Delphine LaLaurie: Ο θρύλος του απόλυτου τρόμου της Νέας Ορλεάνης
Bloody Darklings PodcastΣχετικά με αυτό το επεισόδιο
Πίσω από τους πολυτελείς τοίχους μιας έπαυλης στη Νέα Ορλεάνη, κρυβόταν ένας εφιάλτης που κανείς δεν μπορούσε να φανταστεί…
Η Delphine LaLaurie ήταν γνωστή ως μια κομψή και πλούσια γυναίκα της υψηλής κοινωνίας. Όμως πίσω από το ευγενικό της προσωπείο, λέγεται πως έκρυβε μια αρρωστημένη πλευρά γεμάτη βία, βασανιστήρια και τρόμο.
Όταν μια φωτιά ξέσπασε στο σπίτι της το 1834, οι κάτοικοι που μπήκαν μέσα αντίκρισαν εικόνες που σημάδεψαν για πάντα την ιστορία της Νέας Ορλεάνης.
Κάποιοι μιλούσαν για κραυγές που ακούγονταν τα βράδια από το σπίτι… άλλοι πίστευαν πως η έπαυλη είχε πλέον στοιχειώσει.
Σε αυτό το επεισόδιο βουτάμε σε μία από τις πιο σκοτεινές και ανατριχιαστικές υποθέσεις του 19ου αιώνα.
Μια ιστορία όπου η πραγματικότητα ίσως είναι πιο τρομακτική από κάθε θρύλο.
Αυτόματη μεταγραφή — ενδέχεται να περιέχει λάθη.
Μουσική Νέα Ορλεάνη, μια πόλη όπου οι δρόμοι μυρίζουν βροχή, ρούμι και μυστικά. Μια πόλη που γεννήθηκε μέσα στη μουσική, αλλά έμαθε να ζει με τους θρύλους της. Γιατί εδώ, κάποια σπίτια δεν έμειναν ποτέ πραγματικά άδεια. Στη Ρόγιαλ Στρίτ, πίσω από τις βαριές πόρτες μιας επιβλητικής έπαυλης, ζούσε μια γυναίκα που η κοινωνία λάτρευε.
Κομψή, πλούσια, αξιοσέβαστη. Η Μαντάμ Δελφίν Λαλωρί. Πίσω από το χαμόγελό της κρυβόταν κάτι τόσο φρικτό που ακόμη και η νέα Ορλεάνη τρόμαξε. Και όταν ξέσπασε η φωτιά εκείνο το πρωί του 1834, οι κραυγές που ακούστηκαν μέσα από το σπίτι της, αποκάλυψαν μια φρίκη που κανείς δεν μπορούσε να φανταστεί. Απόψε ανοίγουμε την πόρτα της πιο στοιχειωμένης έπαυλης της Αμερικής και κατεβαίνουμε στα σκοτεινά δωμάτια της Μαντάμ Δελφίν Λαλορή.
και εκείνη χαμογελά κρατώντας ένα ποτήρι κατά κόκκινο γαλλικό κρασί και ένα μυστικό που ουστάζει έννοι. Κυριολεκτικά. Γιατί εδώ τα κεράσματα δεν είναι μόνο σαμπάνια και ακριβά αποστάγματα, αλλά εφιάλτες που σερβίρονται με χαμόγελο. Και αν νιώσετε το ποτήρι να τρέμει στα χέρια σας, δεν θα είναι η ζαλάδα από το αλκοόλ, αλλά ο τρόμος που έχει φωλιάσει σε κάθε χαραμάδα αυτού του σπιτιού.
Φορέστε τα πιο κομψά σας ρούχα και σιγουρευτείτε ότι έχετε μια καρδιά ικανή να αντέξει όσα θα ακολουθήσουν. Οπλιστείτε με μια γερή δόση θάρρους, νεύρα από ατσάλι και σιωπή. Γιατί σε αυτή τη δεξίωση η ευγένεια είναι υποχρεωτική, αλλά η διαφυγή απλώς αδύνατη. Η ιστορία της Μαντάμ Λαλορή είναι ένα κοκτέιλ πολυτέλειας και τρόμου.
Η σαδίστρια ιδιοκτήτρια σκλάβων άφησε πίσω της μια κληρονομιά σκληρότητας τόσο σοκαριστική που αυτή η ιστορία έχει υποθεί αμέτρητες φορές από εκείνη την τελευταία μοιραία μέρα της στη Νέα Ορλεάνη του 1834. Ελάτε λοιπόν να γνωρίσουμε τη γυναίκα που πίσω από το κοσμικό χαμογελό της κρυβόταν η πιο σκοτεινή φρίκη. Μία από τις πιο διαβόητες γυναίκες κατά σειροή δολοφόνου στην Αμερικανική ιστορία.
Γεννήθηκε στις 19 Μαρτίου του 1787 από τον Λουίμπαρ Θελεμίντε Μακάρτι και την Μαρίη Ζάνλε Ράμπλ, στην τότε Ισπανική Λουιζιάννα. Η οικογένεια Μακάρτι ήταν εξέχοντα μέλη, με ισχυρές διασυνδέσεις στην Ευρωπαϊκή Κρεολική Κοινότητα της Νέας Ρουλεάνης. Ήταν απόγονη Γάλλων στρατιωτικών αξιωματούχων και πλούσιων ιδιοκτητών φοιτηών.
Ενώ η οικογένεια Μακάρτη ήταν λευκή, είχαν ιστορικό μακροχρόνιον σχέσεων με έγχρωμες γυναίκες. Ένας από τους θείους της Δελφίν ζούσε ανοιχτά με τη μαύρη σύντροφό του για πάνω από 50 χρόνια στην ενορία Σεν-Μπερνάρτ, αλλά και ο ίδιος ο πατέρας της διατηρούσε σχέσεις με μια μαύρη ρωμένη ονόματι Σοφή Μουζάντ για πολλά χρόνια.
Το παράνομο ζευγάρι απέκτησε ένα αγοράκι μαζί και θεώρησαν ότι το πιο σωστό θα ήταν να κάνουν ο Νάτιν Τελφίν. Η οικογένεια είχε κάνει το «κρατάμε τα πράγματα μεταξύ μας» ολόκληρη φιλοσοφία ζωής. Η νεαρή κοπέλα είχε λάβει την προνομιακή ανατροφή μιας εύπορης κοσμικής με τα πιάννα της, τα μπαλέτα της και τα σχετικά και ήταν γνωστή η φήμη της για τους λεπτούς της τρόπους και την εξαιρετική ομορφιά της.
Στα πρώτα χρόνια της ζωής της δεν υπήρχαν παρά ελάχιστες ενδείξεις για τις τρομερές πράξεις που θα ήταν ικανή να διαπράξει αργότερα. Η ομορφιά και ο πλούτος της ήταν πασίγνωστα στη Νέα Ορλεάνη και ως εκ τούτου έκαναν ουρά έξω από το αρχοντικό της η επίδοξη μνηστήρες Ήταν μόλις 14 ετών όταν παντρεύτηκε για πρώτη φορά έναν υψηλό βαθμό Ισπανό αξιωματικό ονόματι Ντόρα Μόντε Λόπεζ Ιάγκολο Παντρεύτηκαν στον καθεδρικό ναό του Αγίου Λουδοβίκου στη Νέα Ορλεάνη αλλά το ζευγάρι δεν έμεινε στην πόλη για πολύ Το 1804 ο Ντόν Ραμών διορίστηκε γενικός πρόξενος της Ισπανίας στην επικράτεια της Ορλεάνης και κλείθηκε να επιστρέψει στη Μαδρίτη για να αναλάβει καθήκοντας τη βασιλική αυλή όπως άρμοζε στη νέα του θέση.
Ωστόσο ο Ντόρα Μον δεν έφτασε ποτέ στην Ισπανία. Ενώ βρισκόταν καθοδόν προς τη Μαδρίτη, πέθανε στην Αβάνα στις 26 Μαρτίου του 1804 από άγνωστα αίτια, ενώ η Ντελφίν ήταν έγκυος το πρώτο τους παιδί. Η νεαρή Χίρα γέννησε μόνη της την κόρη της, την οποία ονόμασε Μαρή, ενώ βρισκόταν ακόμα στην Κούβα λίγο μετά το θάνατο του συζύγου της και λίγο αργότερα μητέρα και κόρη τα μάζεψαν και επέστρεψαν στη Νέα Ορλεάνη.
Λίγα μόλις χρόνια μετά την επιστροφή της στην πατρίδα, η Τελφίν γνώρισε ένα τραπεζίτη, το Ζαν Μπλάνκ. Παρά το γεγονός ότι ήταν χείρα με παιδί, κάτι που για την εποχή αντιμετωπιζόταν σχεδόν σαν κοινωνικό downgrade, παρέμεινε περιζήτητη, φημισμένη για την ομορφιά και τις κοινωνικές της διασυνδέσεις. Και ο Ζαν όμως δεν πήγαινε πίσω, ήταν ένας όμορφος άνδρας με εξέχουσα κοινωνική θέση και έτσι έδεσε το γλυκό.
Παντρεύτηκαν τον Ιούνιο του 1808 και ο Μπλάνκ αγόρασε ένα σπίτι στην οδό Royal Street 409 για την οικογένειά του περίπου την ίδια εποχή. Μετακόμισαν πανευτυχή στο νέο αρχοντικό, γνωστό ως Villa Blanc και απέκτησαν συνολικά τέσσερα παιδιά. Εκεί ζούσαν όλοι μαζί μέσα στη χλυδή και την πολυτέλεια και τα επόμενα οκτώ χρόνια πέρασαν ευτυχισμένα σαν νεράκι σχεδόν χωρίς απρόκτα μέχρι το θάνατο του Μπλάνγκ το 1816 Ο Μακαρίτης ωστόσο είχε αφήσει σαφείς οδηγίες στη διαθήκη του ότι ένας από τους ηλικιωμένους σκλάβους του ονόματι Ζαν Λουί έπρεπε να απελευθερωθεί μετά το θάνατό του Η Ντελφίν, ως πιστή χειρεύσασα και ντυμένη στο κρέπι για δεύτερη φορά, πραγματοποίησε την επιθυμία του εκλειπώντος σύζυγου της και έτσι ο Ζαν Λουί απέκτησε την ελευθερία του το 1819.
Δεύτερη φορά χείρα λοιπόν, άρχισε να εκνευρίζεται και να τα βάζει με τη μαύρη της τη μοίρα που δεν της φτουράγει άντρας. Δεν το έβαλε κάτω όμως, γιατί σκέφτηκε τι πιθανότητες υπάρχουν να μου αποδημήσεις κύριον κι άλλος γαμπρός. Οπότε είπε να το ρισκάρει και παντρεύτηκε για τρίτη και φαρμακερή φορά τον Ιανουάριο του 1828 Για να έχει όμως και το κεφάλι της ήσυχο και να αποφύγει τα «Χου σήμεθα» και να ζούμε να τον θυμόμαστε Βρήκε άντρα 16 χρόνια μικρότερο, αν και όχι ιδιαίτερα ευκατάστατο, τον δόκτωρα Λεωνάρτ Λουίν Νικολά Λαλορή Το νεαρό γιατρό που είχε προσλάβει για να κουράρει την κόρη της Πολίν που έπασχε από ένα είδος σχολίωσης.
Σου λέει στατιστικά κάπου θα αντέξει περισσότερο αυτός. Δεν μπορεί. Ο Γάλλος επιστήμονας έφτασε στη Νέα Ορλεάνη το 1825 και το ζευγάρι ξεκίνησε μια σχέση λίγο μετά την αφιξή του. Η Ντελφίν επειδή το είχε δει το έργο ήδη δύο φορές και βαριόταν τραγικά τα φεγγάρια και τα λουλούδια γιατί είχε και δουλειές, κυρίως εγκλήματα, αλλά αυτό δεν το ήξερα ακόμα η κοινωνία, σύντομα έμεινε έγκυος το παιδί του.
Παντρεύτηκαν περίπου πέντε μήνες αφού του εκείνη γέννησε το γιο τους Αλλά η σχέση τους δεν ήταν ευτυχισμένη Και σύμφωνα με κάποιες φήμες, ο Λουίλα Λωρί έζησε χωριστά από τη σύζυγό του για το μεγαλύτερο μέρος του γάμου τους Τελικά, επειδή βαρέθηκε εκτός από τα έξι παιδιά της να μεγαλώνει και τον άντρα της είπε «φτάνει πια» και υπέβαλε αίτηση διαζυγίου το 1832, ισχυριζόμενη παρουσία πολλών μαρτύρων ότι ο σύζυγός της την ξυλοκοπούσε και την τραυμάτιζε με τον πιο εξωφρενικό και σκληρό τρόπο και ζήτησε από το δικαστήριο να της επιτρέψει να ζήσει χωριστά από εκείνον στο σπίτι της Οδού Ρόγιαλ.
Ωστόσο, ο χωρισμός τους δεν ήταν μόνιμος και φαίνεται ότι έζησαν και πάλι μαζί κάποια στιγμή μέσα στον επόμενο χρόνο Η Ντελφίν και ο Λουίς στην πραγματικότητα δεν χώρισαν ποτέ Ίσως επειδή η Ντελφίν είχε συσσωρεύσει αρκετό πλούτο μέχρι τότε Μέσω των δύο προηγούμενων γάμων της και της οικογενειακής της κληρονομιάς Οπότε, πόσο στην ενδιέφερε να αυγατήσει την περιουσία της αρμέγοντας και έναν τρίτο σύζυγο Έτσι τον άφησε στην ησυχία του και δεν ξαναασχολήθηκε μαζί του Στην αρχή του γάμου τους η περιουσία της Δελφίν ανερχόταν σε περίπου 67.000 δολάρια Ενώ Λουί είχε μόνο τα 2.000 δολάρια που είχε κληρονομήσει από την περιουσία της μητέρας του Και αφού πλέον είχε τον τρόπο της, το 1831 είπε να σταματήσει να κάνει τα λεφτά της Μασούρια και να τα επενδύσει Έτσι αγόρασε ένα σπίτι λίγο πιο κάτω, στην οδό Royal Street 1140 Οι τίτλοι ιδιοκτησίας ανήκαν εξ ολοκλήρους εκείνη και το διαχειριζόταν αποκλειστικά και μόνο αυτή Και επειδή είχε και διακοσμητικές ανησυχίες, με το λαμεζόν στο προσκεφάλι της κοιμόταν κάθε βράδυ
γιατί είχε πάθει ένα μικρό ψυχαναγκασμό με το interior design πλάκωσαν τα μαστόρια και άρχισαν τα μερεμέτια, τα γκρεμίσματα και τις τσιμεντοκονίες και ήρθε το σπίτι και έδειξε. Μια όμορφη τριώροφη έπαυλη με επιχρυσωμένους τείχους, ωραιότατα ξυλόγλυπτα διακοσμητικά, ακριβά έπιπλα, τεράστιους πολυελαίους, υφάσματα κατευθείαν από την Ασία και ξεχωριστά καταλήματα για τους κλάβους στον τελευταίο όροφο.
Εκείνη την εποχή η έπαυλη της Δελφίν ήταν ένα από τα υψηλότερα κτίρια στη γαλλική συνοικία Παρά τα γνωστά συζυγικά τους προβλήματα, το σπίτι του ζευγαριού στην οδό Royal Street 1140 σύντομα έγινε διάσημο για τα μοναδικά γκαλά και τους εγκεντρικούς χορούς που λάβαναν χώρα στα υπερπολιτελή σαλόνια του Το σπίτι είχε κατασκευαστεί ειδικά για να φιλοξενεί μεγάλες δεξιώσεις.
Μεγάλες πόρτες από μαόνι, σκαλισμένα στο χέρι, με λουλούδια και ανθρώπινα πρόσωπα, οδηγούσαν σε υπέροχα σαλόνια φωτισμένα από τη λάμψη εκατοντάδων κεριών συγγιγάντιους πολυελαίους. Οι επισκέπτες διπνούσαν σε σερβίτσια από ευρωπαϊκή πορσελάνη, ενώ χόρευαν και ξεκουράζονταν πάνω σε πανάκριβα βαριά ανατολίτικα υφάσματα που είχαν έρθει κατευθείαν από την Ασία.
Μια πρόσκληση σε γκαλά στην έπαυλη των Λαλορεί ήταν το πολυτιμότερο και πιο περιζήτητο πράγμα στην πόλη. Διατηρώντας τη φήμη και το κύρος της ως μέλος της υψηλής κοινωνίας της Νέας Ορλεάνης, η Ντελφίν Λαλορή έγινε γνωστή για την παρημιώδη φιλοξενία της σε αυτές τις μοναδικές δεξιώσεις που διοργάνωνε στην έπαυλη. Ο κόσμος που συμμετείχε σε αυτές τις εκδηλώσεις δεν σταματούσε να μιλάει για αυτήν.
Όλοι οι καλεσμένοι της απολάμβαναν την απόλυτη περιποίηση καθώς η οικοδέσποινα έτρεχε στο σπίτι φροντίζοντας για κάθε τους ανάγκη. Αλλά αυτή ήταν η πλευρά της Μαντάμ Λα Λορί που οι φίλοι και οι θαυμαστές μπορούσαν να δουν Γιατί υπήρχε και μια άλλη πλευρά Κάτω από την ευαίσθητη και εκλεπτισμένη εξωτερική της εμφάνιση Κρυβόταν μια σκληρή, ψυχρή και πιθανόν παράφρον γυναίκα Που κάποιοι μόνο υποψιάζονταν και άλλοι γνώριζαν Αλλά όλοι έκαναν τους ανήξερους Για να μπορέσει να διαχειριστεί τις απαιτήσεις και τις ευθύνες ενός τόσου μεγάλου αρχοντικού, η Τελφίνη είχε συγκεντρώσει τουλάχιστον 54 σκλάβους για να μαγειρεύουν, να καθαρίζουν και να περιποιούνται την έπαυλη.
Όμως το αρχοντικό της ο Δου Ρόγιαλ σύντομα θα γινόταν διάσημο για έναν άλλο λόγο. Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι οι τελφίνοι βρισκόταν στο επίκεντρο της δημοσιότητας ως μια κοσμική κυρά και αρχόντισσα της νέας Ορλεάνης τόσο γοητευτική στους τρόπους της και τόσο φιλόξενη που κανείς δεν τόλμησε ποτέ ανοιχτά να αμφισβητήσει την απόλυτη καλοσύνη της Αλλά οι φήμες για τη σκοτεινή πλευρά της άρχισαν να εξαπλώνονται στις αρχές της δεκαετίας του 1830 Στην πραγματικότητα, ήδη από το 1828 είχαν αρχίσει οι ψήθυροι για την υπερβολική σκληρότητα που έδειχνε προς τους σκλάβους της Καθετόσο μάλιστα, οι τοπικές αρχές την επισκέπτονταν προκειμένου να ελέγξουν την κατάσταση των σκλάβων και να την επιπλήξουν για την υπερβολικά σκληρή μεταχείρισή τους Και ενώ η σωματική τιμωρία εκείνων των άτυχων ανθρώπων ήταν μια κοινή και μάλιστα αποδεκτή πρακτική των 19ου αιώνα, η πολιτεία είχε στην πραγματικότητα νόμους που τιμωρούσαν την κακοποίηση και την υπερβολική σκληρότητα.
Ο Γαλλικός Κώδικας Νουάρ του 1724 ήταν ένας από τους πρώτους που απαγόρευσε την υπερβολική σκληρότητα απέναντι στους σκλάβους. Όρισε ότι ο σκλάβος υπόκειται πλήρως στη βούληση του κυρίου του Ο οποίος έχει κάθε δικαίωμα να τον επαναφέρει στην τάξη και να τον τιμωρήσει Όχι όμως με αυστηρότητα που θα ξεπερνάει τα όρια Ούτε με τρόπο τέτοιο ώστε να τον ακροτηριάσει ή να προκαλέσει το θάνατό του Η μόνη τιμωρία που επιτρεπόταν ήταν να δένουν τους σκλάβους σε σίδερα Και να τους μαστιγώνουν με ραβδιά ή σχοινιά Ο Ισπανικός κώδικας νέρον από την άλλη επέτρεπε στους κακοποιημένους κλάβους να υποβάλουν αίτηση στις αρχές, προκειμένου να διαταχθεί η πώλησή τους μακριά από τους υπερβολικά βίαιους ιδιοκτήτες τους.
Όταν η Λουιζιάννα πέρασε στην Αμερικανική κυριαρχία το 1806, ο Αμερικανικός Μαύρος Κώδικας διατήρησε το πνεύμα των δύο προηγούμενων νόμων. Σύμφωνα με το μαύρο κώδικα, οποιοδήποτε άτομο το οποίο επέβαλε κάθε είδους σκληρής τιμωρίας εκτός από μαστίγωμα με δερμάτινο λουρί, μικρό ραβδί ή σίδερα ήταν υποχρεωμένο να καταβάλει για κάθε παράβαση ξεχωριστά πρόστιμο που δεν θα ξεπερνούσε τα 500 δολάρια με ελάχιστο ποσό καταβολής στα 200 δολάρια αν το αδίκημα δεν ήταν τόσο μεγάλο.
Ωστόσο όμως αυτός δεν απομάκρυνε ποτέ τους κακοποιημένους σκλάβους από τους απάνθρωπους ιδιοκτήτες τους Πολλοί άνθρωποι που γνώριζαν τις μεθόδους της λαλωρή πίστευαν ότι σίγουρα τιμωρούσε με ασυνήθιστη αυστηρότητα τους σκλάβους της Χτυπώντας ακόμη και τα ίδια της στα παιδιά αν προσπαθούσαν να δείξουν καλοσύνη στους καημένους τους ανθρώπους ή να τους προσφέρουν λίγο φαγητό Όταν το 1834 έγιναν κι άλλες καταγγελίες από τους γείτονες ότι η σκλάβη της ήταν ιδιαίτερα καταβεβλημένη και σε άθλια κατάσταση Ένας δικηγόρος επισκέφθηκε το σπίτι των Λαλορεί για να κάνει επιτόπου έρευνα και να διαπιστώσει ανίσχυαν όλα αυτά που υποστήριζαν οι καταγγέλλοντες Ωστόσο δεν προέκυψε κανένα στοιχείο που να στηρίζει αυτές τις κατηγορίες και έτσι της έγινε απλά μια σύσταση σχετικά με τους νόμους του κράτους για την υπερβολική σκληρότητα προς τους σκλάβους κι όξω από την πόρτα Η Ντελφήν όμως δεν χαλούσε τη ζαχαρένια της Μόλις οι αρχές έφευγαν από το σπίτι της εκείνη συνέχισε τα δικά της
Η κακομεταχείριση των σκλάβων της συνεχιζόταν με ακόμα μεγαλυτερομένως και νέες δημιουργικές ιδέες βασανισμού και οι φήμες συνέχιζαν να οργιάζουν σε ολόκληρη τη νέα Ορλεάνη. Και τότε μια ανατριχιαστική ιστορία άρχισε να διαδίδεται από στόμα σε στόμα. Η ιστορία για τον τρομερό θάνατο μιας δωδεκάχρονης σκλάβας, της Λία. Μια μέρα, το μικρό κορίτσι χτένιζε τα μαλλιά της κυρίας της, όταν η βούτσα σκάλωσε σε κάποιο μικρό κόμπο.
Η λαλωρή εξαγριώθηκε με τον πόνο που ένιωσε από το τράβηγμα των μαλλιών της, πετάχτηκε πάνω και άρπαξε το μαστιγιό της. Το μικρό κορίτσι μόλις την είδε έτοιμη να αρχίσει να τη μαστιγώνει, αντί να μείνει και να αντιμετωπίσει το βάναυσο ξυλοδαρμό της όπως θα ήθελε η κυρία της το έβαλε στα πόδια για να γλιτώσει Η Λαλορή τότε έγινε ακόμα πιο έξαλλη και την κυνήγησε Μια γειτόνισσα που ήταν μάρτυρας του περιστατικού είπε πως είδε το νεαρό κορίτσι να τρέχει με κομμένη ανάσα σχεδόν πετώντας από την αυλή προς το σπίτι και τη Μαντάμ Λαλορή να την καταδιώκει με το μαστίγιο αναχήρας Το τι συνέβη στη συνέχεια είναι θέμα εικασιών που ακόμα συζητιούνται στη Νέα Ορλεάνη Κάποιοι λένε ότι η Λία γλίστρησε ενώ ακουμπούσε στο κυκλίδωμα του μπαλκονιού του τελευταίου ορόφου Ενώ άλλοι υποστηρίζουν ότι η λαλωρή ήταν εκείνη που την έσπρωξε ή ότι το κορίτσι πήδηξε από μόνο του Το μόνο σίγουρο είναι ότι η Λία έπεσε από την οροφή του αρχοντικού Η γειτόνισσα της Δελφίνη είχε γίνει μάρτυρα σε αυτού του γεγονότος
Βλέποντας το παιδί έτοιμο να πηδήξει έβαλε τα χέρια της μπροστά στα μάτια της για να μην δει το φρικτό τέλος της Αλλάγουσε την πτώση και είδε να σηκώνουν το κορίτσι από το έδαφος με το σώμα της να είναι διαλυμένο και τα άκρα της να κρέμονται σαν να ήταν σπασμένο κάθε κόκαλο σε χίλια κομμάτια και τη νύχτα τους είδε να σκάβουν ένα ρηχό τάφο υπό το φως μιας δάδας και να εξαφανίζουν το νεκρό κορμάκι της κατά από τα κυπαρίσια στην αυλή.
Η γειτόνισσα δεν άντεξε και κατήγγειλε αμέσως το περιστατικό ως αυτόπτης μάρτυρας. Γεγονός που οδήγησε σε νέα έρευνα των αρχών στην έπαυλη λαλωρή και σε άλλη μια επίσκεψη ενός δικηγόρου. Αυτή τη φορά, χάρη στις καταθέσεις μαρτύρων που την είδαν να θάβει το πτώμα του παιδιού κρύθηκε εν όχι για υπερβολική σκληρότητα Της επιβλήθηκε πρόστιμο 300 δολαρίων και αναγκάστηκε να παραδώσει 9 από τους κλάβους της στις αρχές Για περίπου 5 λεπτά η κοινωνία της Νέας Ολαιάνης έκανε πως οκαρίστηκε Ο νόμος εξακολουθούσε να ευνοεί σε μεγάλο βαθμό τους ιδιοκτήτες κλάβων και ο πλούτος της λαλωρή της έδινε σημαντικά πλέον εκτίματα.
Κατάφερε τελικά να αποφύγει την τιμωρία της, ζητώντας από φίλους και μέλη της οικογένειάς της να αγοράσουν τους σκλάβους της και στη συνέχεια να τους επιστρέψουν σε αυτήν. Πλήρωσε αδρά το σόι της για τη μικρή αυτή ταλαιπωρία και οι εννέα σκλάβοι τελικά επέστρεψαν πίσω στην εφιαλτική έπαυλη της Οδού Ρόγιαλ. Παρόλο που παρέκαμψε τον νόμο, η καπάτσα βασανίστρια βγήκε λάδι χωρίς να ανεξηρουθούν.
Και παρά το γεγονός ότι οι ιστορίες για την υπερβολική σκληρότητά της ήταν πλέον διαβόητες, η βία προς τους σκλάβους της εξακολουθούσε να είναι ως επιτοπλή στον αποδεκτή από την πλειοψηφία του κόσμου, ενώ η κοινωνική της θέση δεν φαινόταν να έχει πληγεί ούτε στο ελάχιστο ακόμη και μετά την ετιμιγορία της ενοχής της. Παρόλα αυτά, οι γειτονές της είχαν ήδη χάσει το σεβασμό τους για αυτήν και άρχισαν να αρνούνται τις προσκλήσεις για τις φημισμένες δεξιώσεις της.
Κάποια στιγμή, και ενώ συνεχίζονταν να διαδίδονται φήμες για τον τρόπο με τον οποίο η λαλωρή φερόταν στους σκλάβους της, Ο δικαστής Ζαν Φρασουά Κανόνς την είδε να τραβάει μια από τις γυναίκες αλυσοδεμένη από ένα σιδερένιο κολάρο και αμέσως επέπληξε το σύζυγό της. Ανέφερε μάλιστα στο δικαστήριο ότι όταν μίλησε στο σύζυγο της Μαντάμ Λα Λορί σχετικά με την κατάσταση των σκλάβων τους Εκείνος απάντησε ότι μερικοί άνθρωποι καλύτερα να μένουν στο σπίτι τους παρά να έρχονται στα σπίτια των άλλων και να υπαγορεύουν νόμους και να ανακατεύονται στις υποθέσεις τους Όλα όμως τελικά έλαβαν ένα τραγικό και δραματικό τέλος Το πρωί της 10ης Απριλίου 1834 ξέσπασε μια μυστηριώδη σπυρκαγιά στην κουζίνα της Σέπαυλης Λαλωρή.
Η Ντελφίν και ο σύζυγός της ήταν μέσα στο σπίτι και όταν κατάλαβαν τι συμβαίνει, έντρομοι πήραν στα χέρια όσα τι μαλφή, κοσμήματα, πιατικά και αντικείμενα αξίας μπορούσαν να σώσουν και εγκατέλειψαν τρέχοντας στο αρχοντικό. Οι γείτονες και περαστικοί άρχισαν να συγκεντρώνονται έξω από το σπίτι που είχε τυλιχθεί στις φλόγες Αλλά εκείνο που είχε κινήσει την περιέργεια σε όλους ήταν το γεγονός ότι δεν μπόρεσαν να εντοπίσουν ούτε έναν σκλάβο μέσα ή έξω από το αρχοντικό Όταν προσφέρθηκαν να βοηθήσουν στη μεταφορά των σκλάβων σε ένα πιο ασφαλές μέρος Ο Λουίτους απάντησε ότι θα ήταν καλύτερα να ασχοληθούν με τα δικά τους προβλήματα αντί να ανακατεύονται σε ξένες υποθέσεις.
Καθώς όμως η φωτιά άρχισε να εξαπλώνεται, η κουζίνα ανατυλίγεται στις φλόγες και οι επανόροφοι να γεμίζουν καπνό, οι κραυγές και τα κλάματα των σκλάβων άρχισαν να ακούγονται μέχρι έξω στον δρόμο. Πολλοί ήδη υποψιάζονταν ότι τους κρατούσαν κλειδωμένους σε κάποιο δωμάτιο, αλλά οι λαλωροί εξακολουθούσαν να αρνούνται να επιτρέψουν στον οποιονδήποτε να εισέλθει στο σπίτι τους για να σώσει τους σκλάβους τους και ανήθηκαν να δώσουν το κλειδί του τελευταίου ορόφου.
Τελικά, το εξαγριωμένο πλήθος δεν έμεινε να ακούσει άλλες ηλικιότητες και εισέβαλε στην έπαυλη από τη Σοφίτα, σπάζοντας με κλωτσιά στην πόρτα των καταλημάτων των σκλάβων. Αυτό που τους περίμενε από την άλλη πλευρά ήταν μια σκηνή τόσο φρικτή που άφησε ένα ανεξίτηλο αποτύπωμα στην ψυχή της Αμερικής πιο άλλο επεισόδιο πιο light, για τους υπόλοιπους που θα συνεχίσουμε κακό του κεφαλιού μας.
Γιατί εδώ τελειώνει ο μύθος της κοσμικής κυρίας και μιλάμε πλέον για ένα απάνθρωπο σαδιστικό τέρας. Εκείνη η πυρκαγιά αποκάλυψε όλες εκείνες τις φρικαλαιότητές της που δεν της χωράει ανθρώπινος νους. Αν οι ξυλοδαρμοί, τα μαστιγώματα και η γενική κακόμεταχείρηση δεν ήταν αρκετά για να κρατήσουν τους κλάβους της σε τάξη Η Μαντάμ Λαλωρή τους έστελνε στη Σοφίτα, η οποία ήταν το κολαστήριο και ο τελευταίος τόπος ανάπαυσης πολλών από αυτούς Το χειρότερο είναι ότι η Λαλωρή δεν έβγαζε ποτέ τα πτώματα από τη Σοφίτα Μέχρι το τέλος της διαμονής της στη Νέα Ορλεάνη Στιβάζε τους σκλάβους της δίπλα στα σαπισμένα πτώματα Όσων δεν άντεξαν τα σκληρά της βασανιστήρια Οι σκλάβοι των Λαλωρί ήταν τελείως εγκαταλελειμμένοι στη μοίρα τους Γυμνοί, αποστεωμένοι από την ασυντεία Και αλυσοδεμένοι στον τοίχο ή δεμένοι σε αυτοσχέδια χειρουργικά τραπέζια Ή ακόμα και κλειδωμένοι μέσα σε κλουβιά Φορούσαν βαριά, σιδερένια κολάρα με καρφιά και πάνω στα κορμιά τους υπήρχαν ξεκάθαρα σημάδια ξυλοδαρμού, λιμοκτονίας και βάναυσων ακροτηριασμών
Σύμφωνα με άρθρα εφημερίδων, ανθρώπινα μέλη ήταν διάσπαρτα στο πάτωμα, ενώ σπλάχνα και κεφάλια βρέθηκαν στηβαγμένα σε κουβάδες Η τοπική εφημερίδα New Orleans Bee ανέφερε Επτά σκλάβοι, λίγο πολύ φρικτά ακροτηριασμένοι, βρέθηκαν κρεμασμένοι από το λαιμό με τα άκρα τους τεντωμένα και ξεσκισμένα από τη μία άκρη ως την άλλη σαν κρέα σε κρεοπολείο Αυτοί οι δυστυχισμένοι άνθρωποι κρατούταν φυλακισμένοι από αυτή τη γυναίκα για αρκετούς μήνες και ίσως από θαύμα είχαν διατηρηθεί στη ζωή μόνο και μόνο για να παραταθεί το μαρτυριό τους και να υποστούν όλα όσα μπορούσε να προκαλέσει η πιο εκλεπτισμένη σκληρότητα της λαλωρή Η 70χρονη μαγείρισσα η οποία ήταν φρικτά αδύνατη και αλυσοδεμένη από τον αστράγαλο στην ξυλόσομπα όπου ετοίμαζε τα πολυτελή γεύματα για την οικοδέσποινα και τους καλεσμένους της, παραδέχτηκε ότι έβαλε η ίδια τη φωτιά, επειδή προτιμούσε να πεθάνει παρά να συνεχίσει να υπομένει τα βασανιστήρια και την κακοποίηση που υπέστη στα χέρια της κυρίας της, η οποία την είχε απειλήσει να την ανεβάσει στον τελευταίο όροφο.
Σύμφωνα με την ηλικιωμένη μαγείρισσα, κάθε σκλάβος που μεταφερόταν στη Σοφίτα δεν επέστρεφε ποτέ. Η τελευταία της ελπίδα ήταν οι φλόγες που θα κατέκειαν τόσο την ίδια όσο και το σπίτι του τρόμου. Σε αυτό το σημείο, η ιστορία της Λαλωρή αρχίζει να μπλέκεται με τον αστικό θρύλο της Νέας Ορλεάνης. Πολλά από όσα γράφτηκαν αργότερα δεν επιβεβαιώθηκαν ποτέ επίσημα, αλλά επαναλαμβάνονταν για δεκαετίες από εφημερίδες, κατοίκους και συγγραφείς της εποχής.
Λέγεται πως υπήρχαν σημαντικές ενδείξεις ότι είχαν πραγματοποιηθεί ανθρώπινα πειράματα στη Σοφίτα. Είχαν γίνει προσπάθειες κάποιες κλάβοι να μεταμορφωθούν σε ζώα. Τα κόκαλα μιας γυναίκας είχαν σπάσει και επανατοποθετηθεί με περίεργο τρόπο ώστε να μοιάζει με καβούρι, ενώ τις είχαν προσθέσει χειρουργικά επιπλέον χέρια. Το δέρμα μιας άλλης γυναίκας είχε ξεφλουδιστεί σε σπύρες για να μοιάζει με ανθρώπινη κάμπια Μια άλλη άτυχη ψυχή ήταν τυλιγμένη σε όλο της το σώμα με τα έντερά της και ένας άντρας φαινόταν να έχει υποβληθεί σε μια πρόχειρη χειρουργική επέμβαση αλλαγής φύλου Ένας άλλος άντρας μεταμορφώθηκε σε φίδι όταν του έκοψαν στη μέση τη γλώσσα για να γίνει διχαλωτή ενώ έσχισαν και ένωσαν τα πόδια του.
Τα βασανιστήρια γινόντουσαν με τέτοιο τρόπο ώστε να μην επιφέρουν γρήγορο θάνατο. Τα στόματα των σκλάβων είχαν ραφτεί και τα χέρια τους είχαν καρφωθεί σε διάφορα μέρη του σώματός τους. Πολλοί από αυτούς ήταν νεκροί εδώ και αρκετό καιρό. Άλλοι ήταν ανέσθητοι και κάποιοι έκλαιγαν από τον πόνο παρακαλώντας να θανατοθούν και να απαλλαγούν από τη δυστυχία τους Όταν το πλήδος του κόσμου που είχε συγκεντρωθεί έξω από την έπαυλη ακούσε για τα τρομερά βασανιστήρια και συνειδητοποίησε την έκταση της απάνθρωπης αγριότητας της τελφίνης λαλορή εξοργίστηκε σε τέτοιο βαθμό που όλοι άρχισαν να ζητούν το θάνατό της και σύντομα σχηματίστηκε ένας όχλος έτοιμος να την λιντσάρει.
Ωστόσο, το σατανικό ζευγάρι είχε προλάβει να γίνει καπνός και έτσι ο όχλος όρμησε στην έπαυλη καταστρέφοντας την περιουσία και γκρεμίζοντας ό,τι είχε απομείνει από το σπίτι μέχρι που ο Σερίφης ανέφερε ότι δεν έμεινε ορθεί ο ούτε κολυμπιθρόξυλο εκτός από τους στίχους. Οι αρχές στα πλαίσια της ερευνάς τους για τις εγκληματικές πράξεις των Λαλορεί Ξεκίνησαν να σκάβουν στην πισωαυλή Όπου ανακάλυψαν τα λείψανα της μικρής Λία Και ενώ υπήρχαν φήμες ότι κι άλλα πτώματα είχαν ταφεί εκεί Δεν μπόρεσε ποτέ να αποδειχθεί κάτι τέτοιο Αρκετοί σκλάβοι διασώθηκαν από την πυρκαγιά Αλλά δύο από αυτούς υπέκυψαν δυστυχώς τα τραυματά τους Οι σκλάβοι που είχαν βασανιστεί από τη Μαντάμ Λα Λορί εκτέθηκαν σε μια μακάβρια δημοπρασία την οποία παρακολούθησαν σχεδόν τέσσερις χιλιάδες θεατές.
Οι Ντελφίν και ο Λουί δεν τιμωρήθηκαν ποτέ για τα εγκλήματά τους. Κατάφεραν να ξεφύγουν από τον όχλο πηδώντας σε μια άμαξα που τους περίμενε την οποία οδηγούσε ο αμαξάς της οικογένειας Μπαθιέν και να διαφύγουν προς τη λίμνη Πονσαρτρέν. Στη συνέχεια επιβιβάστηκαν σε ένα καράβι και κατευθύνθηκαν προς το μόμπιλ της Αλαμπάμα όπου τελικά αποβιβάστηκαν στο Παρίσι μέσω Νέας Υόρκης Μερικοί ιστορικοί πιστεύουν ότι οι φρικτές και απάνθρωπες πράξεις της μπορεί να έχουν διωγκωθεί με την πάροδο του χρόνου καθώς η ιστορία της έγινε θρύλος αλλά ακόμη και οι σύγχρονες έρευνες σκιαγραφούν μια τρομακτική εικόνα Μέσα από μια ανατριχιαστική συλλογή φρικιαστικών γεγονότων Ελάτε να ανακαλύψουμε τις τρομερές πρακτικές Μιας από τις πιο διαβόητες γυναίκες που περπάτησαν ποτέ στη γη Μια από τις πιο αρρωστημένες μορφές βασανιστηρίων που διέπραξε Ήταν να αλυσοδένει τις γυναίκες, να τους ανοίγει το στομάχι με ένα μαχαίρι Και στη συνέχεια να τυλίγει τα έντερά τους γύρω από τη μέση τους σαν ζώνη
Οι ιστορίες λένε ότι στη συνέχεια άφηνε τα σώματα τους να κρέμονται από ψηλά μέχρι να σαπίσουν Είναι πιθανόν να μην έδρασε μόνη της σε όλα αυτά τα φρικτά βασανιστήρια Όταν ο εξοργισμένος όχλος εισέβαλε στη σοφίτα για να σώσει τους εγκλωβισμένους κλάβους Βρέθηκε μπροστά σε μια γυναίκα όπου κάποιος της είχε γεμίσει το στόμα με ζωικά περιτώματα Και έπειτα της είχε ράψει τα χείλη Εκτός του ότι είναι ένα από τα πιο φρικτά βασανιστήρια που μπορεί κανείς να φανταστεί είναι επίσης κάτι που θα ήταν δύσκολο να πραγματοποιήσει μόνη της η Ντελφίν Για να γίνει αυτό πιθανώς κάποιος έπρεπε να ακινητοποιήσει τη γυναίκα και τουλάχιστον ένα ακόμα άτομο να βάλει τα περιττώματα στο στόμα της και μετά να το ράψει Μπορεί η Λαλωρίνα θεωρείται η Μπουγγιγούμαν της Νέας Ολαιάνης αλλά ορισμένοι ερευνητές είναι σχεδόν σίγουροι πως είχε συνεργούς.
Πολλοί από τους κλάβους της ήταν φρικτά παραμορφωμένοι, με κόκαλα που είχαν σπάσει και ξανασπάσει πολλές φορές. Ήταν αλυσοδεμένοι σε διάφορες τάσεις. Κάποιοι γονατιστοί, κάποιοι με τα χέρια τους πάνω από τα κεφάλια τους. Είχαν σιδερένια κολάρα που κρατούσαν τα κεφάλια τους σε μια συγκεκριμένη θέση κάθε φορά. Ένα μαστίγιο από δέρμα γελάδας, σκληρό από το ξεραμένο αίμα, κρεμόταν στον τοίχο Και υπήρχε μια σκάλα, στην οποία στεκόταν αυτή η δαιμονική γυναίκα, ενώ μαστίγωνε τα θύματά της, για να είναι πιο επώδυνα τα χτυπήματα Βρήκαν μια γυναίκα που δεν είχε χέρια και πόδια και μια άλλη άμερη σκλάβα που η τελφίνη είχε στρίψει και σπάσει τα κόκαλά της ώστε να χωρέσει μέσα σε ένα μικροσκοπικό μεταλλικό κλουβί που προοριζόταν για σκύλους Κατά τη στιγμή της αποκάλυψής τους και οι δύο γυναίκες ήταν ακόμα ζωντανές Βρέθηκαν επίσης πολλά κρανία με τρύπες και σε μία περίπτωση ένα σκλάβος ζούσε ακόμα με μία τρύπα γεμάτη σκουλή και στο κεφάλι του Ακόμα πιο τρομακτικό είναι το περιστατικό που αναφέρει πως ένας άνδρας βρέθηκε με μία τρύπα στο κεφάλι και ένα ραβδί να προεξέχει από αυτό
Το ραβδί είχε χρησιμοποιηθεί για να ανακατέψουν τον εγκέφαλό του Το σώμα του από πάνω μέχρι κάτω ήταν καλυμμένο με ουλές και γεμάτο σκουλίκια Μόνο λίγοι σκλάβοι επέζησαν μέσα από την εφιαλτική Σοφίτα Και αυτό συνέβη γιατί η λαλωρή πέταξε τα βασανισμένα κορμιά τους εκεί μέσα Λίγους μήνες πριν από την πυρκαγιά Ενώ βρίσκονταν ακόμα μεταξύ ζωής και θανάτου Όταν οι κάτοικοι της Νέας Ορλεάνης μπήκαν στη Σοφίτα ανακάλυψαν κάποιους σκλάβους που ήταν κρεμασμένοι από αλυσίδες μέχρι να πεθάνουν.
Η λαλωρή αγόραζε αλυσίδες όλων των μεγεθών για τους σκλάβους της. Σε κάποιους έβαζε σιδερένια κολάρα με καρφιά στραμμένα προς τα μέσα έτσι ώστε κάθε φορά που έπαιρναν ανάσα τα καρφιά να μπαίνουν όλο και πιο βαθιά στο λαιμό τους. Όσο και αν κρατούσαν την ανάσα τους για να τα αποφύγουν κάποια στιγμή το κολάρο θα τους αποτυλίωνε.
Μερικοί μελετητές έχουν διατυπώσει τη θεωρία ότι όσο κι αν η λαλωρή ένιωθε μια φλογερή περιφρόνηση για τις σκλάβες της, μισούσε φρικτά τους άνδρες που είχε στην κατοχή της. Όταν τα σώματα των σκλάβων απομακρύθηκαν από τη Σοφίτα, ανακάλυψαν ότι τους είχαν αφαιρεθεί τα νύχια, τα μάτια και τα γενετικά τους όργανα. Οι περισσότεροι άνδρες ήταν ήδη νεκροί Αλλά όσοι ήταν ακόμα ζωντανοί παρακαλούσαν να τους βγάλουν από τη δυστυχία τους σκοτώνοντάς τους Η Λαλωρή δεν ήταν η μόνη που κακομεταχειρίστηκε τόσο απάνθρωπα τους σκλάβους της Η Λουιζιάννα ήταν διαβόητη για τη σκληρή μεταχείριση εκείνων των ανθρώπων από τους ιδιοκτήτες τους Αυτές οι πράξεις βαρβαρότητας είχαν ως στόχο να τρομοκρατήσουν τους κλάβους και να καταπνίξουν τυχόν σημάδια εξέγερσης Σύμφωνα με τον ιστορικό Ντάνιελ Ράσμουσεν, τους έδελναν τα χέρια σε τέσσερα παλούκια και μετά τους χτυπούσαν χρησιμοποιώντας ένα μαστίγιο με εννέα ουρέες Οι άνθρωποι έμεναν να αιμορραγούν χωρίς να μπορούν να κινηθούν καθόλου
Τους φορούσαν επίσης σιδερένιες μάσκες στο κεφάλι για να μην μπορούν να φάνε καθώς και κολάρα με καρφιά στραμμένα προς τα μέσα για να μην μπορούν να κοιμηθούν χωρίς να τους καρφωθούν στο λαιμό Αυτές ήταν συνηθισμένες μορφές τιμωρίας στη Λουιζιάννα εκείνη την περίοδο Πίστευαν ότι χωρίς την απειλή αυτής της τρομακτικής βίας οι σκλάβοι δεν θα παρέμεναν σκλάβοι για πολύ Συγκεκριμένα η Αιτινή Επανάσταση καθώς και μια μεγάλη εξέγερση των σκλάβων στη Νέα Ορλεάνη το 1811 έκαναν τους ιδιοκτήτες σκλάβων να φοβούνται ότι οι εχμαλωτοί τους μπορούν να εξεγερθούν ζητώντας εκδίκηση.
Οι ιδιοκτήτες της Νέας Ορλεάνης αντέδρασαν με βία ή καταστολή και πολλοί ιστορικοί σήμερα πιστεύουν ότι η Λαλωρή μπορεί να ήταν ο αποδιοπομπαίος τράγος για να μετατοπιστεί η ενοχή και η ευθύνη από τους άλλους δουλοκτήτες της περίοδου, οι οποίοι ήταν σχεδόν εξίσου εγκλημαρτίες. Λέγεται ότι η Ντελφίν πέρασε το υπόλοιπο της ζωής της στην εξορία στο Παρίσι.
Ορισμένες πηγές αναφέρουν ότι τα παιδιά της κάποια στιγμή πήγαν και αυτά κοντά της και εκείνη έζησε μια ήσυχη ζωή στο εξωτερικό με την οικογένειά της, μέχρι που απεβίωσε ειρηνικά το 1849. Ωστόσο υπάρχει ένα στάφο στο νεκροταφείο του Σεν Λούι στην Νέα Ορλεάνη με το όνομα Μαντάμ Λα Λορί Μαρή Ντελφίν Μακάρτι και αναγράφεται η ημερομηνία θανάτου της τον Δεκέμβριο του 1842.
Επομένως, ορισμένοι πιστεύουν ότι τα λείψανα της Λα Λορί τελικά επέστρεψαν στην Νέα Ορλεάνη. Ο ακριβής τόπος και η ημερομηνία θανάτου της παραμένουν μυστήριο ακόμη και σήμερα. Σήμερα οι άνθρωποι τη θυμούνται ως τέρας, η χήρα μπλάνκ ή ο δαίμονας με τη μορφή γυναίκας. Οι ιστορίες για τα εγκλήματά της έχουν γίνει πιο φρικιαστικές με το πέρασμα του χρόνου, αναμειγνύοντας την ιστορία με το μύθο.
Το σπίτι της, όπως είναι τώρα, λέγεται ότι στοιχιώνεται από τα φαντάσματα των σκλάβων που βρήκαν το θάνατο στα χέρια της. Ακόμα κι αν δεν πιστεύετε στα φαντάσματα, η ιστορία είναι τόσο ανατριχιαστική που ένα στίχιο μα μοιάζει πιθανό. Ο πραγματικός αριθμός των θυμάτων της είναι άγνωστος, αλλά κρίνοντας από τη συχνότητα με την οποία αποκτούσε νέους κλάβους, ο αριθμός των νεκρών μπορεί να ξεπέρασε τους 100.
Αντικαθιστούσε τις υπηρέτριες που φρόντιζαν τα σαλόνια τους χωρίς καμία εξήγηση ή το αγόρι που εργαζόταν στους τάβλους απλώς εξαφανιζόταν ξαφνικά μια μέρα και δεν τον ξαναέβλεπε ποτέ κανείς. Αφού η Λαλωρίτο έσκασε από το σπίτι της οδού Ρόγελ 1140, αμέσως μετά τη φρικτή ανακάλυψη, το οίκημα λαιλατήθηκε άγρια. Τις επόμενες μέρες, ένα εξαγριωμένο πλήθος περίπου 4.000 ατόμων κυριολεκτικά ισοπαίδωσε το άθλιο εκείνο μέρος.
Πρώτα ξέσκισαν τα ωραία έπιπλα που αποτελούσαν πηγή περηφάνειας για την τελφίν. Στη συνέχεια έσπασαν τα πιάτα και τα έργα τέχνη στο σπίτι. Επιπλέον ξεκύλιασαν τα πολύτιμα πουπουλένια στρωματά της και πέταξαν τα φτερά στους δρόμους. Απολύτως τίποτα δεν ξέφυγε από την οργή τους. Όταν τελείωσαν είχαν απομείνει μόνο οι τείχοι και το οίκημα παρέμεινε σε αυτή την κατάσταση για χρόνια.
Όπως ήταν αναμενόμενο άρχισαν να κυκλοφορούν φήμες ότι το σπίτι ήταν στοιχειωμένο με τον κόσμο να ισχυρίζεται ότι έβλεπαν και άκουγαν τα πνεύματα των βασανισμένων σκλάβων που έσαιναν τις αλυσίδες τους όταν έφταναν μεσάνυχτα σε ανάμνηση της φρικτής θυμωρίας που τους επιβλήθηκε από την κυρία τους Όταν το σπίτι τελικά κατοικήθηκε ξανά ο νέος ιδιοκτήτης ανέφερε ότι άκουγε τρομερές κραυγές και βογγητά Έμεινε μόνο για τρεις μήνες και μετά το εγκατέλειψε Μετά τον εμφύλιο πόλεμο η ανασυγκρότηση μετέτρεψε το άδειο αρχοντικό της Λαλωρή σε ένα ολοκληρωμένο λύκειο θηλαίων Αλλά το 1874 η Λευκή Λίγκα ανάγκασε τα μαύρα παιδιά να εγκαταλείψουν το σχολείο Λίγο αργότερα όμως, ένα σχολικό συμβούλιο που αντιμετώπιζε το φιλετικό διαχωρισμό Άλλαξε τα πράγματα εντελώς και επέτρεψε τη φίτηση μόνο σε μαύρα παιδιά Αυτό διήρκησε για ένα χρόνο Το 1882 το αρχοντικό έγινε και πάλι κέντρο της κοινωνίας της Νέας Ολαιάνης Όταν ένας καθηγητής Αγγλικών το μετέτρεψε σε οδείο και σχολή χορού
Όλα πήγαν καλά για κάποιο διάστημα καθώς ο δάσκαλος ήταν γνωστός και προσέλκυε μαθητές από τις καλύτερες τοπικές οικογένειες Αλλά στη συνέχεια τα πράγματα κατέληξαν σε ένα άσχημο τέλος Μια τοπική εφημερίδα δημοσίευσε μια κατηγορία εναντίον του δασκάλου ισχυριζόμενη κάποιες αταξίες με μαθήτριες λίγο πριν από μια μεγάλη κοινωνική εκδήλωση που επρόκειται να πραγματοποιηθεί στο σχολείο Μαθητές και καλεσμένοι απέφυγαν το μέρος και το σχολείο έκλεισε την επόμενη μέρα Αργότερα το σπίτι έγινε η κατοικία του Ζιλβίνια Ένας εγκεντρικού πλούσιου ερημίτη, ο οποίος ζούσε κρυφά στην έπαυλη μέχρι που απεδίωσε το 1892 Οι αρχές ανακάλυψαν το σώμα του σε ένα διαλυμένο παιδικό κρεβάτι στην έπαυλη Ενώ οι συνθήκες υγιεινής ήταν το λιγότερο άθλιες Οι ερευνητές ανακάλυψαν επίσης τη συλλογή με τις αντίκες του καθώς και άλλα τιμαλφή κρυμμένα σε όλη την κατοικία Σακούλες με χρήματα βρέθηκαν κρυμμένες σε όλο το σπίτι ενώ φημολογείται ότι περισσότεροι θησαυροί παραμένουν κρυμμένοι
Τελικά το σπίτι μετατράπηκε σε μια φθηνή πολυκατοικία Οι κάτοικοι όμως συνέχισαν να παραπονιούνται για επισκέψεις φαντασμάτων, πολλές από τις οποίες ήταν βίαιες και τρομακτικές. Ένας κάτοικος ισχυρίστηκε ότι το φάντασμα ενός γυμνού αλυσοδεμένου σκλάβου τους κυνηγούσε, αλλά στη συνέχεια χάθηκε στον αέρα. Άλλοι πάλι έκαναν λόγο για φαντάσματα που κυνηγούσαν παιδιά και θυσίαζαν ζώα.
Παράξενες φιγούρες εμφανίζονταν τυλιγμένες σε σάββανα Μια νεαρή μητέρα τρομοκρατήθηκε όταν βρήκε μια γυναίκα με κομψά βραδινά ρούχα να σκύβει πάνω από το κοιμισμένο βρέφος της Και φυσικά δεν έλειπαν οι ανατριχιαστικοί ήχοι αποκραυγές, στεναγμούς και κλάματα που αντιχούσαν σε όλο το σπίτι τη νύχτα Τελικά οι κάτοικοι είχαν βαρεθεί με όλο αυτό το πηγαινέλα φαντασμάτων και έτσι η έπαυλη ερήμωσε για άλλη μια φορά Αρκετές επιχειρήσεις μετακόμισαν εκεί αλλά καμία δεν έμεινε για πολύ καιρό Όπως ένα μπαρ και στη συνέχεια ένα κατάστημα επίπλων Το μπαρ εκμεταλλευόμενο τη φρικτή ιστορία του κτηρίου ονομαζόταν στοιχειωμένο σαλούν Ο ιδιοκτήτης γνώριζε πολλές από τις ιστορίες με φαντάσματα του κτηρίου και κρατούσε αρχείο με τα παράξενα πράγματα που βίωναν οι θαμόνες του.
Το κατάστημα επίπλων όμως δεν τα πήγε και τόσο καλά στο πρώην σπίτι της Λαλωρή. Ο ιδιοκτήτης αρχικά υποψιάστηκε βάνδαλους όταν όλα τα εμπορεύματά του βρέθηκαν κατεστραμμένα και καλυμμένα με κάποιο είδος περίεργου βρωμερού υγρού. Τελικά περίμενε μια νύχτα με ένα κυνηγετικό όπλο Ελπίζοντας ότι οι βάνδαλοι θα επέστρεφαν Όταν ξημέρωσε τα έπιπλα ήταν όλα κατεστραμμένα ξανά Παρόλο που κανείς, άνθρωπος τουλάχιστον, δεν είχε μπει στο κτίριο Ο ιδιοκτήτης έκλεισε το μέρος και εξαφανίστηκε από το κτίριο Ταχύτερα από ότι φεύγεις όταν ακούς ψήθυρο σε άδειο σπίτι Σήμερα, σε αυτό το σημείο βρίσκεται και πάλι μία πολυκατοικία Κατά τη διάρκεια των ανακαινήσεων, οι διοκτήτες προφανώς ανακάλυψαν ακόμη περισσότερα πτώματα που είχαν πεταχτεί βιαστικά σε ένα νομαδικό τάφο κάτω από το σπίτι Λέγεται ότι πρόκειται για τα πτώματα 75 σκλάβων που είχαν θαυτεί ζωντανοί κάτω από τις ανίδες του δαπέδου Ο ηθοποιός Νίκολας Κέιτς υπήρξε ένας από τους πολλούς ιδιοκτήτες της έπαυλης Λαλωρή.
Αγόρασε το σπίτι το 2007 και για κάποιο λόγο που μόνο εκείνος θα μπορούσε να θεωρήσει λογικό, πίστεψε ότι αυτό το σπίτι θα τον βοηθούσε δημιουργικά, ελπίζοντας ότι η τρομακτική του ατμόσφαιρα θα του έδινε την πολυπόθητη έπνευση καθώς προσπαθούσε να γράψει ένα σκοτεινό μυθιστόρημα. Ωστόσο αυτή η προσπάθειά τους στέφθηκε με απόλυτη αποτυχία Αν και ο ίδιος το χρέωσε στην κατάρα του αρχοντικού της Λαλωρή Και έτσι τελικά εγκατέλειψε και το μυθιστόρημα και την ιδιοκτησία Λέγεται πως ακόμα και σήμερα τα φαντάσματα αυτών των βασανισμένων ανθρώπων Στυχιώνουν την παλιά έπαυλη και οι επισκέπτες αναφέρουν ένα αίσθημα βαθιάς θλίψης και ανησυχίας Καθώς περνούν έξω από το σπίτι Μερικοί άνθρωποι ισχυρίζονται ότι έχουν δει σκοτεινές φιγούρες να κινούνται στα παράθυρα του τρίτου ορόφου και παλάμες να γλιστράνε αποκαμωμένες πάνω στα τζάμια των παραθύρων Και έτσι η πόλη της Νέας Ορλεάνης απέκτησε το δικό της τέρας όχι κάποιο φάντασμα ή δαίμονα αλλά μια γυναίκα που υπήρξε πέρα για πέρα αληθινή
αν νιώθετε ρίγη στην πλάτη μην ανησυχείτε δεν είναι φαντάσματα είναι απλώς αυτή η ιστορία που δεν μπορείς να την πεις χωρίς να ανατριχιάσεις γιατί κάπου εκεί πίσω από τα φώτα τα βελούδα και τις σαμπάνιες της υψηλής κοινωνίας έμεινε για πάντα η μυρωδία του αίματος που κανείς δεν ήθελε να παραδεχτεί την υπαρξή της. Οπότε αγαπημένοι μου, σας ευχαριστώ πάρα πολύ που μου κάνατε παρέα μέχρι το τέλος και αν το χαρήκατε κι εσείς, συνεχίστε να ακούτε αυτό το podcast στο Spotify ή σε οποιαδήποτε άλλη πλατφόρμα επιθυμείτε και μην ξεχάσετε να κάνετε follow στο Instagram bloodydarklings.com όπου θα βρείτε φωτογραφικό υλικό για όλες τις ιστορίες μας και θα μπορείτε να ενημερώνεστε για κάθε νέο επεισόδιο που πρόκειται να ανέβει.
Και ακόμα, μπορείτε να αφήσετε μηνύματα και emails έξελου ενθουσιασμού στο bloodydarklings.com μαζί με παρατηρήσεις, ερωτήσεις, σχόλια, ιδέες για πράγματα και πρόσωπα που επιθυμείτε να ψαχουλέψουμε παρέα και ό,τι άλλο θέτε. Μέχρι το επόμενο επεισόδιο κλειδώστε καλά τις πόρτες αφήστε τα φώτα αναμένα και μην ανεβείτε ποτέ σε σοφίτες πλουσίων γιατί να θυμάστε πως τα πιο σκοτεινατέρατα φοράνε τα πιο κομψά κουστούμια Φιλιά στη μουρή παιδες!
Σχόλια
Χωρίς σχόλιαΣυνδεθείτε για να συμμετάσχετε στη συζήτηση
Σύνδεση για ΣχολιασμόΔεν υπάρχουν σχόλια ακόμα