Skip to content
PodBase
Anneliese Michel: μια ανατριχιαστική ιστορία που στοιχειώνει

Anneliese Michel: μια ανατριχιαστική ιστορία που στοιχειώνει

Bloody Darklings Podcast
Ιούνιος 12, 2026 00:48:49 Σεζόν 1 Επεισόδιο 31
Συνδεθείτε για να δηλώσετε αν σας αρέσει
Συνδεθείτε για να δηλώσετε αν σας αρέσει
Προσθήκη σε Λίστα Επεισοδίων
Αποθηκεύστε αυτό το επεισόδιο σε λίστα.
Όνομα Λίστας

Σχετικά με αυτό το επεισόδιο

Κραυγές μέσα στη νύχτα. Ψίθυροι που δεν έμοιαζαν ανθρώπινοι. Δεκάδες εξορκισμοί καταγεγραμμένοι σε ανατριχιαστικές ηχογραφήσεις.

Η ιστορία της Anneliese Michel είναι μία από τις πιο τρομακτικές και αμφιλεγόμενες υποθέσεις που έχουν καταγραφεί ποτέ. Μια νεαρή γυναίκα που ισχυριζόταν ότι βασανιζόταν από σκοτεινές οντότητες, ενώ γιατροί και ιερείς διαφωνούσαν για το τι πραγματικά συνέβαινε πίσω από τις κλειστές πόρτες του σπιτιού της.

Σε αυτό το επεισόδιο βυθιζόμαστε σε μια υπόθεση που ακροβατεί ανάμεσα στον τρόμο, την πίστη και την ανθρώπινη τραγωδία. Εξερευνούμε τις μαρτυρίες, τις απόκοσμες ηχογραφήσεις και τα γεγονότα που οδήγησαν σε έναν θάνατο που μέχρι σήμερα γεννά ανατριχίλα και αμέτρητα ερωτήματα.

Αυτόματη μεταγραφή — ενδέχεται να περιέχει λάθη.

Μη σκέφτείτε. Και τι να σκεφτούμε καλύτερη, τι έχει το παιδάκι. Το δειάωλο μέσα της. Να σας ρωτήσω, κανέναν παπά της φεράτε. Τσέφερα. Και. Το πέταξα απ' το παράθυρο. Εντάξει το παιδί, παιδί είναι. Πάνω στα νεύρα του μπορεί να πέταξει έναν άνθρωπο το παράθυρο. Συμφωνώ, δόκτωρ. Δεν είναι σωστό να την κρίνουμε από ένα μεμονωμένο περιστατικό.

Να πω κι εγώ, αγράμματη γυναίκα είμαι. Απαπα, τι κρύο έχει εδώ μέσα. Μέρα νύχτα καίει το καλοριφέαλο. Καλέθα που διάσουμε, φέρτε μια σόμπα. Ένα αερόφερμο, ένα κάλτι. Ό,τι και να βάλω έτσι που αγωνιά κάνει κάτι. Α, και μετά σου λέει, βράζουν τα καζάνια στην κόλαση. Απαπα, αυτό είναι το παιδί. Γιατί βλέπετε κι άλλο. Παράξενα μάτια έχει.

Από ποιον τα πήρε, ε! Από σένα ή από τον πατέρα της! Από τον Αιωσφάρου! Είμαι η Ελένη και στο σημερινό επεισόδιο θα χωθούμε μέσα σε παγερά δωμάτια, θα ακούσουμε ψιθύρους που δεν θέλουν να ακουστούν και ίσως να χρειαστεί να ξορκίσουμε και μερικά δαιμόνια. Ίσως. Οπότε πάρτε λίγο αγιασμό ή τουλάχιστον κάτι δυνατό να πείτε γιατί θα το χρειαστείτε Στο σημερινό επεισόδιο δεν χωράνε χάχανα Παρ' όλα αυτά όπως θα καταλάβατε και από το intro θα προσπαθήσω να ελαφρύνω όσο γίνεται μία ιστορία που μόνο εύκολη δεν είναι Γιατί η Ανελίζε Μίχελ δεν ήταν απλώς μια κοπέλα στοιχειωμένη από το κακό αλλά μια ψυχή που βρέθηκε παγιδευμένη ανάμεσα στην πίστη και την παράνοια.

Και απόψε θα ακούσουμε την τρομακτική αληθινή ιστορία της. Ο χειμώνας σκέπαζε τη Βαβαρία με εκείνη τη λευκή πνιγυρή σιωπή που κάνει τον αέρα να μοιάζει με κακό ιονό. Στο μικρό χωριό Leipzig στη δυτική Γερμανία, ανάμεσα σε χωράφια και παγωμένα δέντρα, γεννήθηκε η Ανελίζε Μίχελ στις 21 Σεπτεμβρίου του 1952. Το σπίτι της οικογένειας ήταν ταπεινό, με ένα σταυρό πάνω από κάθε πόρτα και τον ήχο του ροζαρίου να γεμίζει τα βράδια της σιωπές.

Γενικά σε αυτό το σπίτι είτε προσευχόσουν είτε ένιωθες ενοχές που δεν προσευχόσουν αρκετά Η μικρή μεγάλωνε με τις τρεις αδελφές της και τους βαθιά για να μην μπούμε ακραία ευσεβείς καθολικούς γονείς της Η μητέρα της, Άννα, γυναίκα υπερβολικά θρησκευόμενη, έφερε το βάρος μιας παλιάς δροπής Ενός εξόγαμου παιδιού πριν το γάμο της και όπως πίστευε η ίδια, η γέννηση της Ανελίζε ήταν η ευκαιρία της για να βρει επιτέλους τη λύτρωση.

Τέσσερα χρόνια πριν έρθει στον κόσμο το νέο μωρό, η Άννα γέννησε μια νόθα κόρη, ντροπιάζοντας τόσο πολύ την οικογένειά της που την ανάγκασαν να φορέσει μαύρα την ημέρα του γάμου της. Αφού παντρεύτηκε και γέννησε την κόρη της, κυνηγημένη από αισθήματα ενοχής για τον νόθο της παιδί, προσπάθησε να εξηλεωθεί με τον πιο σκληρό τρόπο για την αμαρτία της τόσο που έφτασε στα άκρα με την ευσεβιά της.

Ο πατέρας της μικρής από την άλλη είχε σκεφτεί να γίνει ιερέας και τρεις από τις θείες της ήταν μοναχές. Ως αποτέλεσμα η Ανελίζε, ένα εκφύσεως ευαίσθητο κορίτσι ένιωσε πιεσμένη και υποχρεωμένη να εξηλεωθεί για τις αμαρτίες των άλλων γύρω της όπως για παράδειγμα άρχισε να κοιμάται στο πάτωμα ως ένδειξη μετανοίας για τους ναρκωμανείς που ίδιοι κοιμόντουσαν στο δρόμο στα παγκάκια.

Αυτό το οικογενειακό περιβάλλον θα χρησιμεύευε ως κοινικό για έναν πραγματικό εφιάλτη από τη στιγμή που η Ανελίζε διαγνώστηκε με σωματικές και ψυχικές διαταραχές ως έφηβη. Από μικρή έδειχνε διαφορετική Ήταν μοντρούχικο παιδάκι Δεν γελούσε εύκολα Και κοιτούσε συχνά προς τα άδεια δωμάτια Σαν να έβλεπε κάτι που οι άλλοι δεν μπορούσαν να διακρίνουν Παρόλα αυτά ήταν γενναιόδορη Ευγενική, διακριτική και πολύ όμορφη Μεγαλώνοντας ήταν αγαπητή σε όλους Καλή μαθήτρια στο σχολείο και είχε μια σοβαρή σχέση με ένα γόρι ονόματι Πίτερ, ο οποίος την αγαπούσε πραγματικά Η Ανελίζε πήγαινε στην εκκλησία με την οικογένειά της τουλάχιστον δύο φορές την εβδομάδα Ήτανε δεσμευμένη με τους αυστηρούς κανόνες αυτής της εξαιρετικά θρησκευόμενης οικογένειας Και οι γονείς της της ασκούσαν όλο και μεγαλύτερη πίεση Και σίγουρα κάπως θα ξεσπούσε όλο αυτό Πολλές φορές μέσα στην εκκλησία, όταν οι άλλες κοπέλες έψαλαν, εκείνη έμενε σιωπηλή, με τα μάτια καρφωμένα στο άγγλμα της Παναγίας, σαν να περίμενε από εκείνη μια απάντηση.

Μια απάντηση που δεν πήρε ποτέ κανείς αυτή την ιστορία. Στο σχολείο οι δάσκαλοι και οι καθηγητές την επενούσαν και τη θυμόντουσαν να είναι ήσυχη, υπάκουη, μα με ένα βλέμμα που δεν τέριαζε σε παιδί της ηλικίας της. Ήταν το βλέμμα ενός παιδιού που ήδη γνώριζε πως ο κόσμος είναι γεμάτος σκιές. Η πολύ απλά είχε μεγαλώσει σε σπίτι όπου οι χαρά θεωρούνταν ύποπτη δραστηριότητα.

Το 1968 η οικογένεια μετακόμισε στο Βλίγκενμπεργκ ένα χωριό ακόμη πιο μικρό από το Λέιπθικ και αρκετά πιο συντηρητικό όπου ο καθολικισμός ήταν τρόπος ζωής Εκεί στα 16 της χρόνια η Ανελίζε παθαίνει την πρώτη κρίση Ήταν νύχτα Το σώμα της άρχισε να τρέμει Τα μάτια της γύρισαν και από τα χείλη της έβγαιναν άναρθλες κραυγές γιατί θεώρησαν ότι από το να σου βγει το παιδί αγγελοκρουσμένο καλύτερα επιληπτικό.

Αλλά και αυτό δεν κράτησε για πολύ. Το κορίτσι περπατούσε σε έκσταση, χωρίς να ξέρει τι κάνει. Η έβρεχε το κρεβάτι της και είχε έντονους σπασμούς. Μέσα στους επόμενους μήνες οι κρίσεις άρχισαν να επιδεινώνονται. Με αυτή τη φορά δεν υπήρχε μόνο πόνος, υπήρχε μια παρουσία. Ή τουλάχιστον έτσι ένιωθε η ίδια Γιατί εδώ αρχίζει αυτή η πολύ λεπτή γραμμή Ανάμεσα στην ψυχική ασθένεια Και στο Παναγιά μου τι συμβαίνει εδώ μέσα Παρά τη θεραπεία που λάμβανε έπεσε σε βαθιά κατάθλιψη Και σκέφτηκε να αυτοκτονήσει Ακούγε φωνές να της λένε ότι ήταν καταραμένη και βλέπε το πρόσωπο του διαβόλου παντού γύρω της.

Και τότε ήταν που πίστηκε ότι είχε καταληφθεί από δαίμονα. Η Ανελίζε άρχισε να παραπονιέται πως ένιωθε κάτι να την αγγίζει τη νύχτα. Κάτι που πίεζε το στήθος της και την ακινητοποιούσε. Ένα αόρατο βάρος που την κρατούσε δέσμη ανάμεσα στο όνειρο και την αγωνία. Ξυπνούσε συχνά κάθιδρη με σημάδια στους ώμους και τα χέρια που κανείς δεν μπορούσε να εξηγήσει την προέλευσή τους Η οικογένεια μην ξέροντας τι να κάνει προσευχόταν ασταμάτητα Στην εκκλησία η Ανελίζη γονάτιζε μπροστά στο ιερό Αλλά όσο πλησίαζε το σταυρό τόσο την έπιανε αποστροφή Μια μυρωδιά σύψης και καπνού της ζάλιζε και την ακολουθούσε Άρχισε να αποφεύγει τον αγιασμό, να τρέμει σύγκορμη μπροστά σε εικόνες Αγίων και να λέει πως τα μάτια τους την παρακολουθούσαν Το 1970 ξεκίνησε τις σπουδές της στο Πανεπιστήμιο του Βίρτσμπουργκ ακολουθώντας το όνειρό της να γίνει δασκάλα Όμως τα όνειρα είχαν ήδη αρχίσει να λυγίζουν κατ' από το βάρος μιας απειλητικής παρουσίας που τη συνόδευε παντού Οι κρίσεις έγιναν ακόμα πιο έντονες

Τα φάρμακα δεν βοηθούσαν Και εκεί μέσα στο δωμάτιο της φοιτητικής αιστείας Μακριά από το σπίτι της Το κορίτσι άρχισε να ακούει φωνές Δεν ήταν εσωτερικές φωνές Ήταν φωνές έξω από το κεφάλι της Σκοτεινές, διαταραγμένες, γεμάτες μίσος Την νύχτα όταν όλοι κοιμόντουσαν Εκείνη άκουγε να την καλούν με το όνομά της να γελούν, να βρίζουν τα ιερά και τα όσια και να τη διατάζουν να σταματήσει να προσεύχεται.

Κάποιες φορές η φωνή άλλαζε τόνο. Γινόταν βραχνή, σαν να ερχόταν μέσα από βαθιά σπηλιά. Της έλεγε πως είναι χαμένη, πως ο Θεός δεν την ακούει πια. Κάτι που για ένα τόσο θρησκευόμενο κορίτσι ήταν μάλλον χειρότερο και από απειλή θανάτου. Η Ανελίζε παρά την κατάστασή της προσπαθούσε να συνεχίσει με πείσμα Παρακολουθούσε τα μαθήματά της, χαμογελούσε σπάνια Και όταν έμενε μόνη το πρόσωπό της σκοτίνιαζε Έτσι κι αλλιώς δεν ήταν και η χαρά της ζωής Οπότε όταν λέμε σκοτίνιαζε βάλτε με το νου σας κατάσταση Οι φωνές δεν σταματούσαν Η κοπέλα κράταγε σημειώσεις στο ημερολόγιο της μαζί με φράσεις που έμοιαζαν περισσότερο με εξομολόγηση παρά με καταγραφή.

Φοβάμαι πως αν πεθάνω θα με πάρουν μαζί τους. Δεν είμαι πια εγώ. Το φθινόπωρο του 1973 οι κρίσεις έγιναν πλέον αδιάκοπες. Κάθε φορά που προσπαθούσε να μπει στην εκκλησία της σταματούσε ένας έντονος πόνος στο στήθος. Έβλεπε το βλέμμα των αγαλμάτων να την παρακολουθεί και τη φωνή μέσα της να ψιθυρίζει. Αυτοί δεν είναι Άγιοι, είναι ψεύτες.

Σύντομα άρχισε να κάνει ψυχαναγκαστικά εκατοντάδες μετάνοιες και γονικλησίες, τετρακόσιας έως εξακόσιας την ημέρα, μέχρι που τελικά έσπασε τους συνδέσμους στα γόνατά της. Κάποια στιγμή σύρθηκε κάτω από ένα τραπέζι και έμεινε εκεί, γαυγίζοντας σαν σκύλος για δύο ημέρες. Έτρωγε αράχνες και κάρβουνα και δάγκωσε το κεφάλι ενός νεκρού πουλιού.

Σ' αυτό το σημείο θα έπρεπε οι γονείς της να σταματήσουν να ψάχνουν υπερφυσικές εξηγήσεις και να αρχίσουν να ψάχνουν επιγόντους γιατρό. Αλλά όχι. Οι κραυγές της ακούγονταν για ώρες μέσα από τους στίχους και ήταν επίσης γνωστό ότι ουρούσε στο πάτωμα και μετά τα έγλυφε. Οι φίλοι της άρχισαν να την αποφεύγουν Κάποιοι την έβλεπαν να περπατάει μόνη τη νύχτα στο προαύλιο Να κινεί τα χείλη της χωρίς να βγαίνει φωνή Να κλαίει και να γελάει ταυτόχρονα Το φως στα μάτια της είχε αλλάξει Έμοιαζε να αργοσβήνει Κι εκείνη τη χρονιά κάτι μέσα της έσπασε οριστικά Η Ανελίζε Μίχελ άρχισε να πιστεύει πως δεν ήταν πια μόνη μέσα στο σώμα της ότι κάτι την στήχιονε και ότι η πίστη της στο Θεό αντί να την λυτρώσει είχε γίνει η αλυσίδα που την κρατούσε δέσμια στο σκοτάδι.

Το 1973 και ενώ το Βίρτσμπρουκ έμοιαζε πάντα υγρό και σκοτεινό σαν πόλη που δεν είχε στεγνώσει ποτέ από τις αμαρτίες της η Ανελίζε περπατούσε στους δρόμους του Πανεπιστημίου κρατώντας τα βιβλία σφιχτά στο στήθος σαν να προσπαθούσε να κρατήσει κάτι μέσα της να μην ξεφύγει στον εξωκόσμο. Μπορεί να σπούδαζε παιδαγωγικά, μα η ψυχή της ήταν ήδη χώρος διδασκαλίας άλλου είδους.

Ενός μαθήματος σκοτεινού, ακατανόητου και ιδιαίτερα θορυβόδους και πολυλογούδικου. Οι κρίσεις της εμφανίζονταν πλέον σχεδόν κάθε εβδομάδα. Ξυπνούσε μέσα στη νύχτα παγωμένη, με τα δάχτυλα σφιγμένα γύρω από το σταυρό της. Η συγκάτηκός της που τα είχε δει όλα κολλιόμενα και χιλιαδί και είχε έλεγε πως κάποιες φορές τη νύχτα η Ανελίζε ψιθύριζε σε μια γλώσσα κατανόητη, μια γλώσσα αρχαία, άγρια, σχεδόν εχθρική. Κανείς δεν ήθελε να πιστέψει αυτό που συνέβαινε.

Επιστρέφοντας πίσω στο σπίτι της, το κορίτσι επισκέφθηκε και πάλι το νοσοκομείο Οι γιατροί την υπέβαλαν ξανά σε εξετάσεις Η διάγνωση ήταν σαφής Επιληψία του κροταφικού λοβού με ψυχωσικά επεισόδια Άρχισαν τότε να της χορηγούν φάρμακα Μα τίποτα δεν σταματούσε το σκοτάδι που μεγάλωνε μέσα της Η Ανελίζε ένιωθε πως οι φωνές γελούσαν όταν έπαιρνε τα χάπια της πως έπαιρναν δύναμη από την απελπισία της.

Στις προσευχές της τα λόγια μπλέκονταν. Αντί για πάτερ η μόνη έβγαιναν κραυγές. Αντί για αμήν ακουγόταν ένα ψιθύρισμα βαθύ σαν κάποιος άλλος να προσευχόταν από μέσα της αλλά σε άλλο θεό. Η οικογένειά της άρχισε να ανησυχεί στα σοβαρά πλέον. Ενώ μέχρι τότε τι τα έριχναν όλα στο υγρό κλίμα και τις έκοβαν βεντούζες για τα βροχικά.

Ο πατέρας της Γιώσεφ Μίχελ, άνθρωπος αυστηρός και βαθιά καθολικός όπως είπαμε, πίστευε πως η κόρη του δεν χρειαζόταν μόνο γιατρό, αλλά παπά να τη διαβάσει. Ενώ η μητέρα της από την άλλη άρχισε να βλέπει οι φιάλτες με την Ανελίζα να στέκεται έξω από το σπίτι μέσα στο χιόνι χωρίς πρόσωπο. Έλεγε πως το σπίτι είχε βαρύνει, πως οι προσευχές δεν έπιαναν πια τόπο και ο ιερέας ήταν πλέον η μοναδική λύση Την άνοιξη του 1974 η Ανελίζα επισκέφθηκε για πρώτη φορά τον πατέρα Ερνσθάλτ, έναν ιερέα γνωστό για τις πνευματικές του ευαισθησίες Εκείνος μόλις την είδε ένιωσε όπως είπε αργότερα μια απερίγραπτη παγωμάρα να γεμίζει το δωμάτιο Η φωνή της άλλαζε τόνο απροσδόκητα, άλλοτε ψιθυριστή, άλλοτε βαθιά και βραχνή.

Το κορίτσι του εκμυστηρεύτηκε ότι δεν μπορούσε να προσευχηθεί, πως κάτι μέσα της την εμπόδιζε να το κάνει. Και ο πατέρας Άλτ, μετά από τη συνομιλία του μαζί της, κατέληξε στη διάγνωση. Δεν πρόκειται απλώς για νευρική πάθηση. Το κακό κατοικεί μέσα της. και κάπου εκεί η ψυχιατρική πέταξε το καπελάκι της και αποχώρησε από τη συζήτηση.

Το φθινόπωρο του 1974 η Ανελίζα παρόλο που συνέχισε να παίρνει τα φαρμακά της πίστευε πως η επιστήμη δεν μπορούσε να τη σώσει, ότι ο εχθρός της δεν ήταν σωματικός. Δυστυχώς όμως το σώμα της πλήρωνε κανονικά το λογαριασμό. Ξεκίνησε να πηγαίνει σε προσκυνήματα, να γονατίζει ώρες μπροστά στις εικόνες, να ζητάει συγχώρεση για αμαρτίες που δεν είχε διαπράξει Κι όμως, κάθε φορά που πλησίαζε το ιερό ένιωθε πως κάτι μέσα της φώναζε «φύγε»

Οι φωνές έφεραν και παρέα και έγιναν περισσότερες Άλλες ψιθύριζαν, άλλες σούρλιαζαν, άλλες γελούσαν ηρωνικά Την κορόιδευαν όταν κοινωνούσε Την έσπρωχνα να καταστρέψει κάθε τι ιερό Μια νύχτα, σύμφωνα με τη μητέρα της Την είδα να στέκεται μπροστά σε ένα εικόνισμα Και να το καταργιέται με λέξεις που δεν γνώριζε Όταν τη ρώτησαν μετά σχετικά με το συμβάν Εκείνη δεν θυμόταν τίποτα Η κοπέλα πίστευε πως είχε κυριευθεί από δαίμονες Έγραφε στο ημερολογιό της Έξι φωνές Έξι ψυχές με κρατούν δεμένοι Αν προσευχηθώ με χτυπούν μέσα μου Δεν αντέχω Δε μας παρατάς ρε Βύση Οι ιερείς, διστακτικοί αρχικά, άρχισαν να εξετάζουν την πιθανότητα ενός εξορκισμού Η εκκλησία απαιτούσε αυστηρές αποδείξεις Αποστροφή προς τα ιερά, γνώση άγνωστον γλωσσόν, υπερφυσική δύναμη Και η Ανελίζε μέσα στους επόμενους μήνες τα παρουσίασε όλα Το 1975 η κατάσταση επιδεινώθηκε δραματικά Το κορίτσι δεν μπορούσε να φάει γιατί έλεγε πως οι φωνές δεν την άφηναν Περπατούσε γονατιστή μέσα στο σπίτι επί ώρες προσευχόμενη

Συνέχισε να πίνει τα ούρα της ως πράξη μετανοίας Έσκιζε ρούχα, κατέστρεφε εικόνες και όταν οι γονείς της προσπαθούσαν να τη συγκρατήσουν φώναζε με φωνή που δεν ήταν δική της «Είμαι ο Κάιν» Ο πατέρας Σάλτ μαζί με τον ιερέα Άρνολτ Ρέντς υπέβαλαν έτοιμα στον επίσκοπο του Βίρτσπουργκ, Γιώζεφ Στάνγκλ να εγκρίνει εξορκισμό σύμφωνα με το παλιότερο λειτουργικό του «Rituale Romanum»

ενός βιβλίου χριστιανικών πρακτικών που είχαν συγκεντρωθεί τον 16ο αιώνα. Μέχρι τη δεκαετία του 1960, οι εξορκισμοί ήταν πολύ σπάνιοι μεταξύ των καθολικών, αλλά η αύξηση των ταινιών και των βιβλίων, όπως ο εξορκιστής, στις αρχές της δεκαετίας του 1970, προκάλεσε ένα ανανεωμένο ενδιαφέρον για τη συγκεκριμένη πρακτική και ξανά άνοιξαν οι δουλειές.

Ο επίσκοπος αρχικά δίστασε γιατί δεν είναι να παίζεις με αυτά τα πράγματα αλλά τελικά μη βλέποντας άλλη λύση έδωσε την άδεια Η Ανελίζη ήταν τότε 23 ετών Η πτώση της είχε μόλις αρχίσει Το πρώτο τελετουργικό εξορκισμού πραγματοποιήθηκε στις 24 Σεπτεμβρίου του 1975 στην οικογενειακή οικεία στο Κλίνγκεμπεργ Από εκείνη τη νύχτα και μετά, τίποτα δεν θα ήταν πια το ίδιο Η Ανελίζε Μίχιλ δεν ήταν απλώς άρρωστη Είχε γίνει πεδίο μάχης ανάμεσα σε δύο κόσμους ή ανάμεσα στην ψυχική ασθένεια και σε ανθρώπους που δεν ήξεραν πώς να τη διαχειριστούν Κατά τη διάρκεια των συνεδριών της με τους ιερείς η κοπέλα αποκάλυψε τα ονόματα πολλών από τους πιο αξιοσημείωτους δαίμονες που την είχαν κυριεύσει Όπως αποδείχθηκε, το σώμα της είχε γίνει hot spot για την αφρόκρεμα των καταραμένων Όπως εξομολογήθηκε η ίδια, φιλοξενούσε τις ψυχές των μεγαλύτερων κακών της ιστορίας Τον Κάιν, τον Ιούδα, τον Έρωνα, τον Νεοσφόρο και τον Χίτλερ μεταξύ άλλων Αυτές οι σκοτεινές ψυχές μιλούσαν μέσω της Ανελίζε

Προσπαθώντας να κυριαρχήσουν μία πάνω στην άλλη Σύμφωνα πάντα με μαρτυρίες της μητέρας της κοπέλας, ο ένας δαίμονας σκοτραριζόταν με τον άλλον προκαλώντας ακόμα μεγαλύτερη αναστάτωση Η Άννα έλεγε ότι ο Χίτλερ, ο οποίος μιλούσε με αυστριακή προφορά, δήλωνε πως οι άνθρωποι είναι τόσο ηλίθιοι όσο τα γουρούνια Κάτι που τέριαζε απόλυτα με τη φιλοσοφία του όσο να πεις και συνέχιζε να λέει πως οι αφελείς νομίζουν ότι όλα τελειώνουν μετά το θάνατο, όμως συνεχίζονται.

Ενώ ο Ιούδας ανταπαντούσε ότι ο Χίτλερ δεν ήταν στην πραγματικότητα κάτι σπουδαίο στην κόλαση, αλλά ο τελευταίος στροχός της αμάξης και πολύ μεγάλος φανφάρας. Κολλασμένος ανταγωνισμός. Δεν υπάρχουν πληροφορίες για το αν ο Ιούδας συχτήριζε στα αραμαϊκά, αλλά σίγουρα έπαιρνε πολύ προσωπικά τον αντισημιτισμό του Χίτλερ. Το φθινόπωρο του 1975 οι μέρες γινόταν όλο και πιο σύντομες και το σπίτι των Μίχελ μυρίζε λιβάνι, κεριά και φόβο.

Η Ανελίζε αδύνατη σαν σκιά περπατούσε εξυπόλυτη στα πατώματα αφήνοντας πίσω της μια απόκοσμη μπόχα και προσευχές απελπισίας. Η μητέρα της την άκουσε να ψιθυρίζει ψαλμού σιγανά στα λατινικά Μα όταν πλησίασε, οι λέξεις δεν ήταν προσευχή Ήταν κάτι άλλο Μια προφορά ξένη, αρχαία, σχεδόν ζώδης Από τότε, κανείς δεν την ξαναείδε να κοιμάται ήσυχα Οι επιληπτικές κρίσεις επέστρεψαν Όμως αυτή τη φορά δεν ήταν μόνο το σώμα που λύγιζε Ήταν και η φωνή Έβγαινε από το στόμα της σαν άνεμος μέσα από σπηλιά σαν να μιλούσε κάποιος άλλος μέσα από αυτήν.

Κατά τη διάρκεια εννέα μηνών πραγματοποιήθηκαν συνεδρίες διάρκειας έως και τεσσάρων ώρων μία ή δύο φορές την εβδομάδα σε μια προσπάθεια να εκδιωχθεί ο Ιούδας και η τρελοπαρέα του από την Ανελίζε Μίχελ. Συνολικά η κοπέλα υποβλήθηκε σε 67 εξορκισμούς. Οι ιερείς Σέρνσταλτ και Άρνολτ Ρέντς άρχισαν να καταγράφουν όλα όσα συνέβαιναν.

Οι ημερομηνίες γίνονταν μαρτυρίες. Το ημερολόγιο γέμιζε με προσευχές και κραυγές θρόμου. Ο αέρας δεν κινούνταν. Τα ρολόγια σταματούσαν για δευτερόλεπτα κάθε φορά που ξεκινούσε η τελετή. Στο τραπέζι, δίπλα στην Αγία Γραφή, βρισκόταν ένα μικρό μαγνητόφωνο. Οι ιερείς ήθελαν να κρατήσουν αποδείξεις. Ίσως για το Θεό. Ίσως για το δικαστήριο.

Οι μαγνητοτενίες γυρνούσαν και η φωνή της Ανελίζε καταγραφόταν σαν κάτι που δεν ανήκε πια σε άνθρωπο Υπάρχουν περίπου 42 ώρες ηχητικού υλικού με τους εξορκισμούς της Ανελίζε και αυτά που περιέχουν είναι στα αλήθεια τρομακτικά Η φωνή της στις ηχογραφήσεις δεν ακούγεται ανθρώπινη αλλά δαιμονική Γουργουρίζει, γριλίζει, σφυρίζει και λέει διάφορα αισχρά κατά τη διάρκεια που ο Ιούδας και ο Χίτλερ λογομαχούν και ξεκατηνιάζονται μεταξύ τους Σε αυτές τις συνεδρίες οι Ανελίζες εξαντλούνταν σωματικά Έμοιαζε να αποκτά υπεράνθρωπη δύναμη και η συμπεριφορά της γινόταν τόσο δίαιη που έπρεπε να την κρατήσουν κάτω να την αλυσοδέσουν στην καρέκλα της ή να την ακινητοποιήσουν με όποιο τρόπο έβρισκαν ώστε οι ιερείς να μπορέσουν να συνεχίσουν να εκτελούν τον εξορκισμό.

Πράγμα που ακούγεται λιγότερο σαν θρησκευτική τελετή και περισσότερο σαν πολύ κακή ιδέα που κανείς δεν σταμάτησε γκέρος. Ήταν εκείνη η περίοδος που η Ανελίζε έσπασε όλα τα κόκαλα και έσκησε όλους τους στένοντες στα γονατά της από τις αμέτρητες γονικλησίες. Άρχισε να βλέπει πρόσωπα στους καθρέφτες. Στην αρχή τα φοβόταν.

μετά τα συνήθισε στο μέτρο του δυνατού δεν έλεγε και βρε καλώστα τα παιδιά καταλαβαίνετε μια νύχτα καθώς κοιτούσε το ειδωλό της ο καθρέφτης ράγησε χωρίς να τον αγγίξει από τη ρογμή φάνηκε για μια στιγμή κάτι σαν χαμόγελο ένα χαμόγελο που δεν ήταν δικό της έπαψε να τρώει Έλεγε πως τα τρόφιμα είχαν βεβλωθεί Μόνο ο αγιασμός μπορούσε να αγγίξει τα χείλη της Το σώμα της άρχισε να φθύρεται Αλλά η φωνή μέσα της δυνάμωνε Ένα βράδυ του Δεκέμβρη, καθώς εξοχιόνιζε Η Ανελίζε σηκώθηκε από το πάτωμα και είπε με διπλή φωνή Δεν είμαι εγώ Κι ύστερα σώπασε για ώρες Οι τελετές εξορκισμού ήταν γεμάτες προσευχές, σταυρούς και κεριά που έσβηναν χωρίς να υπάρχει αέρα στο δωμάτιο Η Ανελίζε πάλευε ανάμεσα στο φως και στο σκοτάδι λες και κάθε προσευχή ήταν μια μάχη μέσα στο μυαλό της Οι παρόντες έλεγαν πως η φωνή της άλλαζε πως γελούσε με φωνές ανδρικές και παιδικές ταυτόχρονα Άλλοι είδαν μόνο τη φρίκη στο παραλήρημά της να γεννά τη δική της σκιά Τον Ιανουάριο του 1976 τα πόδια της ήταν μια πληγή και το σώμα της ανιόταν να την υπακούσει

Μα εκείνη συνέχιζε να προσεύχεται Ήταν πεπισμένη ότι έπρεπε να υποφέρει, να πληρώσει, να γίνει το μέσο για μια λύτρωση που κανείς άλλος δεν καταλάβαινε Η φωνή μέσα της την επενούσε για κάθε πόνο και κάθε κραυγή και αυτό είναι το πιο τραγικό σημείο της ιστορίας ότι είχε πιστεί πως ο πόνος της ήταν ιερός Στο σκοτάδι του δωματίου της έμοιαζε να υπάρχει κι άλλη παρουσία κάτι που περίμενε Οι γονείς της έλεγαν πως τη νύχτα άκουγαν βαριά βήματα σαν από ζώο να διασχίζουν το διάδρομο κι όμως κανένα πλάσμα δεν βρέθηκε ποτέ Μέχρι την άνοιξη η Ανελίζε δεν ήταν πια το κορίτσι που γνώριζαν Το βλέμμα της ήταν βαθύ και σκοτεινό, σαν να κοιτούσε πέρα από τον κόσμο Έλεγε πως έβλεπε την Παναγία Και αμέσως μετά γελούσε με ένα γέλιο ανατριχιαστικό Σαν να την ηρωνευόταν κάποιος μέσα της Η πίστη της και ο τρόμος της έγιναν ένα Μια παράξενη προσευχή που την κατάπινε αργά Το ημερολόγιο της σταματά τον Ιούνιο του 1976 Οι τελευταίες γραμμές είναι ασαφείς, τρεμάμενες Πατέρα σώσε με, δεν μπορώ άλλο

Την 1η Μαΐου η Ανελίζε ήταν ήδη εξαντλημένη Τα μάτια της γυάλιζαν, το σώμα της έτρεμε σε κάθε άγγιγμα του σταυρού πάνω της Όμως κάθε φορά που η προσευχή άρχιζε, εκείνη γελούσε Όχι με το δικό της γέλιο Ένα τραχή, απόκοσμο ήχο που έκανε τα κεριά να τρεμοπέζουν. Κάποιες φορές το φως έσβηνε τελείως. Ο πατέρας Ρέντς σημείωνε πως η παρουσία μέσα της φαινόταν να πολλαπλασιάζεται.

Μιλούσαν πολλές φωνές συχνά ταυτόχρονα. Η Ανελίζα έλεγε ότι μέσα της μάχονταν εκτός από τις ψυχές του Ιούδα, του Νέρονα, του Χίτλερ, του Κάιν και του Βαλεντέν Φλάισμαν, ενός αφορισμένου ιερέα που παρόλο που η κοπέλα κανονικά δεν είχε ξανακούσει για αυτόν ήταν σε θέση να δώσει όλες τις ακριβείς λεπτομέρειες για τον αφορισμό του εμφανίστηκε και μία ψυχή ακόμα που δεν ήθελε να ονομάσει.

Αλλά ο πατέρας Ρέντς ρωτώντας ξανά και ξανά το δαιμόνι να του πει το όνομά του πήρε την απάντηση που τον συντάραξε και που δεν θα ήθελε να είχε ακούσει ποτέ. Ήταν ο ίδιος ο Ιωσφόρος. Κάθε φορά που προφερόταν το όνομα του Χριστού, εκείνη τρανταζόταν σαν να αντιχτυπούσε ηλεκτρικό ρεύμα. Μέχρι τότε είχε ζητήσει να μην υποβάλλεται πλέον σε αγωγή για την επιληψία της, βασιζόμενη πλήρως στους εξορκισμούς των ιερέων, και είχε σταματήσει εντελώς να τρώει, σχεδιάζοντας να πεθάνει από την πείνα για να εξηλεωθεί για τις αμαρτίες των άλλων.

Την άνοιξη του 1976 η Ανελίζα είχε γίνει σκιά του εαυτού της και είχε προσβληθεί από πνευμονία Ο Ιούνιος πλησίαζε και εκείνη δεν έτρωγε πια Το σώμα της γινόταν ελαφρύτερο, σχεδόν διάφανο Οι γιατροί την είχαν εγκαταλείψει ή τους είχε εγκαταλείψει εκείνη Η οικογένεια εμπιστευόταν πια μόνο την πίστη, ούτε γιατρούς ούτε φαρμακά Οι εξορκισμοί γυρνόταν δύο και τρεις φορές την εβδομάδα Οι τείχοι έμοιαζαν να υδρώνουν και ο αέρας ήταν πηχτός και καυτός Μια νύχτα ο πατέρας Σάλτ ορκίστηκε πως είδε μια περίεργη σκιά να στέκεται πίσω της Και να της ψιθυρίζει κάτι στο αυτί Μα όταν πλησίασε δεν υπήρχε τίποτα Η Ανελίζα έλεγε πως έβλεπε πύλες να ανοίγουν κάτω από τα πόδια της Δεν υπάρχει επιστροφή Ψήθηρησε μια φορά κοιτάζοντας το ταβάνι Το πρόσωπό της φωτίστηκε από το κερί Και για μια στιγμή φάνηκε ειρηνικό Σχεδόν αγγελικό Ύστερα έγιρε το κεφάλι της και είπε Πρέπει να υποφέρω για τους άλλους Είναι το θέλημά του Η τελευταία εξορκισμή έγιναν στα τέλη Ιουνίου του 1976.

Η Ανελίζε δεν μπορούσε πια να σταθεί όρθια. Οι ιερείς της στήριζαν από τους ώμους, ενώ εκείνη επαναλάμβανε τις ίδιες λέξεις. «Πατέρα, συγχώρεσέ τους». Η φωνή της ήταν πια σχεδόν ψήθυρος, μα ο αέρας γύρω της βούιζε, λες και κάτι προσπαθούσε να ξεφύγει μέσα από την αγωνία της. Το ξημέρωμα της 1ης Ιουλίου 1976 το σπίτι βυθίστηκε στη σιωπή.

Η Ανελίζα εξαντλημένη γονάτισε για τελευταία φορά. Η μητέρα της είπε πως χαμογελούσε, σαν να έβλεπε κάτι πέρα από το δωμάτιο. Ύστερα έγιρε προς τα εμπρός και δεν ξαναμίλησε ποτέ Όταν οι ιερείς έφτασαν, σημειώσαν στο ημερολόγιο, τελείωσε, επέστρεψε Κανείς όμως δεν ήξερε πού Σήμερα, δεκαετίες μετά, η φωνή της εξακολουθεί να στοιχιώνει τις μαγνητοτενίες που διασώθηκαν Οι ειδικοί λένε ότι ήταν απλώς ψευδεστήσεις ότι ο εγκέφαλος της ανελίζε λίγησε κάτω από το βάρος της πίστης και της ενοχής Όμως εκείνοι που άκουσαν τις ηχογραφήσεις μιλούν για κάτι διαφορετικό μια φωνή που δεν μοιάζει με ανθρώπινη ένα ηχόχρωμα που δεν ανήκει σε αυτόν τον κόσμο Παρόλο που τα ηχητικά αυτά είναι διαθέσιμα στο διαδίκτυο δεν θα σας τα βάλω να τα ακούσετε γιατί δεν υπάρχει λόγος να ξυπνήσουμε τους χειρότερους εφιάλτες μας.

Έτσι κι αλλιώς η ιστορία από μόνη της είναι αρκετά ανατριχιαστική. Μην πάμε γυρεύοντας. Στις 30 Ιουνίου του 1976 τελέστηκε ο τελευταίος εξορκισμός και το ίδιο βράδυ η σχεδόν διαλυμένη Ανελίζε είπε στη μητέρα της ότι ήταν πολύ φοβισμένη και πως αισθανόταν ότι κάτι θα συμβεί. Το νεκρό σώμα της Ανηλίζε βρέθηκε την άλλη μέρα, την 1η Ιουλίου του 1976.

Ήταν 23 ετών και ζύγιζε μόλις 30 κιλά. Στην ουσία είχε πεθάνει πολύ πριν σταματήσει η καρδιά της. Στο δωμάτιό της τα κεριά είχαν λιώσει τελείως πάνω στα κυροπήγια. Η Αγία Γραφή ήταν ανοιγμένη στο καταμάρκον Ευαγγέλιο, εκεί που ο Χριστός εκδιώκει το πνεύμα από ένα παιδί. Κανείς δεν μιλούσε. Μόνο το φως του πρωινού έμπαινε δειλά από το παράθυρο, σαν να φοβόταν να την αντικρίσει.

Εκεί όπου άλλοτε υπήρχε προσευχή, τώρα υπήρχε πόνος και θρύνος. Ο γιατρός που επισκέφθηκε την οικία των Μίχελ, κατηγόρησε τους γονείς της για το θάνατο της κόρης τους από ασιτία και αφιδάτωση. Η είδηση διαδόθηκε σε όλη τη Γερμανία. Οι εφημερίδες έγραψαν για το κορίτσι που πέθανε από τους εξορκισμούς, οι γιατροί για επιληπτική ψύχωση και η εκκλησία για ένα μυστήριο πίστης.

Οι ιερείς Altkerenz μαζί με τους γονείς της Ανελίζε συνελήφθησαν και κατηγορήθηκαν για ανθρωποκτονία εξ αμελίας και το 1978 οδηγήθηκαν σε δίκη επειδή δεν παρήχαν στην Ανελίζα την απαραίτητη ιατρική φροντίδα ενώ οι ειδικοί διαπίστωσαν ότι η άτυχη κοπέλα θα μπορούσε να είχε σωθεί ακόμα και μία εβδομάδα πριν από το θάνατό της με την πιο βασική ιατρική φροντίδα.

Η δίκη έγινε δύο χρόνια μετά το θάνατο της κοπέλας. Εξαιτίας της κινηματογραφικής προβολής του εξορκιστή εκείνη την περίοδο του θανάτου της προκειμένου να αποφευκθεί τυχόν σύγκριση του εξορκισμού της Ανελίζε με τα γεγονότα που περιέγραφε η ταινία. Για να δώσουν σε αυτή την ήδη συγκλονιστική υπόθεση μια ακόμα πιο φρικτή χρειά οι Μίχελ διέταξαν την εκταφή του σώματός της πριν από τη δίκη δίθεν επειδή η ταφή είχε γίνει πρόχειρα.

Στην πραγματικότητα όμως ζήτησαν την εκταφή επειδή μια καλόγρια τους είχε πει ότι είχε δει ένα όραμα πως το σώμα της Ανελίζε ήταν άφθαρτο στον τάφο. Επίσης υπήρχαν αναφορές για παράξενες λάμψεις στο σημείο όπου είχε ταφεί. Αν αυτό αποδεικνύονταν αληθινό, θα αποτελούσε απόδειξη ότι κάτι υπερφυσικό πραγματικά συνέβαινε και ότι ο εξορκισμός ήταν δικαιολογημένος.

Φυσικά, το σώμα αποδείχθηκε ότι ακολούθησε τη φυσική πορεία της αποσύνθεσης. Μα εκείνο το βράδυ, πάνω από το νεκροταφείο του Κλίνγκενμπεργκ, πολλοί είδαν μια απαλή λάμψη να φεύγει προς τον ουρανό, σαν φλόγα που δεν ήθελε να σβήσει. Ή απλώς ήταν η ανθρώπινη ανάγκη να πιστέψουν πως τόσος πόνος πρέπει κάπου να καταλήγει. Η δίκη ξεκίνησε. Η αίθουσα του δικαστηρίου ήταν ασφυκτικά γεμάτη.

Κάθε φορά που κάποιος ανέφερε το όνομα της κοπέλας, τα φώτα τρεμόπαιζαν ή τουλάχιστον έτσι το θυμούνται όσοι ήταν εκεί Οι ηχογραφήσεις ακούστηκαν δυνατά στην αίθουσα, φωνές, κραυγές, άγνωστες λέξεις Κάποιοι έφυγαν τρέχοντας, άλλοι προσεύχονταν Το δικαστήριο αποφάνθηκε πως η Ανηλίζε δεν ήταν δαιμονισμένη αλλά ψυχικά άρρωστη Όμως η Εκκλησία δεν πήρε επίσημα θέση πάνω σε αυτό Ο δικηγόρος των Μίχελ, τον οποίο χρηματοδοτούσε η Εκκλησία υποστήριξε ότι ο εξορκισμός είναι νόμιμος και προστατεύεται από τη θρησκευτική ελευθερία που παρέχει το γερμανικό σύνταγμα Η κατηγορούσα αρχή παρουσίασε γιατρούς που κατέθεσαν ότι η Ανηλίζε δεν ήταν δαιμονισμένη αλλά ότι υπέφερε από ψυχικές διαταραχές που προκλήθηκαν τόσο από το ασυνήθιστα ακραίο θρησκευτικό της υπόβαθρο όσο και από την επιληψία της.

Ο Ισαγγελέας παρόλα αυτά αναγνώρισε ότι οι Μίχελ είχαν κάνει ό,τι περνούσε από το χέρι τους για να βοηθήσουν την κόρη τους και ζήτησε από το δικαστήριο απλώς να επιβάλλει στους ιερείς πρόστιμο και να κρίνει τους γονείς ένοχους αλλά να μην τους επιβληθεί καμία τιμωρία καθώς είχαν υποφέρει αρκετά. Η ποινή ήταν μικρή για τους κατηγορούμενους, έξι μήνες με τριετή αναστολή για τους δύο ιερείς ενώ οι γονείς εξαιρέθηκαν από κάθε τιμωρία καθώς είχαν περάσει ήδη τα πάνδυνα κι όμως κανείς τους δεν βγήκε ποτέ πραγματικά ελεύθερος μετά από όλο αυτό.

Αργότερα η Καθολική Εκκλησία τροποποίησε το πορισμά της δηλώνοντας ότι η Ανελίζε ήταν ψυχικά άρρωστη και όχι δαιμονισμένη. Χρόνια μετά, οι κάτοικοι του χωριού εξακολουθούσαν να μιλούν για παράξενα περιστατικά στο παλιό σπίτι των Μίχελ. Στο δωμάτιο της Ανελίζε, τα τζάμια θόλωναν μόνα τους τα μεσάνυχτα και κάποιοι ορκίζονταν πως αν άφηνες ένα κασετόφωνο ανοιχτό να γράφει, άκουγε σαν απνοές, αργές, βαριές, σαν κάποιος να ψιθύριζε προσευχές στο σκοτάδι.

Στην άσφαλτο μπροστά στο πατρικό της, μια γυναίκα άφηνε κάθε χρόνο ένα λευκό κερί. Κανείς δεν ξέρει ποια ήταν ή γιατί το έκανε. Μερικοί λένε πως ήταν κάποια που τη γνώρισε στο πανεπιστήμιο. Άλλοι λένε πως ήταν η ίδια. Μια αντανάκλαση που επέστρεφε να θυμίσει πως η πίστη μπορεί να σώσει μα και να καταστρέψει. Σήμερα, το όνομα της ζει ανάμεσα στα σύνορα της λογικής και του τρόμου.

Οι ηχογραφήσεις της μελετώνται, οι ψυχίατροι της συζητούν, οι θεολόγοι την επικαλούνται. Και κάθε φορά που κάποιος ρωτά τι συνέβη στα αλήθεια, η απάντηση είναι πάντα η ίδια. Σιωπή. Η σιωπή του Θεού. Γιατί ίσως κάποιες προσευχές δεν ζητούν λύτρωση, αλλά απλώς κάποιον να τις ακούσει. Κι ίσως αυτό ήταν το μόνο που χρειαζόταν η Ανελίζη από την αρχή.

Στα χρόνια που ακολούθησαν μετά τη δίκη ο θάνατος της νεαρής κοπέλα συνέχισε να στοιχιώνει την πόλη του Κλίγκενμπεργκ. Σύμφωνα με την Τέλεγγραφ οι κάτοικοι της πόλης ντρέπονται και προτιμούν να μην μιλούν γι' αυτό ακόμη και όταν πλήθος κόσμου σειραίει στην πόλη για να επισκεφθεί τον τάφο της Ανελίζη. Οι προσκυνητές βλέπουν την Ανελίζα ως αντίβαρο στον αυξανόμενο κοσμικό χαρακτήρα των σύγχρονων ερμηνειών της βίβλου που αρνούνται αυτό που εκείνοι θεωρούν ως βαθιές θαυματουργικές αλήθειες Μερικοί πιστεύουν ότι ο τάφος της μπορεί να καθαρίσει τις ψυχές μια πεποίθηση που πιθανότατα θα ευχαριστούσε την Ανελίζα η οποία ένιωθε τόσο έντονα ότι ο θάνατός της θα εξηλαίωνε τις αμαρτίες των άλλων Για κάποιους η κοπέλα είναι κάτι σαν ανεπίσημη αγία Λεωφορεία με γιαγιάδες που σταυροκοπιούνται Εξακολουθούν να σειρέουν στον τάφο της Όπου όσοι αισθάνονται έξω από το θρησκευτικό κατεστημένο Συγκεντρώνονται για να προσευχηθούν Να ψάλουν ύμνος και να αφήσουν σημειώματα στην νεκρή κοπέλα

Ζητώντας βοήθεια Όπως θα μπορούσε κανείς να παρακαλέσει έναν Άγιο Ο αριθμός των επισκεπτών αυξήθηκε εντυπωσιακά μετά την κυκλοφορία ταινιών εμπνευσμένων από την ιστορία της. Η μητέρα της Ανελίζε ανέφερε το 2005 πως ζώντας ακόμα στο σπίτι όπου πέθανε η κόρη της δεκαετίες αργότερα και σε κοντινή απόσταση από τον τάφο της είχε μια προσευχή που έδινε στους επισκέπτες για να τη λένε καθημερινά ευχαριστώντας το Θεό που η θυσία της Ανελίζε έδειξε στους νέους αμαρτωλούς πως μπορούν να αφιερώσουν τη ζωή τους στο θέλημα του Θεού Ενώ η ζωή και ο τραγικός θάνατος της Ανελίζε Μίχελ αποτελεί μια από τις πιο παράξενες και σκοτεινές υποθέσεις στην ιστορία και αγαπημένο παράδειγμα για εκείνους που υποστηρίζουν ότι ο εξορκισμός είναι μια αρχαϊκή και βάρβαρη πρακτική πιθανότατα δεν θα είχε αφήσει τόσο έντονο αποτύπωμα στη συνείδηση του κόσμου σε τόσο μεγάλο βαθμό αν δεν υπήρχαν οι κινηματογραφικές διασκευές της ιστορίας Η πιο γνωστή από αυτές είναι η ταινία Ο Εξορκισμός της Emily Rose του 2005, η οποία χρησιμοποίησε την πραγματική ιστορία της ανελίζε ως βασικό πλαίσιο για να χτίσει την ιστορία της, η οποία περιέλαμβανε αλλαγή ονομάτων και διαδραματίζεται στην Αμερική.

Το κυρίως σημείο ενδιαφέροντος για τους δημιουργούς της ταινίας φαίνεται να ήταν η δίκη, καθώς η ιστορία επικεντρώνεται στη δίκαινος ιερέα που κατηγορείται για ανθρωποκτονία εξαμελίας μετά από μια υπόθεση εξορκισμού που κατέληξε σε θάνατο. Στο τέλος της ταινίας η Έμιλι Ρόους μετατρέπεται σε Αγία, της οποίας ο τάφος γίνεται τόπος προσκυνήματος παρόμοιος με αυτόν της Ανελίζε.

Μιας ιστορίας που μας θυμίζει πόσο λεπτή είναι η γραμμή ανάμεσα στην πίστη, το φόβο και την ανθρώπινη τραγωδία. και θα μπορείτε να ενημερώνεστε για κάθε νέο επεισόδιο που πρόκειται να ανέβει. Και ακόμα, μπορείτε να αφήσετε μηνύματα και emails έξαλλου ενθουσιασμού στο bloodydarklings.gmail.com μαζί με παρατηρήσεις, ερωτήσεις, σχόλια, ιδέες για πρόσωπα και πράγματα που επιθυμείτε να ψαχουλέψουμε παρέα και ό,τι άλλο θέτε.

Μέχρι το επόμενο σκοτάδι, να θυμάστε την Ανελίζε όχι σαν μυστήριο, αλλά ως ένα κορίτσι που δεν βρήκε ποτέ τη γαλήνη. Καληνύχτα.

Σχόλια

Χωρίς σχόλια

Συνδεθείτε για να συμμετάσχετε στη συζήτηση

Σύνδεση για Σχολιασμό

Δεν υπάρχουν σχόλια ακόμα

Πίσω 15 δευτ.
Play
Μπροστά 30 δευτ.
00:00:00
00:00:00