Δωροθέα Ντε Ροπ: το μυστήριο της νεκρής βαρόνης
Bloody Darklings PodcastΣχετικά με αυτό το επεισόδιο
Ποια ήταν πραγματικά η βαρόνη Δωροθέα Ντε Ροπ;
Θύμα, πρωταγωνίστρια ή μια γυναίκα που γνώριζε περισσότερα απ’ όσα έπρεπε;
Μια γυναίκα μυστήριο. Μια ζωή γεμάτη πάθος, ίντριγκα και επικίνδυνα μυστικά. Δεν ήταν απλώς μια αριστοκράτισσα· ήταν μια προσωπικότητα που συγκλόνισε την Ευρώπη του Μεσοπολέμου. Έρωτες, κατασκοπεία, πολιτικές συνωμοσίες και ένα τέλος που μέχρι σήμερα γεννά ερωτήματα.
Σε αυτό το επεισόδιο ξετυλίγουμε την αληθινή ιστορία μιας γυναίκας που έζησε χωρίς φόβο και πλήρωσε το πιο βαρύ τίμημα. Μια ιστορία που συνδέεται με πραγματικά γεγονότα στην Ελλάδα του Μεσοπολέμου και συνεχίζει να προκαλεί το ενδιαφέρον για τις συνθήκες της ζωής και του θανάτου της.
Αυτόματη μεταγραφή — ενδέχεται να περιέχει λάθη.
Κάθε ακρογελιά κράτα μυστικά που ο άνεμος ψιθυρίζει μόνο όταν είναι βέβαιος πως κανείς δεν ακούει Για κάποιες φορές η αλήθεια που αναδύεται από τα σκοτεινά νερά είναι πολύ πιο τρομακτική από οτιδήποτε βυθίστηκε μέσα τους και η αλήθεια αυτή δεν θα αφήσει κανέναν αρθό Ήρθατε στο Bloody Darklings, ένα podcast όπου οι πιο σκοτεινές ιστορίες του παρελθόντος επιστρέφουν να διηγηθούν όσα κάποιοι προσπάθησαν να θάψουν για πάντα.
Και όπως αποδεικνύεται ξανά και ξανά, οι άνθρωποι θάβουν πολλά πράγματα. Αποδείξεις, μυστικά, ενοχές, μόνο που έχουν την κακή συνήθεια να ξαναβγαίνουν στην επιφάνεια. Είμαι η Ελένη και στο σημερινό επεισόδιο θα ταξιδέψουμε στις ακτές του Αγίου Κοσμά τον Μάιο του 1934 Εκεί όπου ανάμεσα στα φύκια, στα βράχια και στην απατηλή γαλήνη ενός ανοιξιάτικου μεσημεριού θα βρεθεί ένα πτώμα Μια γυναίκα που δεν γύρισε ποτέ σπίτι.
Μια υπόθεση που αναστάτωσε τις εφημερίδες, τα καφενεία της εποχής και φυσικά όλους εκείνους που θεωρούσαν ότι γνώριζαν ακριβώς τι είχε συμβεί χωρίς να έχουν την παραμικρή ιδέα. Γιατί αν υπάρχει κάτι πιο επικίνδυνο από έναν δολοφόνο είναι η βεβαιότητα των ανθρώπων ότι έχουν ήδη λύσει το μυστήριο. Καθώς η θάλασσα ξερνά τα μυστικά της, οι υποψίες πληθαίνουν, οι θεωρίες συγκρούονται και η αλήθεια απομακρύνεται όλο και περισσότερο.
Απόψε ανοίγουμε το φάκελο μιας υπόθεσης που μοιάζει να έχει παγώσει στο χρόνο. Μια γυναίκα χωρίς πατρίδα, ένας έρωτας χωρίς πρόσωπο και ένας θάνατος χωρίς απάντηση. Αυτή είναι η ιστορία της Βαρώνης Δωροθέας Ντερόπ. και πιστέψτε με, η θάλασσα μπορεί να ξεπλένει τα ίχνη. Όχι όμως πάντα την αλήθεια. Ο άνεμος μαστίγωνε τα κύματα εκείνο το βροχερό ανοιξιάτικο μεσημέρι της 17ης Μαΐου του 1934.
Στην ανατολική ακτή της Αττικής η θάλασσα του Αγίου Κοσμά έμοιαζε να κρατά την ανάσα της. Ένα πέπλο ομίχλης αναδιώταν από τα σκοτεινά νερά και κρεμόταν πάνω από τους βράχους σκεπάζοντας το τοπίο με ένα λεπτό σχεδόν ιερό μανδύα. Ο ήχος των κυμάτων ψιθύριζε ανοχελικά σαν να μην ήθελε να διαταράξει την παράξενη ησυχία που είχε απλωθεί στην ακτή.
Ή ίσως να ήξερε ήδη κάτι που οι άνθρωποι θα μάθαιναν πολύ αργότερα. Λίγο πιο πέρα, έξω από το καφενείο του Παναγιώτη Κρεούση, σταμάτησε μια εντυπωσιακή έφυπη ξανθιά γυναίκα. Πλησίασε τον καφετζή και του ζήτησε λίγο ψωμί για να ταΐσει το αλογό της. Ο κύριος Παναγιώτης μπήκε μέσα και έφερε ό,τι μπορούσε να βρει για να χορτάσει το ζώο.
Στο μεταξύ, εκείνη απομακρύνθηκε λίγα βήματα και κάθεσε πάνω σε ένα βράχο δίπλα στη θάλασσα. Έβγαλε ένα τσιγάρο από μια ασημένια ταμπακέρα Το άναψε και μείνε να κοιτάζει το θολό ορίζοντα Κάπνιζε αργά, σχεδόν τελετουργικά Σαν να περίμενε κάτι ή κάποιον Ή σαν να είχε πάρει ήδη μια απόφαση Ο Κυρπαναγιώτης την παρακολουθούσε αφηρημένα από το καφενείο του Μια όμορφη γυναίκα πάνω στα βράχια δεν ήταν και το πιο συνηθισμένο θέαμα για την περιοχή Καθώς όμως εκείνη έσβηνε το τσιγάρο της Είδε κάτι που έκανε το αίμα του να παγώσει Και εκείνη τη στιγμή, χωρίς να το γνωρίζει Έγινε ο τελευταίος άνθρωπος που θα την έβλεπε ζωντανή Ο καφετζής άφησε μια πνιχτή κραυγή Όχι από εκείνες που σκίζουν τη σιωπή Αλλά από αυτές που πνίγονται πριν προλάβουν να γίνουν λέξεις Έμεινε ακίνητος για μια στιγμή Όχι, ίσως τον γελούσαν τα μάτια του Ίσως οι ομίχλοι ή ίσως οι καλπάζουσα φαντασία του Οι άνθρωποι βλέπουν παράξενα πράγματα όταν κοιτούν πολύ ώρα τη θάλασσα Μόνο που αυτή τη φορά η θάλασσα δεν έπαιζε παιχνίδια
Ο καφετζής άρχισε να τρέχει όσο πιο γρήγορα μπορούσε Και όταν έφτασε στους βράχους το είδε καθαρά Ξένα γαλήνια, σχεδόν αγγελική, σαν κάποιος ζωγράφος με πολύ σκοτεινό χιούμορ να είχε αποφασίσει να συνδυάσει την ομορφιά με το θάνατο στον ίδιο καμβά. Τα ξανθά μαλλιά της, μπλεγμένα από τον άνεμο και την υγρασία, ακουμπούσαν στο πρόσωπό της.
Και τότε το βλέμμα του στάθηκε στο δεξί της κρόταφου, εκεί που η περίεργη γαλήνη της εικόνας διαλυόταν απότομα. Ένα διαμπερές τραύμα από σφαίρα Μια μικρή σκοτεινή λεπτομέρεια που άλλαζε τα πάντα Δίπλα της βρισκόταν το μαστίγιό της, η ασημένια ταμπακέρα της και ένα μπουκέτο κατακόκκινες παπαρούνες που είχε μαζέψει νωρίτερα από τους αγρός Όλα ήταν στη θέση τους Σαν να περίμενε η ίδια ότι αργά ή γρήγορα κάποιος θα ερχόταν να τα βρει Ο Κυρπαναγιώτης ειδοποίησε αμέσως την αστυνομία και το πτώμα της άτυχης γυναίκας μεταφέρθηκε στην ιατροδικαστική υπηρεσία Αθηνών Η νεκροψία δεν άργησε να δώσει την ετιμιγωρία της Αυτοκτονία Η υπόθεση είχε ήδη κλείσει Ο ιατροδικαστής διαπίστωσε πως δεν έφερε άλλα εξωτερικά τραύματα ούτε ηχνηπάλης Κανένα σημάδι που να υποδήλωνε ότι είχε αντισταθεί σε κάποιον Κανένα στοιχείο που να φώναζε έγκλημα Τουλάχιστον όχι με την πρώτη ματιά Τα κοσμήματά της βρίσκονταν ακόμη στη θέση τους Δύο δαχτυλίδια Το ένα με μια μεγάλη διαμαντένια πέτρα που συνέχιζε να στράφτει αδιάφορη μέσα στη μουντιμέρα
Το άλλο με ένα οικόσιμο Μια μικρή λεπτομέρεια που έμοιαζε να ψιθυρίζει πως η νεκρή δεν ήταν μια συνηθισμένη γυναίκα Τα ρούχα της αφηγούνταν και αυτά τη δική τους ιστορία Μια μεταξωτή λευκή σε πινζέτα, μια κιλότα υπασίας, ψηλές μπότες Η ενδυμασία μιας γυναίκας που είχε βγει για μια απλή υπασία Μια βόλτα που ξεκίνησε απολύτως φυσιολογικά και κατέληξε με τον πιο τραγικό τρόπο γιατί μερικές φορές η διαδρομή προς ένα μυστήριο αρχίζει με μια βόλτα με άλογο και τελειώνει πάνω σε ένα πάγκο νεκροτομείου.
Η αστυνομία ξεκίνησε αμέσως έρευνα για να εξακριβώσει την ταυτότητα της άγνωστης γυναίκας και προς έκπληξη όλων δεν χρειάστηκε να περιμένει πολύ. Μερικά μυστήρια λατρεύουν να κρύβονται και άλλα φροντίζουν να συστηθούν από μόνα τους. Το ίδιο απόγευμα, στο αστυνομικό τμήμα Καλυθέας, εμφανίστηκε ένας άνδρας που ισχυριζόταν πως γνώριζε ακριβώς ποια ήταν η νεκρή των βράχων Ήταν ο Κωνσταντίνος Ευθυμίου, ιδιοκτήτης ενός υποφορβίου κοντά στον υπόδρομο του Παλαιού Φαλήρου Ο Ευθυμίου κατέθεσε πως η γυναίκα ήταν τακτική πελάτησά του Τον επισκεπτόταν συχνά για να νοικιάζει άλογα και να πραγματοποιεί πολύ ωραίες μοναχικές διαδρομές στην Αττική Ήπεθρο Και όπως φαίνεται η υπασία δεν ήταν απλώς ένα χόμπι Ήταν σχεδόν αιμονή Σύμφωνα με τον ίδιο ξόδευε μεγάλο μέρος των χρημάτων της για αυτές τις εξορμήσεις Ίσως γιατί αναζητούσε ελευθερία Αποζητούσε την ησυχία της Ή προσπαθούσε να ξεφύγει από κάτι που την ακολουθούσε επίμονα Το πρωί της 17ης Μαΐου είχε εμφανιστεί ξανά στο υποφορβείο όπως συνήθιζε
Νίκιασε ένα άλογο και πλήρωσε κανονικά Έδειχνε ήρεμη Τίποτα στη συμπεριφορά της δεν πρόδιδε ότι λίγες ώρες αργότερα θα βρισκόταν νεκρή στα βράχια του Αγίου Κοσμά Τότε ο Κωνσταντίνος Ευθυμίου αποκάλυψε το όνομά της Η άγνωστη γυναίκα είχε πλέον ταυτότητα Και μαζί με αυτήν μια ιστορία πολύ πιο περίπλοκη από ό,τι φανταζόταν η αστυνομία.
Επρόκειτο για την 29χρονη Βαρόνη Δωροθέα Ντερόπ. Η λέξη Βαρόνη τους έκανε όλους να παγώσουν. Δεν ήταν άλλη μια άγνωστη γυναίκα. Και ξαφνικά η υπόθεση απέκτησε εντελώς διαφορετικό βάρος. Γιατί ας είμαστε ειλικρινείς. Τη δεκαετία του 1930, ένας νεκρός ήταν είδηση. Μια νεκρή βαρονή όμως ήταν πρωτοσέλιδο και έκανε τους πάντες να ανασηκώσουν το κεφάλι.
Αστυνομικούς, δημοσιογράφους, κουτσομπόλιδες και εκείνους που μέχρι πριν από λίγα λεπτά δεν ενδιαφέρονταν καθόλου για την υπόθεση. Δεν έπρόκειτο για μια άγνωστη γυναίκα που χάθηκε στην άκρη της πόλης. Δεν ήταν μια φτωχή και αόρατη ψυχή που η κοινωνία θα ξεχνούσε μέχρι το επόμενο πρωτοσέλιδο. Όχι αυτή τη φορά. Η Δεροθέα Ντερόπ ανήκε σε ένα κόσμο με τίτλους, διασυνδέσεις και κλειστές πόρτες.
Έναν κόσμο όπου οι άνθρωποι χαμογελούσαν ευγενικά ο ένας τον άλλον, ενώ ταυτόχρονα έκρυβαν μυστικά αρκετά μεγάλα για να καταστρέψουν κόσμο. είχε βρεθεί στις αίθουσες των μεγάλων Ευρωπαϊκών Σαλονιών. Είχε συναναστραφεί διπλωμάτες, αριστοκράτες και ανθρώπους που προτιμούσαν να κινούνται στη σκιά. Και όμως, βρέθηκε νεκρή πάνω στα βράχια του Αγίου Κοσμά, μόνη, με μοναδικό μάρτυρα τη θάλασσα που συνέχιζε αδιάφορα να χτυπά τις πέτρες.
Το ερώτημα όμως παρέμενε. Πώς βρέθηκε μια βαρόνη σε αυτή την ερημική ακτή της Αττικής Τι μεσολάβησε ανάμεσα στις λαμπερές αίθουσες της Βιέννης και σε εκείνον το σκοτεινό βράχο Γιατί εγκατέλειψε την αριστοκρατική της ζωή Γιατί άφησε πίσω τα παιδιά της Και κυρίως ποια μυστικά κουβαλούσε μαζί της Γιατί τα μυστικά έχουν μια παράξενη συνήθεια Όσο πιο πολύ προσπαθείς να τα θάψεις, τόσο πιο αποφασισμένα γυρίζουν για να σε στοιχειώσουν Και για να βρούμε τις απαντήσεις θα πρέπει να γυρίσουμε το χρόνο πίσω Πολύ πίσω Πριν από το θάνατό της, πριν από την Ελλάδα, πριν από τη σιωπή των βράχων υπήρχε το φως ή κάτι που έμοιαζε με αυτό.
Η Δεροθέα γεννήθηκε στο Βλαδιβοστόκ σε μια εποχή που η Ευρώπη έβραζε από αλλαγές, πολέμους και ανατροπές. Αυτοκρατορίες κατέρεαν, θρόνοι άδειαζαν και οικογένειες που πίστευαν πως θα έμεναν για πάντα στην κορυφή ανακάλυπταν με τον δύσκολο τρόπο ότι η ιστορία δεν σέβεται τίτλους ευγενίας. Η οικογένειά της, στενά συνδεδεμένη με τους αριστοκρατικούς κύκλους της Τσαρικής Ρωσίας Παρασύρθηκε από τη δίνη της επανάστασης Πολλοί σκοτώθηκαν, άλλοι εξαφανίστηκαν Κάποιοι έμαθαν ότι η ευγενική καταγωγή μπορεί να ανοίγει πόρτες Αλλά δεν σταματά τις σφαίρες Η Δωροθέα όμως επέζησε Και όπως τόσοι άλλοι ξεριζωμένοι αριστοκράτες της εποχής κατέφυγε στη Δύση αναζητώντας μια νέα αρχή.
Η νέα της ζωή ξεκίνησε στη Βιέννη. Εκεί γνώρισε τον λετωνό μεγαλοβιομήχανο Βαρόνο Πέτερ Ντερόπ, έναν άνδρα που δεν την αγάπησε ποτέ αρκετά, μα της προσέφερε το όνομά του, ασφάλεια και μια θέση σε μια κοινωνία που μετρούσε τα πάντα σε τίτλους και όχι συναισθήματα. Όπως συμβαίνει όμως συχνά στους αριστοκρατικούς γάμους, η λάμψη ήταν πολύ πιο αξιόπιστη από την αγάπη.
Μαζί απέκτησαν δύο γιους και για ένα διάστημα όλα έμοιαζαν να ακολουθούν το προβλεπόμενο σενάριο. Μέχρι που κι αυτό διαλύθηκε. Κάτι έσπασε ανάμεσά τους και όταν συνέβη αυτό δεν άφησε πίσω του μόνο έναν αποτυχημένο γάμο αλλά ερήπια. Οι εφημερίδες της εποχής μιλούσαν για σκάνδαλα, για παράνομους έρωτες για χρέη που δεν εξηγούνταν εύκολα, για πικάντικα κουτσομπολιά που κυκλοφορούσαν στα αριστοκρατικά σαλόνια.
Κανείς δεν γνώριζε με βεβαιότητα τι είχε συμβεί ή τουλάχιστον κανείς δεν παραδεχόταν ότι το γνώριζε. Κανείς δεν ήξερε αν ήταν εκείνη που έφυγε ή αυτός που την έδιωξε. Η αλήθεια χάθηκε κάπου ανάμεσα στις φήμες και στην κοινωνική ευπρέπεια. Το μόνο βέβαιο ήταν πως τα παιδιά παρέμειναν με τον πατέρα τους και η Δωροθέα έχασε κάτι πολύ σημαντικότερο από έναν τίτλο ή μια περιουσία Έχασε την καθημερινή παρουσία των παιδιών της και από εκείνη τη στιγμή κουβαλούσε μέσα της ένα κενό που κανένα σαλόνι, κανένα ταξίδι και κανένας έρωτας δεν κατάφερε ποτέ να γεμίσει Και τότε άρχισε η περιπλάνηση ή αν προτιμάτε το κομμάτι αυτό της ιστορίας όπου οι βιογράφοι απελπίζονται και οι θεωρητικοί συνωμοσίας αρχίζουν να τριβούν τα χέρια τους.
Για ένα διάστημα τα ίχνη της Δωροθέας χάνονται σχεδόν ολοκληρωτικά, σαν να εξαφανίστηκε από τις σελίδες της ιστορίας και ξαφνικά εμφανίζεται ξανά. Πρώτα στην Κωνσταντινούπολη, έπειτα στην Τεριέστη. Πάντα καθοδόν, πάντα σε μετάβαση. Σαν άνθρωπος που αναζητούσε κάτι χωρίς να γνωρίζει αν ήθελε πραγματικά να το βρει Ή που προσπαθούσε να ξεφύγει από κάτι που δεν σταματούσε να τον ακολουθεί Σχεδόν πάντα ήταν μόνη Όσο μόνη μπορεί να είναι μια όμορφη, αριστοκρατική και μυστηριώδης γυναίκα στην Ευρώπη του Μεσοπολέμου Γύρω της εμφανίζονταν συνεχώς άνδρες Πλούσιοι, γοητευτικοί, επικίνδυνοι και μερικές φορές κατάφεραν να είναι και τα τρία ταυτόχρονα, πράγμα που συνήθως δεν αποτελεί καλό ιονό για κανέναν.
Άλλαζαν τα πρόσωπα, οι προθέσεις και τα διαβατήρια. Η Δωροθέα όμως παρέμενε στο κέντρο αυτής της διαρκώς μεταβελόμενης σκηνής και κάπου εκεί αρχίζει να σχηματίζεται μια δεύτερη εικόνα για αυτήν. Όχι αυτή της εγκαταλελειμμένης συζύγου ή της εξόριστης αριστοκράτησας, αλλά μιας γυναίκας που είχε μάθει να επιβιώνει και που ήξερα να σαγηνεύει όταν χρειαζόταν.
Να παρατηρεί χωρίς να γίνεται αντιληπτή και να σωπαίνει όταν οι άλλοι μιλούσαν υπερβολικά. Ήταν σύμμαχος, πληροφοριοδότρια, τυχοδιόκτρια, ένα πιόνι σε παιχνίδια μεγαλύτερα από την ίδια ή μήπως κάποια που οι υπόλοιποι υποτίμησαν. Κανείς δεν μπορεί να το πει με βεβαιότητα και ίσως αυτό ακριβώς να είναι το πιο επικίνδυνο πράγμα στη Δεροθέα Ντερόπ.
Το 1931 βρίσκεται ξαφνικά στο πλευρό ενός από τους πιο αμφιλεγόμενους μονάρχες της Ευρώπης, του βασιλιά Ζώγου της Αλβανίας. Και εδώ η ιστορία αρχίζει να αποκτά εκείνη τη χαρακτηριστική μυρωδιά μπαροτιού, που συνήθως προμηνεί ότι τα πράγματα δεν θα εξελιχθούν καθόλου καλά. Οι δυο τους παρακολουθούν μια παράσταση όπερας όταν συμβαίνει το αδιανόητο Ένας επίδοξος δολοφόνος ανοίγει πύρ εναντίον του βασιλιά Οι πυροβολισμοί διακόπτουν τη μουσική Ο πανικός κατακλείζει την αίθουσα και ο ζώου λιτώνει από καθαρό θαύμα ή από εξαιρετικά κακή σκοπευτική ικανότητα, ανάλογα με το πόσο γενναιόδωρος αισθάνεται κανείς απέναντι στο δράστη.
Το βέβαιο είναι πως ο βασιλιάς βγαίνει ζωντανός από την απόπειρα και από εκείνη τη στιγμή φαίνεται να δένεται ακόμη περισσότερο με τη δωροθέα. Σύμφωνα με αρκετές μαρτυρίες τη θεωρούσε το γούρι του, αλλά οι ισχυροί άνθρωποι συχνά έχουν παράξενες προλήψεις. Κάποιοι κουβαλούν φυλαχτά. Ο βασιλιάς Ζώγου φαίνεται πως κουβαλούσε μια ρωσίδα βαρώνη.
Οι δυο τους ανέπτυξαν μια στενή φιλία. Τουλάχιστον έτσι έλεγαν δημοσίως. Γιατί όπως γνωρίζουμε πλέον, οι λέξεις στενή φιλία και ευρωπαϊκή αριστοκρατία του Μεσοπολέμου σπάνια συνυπάρχουν χωρίς αστερίσκους. Και πολύ σύντομα, η σχέση τους θα αποκτούσε μια εντελώς διαφορετική διάσταση. Γιατί το έργο δεν είχε τελειώσει. Στην πραγματικότητα μόλις άρχιζε.
Και κάπου εδώ συνέβη το αναπόφευκτο. Η Δωροθέα ερωτεύτηκε τον Ζώγου, παράφορα. Και όλα δείχνουν πως και εκείνος ανταπέδωσε τα αισθήματα. Έτσι η Βαρόνια ακολούθησε το βασιλιά στα Τύρανα, όπου από το 1931 φιλοξενήθηκε στο βασιλικό παλάτι. Και ξαφνικά η γυναίκα που λίγα χρόνια νωρίτερα περιπλανιόταν από πόλη σε πόλη, βρέθηκε ένα βήμα πριν από το θρόνο.
Η όμορφη Δωροθέα Ντερόπ άρχισε να πραγματοποιεί επίσημες εμφανίσεις ως πιθανή μελλοντική βασίλισσα της Αλβανίας. Φωτογραφιζόταν στους χώρους του παλατιού, φορούσε παραδοσιακές αλβανικές ενδυμασίες, χαμογελούσε στους φωτογράφους και για ένα σύντομο διάστημα έμοιαζε να έχει βρει επιτέλους τη θέση που αναζητούσε τόσα χρόνια.
Μόνο που η ιστορία έχει μια αξιοσημείωτη έλλειψη σεβασμού απέναντι στα happy end Και ειδικά όταν εμπλέκεται η δωροθέα Γιατί όσο λαμπερά κι αν είναι τα παλάτια, όσο βαρύτιμη κι αν είναι οι τίτλοι Υπάρχει ένας νόμος σχεδόν απαράβατος στις ιστορίες μεγάλων ερώτων Πάντα εμφανίζεται κάποιος τρίτος Μα πάντα όμως Και συνήθως εμφανίζεται τη χειρότερη δυνατή στιγμή Στην προκειμένη περίπτωση το όνομά του ήταν Κεμάλ Μπέι Μεσαρές Υπουργός της αυλής, ο ιτευτικός, καλλιεργημένος και όπως αποδείχθηκε ακριβώς το είδος άνδρα που δυσκολευόταν να γνωρίσει η Δωροθέα Εκείνη τον ερωτεύτηκε και μάλιστα όχι διακριτικά Άλλωστε αν υπάρχει κάτι που δεν φαίνεται να έκανε ποτέ με μέτρο αυτό ήταν να ερωτεύεται Όταν ο βασιλιάς Ζώγου πληροφορήθηκε τι συνέβαινε η αντίδρασή του μόνο ψύχρεμη δεν μπορεί να χαρακτηριστεί.
Λέγεται πως εξοργίστηκε και αποφάσισε να λύσει το πρόβλημα με έναν τρόπο που μόνο βασιλιάδες μπορούν να παρουσιάσουν ως διοικητική πράξη. Διόρισε τον Μεσαρές διπλωματικό εκπρόσωπο της Αλβανίας στην Ελλάδα. Με άλλα λόγια, τον έστειλε όσο πιο μακριά μπορούσε χωρίς να προκαλέσει διπλωματικό επεισόδιο. Και επειδή προφανώς δεν ένιωθε ακόμα αρκετά ασφαλής, προχώρησε ένα βήμα παραπέρα.
Εξέδωσε βασιλικό διάταγμα που απαγόρευε στους Αλβανούς διπλωμάτες να παντρεύονται αλλοδαπές. Μια απόφαση που παρουσιάστηκε ως ζήτημα κρατικής πολιτικής. Και που τυχαία, εντελώς τυχαία φυσικά, εξυπηρετούσε απόλυτα το προσωπικό του πρόβλημα. Η Δωροθέα όμως δεν είχε καμία πρόθεση να παραμείνει εχμάλωτη ενός βασιλικού έρωτα που είχε μετατραπεί σε βασιλική αιμονή.
Σύμφωνα με τις μαρτυρίες της εποχής, χρειάστηκε να δαπανήσει σημαντικά ποσά και να επιστρατεύσει κάθε γνωριμία που διέθετε για να καταφέρει να εγκαταλείψει τα τύρανα. Και τελικά τα κατάφερε Άφησε πίσω της το παλάτι, το βασιλιά και τις υποσχέσεις Και ίσως την πιο κοντινή ευκαιρία που είχε ποτέ να φορέσει στέμα Για δεύτερη φορά στη ζωή της η Δωροθέα εγκατέλειπε ένα κόσμο που φαινόταν να της ανήκει Και για άλλη μια φορά το τίμημα θα αποδεικνυόταν πολύ βαρύτερο από όσο φανταζόταν Είχε πλέον πάρει τις αποφάσεις της Τον Ιούνιο του 1933 εγκαταλείπει οριστικά τα Τύρανα και ακολουθεί τον Γκεμάλ Μπέι Μεσαρέ στην Ελλάδα, ταξιδεύοντας με διαβατήριο της Λευτονικής Δημοκρατίας.
Οι δύο τους φτάνουν πρώτα στην Κέρκυρα και από εκεί επιβάζονται σε πλοίο με προορισμό τον Πειραιά. Μια νέα χώρα, μια νέα αρχή και όπως θα αποδεικνύω όταν αργότερα, μια νέα σειρά προβλημάτων. Η Αθήνα την υποδέχεται σαν τη χαμένη θεία που κανείς δεν ήξερε πως είχε Όχι ακριβώς με ανοιχτές αγκάλες Περισσότερο με εκείνη την αμήχανη περιέργεια που επιφλάσει κανείς σε ανθρώπους που εμφανίζονται ξαφνικά και κουβαλούν πίσω τους ιστορίες μεγαλύτερες από τους ίδιους Άλλωστε δεν έφτανε κάθε μέρα στην πρωτεύουσα μια Ρωσίδα Βαρώνη πρώην σχεδόν βασίλισσα της Αλβανίας και νέος σύντροφος ενός Αλβανού διπλωμάτη.
Η Αθήνα μπορεί να είχε συνηθίσει τα πολιτικά δράματα, αλλά αυτό έμοιαζε περισσότερο με σενάριο μεθυστορήματος και η χρονική συγκυρία μόνο ήρεμη δεν ήταν. Η Ελλάδα του 1933 έβραζε. Μεγάλες απεργίες συγκλώνηζαν τη χώρα, οι αγρότες εξεγείρονταν, οι φοιτητές διαμαρτύρονταν, η πολιτική πόλωση μεγάλωνε καθημερινά και η αίσθηση ότι κάτι σημαντικό πλησίαζε πλανιόταν παντού.
Μέσα σε αυτό το εκρηκτικό κλίμα, οι κυβερνήσεις των Βαλκανίων προσπαθούσαν απεγνωσμένα να διατηρήσουν μια εύθραυστη ισορροπία. Το Φεβρουάριο του ίδιου έτους, στην Αθήνα, οι Υπουργοί Εξωτερικών της Ελλάδας, της Τουρκίας, της Ιουγκοσλαβίας και της Ρουμανίας υπέγραψαν τον Σύμφωνο Βαλκανικής Συνενόησης, ένα φιλόδοξο διπλωματικό εγχείρημα που στόχευε στη διατήρηση της ειρήνης και της σταθερότητας στην περιοχή, τουλάχιστον στα χαρτιά.
Γιατί τα Βαλκάνια είχαν ανέκαθεν μια αξιοσημείωτη ικανότητα να μετατρέπουν τα αισιόδοξα σχέδια σε πονοκέφαλο. Το δεύτερο άρθρο του Συμφώνου προέβλεπε ότι τα συμμελώμενα κράτη δεν θα αναλάμβαναν πολιτική δράση εναντίον της Βουλγαρίας και της Αλβανίας και αυτή η φαινομενικά τεχνική λεπτομέρεια θα αποκτούσε ιδιαίτερη σημασία.
Γιατί σύντομα η Δωροθέα και ο Μεσαρέες δεν θα θεωρούνταν απλώς ένα ερωτευμένο ζευγάρι που αναζητούσε μια νέα ζωή. Για ορισμένους θα μετατρεπόταν σε κάτι πολύ πιο επικίνδυνο. Σε πολιτικό πρόβλημα. Για να καταλάβουμε όμως γιατί ο θάνατος της Δωροθέας προκάλεσε τόσο μεγάλο ενδιαφέρον, πρέπει να κοιτάξουμε λίγο πίσω από τις κουρτίνες της βαλκανικής πολιτικής.
Και πιστέψτε με, πίσω από αυτές υπήρχε αρκετός καπνός, ώστε να υποψιάζεται κανείς πως κάπου υπήρχε και η φωτιά. Κατά τη διάρκεια της μεγάλης οικονομικής κρίσης, από το 1929 έως το 1933, ο βασιλιάς Ζώου της Αλβανίας βρέθηκε αντιμέτωπος με σοβαρά οικονομικά διέξοδα. Για να κρατήσει όρθιο το κράτος του, στράφηκε προς την Ιταλία.
Ο Μπενίτο Μουσολίνι ανταποκρίθηκε πρόθυμα, χορηγώντας στην Αλβανία δάνειο ύψους 100 εκατομμυρίων χρυσών φράγκων. Και όπως συμβαίνει συχνά στην πολιτική, τα δάνεια συνοδεύονται από όρους που γράφονται με μικρά γράμματα. Πολύ μικρά γράμματα. Η Αλβανία δυνατούσε να αποπληρώσει το χρέος και έτσι η χώρα βρέθηκε όλο και πιο εξαρτημένη από τη φασιστική Ιταλία.
Ο Μουσολίνη απέκτησε επιρροή, ο Ζόγου απέκτησε πονοκέφαλο και τα Βαλκάνια απέκτησαν ακόμα ένα λόγο να ανησυχούν. Την ίδια περίοδο κάθε κράτος της περιοχής προσπαθούσε να ενισχύσει τη θέση του σε μια σκακέρα που γινόταν όλο ένα και πιο επικίνδυνη. Τον Οκτώβριο του 1933 η κυβέρνηση συνασπισμού του Παναγίτσα Αλδάρη υπέγραψε με την Τουρκία το σύμφωνο της εγκάρδιας συνεννόησης Επισήμως στόχος ήταν η ελληνοτουρκική συνεργασία και η σταθερότητα στην περιοχή Ανεπισήμως ας πούμε ότι οι δύο ισχυροί γείτονες προσπαθούσαν ταυτόχρονα να αποδείξουν ποιος είχε μεγαλύτερη επιρροή στα Βαλκάνια Και όπως γνωρίζουμε από την ιστορία, όταν πολλές χώρες διεκδικούν τον ίδιο ρόλο, συνήθως κανείς δεν μένει απολύτως αθώος.
Μέσα σε αυτό το περίπλοκο διπλωματικό παιχνίδι, ο θάνατος μιας όμορφης Βαρώνης θα μπορούσε εύκολα να περάσει απαρατήρητος. Εκτός αν η Βαρώνη γνώριζε πράγματα που δεν έπρεπε να γνωρίζει. Η Δεροθέαντε Ροπ φτάνει στην Αθήνα κουβαλώντας μαζί της τίτλους, αναμνήσεις και την ψευδαίσθηση ότι η ζωή της μπορεί ακόμα να ξεκινήσει από την αρχή.
Αρχικά εγκαθίσταται στο σπίτι της θείας της, της Βαρόνης Γκάρσιν στην Κηφισιά. και για ένα διάστημα όλα μοιάζουν γνώριμα. Δεξιώσεις, κοσμικές συγκεντρώσεις, γνωριμίες με πολιτικούς, διπλωμάτες και ανθρώπους που επηρέαζαν τις εξελίξεις πίσω από κλειστές πόρτες. Η Δωροθέα κινείται με άνεση σε αυτό το περιβάλλον. Άλλωστε είχε περάσει σχεδόν ολόκληρη τη ζωή της σε σαλόνια όπου οι άνθρωποι συζητούσαν για την τύχη των κρατών πίνοντας τσάι ή κάτι σαφώς πιο δυνατό από τσάι.
Όμως οι τίτλοι ευγενίας έχουν ένα ενοχλητικό μειονέκτημα. Δεν πληρώνουν λογαριασμούς. Και όσο περνούσαν οι μήνες, τα χρήματα άρχισαν να εξανεμίζονται. Η άλλοτε σχεδόν βασίλισσα της Αλβανίας αναγκάστηκε να εγκαταλείψει την άνετη ζωή της. Νίκιασε ένα μικρό τομάτι ως η πανσιόν. Εργαζόταν ως καθαρίστρια με αντάλλαγμα τη διαμονή της και παράλληλα απασχολούνται ως δακτυλογράφος στην πρεσβεία της χώρας της για να εξασφαλίσει τα απολύτως απαραίτητα.
Η ζωή είχε κάνει μια εντυπωσιακή ανατροπή. Και δυστυχώς δεν υπήρχε βασιλικό διάταγμα που να μπορούσε να την αναιρέσει. Μέσα σε εκείνο το μικρό δωμάτιο, πίσω από φθαρμένες κουρτίνες και λιγοστά προσωπικά αντικείμενα, η Δωροθέα προσπαθούσε να αφήσει το παρελθόν της πίσω. Να ξεχάσει τους βασιλιάδες, τις υποσχέσεις, τις σύντριγες, τις χαμένες ευκαιρίες Και πάνω απ' όλα να πιστέψει πως ο Κεμάλ Μπέι Μεσαρές εξακολουθούσε να την αγαπά Μόνο που ο Μεσαρές έμοιαζε να απομακρύνεται όλο ένα και περισσότερο Ήταν ψυχρός, προσεκτικός και υπερβολικά φιλόδοξος για να αγνοήσει τους κινδύνους που τον περιέβαλαν Ίσως φοβόταν τον βασιλιά Ζώγου και τα πολιτικά παιχνίδια ή απλώς έτρεμε τη δέσμευση, ένα φαινόμενο που όπως φαίνεται δεν εφευρέθηκε τον 21ο αιώνα.
Η Δωροθέα αντίθετα ήταν άνθρωπος των συναισθημάτων, θερμή, παρορμητική και βαθιά πληγωμένη, γεμάτη ρογμές που προσπαθούσε διαρκώς να κρύψει. Κι όσο εκείνος απομακρυνόταν, τόσο εκείνη διθυζόταν περισσότερο στη μοναξιά της. Έτσι έρχισε να περνά ατελείωτες ώρες πάνω σε μια σέλα. Σχεδόν καθημερινά νοικιάζει ένα άλογο από τον υπόδρομο του Φαλήρου και καλπάζοντας κατά μήκος της ακτής κατέληγε πάντα στο ίδιο μέρος, στην παραλία του Αγίου Κοσμά.
Στο ίδιο σημείο, όπου μήνες αργότερα, η θάλασσα θα επέστρεφε το σώμα της. Σιγά σιγά οι άνθρωποι της περιοχής άρχισαν να γνωρίζουν την Ξαθιάρη Στοκράτησα που εμφανιζόταν σχεδόν καθημερινά καβάλα στο αλόγο της. Τη γυναίκα με την ελαφρώς ξενική προφορά που έμοιαζε να κουβαλά μια ολόκληρη ζωή πίσω από το βλέμμα της. Και η αλήθεια είναι πως η ίδια δεν έκανε καμία ιδιαίτερη προσπάθεια να κρατήσει το παρελθόν της μυστικό.
Το αντίθετο μάλιστα. Συχνά μιλούσε για τη ζωή της, για τα ταξίδια της, για τους τίτλους της, τα τύρανα, το βασιλιά ζώγου, για όσα είχε χάσει και ίσως για όσα ήθελε ακόμα να ξανακερδίσει Οι υπάλληλοι της ταβένας του Σκορδούλη την ήξεραν, το προσωπικό της πανσιόν τη γνώριζε Οι άνθρωποι που συναντούσε στις καθημερινές της διαδρομές είχαν ακούσει λίγο πολύ την ιστορία της Έτσι πριν ακόμα βρεθεί νεκρή στα βράχια η Δωροθέα είχε ήδη μετατραπεί σε ένα μικρό τοπικό μύθο Την πρώην ερωμένη του βασιλιά της Αλβανίας Τη Βαρόνη που ζούσε μόνη Τη γυναίκα που είχε γνωρίσει τα παλάτια και τώρα πάλευε να πληρώσει τον ήγη της Κι ας είμαστε ειλικρινείς μια τέτοια ιστορία δύσκολα περνάει απαρατήρητη Για ένα διάστημα μάλιστα, ο Κεμάλ Μπέι Μεσαρές εξακολουθούσε να εμφανίζεται στο πλευρό της.
Έκαναν μαζί η πασία, γευμάτιζαν στο παραλιακό κέντρο Εδέμ, περπατούσαν σε πάρκα και κάποιες φορές κυκλοφορούσαν με το επίσημο αυτοκίνητο της Αλβανικής Πρεσβείας. Οι γνωστοί, οι περίεργοι και οι επαγγελματίες κουτσομπόλιδες της εποχής έσπευσαν να βγάλουν το συμπεράσμά τους. Ο έρωτας είχε νικήσει. Ή τουλάχιστον έτσι νόμιζαν.
Γιατί η πραγματικότητα έχει την κακή συνήθεια να διαψεύδει τις πιο αισιόδοξες θεωρίες. Υπήρχε όμως και κάτι ακόμα. Κάτι παράξενο. Που πολλοί θυμήθηκαν μόνο μετά το θάνατό της. Η Δωροθέα συνήθιζε να αφήνει παντού της επαγγελματικές της κάρτες. Σε γνωστούς, σε καταστηματάρχες, σε ανθρώπους που μόλις είχε γνωρίσει. Σαν να ήθελε να είναι βέβαιη πως όλοι θα θυμούνται το όνομά της.
Σαν να φοβόταν μήπως κάποια μέρα εξαφανιστεί χωρίς να αφήσει ίχνος. Ή ίσως σαν να ήθελε να μπορεί εύκολα να αναγνωριστεί αν της συνέβαινε κάτι. Κανείς τότε δεν έδωσε σημασία. Μετά το θάνατο της όμως αυτή η μικρή συνήθεια άρχισε να μοιάζει πολύ λιγότερο αρθώα. Τελικά ο μεγάλος αυτός έρωτας δεν έμελε να κρατήσει Οι φήμες της εποχής έδιναν και έπαιρναν Κάποιοι έλεγαν πως ο Μεσαρές απλώς κουράστηκε Άλλοι πως άρχισε να απομακρύνεται προσεκτικά με εκείνο τον τρόπο που απομακρύνονται οι άνθρωποι όταν θέλουν να φύγουν χωρίς να αναλάβουν την ευθύνη του φευγιού τους Και κάποιοι πιο καχύποπτοι υποστήριζαν ότι η Δωροθέα γνώριζε πράγματα που δεν έπρεπε να γνωρίζει ή ζητούσε πράγματα που δεν έπρεπε να ζητά.
Υπόθηκε ακόμη και ότι τον εκβίαζε όμως αποδείξεις δεν βρέθηκαν ποτέ γι' αυτό. Και η αλήθεια, όπως συνήθως συμβαίνει σε αυτές τις περιπτώσεις χάθηκε κάπου ανάμεσα στις φήμες, στις μισές αλήθειες και στα πολύβολικά ψέματα. Ίσως τελικά να μην υπήρχε καμία ασυνομωσία και σαν να ήταν απλώς άλλη μία σχέση που τελείωσε άδοξα.
Άλλωστε η ιστορία είναι γεμάτη από αυτοκρατορίες που κατέρευσαν και από άντρες που ξαφνικά ήθελαν λίγο χώρο. Η Δωροθέα αποσύρθηκε από τη ζωή του Μεσαρές χωρίς δημόσιες σκηνές, χωρίς φωνές, χωρίς θεατρικές εξόδους, τουλάχιστον όχι μπροστά σε μάρτυρες. Κράτησε την αξιοπρέπειά της, ακόμα κι αν μέσα της είχε γίνει συντρίμια.
Όμως εκείνη την περίοδο φαίνεται πως η Δωροθέα είχε αρχίσει να ανησυχεί για κάτι πολύ μεγαλύτερο από έναν χαμένο έρωτα. Στο μικρό δωμάτιο της πανσιών φύλαγε με ιδιαίτερη προσοχή ορισμένα προσωπικά αντικείμενα. Όχι κοσμήματα ή χρήματα, αλλά κάτι πιο περίεργο. Μια βαλίτσα, ένα ημερολόγιο, δύο σφραγισμένες επιστολές. και όσοι τα είδαν αργότερα κατάλαβαν ότι η αξία τους δεν βρισκόταν στο χαρτί ή στο δέρμα που τα κάλυπτε αλλά σε όσα αποκάλυπταν.
Γιατί μέσα στις σελίδες του ημερολογίου υπήρχε ένα όνομα. Ένα όνομα που εμφανιζόταν ξανά και ξανά και ξανά, σχεδόν αιμονικά. Zeki Bayes. Και από τη στιγμή που οι ερευνητές διάβασαν αυτό το όνομα, η υπόθεση έπαψε να αφορά μόνο μια νεκρή βαρόνη. Άρχισε να αφορά ανθρώπους που βρίσκονταν πολύ πιο κοντά στην εξουσία από όσο είχε φανταστεί κανείς.
Το δωμάτιο της πανσιών στην Κηφισιά δεν είχε τίποτα το αξιοσημείωτο. Ένα μονό κρεβάτι με σιδερένιο κεφαλάρι Ένα γραφείο με ξεθοριασμένο βερνίκι που την είχε ζήσει τη ζωούλα του Μια πολυθρόνα και ένα παραβάν πίσω από το οποίο φύλαγε τα ρούχα της Πίσω από αυτή την απλότητα υπήρχε μια αόρατη τάξη Όλα τακτοποιημένα με αιμονή, με μαθηματική ακρίβεια Σαν να ζούσε εκεί μια γυναίκα που γνώριζε πως κάποιοι την παρακολουθούν Οι γείτονες συνέχισαν να τη βλέπουν να φεύγει κάθε πρωί, πάντα την ίδια ώρα, φορώντας μπότες υπασίας και μια μακριά σκούρα ρόμπα που έπιανε σφιχτά με μια περίτεχνη καρφίτσα.
Σαν μικρό απομεινάρι μια ζωή σπονιότα να ξεχάσει. Δεν ήταν ιδιαίτερα κοινωνική, δεν έπιανε κουβέντες, δεν συμμετείχε στα καθημερινά κουτσομπολιά της πανσιών. και αυτό, όπως ξέρουμε όλοι, είναι ο πιο σίγουρος τρόπος να γεννείς αντικείμενο κουτσουμπολιού. Μόνο στο θηρορόχα μου γελούσε που και που. Και πάλι, μόνο όταν εκείνος θερωτούσε κάτι απολύτως πρακτικό, κάτι ασφαλές, κάτι που δεν απαιτούσε να μιλήσει για τον εαυτό της.
Γιατί όσο περνούσε ο καιρός, η Δορθέα έμοιαζε να κλείνεται όλο ένα και περισσότερο στον κόσμο της. ένα κόσμο γεμάτο αναμνήσεις, μυστικά και φόβους που κανείς γύρω της δεν μπορούσε ακόμη να φανταστεί. Στο μικρό γραφείο της υπήρχε ένα σιρτάρι, ένα συνηθισμένο σιρτάρι από αυτά που οι περισσότεροι γεμίζουν με λογαριασμούς, παλιές αποδείξεις και πράγματα που σκοπεύουν να τακτοποιήσουν κάποια μέρα.
Η Δωρουθέ όμως δεν ήταν οι περισσότεροι άνθρωποι και το δικό της σιρτάρι έκρυβε πολύ πιο ενδιαφέροντα πράγματα. Μετά το θάνατό της, οι ερευνητές βρήκαν μέσα φωτογραφίες του βασιλιά Αχμεντζόγου και του Κεμάλ Μπέι Μεσαρές. Βρήκαν επίσης δύο σφραγισμένες επιστολές. Και κάπου εδώ, η υπόθεση άρχισε να γίνεται πολύ πιο περίπλοκη από όσο βόλευε ορισμένους.
Η πρώτη επιστολή απευθυνόταν στο Μεσαρές και το περιεχόμενό της προκάλεσε ιδιαίτερη αίσθηση. Γιατί μέσα στις γραμμές της η Δωροθέα άφηνε να εννοηθεί πως είχε μπλακεί σε μια παλαιότερη υπόθεση που είχε ήδη απασχολήσει τις ελληνικές αρχές. Μια υπόθεση κλοπής. Όχι χρημάτων ή κοσμημάτων, αλλά κάτι που συχνά αποδεικνύεται πολύ πιο πολύτιμο.
Πληροφοριών. Ε πρόκειτο για την κλοπή αλληλογραφίας από Βίλα της Κηφισιάς. Αλληλογραφία που συνδεόταν με τον επιφανή ομογενή του Σουδάν Γεράσιμο Κοντομύχαλο και τον Ελευθέριο Βενιζέλο. Και τότε οι ερευνητές διάβασαν κάτι που τους έκανε να σταθούν λίγο περισσότερο πάνω από το χαρτί. Μου ζητήσατε να βοηθήσω τον αναμενόμενο από το Παρίσι Zα.
Σας διαβεβαιώ αγαπητέ μου φίλε ότι μου είναι πολύ δύσκολο. Διότι εάν μία στις χίλιες οι ελληνικές αρχές υποπτευθούν τη συνενοχή μου, εκτός το ότι μπορεί το λιγότερο να με απελάσουν, είναι δυνατόν να ανακαλύψουν και τη συνενοχή μου στην κλοπή της αλληλογραφίας της Βίλας. Η φράση έπεσε σαν πέτρα στο νερό. και οι κυματισμοί έφτασαν πολύ πιο μακριά από όσο θα περίμενε κανείς.
Γιατί αν η Δωροθέα έλεγε την αλήθεια, τότε δεν είχαμε μπροστά μας απλώς μια απογοητευμένη ερωτευμένη γυναίκα, ούτε μια εξόριστη βαρόνη που προσπαθούσε να επιβιώσει. Είχαμε μια γυναίκα που γνώριζε μυστικά και ίσως συμμετείχε στη διακίνησή τους. Υπήρχε όμως ακόμα ένα πρόβλημα Ή μήπως ένας μεγάλος πονοκέφαλος με δύο μόνο αρχικά Zα Ποιος ήταν Γιατί η Δωροθέα φοβόταν τόσο πολύ να τον βοηθήσει Και τι ακριβώς συνέβαινε στο παρασκήνιο Οι ελληνικές μυστικές υπηρεσίες θα προσπαθούσαν να απαντήσουν σε αυτά τα ερωτήματα Με περιορισμένη επιτυχία γιατί όπως συμβαίνει συνήθως στις καλές ιστορίες κατασκοπίας όλοι φαίνεται να γνωρίζουν κάτι αλλά κανείς δεν γνωρίζει ολόκληρη την αλήθεια.
Η δεύτερη επιστολή είχε εντελώς διαφορετικό ύφος. Καμία συναισθηματική φόρτιση, καμία νοσταλγία, καμία ερωτική απογοήτευση. Ήταν ψυχρή, μεθοδική και σχεδόν υπηρεσιακή. Απευθυνόταν στο Ζεκί Μπέι. Υψηλό βαθμό αξιωματούχο της τουρκικής πρεσβείας και η Δωροθέα έγραφε σαν να συνέτασε κατάθεση. Οι προτάσεις ήταν προσεκτικά διατυπωμένες.
Οι ημερομηνίες συγκεκριμένες. Τα γεγονότα καταγεγραμμένα με ακρίβεια. Ανάμεσα στις γραμμές υπήρχαν ονόματα που κάποιος είχε αργότερα μουντζουρώσει με μαύρο μελάνι. Σαν να προσπαθούσε να εξαφανίσει πρόσωπα χωρίς να μπορεί να εξαφανίσει την ιστορία Κι όσο οι ερευνητές διάβαζαν τόσο περισσότερο συνειδητοποιούσαν ότι η Δωροθέα ισχυριζόταν κάτι εξαιρετικά σοβαρό Ότι δεχόταν πιέσεις όχι από έναν απογοητευμένο εραστή ή από ένα ζηλότυπο βασιλιά Αλλά από κύκλους που συνδέονταν με τις τουρκικές μυστικές υπηρεσίες και τότε έφτασαν σε ένα απόσπασμα που δύσκολα ξεχνιέται.
Η πρόταση να εγκαταλείψω τον Μη και να παντρευτώ Τούρκο διπλωμάτη για να συνάπτω σχέσεις με Έλληνες υπουργούς και στρατηγούς αγγίζει τα όρια της αχαρακτηρής του ατιμίας. Εγώ εγκατέλειψα ολόκληρον βασιλέα χάρη του Μη και εσείς μου προτείνετε παρόμοιες ατιμίες. Όχι κύριε Ζεκή. Είμαι πολύ ακατάλληλο πρόσωπο για τόσο μεγάλες τουρκικές ατιμίες.
Αν η Δωροθέα έλεγε την αλήθεια, μόλις είχε απορρίψει μία αποστολή κατασκοπίας με τον ίδιο τρόπο που κάποιος απορρίπτει μια αγενή κοινωνική πρόσκληση, με αξιοπρέπεια και με μια δόση περιφρόνησης. Αλλά πίσω από την ηρωνία κρυβόταν κάτι πολύ πιο ανησυχητικό. Γιατί αν η επιστολή ήταν γνήσια, τότε εκείνη δεν βρισκόταν απλώς κοντά σε ανθρώπους της εξουσίας, αλλά μέσα στο παιχνίδι Ήξερε πρόσωπα, σχέδια και ονόματα Και οι άνθρωποι που γνωρίζουν πολλά, σπάνια αισθάνονται την ανάγκη να φέρνουν πίσω τους τόσα πολλά γραπτά ίχνη Εκτός αν φοβούνται ότι κάποια μέρα δεν θα μπορέσουν να μιλήσουν οι ίδιοι και αυτό είναι ίσως το πιο ανατριχιαστικό στοιχείο της υπόθεσης, ότι όσο πλησιάζουμε στο θάνατό της, η ίδια μοιάζει όλο και περισσότερο με άνθρωπο που προσπαθεί να αφήσει πίσω του αποδείξεις.
Σύμφωνα με την αστυνομική έρευνα, το περιεχόμενο των δύο επιστολών οδηγούσε σε ένα συμπέρασμο που οι αρχές θεώρησαν σχεδόν αυτονόητο. Η Βαρόνι Δεροθέαντε Ροπ δεν ήταν απλώς η πρώην ερωμένη ενός βασιλιά, ούτε απλώς η σύντροφος ενός Αλβανού διπλωμάτη. Κατά την εκτίμησή τους βρισκόταν εις την υπηρεσία ανκατασκοπίας της τουρκικής κυβερνήσεως.
Και τότε η υπόθεση πέρασε οριστικά από το αστυνομικό δελτίο στα χωράφια της Διεθνούς Ίντριγκας. για να συνεργαστεί με την τουρκική κατασκοπία. Και αν το καλωσκευτεί κανείς, η Δωροθέα έμοιαζε σχεδόν ιδανική για τον ρόλο. Γνώριζε πρόσωπα, κινούνταν με άνεση στους πολιτικούς και επιχειρηματικούς κύκλους της Αθήνας, διαθέτει αριστοκρατική καταγωγή, γοητεία, κοινωνικές διασυνδέσεις, αλλά κυρίως εκείνο το χαρακτηριστικό που λατρεύουν να εκμεταλλεύονται όλες οι μυστικές υπηρεσίες του κόσμου.
την ανάγκη. Γιατί η Δωροθέα εκείνη την εποχή ήταν ερωτευμένη, μοναχική, οικονομικά πιεσμένη και αρκετά απελπισμένη ώστε να ακούσει προτάσεις που υπό άλλες συνθήκες ίσως να είχε απορρίψει. Αν πράγματι στρατολογήθηκε, δύσκολα θα μπορούσε να βρεθεί καταλληλότερο στόχος. Η αποκάλυψη όμως που προκάλεσε πραγματικό σεισμό ήταν άλλη.
Μετά το θάνατό της, οι εφημερίδες άρχισαν να δημοσιεύουν εκτενή άρθρα για τη σχέση της με τον βασιλιά Ζώγου Και ξαφνικά, ο μονάρχης της Αλβανίας βρέθηκε να συνδέεται δημόσια με μια γυναίκα που παρουσιαζόταν πλέον ως κατάσκοπος των Τούρκων Όπως ήταν αναμενόμενος, τα τύρανα επικράτησε πανικός Η αλβανική κυβέρνηση έσπευσε να εκδώσει επίσημη ανακοίνωση Τα γραφέντα εις τα σπρωινάς εφημερίδας σχετικώς με την αυτοκτονία ξένης κυρίας, λαβούσα χώραν εις τον Άγιον Κοσμάν, η της είχε δίθεν σχέσεις με το πρόσωπο της αυτού μεγαλειότητος του βασιλέως των Αλβανών, είναι τελείως ανυπόστατα.
Η διάψευση ήταν κατηγορηματική. Σχεδόν αγχωτικά κατηγορηματική. Και είχε ένα μικρό πρόβλημα. Δεν ανέφερε κανένα όνομα. Κανένα απολύτως. Πράγμα που είναι περίπου σαν να σηκώνεται κάποιος σε ένα γεμάτο δωμάτιο και να δηλώνει «θέλω να ξεκαθαρίσω ότι δεν έχω καμία σχέση με το περιστατικό για το οποίο δεν με ρώτησε ακόμη κανείς».
Το αποτέλεσμα ήταν ακριβώς το αντίθετο από αυτό που επιδίωκαν. Αντί να σβήσει τις φήμες, η ανακοίνωση της φούντωσε Και ο βασιλιάς Ζώγου βρέθηκε ξαφνικά αντιμέτωπος με κάτι που φοβούνται όλοι οι πολιτικοί, οι διπλωμάτες και οι μονάρχες Όχι έναν εχθρό ή μία έρευνα, αλλά μία νεκρή γυναίκα που συνέχιζε να δημιουργεί προβλήματα Οι πληροφορίες αυτές, όπως ήταν αναμενόμενο, έφεσαν τις ελληνικές μυστικές υπηρεσίες σε κατάσταση συναγερμού Αν όσα αναφέρονταν ήταν αληθή, τότε η υπόθεση δεν αφορούσε πλέον μια μεμονωμένη γυναίκα Αλλά ένα δίκτυο κατασκοπίας που φερόταν αδρά εντός της χώρας Και κάπου εκεί η ιστορία της Δωροθέας έπαψε να είναι προσωπική τραγωδία Και άρχισε να μοιάζει με κάτι πολύ μεγαλύτερο Όμως ένα ερώτημα παρέμενε αναπάντητο Τι ακριβώς είχε στα χέρια της μια γυναίκα χωρίς πατρίδα Χωρίς επίσημη προστασία, χωρίς θεσμική κάλυψη, χωρίς κανένα να μπορεί ή να θέλει να την υπερασπιστεί μέχρι τέλους.
Μια πιθανή απάντηση φαινόταν να κρύβεται σε μια άλλη υπόθεση, σχεδόν παράλληλη και εξίσου ανησυχητική. Λίγες ημέρες μετά το θάνατό της, στις 7 Ιουνίου, σημειώθηκε ένα περιστατικό που πέρασε αρχικά σχεδόν στα ψηλά γράμματα. Από το δωμάτιο του διπλωματικού ταχυδρόμου Γιουνούζ Ζιάχραν στο ξενοδοχείο Μεγάλη Βρετανία εξαφανίστηκε μια βαλίτσα με σημαντικά έγγραφα.
Όχι οποιαδήποτε έγγραφα, αλλά αλληλογραφία της τουρκικής πρεσβείας στο Παρίσι με τελικό προορισμό το Υπουργείο Εξωτερικών στην Άγκυρα. Το ξενοδοχείο, όπως συχνά συμβαίνει σε τέτοιες περιπτώσεις, επέλεξε τη διακριτικότητα ή πιο απλά τη σιωπή. Γιατί τα σκάνδαλα είναι σαν τους καπνούς σε κλειστούς χώρους. Δύσκολα εξαφανίζονται και πάντα βρίσκουν τρόπο να ενοχλήσουν τους σωστούς ανθρώπους.
Η υπόθεση τελικά ανατέθηκε σε ειδικό κλιμάκιο. Τον αστυνομικό διευθυντή Αθηνών Βαβούρη, τον διοικητή της ειδικής ασφάλειας αντισυνταγματάρχης Σταυρόπουλο, αξιωματικούς της γενικής ασφάλειας και τον εισαγγελέα Παπαθανασίου. Με λίγα λόγια, όποιος είχε τίτλο και ευθύνη βρέθηκε ξαφνικά μπλεγμένο σε μια βαλίτσα που δεν έπρεπε να είχε εξαφανιστεί ποτέ Στο μεταξύ, στο ξενοδοχείο έφτασαν και τρεις διπλωματικοί υπάλληλοι της τουρκικής πρεσβείας Το είδος των επισκέψεων που κανείς διευθυντής ξενοδοχείου δεν χαίρεται να βλέπει στην είσοδο Ακόμη και αν χαμογελούν ευγενικά Οι πρώτες ανακρίσεις δεν άρχισαν να δείξουν ότι κάτι δεν πήγαινε καλά Ο Γιουνούς Ζία Αχράν έπεφτε σε αντιφάσεις Οι δηλώσεις του άλλαζαν από κατάθεση σε κατάθεση Και η εικόνα που προέκυπτε δεν ήταν ενός ανθρώπου που είχε απλώς χάσει μια βαλίτσα Αλλά κάποιου που προσπαθούσε να εξηγήσει κάτι που δεν έβγαζε νόημα ούτε για τον ίδιο Και τότε ήρθε η τελευταία ανατροπή Την νύχτα εκείνη ένας αστιφύλακας εντόπισε κάτω από μια γέφυρα στο παλαιό φάλυρο μια πεταμένη βαλίτσα
Τα χαρακτηριστικά της τέριαζαν με εκείνη που είχε κλαπεί Μόνο που υπήρχε ένα μικρό πρόβλημα Ήταν άδεια, τελείως άδεια Και μερικές φορές μια άδεια βαλίτσα λέει περισσότερα από μια γεμάτη γιατί σημαίνει ότι κάποιος βιάστηκε ή ότι κάποιος ήξερε ακριβώς τι έπρεπε να εξαφανιστεί και αυτό για τις αρχές ήταν ίσως πιο ανησυχητικό από την ίδια την κλοπή.
Οι αρχές παρά τις εντατικές έρευνες δεν κατάφεραν ποτέ να εντοπίσουν ποιος αφαίρεσε τη βαλίτσα ούτε τι ακριβώς περιείχε. Και όπως συμβαίνει συχνά σε τέτοιες υποθέσεις η απουσία αποδείξεων δεν έριξε φως αλλά έφερε υποψίες. Και οι υποψίες, όταν δεν ελέγχονται, αρχίζουν να οργανώνονται μόνες τους σε αφήγηση. Το πιο ανησυχητικό στοιχείο ήταν η χρονική εγκύτητα των γεγονότων.
Ο θάνατος της Δωροθέας και η εξαφάνιση της βαλίτσας. Δύο γεγονότα που θεωρητικά θα μπορούσαν να είναι άσχετα. Στην πράξη όμως, έμοιαζαν να ανήκουν στο ίδιο αόρατο σύστημα. Σαν να υπήρχε ένας μηχανισμός που δεν φαινόταν ποτέ ολόκληρος, παρά μόνο σε κομμάτια. Η Δωροθέα Ντερόπ άρχισε να αποκτά μια πιο σκοτεινή διάσταση. Ίσως δεν ήταν απλώς παθητικό θύμα των συνθηκών και δεν ήταν απλώς ένα γρανάζι.
Ίσως ήταν όμως και τα δύο. Ή κάτι ακόμα πιο άβολο. Κάποια που ήξερε αρκετά για να γίνει επικίνδυνη αλλά όχι αρκετά προστατευμένη για να επιβιώσει από αυτό. Ο Γρίφος παρέμενε άλυτος για τις αρχές. Μέχρι τη στιγμή που ο διοικητής της έρευνας άρχισε να επανεξετάζει τα ήδη γνωστά στοιχεία. Και συγκεκριμένα την πρώτη από τις δύο επιστολές που είχαν βρεθεί στο δωμάτιο της Δωροθέας.
Τη διάβασε ξανά, προσεκτικά αυτή τη φορά. Όχι σαν τυπικό έγγραφο, αλλά σαν χάρτη. Και τότε τα κομμάτια άρχισαν να αλλάζουν θέση. Το κρίσιμο σημείο ήταν η αναφορά σε έναν Zα προερχόμενο από το Παρίσι. Ένα αρχικά ασαφές στοιχείο, σχεδόν τυχαία καταγεγραμμένο. Όμως τώρα αποκτούσε βαρύτητα, γιατί η σύνδεση με τον Zα δεν ήταν απλώς πιθανή, ήταν σχεδόν αναπόφευκτη.
Κι αν αυτό ίσχυε, τότε η καταγγελόμενη κλοπή της βαλίτσας δεν ήταν ένα μεμονωμένο περιστατικό. Ήταν μέρος μιας ευρύτερης επιχείρησης, μιας προσπάθειας να δημιουργηθεί ένταση, καχυποψία, διπλωματικό ρήγμα ανάμεσα σε Ελλάδα και Τουρκία. Μέσα σε αυτό το παιχνίδι ισορροπιών, η Δωροθέα δεν έμοιαζε πια ούτε τυχαία παρουσία, ούτε απλό θύμα, αλλά κρίκος.
ένας κρίκος που όταν έσπασε άφησε πίσω του πολύ περισσότερα ερωτήματα από όσα μπορούσε να αντέξει η επίσημη εκδοχή των γεγονότων. Εκείνο το ανοιξιάτικο πρωινό του Μαΐου τίποτα δεν προμείνει αυτό που θα ακολουθούσε. Οι λεμονιές μύριζαν βαριά, ο αέρας ήταν ήπιος, σχεδόν αθώος και οι εφημερίδες ασχολούνταν περισσότερο με την επικείμενη τουρκική επίσκεψη παρά με οτιδήποτε θα μπορούσε να αλλάξει τις ισορροπίες στα παρασκήνια.
Με άλλα λόγια, μια τυπική μέρα για την Αθήνα. Μόνο που κάποιες τυπικές μέρες γράφουν ιστορία χωρίς να το ανακοινώνουν εκ των προτέρων. Η Δωροθέα δεν έδειχνε ταραγμένη. Όσοι την είδαν εκείνο το πρωί στις 17 Μαΐου, λίγες ώρες πριν βρεθεί νεκρή, τη θυμούνται ήρεμη. Ίσως μάλιστα πιο ήρεμη από ό,τι συνήθως. Φόρεσε το λευκό της πουκάμισο, λεπτό, σχεδόν διάφανο, κουμπωμένο μέχρι επάνω, την κοιλώτα υπασίας που δεν απχωριζόταν ποτέ στις βόλτες της και φτιάξε τα μαλλιά της προσεκτικά, όπως οι Ρωσίδες αριστοκράτησες της παλαιός όπερες, αυτές που ξέρουν ότι κάποια στιγμή το βλέμμα του κοινού δεν θα τη σώσει.
Το πρόσωπό της δεν είχε ίχνος μακιγιάς, ούτε πούδρα ούτε κραγιόν Σαν να είχε αποφασίσει ότι αν έπροκει το να φύγει δεν υπήρχε λόγος να φορέσει μάσκες τελευταία στιγμής Βγήκε από το δωμάτιο της πανσιών χωρίς να μιλήσει σε κανέναν Διέσχισε τον κήπο αργά με εκείνο το γνώριμο σχεδόν τελετουργικό της βάδισμα Άφησε το κλειδί στη ρεσεψιόν Ούτε καλημέρα ούτε εξήγηση Μόνο μία κίνηση, τόσο απλή που δεν προκάλεσε καμία υποψία Περπάτησε προς το σταθμό του ηλεκτρικού στην Κηφισιά Προορισμός Φάλυρο Δεν είχε ραντεβού, δεν είχε αποσκευές Δεν είχε τίποτα που να μοιάζει με σχέδιο επιστροφής Μόνο ένα μικρό δερμάτινο σακουλάκι Τόσο μικρό που χανόταν στην παλάμη της Κανείς δεν έμαθε ποτέ με βεβαιότητα τι περιείχε Σημειώσεις, ένα γράμμα ή κάτι πολύ πιο επικίνδυνο από χαρτί Κι ίσως αν κάποιος είχε ρωτήσει εκείνη τη στιγμή Εκείνη να του απαντούσε ότι ήταν απλώς κάτι προσωπικό Αλλά στην ιστορία της Δωροθέας Ντερόπ Τίποτα δεν ήταν ποτέ απλώς προσωπικό Μια γυναίκα τη θυμάται να κάθεται σε ένα παγκάκι κοντά στο τροκαντερό
Να κοιτάζει τη θάλασσα με τα χέρια σταυρωμένα και να μοιάζει θλιμμένη, κουρασμένη, με έναν τρόπο που δεν ζητά λύπηση, μόνο τέλος. Ίσως να περίμενε κάποιον, ίσως να ήξερε ήδη ότι δεν θα έρθει κανείς, ίσως να της είχαν υποσχεθεί ότι θα την πάρουν, ίσως απλώς είχε συμφωνήσει σιωπηλά να εξαφανιστεί. Και μετά, τίποτα. Βρέθηκε στα βράχια, αγκαλιασμένη από τη θάλασσα.
Με τα μάτια με εισάνυχτα, σαν να προσπαθούσε να κρατήσει λίγο ακόμη φως πριν το χάσει Η ατροδικαστική έκθεση συντάχθηκε γρήγορα, σχεδόν βιαστικά Οι ερωτήσεις των δημοσιογράφων αντιμετωπίστηκαν με εκείνη τη γνώριμη επίσημη διακριτικότητα που συνήθως σημαίνει ότι κανείς δεν πρόκειται να απαντήσει Ο Κεμάλ Μπέι Μεσαρές δήλωσε πως δεν είχε καμία σχέση μαζί της στους τελευταίους μήνες Η τουρκική πρεσβεία αρνήθηκε κάθε εμπλοκή και όπως συμβαίνει συχνά σε τέτοιες υποθέσεις, οι αρνήσεις ήταν τόσο προσεκτικές που σχεδόν έμοιαζαν συντονισμένες.
Η σωρός της Δωροθέας Ντερόπ παρέμεινε στην ιατροδικαστική υπηρεσία. Κανείς οικείος δεν εμφανίστηκε να τη ζητήσει. Και όταν οι αρχές προσπάθησαν να εντοπίσουν συγγενείς, βρήκαν τελικά τη Βαρόνι Γκάρσιν τη θεία της. Εκείνη ωστόσο αρνήθηκε να αναλάβει τα έξοδα ταφής Τελικά τα έξοδα της σχηδείας ανέλαβε η εφημερίδα Ελεύθερος Άνθρωπος Η εξόδιος ακολουθία τελέστηκε στις 9 το βράδυ της 18ης Μαΐου Ποιος θάβεται νύχτα Ποιος οδηγείται στην τελευταία του κατοικία χωρίς φως Χωρίς πλήθος, χωρίς κανονικότητα Στο ρωσικό νεκροταφείο του Πειραιά λίγες και έσταθηκαν σιωπηλές Μια μορφή την αποχαιρέτησε Κανείς δεν έμαθε ποτέ ποιος ήταν Ίσως κάποιος παλιός γνώριμος ή κάποιος που της χρωστούσε κάτι Ή ίσως κάποιος που δεν άντεχε να μην πάει Και ύστερα σιωπή Στην ταφόπλακά της δεν χαράχτηκε όνομα Μόνο αργότερα με άγνωστο χέρι προσθέθηκε μια φράση Μια φράση που δεν εξηγεί τίποτα, αλλά αφήνει τα πάντα ανοιχτά.
Ό,τι ήξερε, το πήρε μαζί της. Η εφημερίδα που ανέλαβε την κηδεία, δημοσίευσε το Σάββατο 19 Μαΐου 1934 ένα άρθρο με τίτλο «Ο επίλογος της τραγικής αυτοκτονίας του Αγίου Κοσμά» και στο κείμενο ανέφερε «Ο ελεύθερος άνθρωπος εκείδευσε χθες τη νύχτα, δαπάνες του, την εγκαταλελειμμένην επί τριαντά όρων άταφων εις τον νεκροτομίον αυτόχειραν βαρώνιν».
Μια φράση ψυχρή, δημοσιογραφική και σχεδόν αδιάφορη. Όπως ακριβώς γράφονται οι ειδήσεις όταν η ιστορία έχει ήδη τελειώσει για όλους εκτός από τον αναγνώστη. Τα χρόνια πέρασαν, οι εφημέριδες ξεχάστηκαν, τα αρχαία κατέληξαν σε συρτάρια υγρών υπογείων που κανείς δεν άνοιξε ξανά Οι δρόμοι άλλαξαν, οι πανσιόν έκλεισαν ή έγιναν καφετέρειες Ο Άγιος Κοσμάς γεμίσε φώτα εγκαταστάσεις και κίνηση Κι όμως υπάρχουν ακόμα σημεία όπου ο χρόνος δεν προχωρά με τον ίδιο τρόπο Σημεία όπου κάτι έχει μείνει πίσω Η Δωροθέα Ντερόπ δεν καταγράφηκε ποτέ επίσημα ως θύμα εγκλήματος Δεν έγινε υπόθεση ούτε δικογραφία που έκλεισε Δεν έγινε τίτλος που έμεινε Έγινε κάτι πολύ πιο ασαφές Ένας ψήθυρος Και οι ψήθυροι όπως πάντα δεν ανήκουν ποτέ σε ένα μονοστόμα Παλιοί διπλωμάτες στα φωτεινά σαλόνια της Αθήνας από τον ίδιο της τον εαυτό.
Μια γυναίκα χωρίς σταθερό έδαφος, χωρίς πατρίδα που να την κρατά, χωρίς αφήγηση που να την εξηγεί πλήρως. Ένα κομμάτι μιας Ευρώπης που άλλαζε γρήγορα και άφηνε πίσω τις ανθρώπους που δεν προλάβαιναν να προσαρμοστούν ή δεν ήθελαν. Και στο τέλος, ίσως αυτό να είναι το μόνο σίγουρο, ότι η Δωροθέα δεν έμεινε ως απάντηση, αλλά ως ερώτηση.
Οι άνθρωποι γύρω της πέρασαν στη λύθη. Ο Μεσαρές εξαφανίστηκε πολιτικά λίγο μετά την υπόθεση. Ο Ζεκί Μπέης ανακλήθηκε σιωπηλά. Οι επιστολές δεν παρουσιάστηκαν ποτέ επισήμως, ούτε και το περιεχόμενο της εξαφανισμένης βαλίτσας. Κανείς δεν είχε λόγο να μιλήσει Και στη σιωπή των κύκλων της εξουσίας Αυτή η σιωπή δεν είναι απουσία Είναι μέθοδος Λένε πως στον τάφο της εμφανίζεται κάθε χρόνο μια μικρή ανθοδέσμη από λευκά γιασημιά Πάντα την ίδια ημέρα 17 Μαΐου Χωρίς κάρτα, χωρίς όνομα Μόνο με ένα λευκό μαντήλι δεμένο προσεκτικά γύρω από ένα βάζο Κάποιοι λένε πως είναι ένας παλιός εραστής Άλλοι πως είναι κάποιος που της χρωστάει κάτι που δεν ξεπληρώθηκε Κι άλλοι πως δεν είναι καν άνθρωπος Αλλά ίδια η μνήμη που αρνείται να την αφήσει να χαθεί Κι όμως, πέρα από τα έγγραφα, τις επιστολές και τις υποψίες Μένει μια εικόνα Μια γυναίκα μόνη στην άκρη των βράχων Με τα μαλλιά να ανεμίζουν στον αέρα Ήρεμη, στατική, σχεδόν ιερή σαν να μην ανήκει πια ούτε στον τόπο ούτε στον χρόνο.
Γιατί υπάρχουν θάνατοι που αφήνουν μόνο κενό και εκείνη η Βερόνι Δωροθέαντε Ροπ υπήρξε το πιο εκοφαντικό κενό της εποχής της. Ένα ερωτηματικό που ακόμη επιπλέει στα νερά του Αγίου Κοσμά. Και ίσως αυτό να είναι το μόνο που δεν άλλαξε ποτέ. Ότι κανείς δεν έμαθε πραγματικά αν ήταν θύμα η αφήγηση ή και τα δύο. και έτσι τελειώνει η ιστορία της ή ίσως απλώς αλλάζει μορφή όταν κανείς δεν την παρακολουθεί πια Οπότε αγαπημένοι μου σας ευχαριστώ πάρα πολύ που μου κάνατε παρέα μέχρι το τέλος και αν το χαρικάτε κι εσείς συνεχίστε να ακούτε αυτό το podcast στο Spotify ή σε οποιαδήποτε άλλη πλατφόρμα επιθυμείτε και μην ξεχάσετε να κάνετε follow στο Instagram bloodydarklings-podcast όπου θα βρείτε φωτογραφικό υλικό για όλες τις ιστορίες μας και θα μπορείτε να ενημερώνεστε για κάθε νέο επεισόδιο που πρόκειται να ανέβει.
Και ακόμα, μπορείτε να αφήσετε μηνύματα και emails έξαλλου ενθουσιασμού στο bloodydarklings-gmail.com μαζί με παρατηρήσεις, ερωτήσεις, σχόλια, ιδέες για πρόσωπα και πράγματα που επιθυμείτε να ψαχουλέψουμε παρέα και ό,τι άλλο θέτε. Μέχρι να ξεθάψουμε την επόμενη ιστορία να θυμάστε. Κανένα μυστικό δεν μένει για πάντα θαμμένο.
Απλώς περιμένει να το ψιθυρίσει κάποιος στο σκοτάδι. Φιλιά στη μορυπέδες!
Σχόλια
Χωρίς σχόλιαΣυνδεθείτε για να συμμετάσχετε στη συζήτηση
Σύνδεση για ΣχολιασμόΔεν υπάρχουν σχόλια ακόμα