Skip to content
PodBase
Η πολιορκία και έξοδος του Μεσολογγίου

Η πολιορκία και έξοδος του Μεσολογγίου

Βελανίδια κανείς;
Απρίλιος 08, 2026 00:21:46
Συνδεθείτε για να δηλώσετε αν σας αρέσει
Συνδεθείτε για να δηλώσετε αν σας αρέσει
Προσθήκη σε Λίστα Επεισοδίων
Αποθηκεύστε αυτό το επεισόδιο σε λίστα.
Όνομα Λίστας

Σχετικά με αυτό το επεισόδιο

Στο σημερινό, η ιστορία της πολιορκίας που το ηρωικό φινάλε της σήμαδεψε την επανάσταση του 1821 και την ιστορία της νεότερης Ελλάδας.

Υλικό:

Σπυρομίλιος - Απομνημονεύματα της δευτέρας πολιορκίας του Μεσολογγίου

Mark Mazower - The Greek Revolution, 1821 and the Making of Modern Europe

David Brewer - The Greek War of Independence

Αυτόματη μεταγραφή — ενδέχεται να περιέχει λάθη.

Βελανιδιώτες και βελανιδιώτησες, είμαι ο Λευτέρης, καλώς βρίσκετε και σήμερα σε ένα ακόμη επεισόδιο του podcast «Βελανίδια Κανείς», όπου στο σημερινό θα ασχοληθούμε με την πολιορκία και την έξοδο του Μεσολογγίου. Βάστα καημένο Μεσολόγγι, αναφωνούσε πονεμένος ο Διονύσιος Σολωμός κοιτώντας τον παρουτοκαπνισμένο ορίζοντα στο βάθος του Ζακυνθινού ουρανού.

Το Μεσολόγγι είχε περάσει ήδη από άλλες πολιορκίες και είχε βγει σχεδόν αλόβητο. Προστατευμένο από τα μικρά νησάκια της λιμνοθάλασσας, και σε στρατηγικό σημείο της Δυτικής Ελλάδας ήταν το σημείο κλειδί για την επιτυχία ή όχι της επανάστασης. Αυτό πρωτίστως το καταλάβαιναν καλύτερα από όλους οι Τούρκοι, που ήταν προετοιμασμένοι να κάνουν τα πάντα για να εξαλείψουν τους στασιαστές Έλληνες, τους γκιαούριδες.

Τέσσερα χρόνια μετά την έναρξη της επανάστασης, η Οθωμανική Αυτοκρατορία φαινόταν ανήκανη να κάνει το σαφές, να ταπεινώσει και να καθυποτάξει αυτούς που πάλευαν για ελευθερία και αυτοδιάθεση. Από την μεριά των επαναστατημένων Ελλήνων δεν ήταν ακόμα απόλυτα ξεκάθαρο το πού ή πώς θα κατέληγε αυτή η ιστορία. Μέσα από εμφύλιους παραγμούς και λύσα για εξουσία τα δύο αγαπημένα μας χόμπι, η φλόγα της επανάστασης ευτυχώς δεν είχε σβήσει, αλλά ορισμένες φορές τρεμοέπαιζε.

Σε αυτό το χάος, μια εκτελεστική εξουσία είχε αρχίσει να διαμορφώνεται που τη στιγμή που ξεκινάει η πολιορκία του Μεσολογγίου, την διαχειρίζεται ο Γεώργιος Κουντουριώτης, ένας πλούσιος καραβοκύρης από την Ήδρα. Γερασμένος, βαρύς και δυσκίνητος πολιτικά, άνθρωπος που τις περισσότερες φορές κοιτούσε το δικό του όφελος και τουλάχιστον όσον αφορά τους ανθρώπους του 1821 δεν ήταν ο μοναδικός σε αυτό.

Η πρώτη πολιορκία του Μεσολογγίου είχε λήξει άδοξα για τους Τούρκους. Ο Μερβυριώνης μαζί με τον Κιουταχή δεν είχαν καταφέρει να κάμψουν το ηθικό των πολιορκημένων. Σε αυτή την δύσκολη συνθήκη είχαν συμπαραστάτη τους οι Μεσολογγίτες τον Λόρδο Βύρονα, που με πολεμιστές και χρήματα βοήθησε τον αγώνα. Έφτασε να δώσει μέχρι και τη ζωή του και η μνήμη του στην συνείδηση του έθνους έμεινε και μένει ζωντανή.

Έμεινε κυρίως ζωντανή όμως ως παρακαταθήκη στην πόλη του Μεσολογγίου, την πόλη που έμελε να γίνει ιερή. Η εντολή από τον Σουλτάνο το 1825 ήταν πολύ συγκεκριμένη και είχε αποδέκτη τον Μεχμέτ Ρεσίτ Πασά, τον επωνομαζόμενο Κιουταχή. Ή θα καταλάβεις το Μεσολόγγι ή θα πληρώσεις την αποτυχία με την ζωή σου. Γιαλέγεις και παίρνεις.

Ο Κιουταχής τώρα ήταν μια ιδιαίτερη, μια ξεχωριστή ιστορία. Ήταν ένας στραγνός και μεγαλόσομος στρατηγός του Οθωμανικού στρατού, ένα φοβερά στρατηγικό μυαλό, αδίστακτος και ταυτόχρονα πολύ ικανός. Οι στρατιώτες του τον λάτρευαν τόσο που τον φώναζαν μπαμπά. Ο Κιουταχής δούλευε πολύ σκληρά. Τις περισσότερες μέρες περνούσε σχεδόν 20 ώρες στο καθήκον.

Γεννήθηκε και πέρασε τα πρώτα χρόνια της ζωής του στην Γεωργία, γιος ενός ελληνορθόδοξου ιερέα. Εχμαλωτίστηκε από τον τουρκικό στρατό σε μικρή ηλικία και μεταφέρθηκε στο τόπ καπή στην Κωνσταντινούπολη. Εκεί έκανε μια πολύ χρήσιμη φιλία με τον μελλοντικό σουλτάνο, τον Μαχμούτ II. Βέβαια, πόσο χρήσιμη μπορεί να είναι μια φιλία όταν αυτός ο φίλος σου σε απειλεί ότι θα σε αποκεφαλίσει αν δεν κάνεις αυτό που θέλει, αυτό είναι μια άλλη ιστορία.

Διορίστηκε, λοιπόν, από τον σουλτάνο φίλο του, σερασκέρης της Ρούμελης, κάτι σαν αρχιστράτηγος των τουρκικών δυνάμεων. Κι έχοντας έναν πολύ συγκεκριμένο στόχο, ξεκίνησε για το Μεσολόγγι με μια μεγάλη στρατιωτική δύναμη. Ένας από τους αγωνιστές που μας άφησε τα απομνημονεύματά του ήταν ο Σπυρομήλιος. Καθώς βρισκόταν κοντά στο σημείο από το οποίο πέρασε ο Κιουταχής με τον στρατό του, παρομοίασε το θέαμα με ένα ποτάμι που έχει υπερχυλήσει και ξεχύνεται παντού.

Μιλάμε για περίπου 6.000 στρατιώτες χωρίς να υπολογίζουμε σε αυτό το νούμερο την συνοδεία τους, τους δούλους, τα ζώα γενικά ό,τι χρειαζόταν αυτό το στράτευμα για να επιβιώσει Ο Σπυρομήλιας περιγράφει ένα ποτάμι ανθρώπων που αντιπαραβάλλεται στον στρατό του Κιουταχή που κάνουν ό,τι μπορούν και δίνουν ό,τι μπορούν στο Μεσολόγγι Οι απλοί Έλληνες δηλαδή που τρέχουν να βοηθήσουν τους Μεσολογγίτες «Ας κρατήσουμε αυτή την εικόνα των απλών ανθρώπων, θα καταλάβετε τι εννοώ προς το τέλος».

Η πόλη σε κάθε περίπτωση δεν ανήκε σε εκείνα τα απόρθητα φρούρια που οι Τούρκοι δεν μπορούσαν να καταλάβουν. Μιοχειρώσεις της είχαν ολοκληρωθεί πρόσφατα, το 1824, όταν ένας δαιμόνιος χιώτης, ο Μιχαήλ Κοκκίνης, έκανε τα αδύνατα δυνατά για να καταφέρει να φτιάξει μια υποτυπώδη οχήρωση, ικανή τουλάχιστον να κρατήσει έναν ισχυρό στρατό.

Σε κάθε βάση πυροβόλου επάνω στα τείχη, εκεί που οι υπερασπιστές δηλαδή θα τοποθετούσαν τα κανόνια, έδιναν και ένα όνομα από αγωνιστές και ήρωες, όχι αποκλειστικά Έλληνες. Ένα νησάκι παραδείγματος χάρη που ορισκόταν στην Λιμνοθάλασσα και χρησίμευε ως φρούριο πήρε το όνομά του από τον Λόρδο Βύρονα. Αντίστοιχα, στις βάσεις των πυροβολικών δόθηκαν ονόματα που, όπως προείπαμε, δεν είχαν σχέση με τον αγώνα του 1821.

Και εδώ ο ιστορικός Μάρκ Μαζάουερ παρατηρεί κάτι πολύ ενδιαφέρον. Τα ονόματα που έδιναν οι υπερασπιστές του Μεσολογγίου στις οχυρώσεις ήταν, για παράδειγμα, Βενιαμίν Φραγκλίνος, Γουλιέλμος Τέλος, Γουλιέλμος της Ράγκης και άλλα ανάλογα. Ονόματα δηλαδή ανθρώπων από την Ευρωπαϊκή και την Αμερικανική ιστορία που έχουν συνδεθεί με τον αγώνα της ελευθερίας, που έχουν συνδεθεί με απελευθερωτικά κινήματα της πατρίδας τους.

Πράγμα που δείχνει πως οι Μεσολογγίτες είχαν σαφή αντίληψη για το επίδικο, για το τι πεζόταν. Ο αγώνας τους δεν ήταν απλώς αγώνας νίκης. Ήταν ένας αγώνας επιβίωσης. Ήταν ένα κομμάτι στο ψηφιδωτό της ιστορίας. Ένα κομμάτι στον πανανθρώπινο αγώνα για αυτοδιάθεση. Η πολιορκία ξεκίνησε στις 25 Απριλίου του 1825 και το Μεσολόγγια αποκλείστηκε από παντού.

Υπήρχε η πρόσβαση από τη Λιμνοθάλασσα, το μοναδικό σημείο ζωής της πόλης. Αλλά αυτό γινόταν με σκληρό αγώνα και συνήθως με την επέμβαση του στόλου υπό την ηγεσία του Μιαούλη που έφερνε προμήθειες και πολεμοφόδια στους πολιορκημένους. Μέχρι και τον Αύγουστο, η κατάσταση ήταν περίπου ίδια. Σε κάθε επίθεση των Τούρκων που συνοδευόταν από λησαλαίο βαμβαρδισμό της πόλης, οι πολιορκημένοι ανταπαντούσαν με την ίδια σφοδρότητα.

Οι μαχητές είχαν αναπτύξει επίσης ένα ιδιαίτερο σκυλ. Είχαν γίνει μαχητές της νύχτας. Όταν έπεφτε το σκοτάδι με τα γιαταγάνια στα χέρια, έσπερναν το θάνατο στο στρατόπεδο του εχθρού και ανενόχλητοι επέστρεφαν στην πόλη. Ο Κιουταχής ήταν απελπισμένος και φοβισμένος λογικά αφού το κεφάλι του κυριολεκτικά πεζόταν. Προσπαθούσε να σκραφιστεί διάφορους τρόπους για να βγει πάνω από τους μεσολογγίτες και ένας από αυτούς έγινε κυριολεκτικά ένας τρόπος για να βγει από πάνω τους.

Έδωσε εντολή να κατασκευάσουν οι στρατιώτες ένα τεχνητό ύψωμα από χώμα απέναντι από τα τείχη της πόλης. Οι Τούρκοι βέβαια πλήρωσαν αυτό το τέχνασμα με πάρα πολύ αίμα, γιατί στο τέλος όταν κατάφεραν να το στήσουν, ανέβασαν κανόνια για να έχουν έναν καλύτερο στόχο. Οι πολιορκημένοι όμως ήταν ένα βήμα πιο μπροστά και με σκαπανίες βρέθηκαν κάτω από το ύψωμα, το οποίο και ανατύναξαν.

Το θέμα ήταν φρικτό αφού ανθρώπινα μέλη ανακατεμένα με χώμα σκορπίστηκαν στον αέρα. Ο Κιουταχής δεν ήξερε πώς να συνεχίσει ή τι άλλο να κάνει. Είχε έναν τελευταίο άσο στο μανίκι του, τον Ιμπραήμ και τον στρατό του. Σε μία επιστολή τον παρακαλεί να έρθει να βοηθήσει ώστε να σταματήσουν οι γκιαούριδες να τον γελιοποιούν.

Και λέει σε αυτή την επιστολή μία φράση που χωρίς να το γνωρίζει είναι ιστορική. «Η τύχη όλης της Ελλάδας εξαρτάται από τα τύχη του Μεσολογγίου». Η πόλη έλαβε πλέον έναν χαρακτήρα συμβολικό. Ο Κιουταχής ήταν υπερβολικός σε αυτό που έλεγε. Μάλλον, το εννοούσε με έναν τρόπο διαφορετικό. Το Μεσολόγγι δεν είχε τόσο μεγάλη στρατηγική βαρύτητα.

Ήταν βέβαια η μοναδική πόλη της Δυτικής Ελλάδας που δεν είχε πέσει ακόμη στα χέρια των Τούρκων. Παρά τις τρομακτικές προσπαθίες τους. Μέχρι να έρθει η βοήθεια του Ιμπραήμ, είμαστε περίπου στον Αύγουστο του 1825, ο Κιουταχής αποτραυγέται. Έχει συζητήσει αρκετές φορές όρους παράδοσης με τους εκπροσώπους των πολιορκημένων, αλλά οι μεσολογγίτες αρνούνται πεισματικά να παραδοθούν.

Το ηθικό τους είναι υψηλό και συνειδητοποιούν πως η μάχη που δίνουν έχει αυτό το βαθύτερο νόημα, δεν αφορά τους ίδιους ή την πόλη τους αποκλειστικά, αλλά την παρακαταθήκη που θα μείνει. Όταν ο Νικόλαος Κασομούλης, ένας από τους ήρωες του 1921 φτάνει στην πόλη για να βοηθήσει, συνειδητοποιεί ότι οι κάτοικοι έχουν ψηθεί στο πνεύμα της μάχης.

Μέσα σε όλες τις κανονιές και τις σφαίρες που κόβουν τον αέρα πάνω από τα κεφάλια τους, ο μόνος που τρομάζει είναι ο Κασομούλης. Οι υπόλοιποι ούτε καν αντιδρούν μπροστά στους κρότους. Η αντίσταση κρατούσε γερά και για την ώρα οι συνδίκες δεν είχαν δυσκολέψει. Σε αυτό βοηθούσε και ο Μιαούλης με τον στόλο του που έφερναν τις προμήθειες που αναφέραμε από τη Λιμνοθάλασσα. Οπότε μέχρι εκείνη τη στιγμή υπήρχε μια αίσθηση ενότητας και προσμονής για την ήττα των Τούρκων.

Όταν ήρθε ο χειμώνας, οι επιθέσεις του Κιουταχή μειώθηκαν ακόμη περισσότερο. Με τον αρκετά βροχερό καιρό που επικρατούσε στην περιοχή, το έδαφος έγινε λάσπη και οι επιτιθέμενοι δυσκολεύτηκαν να το διαχειριστούν αυτό. Υπάρχει παράλληλα ένα ενδιαφέρον περιστατικό που δείχνει κάπως τις συνθήκες που υπάρχουν, το κλίμα μεταξύ Ελλήνων και Τούρκων, παρά τις συνθήκες του πολέμου.

Ο Δημήτρης Μακρής, ένας από τους οπλαρχηγούς που πρωταγωνιστούσαν στην άμυνα της πόλης, εκείνο τον καιρό παντρεύτηκε, γύρω στο Δεκέμβριο. Προς τιμήν του, οι συμπολεμιστές του άρχισαν να ρίχνουν μπαλοθιές. Οι Τούρκοι, έξω από τα τείχη, το παρατήρησαν αυτό και την επόμενη μέρα ρώτησαν τι έγινε και γιατί υπήρχαν αυτοί οι πυροβολισμοί.

Οι Μεσολογγίτες τους εξήγησαν και τότε οι Τούρκοι, σαν να μην είναι καν οι επιδιθέμενοι, ευχήθηκαν με χαρά στους νεόνυμφους υγεία και ευτυχία. Είναι και αυτό ένα από τα παράδοξα του πολέμου, οι ανθρώπινες στιγμές που ξεμιτίζουν μέσα από τα χαρακόματα. Ο Ιμπραήμ εν τέλει έφτασε με τον στρατό του γύρω στις αρχές του 1826, Έξι. Έχοντας κάνει μια καταστροφική πορεία στην Πελοπόννησο, συνέτριψε κάθε αντίσταση, ενώ πολιορκήσε την πύλο την οποία και κατέλαβε.

Ταυτόχρονα, οι σχέσεις του με τον Κιουταχή δεν ήταν ιδιαίτερως καλές. Ένα κουτσομπολιό περιγράφει πως όταν ο Ιμπραήμ έφτασε στο Μεσολόγγι, τον ηρωνεύτηκε, λέγοντας πως «εγώ κατάφερα μόνος μου να καταλάβω την πύλο, ενώ εσύ χρειάζεσαι βοήθεια για αυτή εδώ την πόλη». Υπονώντας βέβαια πως η Πύλος ήτανε ολόκληρο φρούριο, ενώ το Μεσολόγγι ήταν μια πόλη που δεν ήτανε τόσο καλά οχυρωμένη.

Από τον Φεβρουάριο η πολιορκία πέρασε σε μια νέα φάση. Οι τουρκικές δυνάμεις ενισχυμένες ξεκίνησαν το ξεσπασμά τους. Η προσμονή της σύτας των Τούρκων έδωσε την θέση της στον τρόμο μπροστά στον Όλεθρο. Σχεδόν καθημερινά το Μεσολόγγι βομβαρδιζόταν ανελαίητα και ασταμάτητα. Περίπου 8.000 κανονιές μετρούσανε κάθε μέρα οι Μεσολογγίτες.

Τα περισσότερα σπίτια διαλύθηκαν και οι κάτοικοι βρήκανε καταφύγιο όπου μπορούσαν, κυρίως σε υπόγεια και κελάρια. Οι Άραβες μαχητές που είχε φέρει μαζί του, ο Ιμπραήμ, χυμούσανε στα τείχη, στις πληγές που τα κανόνια είχαν ανοίξει, αλλά κάθε φορά η ελληνική αντίσταση ήταν η ισχυρότερη και εν τέλει ακατανίκητη. Ο Ιμπραήμ όμως ήταν ένα σατανικά στρατηγικό μυαλό και σκέφτηκε ότι ο μόνος τρόπος για να τσακίσει το ηθικό και το αξιώμακο των Ελλήνων ήταν η πείνα.

Η γραμμή ζωής που περνούσε μέσα από τη Λιμνοθάλασσα κρατούσε το Μεσολόγγιο Όρθιο, όπως είπαμε με προμήθειες και πολεμοφόδια. Αν οι Τούρκοι κατάφερναν να καταλάβουν τα οχυρωμένα νησάκια της λιμνοθάλασσας και να κόψουν την πρόσβαση στους Μεσολογγίτες, ίσως τα πράγματα να γίνονταν πιο εύκολα. Αυτή η προσπάθεια των Τούρκων όμως κόστισε πολύ αίμα.

Τα νερά του Μεσολογγίου πλημμύρισαν με πτώματα Τούρκων και Αράβων στρατιωτών και παρά αυτό το κόστος, ο στόχος επετεύχθη και η πόλη ήταν πλέον αποκομμένη από παντού. Η κατάσταση άρχισε να χειροτερεύει, αφού προμήθειες δεν υπήρχαν πια για τους σχεδόν 9.000 πολιορκημένους. Είναι αυτές οι στιγμές που η ανθρώπινη φύση και η αντίληψη των πραγμάτων φτάνει στα ακραία ωριά της και μπαίνει σε καταστάσεις που χαρακτηρίζονται φρεκτές.

Η πείνα θέρισε. Όλα τα έμβια όντα έγιναν τροφή για τους πολιορκημένους, μέχρι και οι αρουραίοι. Όσες είχαν τη λύση, είχε ακόμα προταθεί να κόψουν τα πτώματα των Τούρκων και να τα ρίξουν στην άλμη για να γίνει το δέρμα τους σαν κάτι που να μοιάζει με κρέας. Επίσης έπαιρναν τα φύκια που έβρισκαν και τα έβραζαν για να γίνουν λίγο πιο εύπεπτα.

Υπήρξαν ακόμη και περιπτώσεις κανιβαλισμού. Ξεχνάμε ίσως όταν μιλάμε για την θυσία των ανθρώπων στο Μεσολόγγι, τη φρίκη και τη δυστυχία που έζησαν. Δεν μπορούμε να μπούμε στην δική τους θέση. Είναι αδύνατον. Αλλά σε όλες τις ανοησίες που διαχρονικά ακούχονται από τους πολιτικούς και ακούστηκαν και φέτος, πρέπει να κλείνουμε τα αυτιά.

Και ιδανικά εκείνοι πρέπει να κλείνουν και το στόμα. Γιατί αυτό που βίωσαν οι άνθρωποι αυτοί δεν μπορεί κανείς να το καταλάβει. μπορούμε μόνο να γονατίζουμε μπροστά τους σιωπηλά. Και σε όλο αυτό πρέπει πάντα να θυμόμαστε πως αρνήθηκαν να παροδοθούν ξανά και ξανά. Είχαν άραγε συνέστηση του αποτυπώματός τους στον ιστορικό χρόνο, πως σήμερα, 200 χρόνια μετά, θα μιλάμε ακόμη για αυτούς.

Πιθανότατα όχι. Νομίζω πως σε τέτοιες καταστάσεις δεν σε ενδιαφέρει η ιστεροφημία, αλλά η επιβίωση, η δική σου και όσον αγαπάς. Και στο βάθος αυτής της επιβίωσης υπήρχε η αδούλωτη θέληση για ελευθερία, που αρκετές φορές στην επανάσταση του 1821, επιβίωση και θέληση για ελευθερία είναι ταυτόσιμα. Υπήρχε και η αίσθηση της ενότητας παράλληλα, γιατί μέσα σε όλους τους καυγάδες και τις πολιτικές κόντρες που υπήρχανε στο Μεσολόγγι, ακόμα και στις προηγούμενες πολιορκίες, αυτή τη φορά η δυσκολία ένωσε τις αντιμαχόμενες πλευρές.

Όταν εκείνοι που φιλούσαν σκοπιά στα τείχη έκλειναν τα μάτια τους από την κούραση και τους επενοήπνους, ο επίσκοπος της πόλης, ο Ιωσήφ, έδινε εντολή να φτιάξουν οι κάτοικοι καφέ για να βοηθήσουν τους φορούρους. Και αυτό γινόταν. Το άλλο στο οποίο πρέπει να σταθούμε και λείπει από το εθνικό αφήγημα για την ηρωική έξοδα είναι η στάση της κυβέρνησης της εποχής.

Ο Σπυρομήγκος είναι ανάμεσα σε αυτούς που έχουν πάει στο ναύπλιο για να παρακαλέσουν την κυβέρνηση τους κυβερνητικούς αξιωματούχους να βοηθήσουν το Μεσολόγγι με όποιον τρόπο μπορούν. Τα αιτήματά τους δεν είναι παράλογα. Ζητούν μερικές χιλιάδες στρατιώτες για να αντιμετωπίσουν τους Τούρκους και παράλληλα προμήθειες. Η πραγματικότητα όμως είναι δύσκολη και η κυβέρνηση της εποχής αδυνατεί να κάνει το παραμικρό.

Λεφτά δεν υπάρχουν για να πληρωθούν οι στρατιώτες, το περίφημο αγγλικό δάνειο έχει ξοδευτεί το περισσότερο για γελίους σκοπούς και η κυβέρνηση απλώς κάθεται, σηκώνει τα χέρια ψηλά και λέει «Ε, θα κάνω ό,τι μπορώ». Δηλαδή, στο τέλος της μέρας τίποτα. Εν το μεταξύ, υπάρχουν κάποιες διαθέσιμες δυνάμεις που έχουν εκπαιδευτεί από τον Φαβιέρο, έναν Γάλλο αξιωματικό του Ναπολέοντα που είχε λάβει μέρος στην επανάσταση.

Παρά το γεγνός λοιπόν πως αυτό το σώμα, περίπου είναι 3.000 άνδρες, είναι έτοιμο πόλεμο και καλά εξοπλισμένο, η κυβέρνηση τους δίνει εντολή να χτυπήσουν τους Τούρκους στην Αττική και στην Εύβοια, όχι στο Μεσολόγγι αλλά σε ένα άσχετο σημείο. Συνεπώς ο Σπυρομήλος παρατηρεί έξαλλος πως η κυβέρνηση δεν έκανε τίποτα. Οι προύχοντες της Πελοποννήσου επίσης δεν έκαναν τίποτα και όλα αυτά γιατί υπήρχε όχι κάποια ητοπάθεια, απλώς γιατί θεωρούσαν την υπόθεση χαμένη, χωρίς όμως να είναι τουλάχιστον μέχρι εκείνη τη στιγμή.

Θα κάναμε μια εντελώς διαφορετική κουβέντα αν είχανε σταλεί ενισχύσεις. Βέβαια, στην ιστορία δεν υπάρχουν εάν. Θυμηθείτε πως στην αρχή είδαμε τους απλούς ανθρώπους να τρέχουν να βοηθήσουν το Μεσολόγγι με όποιον τρόπο μπορούσαν. Και δείτε τώρα την αδυναμία εκείνων που ασκούνε την εξουσία να σταθούν στο ύψος της περίστασης.

Από επιλογή. Μια αδυναμία διαχρονική που υπάρχει πριν καλά καλά δημιουργηθεί το ελληνικό κράτος. Για να λέμε σήμερα και πάντα, για να λένε σήμερα και πάντα οι εκάστοτε κυβερνώντες για την θυσία του Μεσολογγίου, για να βγάζουν αυτούς τους μεγάλους και εντελώς ανούσιους λόγους για μια θυσία που δεν τους αξίζει. Η κατάσταση είχε φτάσει στο σημείο μηδέν.

Οι Μεσολογγίτες για μια τελευταία φορά αποφασίζουν να μην παραδοθούν. Αποβασίζουν να κάνουν την έξοδό τους και να φύγουν προς τα βουνά για να σωθούν. Μέσα στην απελπισία τους σκέφτονται να σφάξουν γυναίκες και παιδιά, αλλά ο επίσκοπος Ιωσήφ τους αλλάζει γνώμη. Κυριακή των Βαΐων του 1826. 10 Απρίλιο και οι Μεσολογγίτες στέκουν μπροστά στις πύλες, ενώ οι Τούρκοι έχοντας πάρει μυρωδιά από κάποιον ρουφιάνο είναι έτοιμοι.

Η βοήθεια που περίμεναν από τον Καραϊσκάκη δεν ήρθε ποτέ. Το συνθηματικό ήταν πυροβολισμοί στον αέρα όταν θα εμφανιζόταν ο Καραϊσκάκης με τους δικούς του στα βουνά, αλλά οι Τούρκοι γνωρίζοντας αυτή την πληροφορία πυροβολούν εκείνοι στον αέρα για να τους ξεγελάσουν. Κάτω από το σκοτάδι και τη σιωπή της νύχτας, οι Μεσολογγίτες προχωρούν.

Χωρισμένοι σε δύο μπουλούκια, με μπροστάρι τον νότι Μπότσαρη, οι μαχητές προχωρούν μπροστά, σφάζοντας τους στρατιώτες που έχουν στρατοπεδεύσει έξω από την πόλη και οι οποίοι δυσκολεύονται αρκετά να τους σταματήσουν. Πίσω τους βρίσκονται τα γυναικόπαιδα. Πανικοβάλλονται και επιστρέφουν μέσα στην πόλη. Ο εχθρός όμως τους ακολουθεί και ορμάει μέσα στο Μεσολόγγι.

Ο καπνός από τον παρούτη, οι κραυγές και οι θρύνοι ακούγονται μέχρι μακριά. Ο επίσκοπος Ιωσήφ έχει κλειδαμπαρωθεί με δικούς του σε ένα κελάρι γεμάτο πυρίτιδα και όταν οι Τούρκοι σπάνε την πόρτα δεν τους κάνει το χατήρι, κάνοντας πράξη το ελευθερία ή θάνατος. Οι μαχητές, δύο χιλιάδες περίπου, φτάνουν στα βουνά και γλιτώνουν, αλλά ο πληθυσμός της πόλης σφαγιάζεται ή οδηγείται σε σκλαβοπάζαρα.

Το Μεσολόγγι έπεσε, μα η θυσία του έδειξε την αποφασιστικότητα, το πείσμα και την ψυχική δύναμη των Ελλήνων της εποχής, σίγουρα όχι όλων. Απέναντι σε έναν βάρβαρο εχθρό, απέναντι σε μία αδιάφορη κυβέρνηση Απέναντι σε μία ελίτ που δεν ήθελε να βοηθήσει Μία κοινωνία, μία μικρή κοινωνία ανθρώπων έζησε και πέθανε ελεύθερη Ελεύθερη πολιορκημένη και νικημένη ανίκητη σήμερα. Μέχρι τότε, εις το επανειδύν.

Σχόλια

Χωρίς σχόλια

Συνδεθείτε για να συμμετάσχετε στη συζήτηση

Σύνδεση για Σχολιασμό

Δεν υπάρχουν σχόλια ακόμα

Πίσω 15 δευτ.
Play
Μπροστά 30 δευτ.
00:00:00
00:00:00