχρι τότε, εις το επανειδύν.
Σχόλια
Χωρίς σχόλιαΣυνδεθείτε για να συμμετάσχετε στη συζήτηση
Σύνδεση για ΣχολιασμόΔεν υπάρχουν σχόλια ακόμα