Επ.153: Penpal (2ο Μέρος)
CreepyΠαίδειαΣχετικά με αυτό το επεισόδιο
Χελλόου φαντασματάκια και καλώς ήρθατε και πάλι στο κανάλι μου!
Μπες στον Discord Server μας!
https://discord.gg/dxXXkznAD
Βρες με στο Twitch! (Live κάθε Τετάρτη στις 21:00)
https://www.twitch.tv/mrsphantomtv
Βρες με στο Instagram @creepypaideia για να ενημερώνεσαι για κάθε νέο που συμβαίνει και να βρεις χορρορ περιεχόμενο!
Όσα φαντασματάκια θέλουν να στηρίξουν το κανάλιπαίρνοντας merch και τα βιβλία μου, μπορούν να μου στείλουν μήνυμα σε Facebook και Instagram!🎃 Θα αφήσω το παρακάτω λινκ για όσα φαντασματάκια επιθυμούν να γράψουν τη δική τους ιστορία που βίωσαν και θέλουν να μοιραστούν με τα υπόλοιπα φαντασματάκια!
Αυτόματη μεταγραφή — ενδέχεται να περιέχει λάθη.
γιατί η ώρα είναι μετά τις 12 και όλοι εδώ μέσα ή κοιμούνται ή είναι στα πρόθυρα να κοιμηθούν και πια είμαι εγώ να τους χαλάσω τον ύπνο. Οπότε πάμε να συνεχίσουμε την ιστορία μας με το part 2 και σε αυτό το σημείο έχω να πω ότι φαντασματάκια αγαπητά θέλω να είστε πολύ προσεκτικοί Γιατί καθώς περνάνε τα επεισόδια θα σας κάνω μια ανακοίνωση που αφορά την εκπομπή που έχει να κάνει βασικά με εσάς που θα θέλατε ίσως λίγο παραπάνω περιεχόμενο και έναν τρόπο να υποστηρίξετε την εκπομπή.
ωστόσο όμως το λέω αυτό απλά για να σας δώσω μια γεύση χωρίς να πω ούτε τίποτα κάτι που θα γίνει άμεσα αλλά θα ήθελα να ξέρετε πως είναι κάτι το οποίο τώρα το δουλεύω και ότι σύντομα θα πρέπει να υπάρξει μια περαιτέρω ανακοίνωση Ευχαριστώ που παρακολουθήσατε. Όχι μόνο λόγω της απουσίας του, αλλά και επειδή θα μου το είχε κρύψει.
Μου είπε να μην ανησυχώ. Θα γυρίσει. Πάντα γυρίζει. Αλλά ο Μπόξης δεν γύρισε. Τρία Σαββατοκύριακα αργότερα έμεινα ξανά στον Τζος. Ήμουν ακόμα στεναχωρημένος για τον Μπόξης, αλλά η μά μου μου έλεγε ότι υπήρχαν πολλές περιπτώσεις όπου κατοικίδια εξαφανίζονταν για εβδομάδες ή και μήνες μόνο και μόνο για να επιστρέψουν τελικά μόνο τους.
Έλεγε ότι τα ζώα ξέρουν πάντα που είναι το σπίτι τους και πάντα προσπαθούν να γυρίσουν πίσω. Εξήγησα αυτή τη σκέψη στον Τζος όταν ξαφνικά μου ήρθε μια ιδέα τόσο έντονη που διέκοψα τη φράση μου για να την πω δυνατά. «Κι αν αποκτήσεις νομίζω ότι το σπίτι του είναι αλλού» Ο Τζος μπερδεύτηκε. «Τι» Μα μαζί σου μένει. Ξέρει που είναι το σπίτι του.
Όμως μεγάλωσε κάπου αλλού, Τζος. Μεγάλωσε στο παλιό μου σπίτι, μερικές γειτονιές παραπέρα. Ίσως θεωρεί ακόμη εκείνο το μέρος σπίτι του, όπως κι εγώ. Α, κατάλαβα. Λοιπόν, αυτό θα ήταν τέλειο. Θα το πούμε αύριο στον μπαμπά μου και θα μας πάει εκεί να ψάξουμε. Δεν πρόκειται να το κάνει, φίλε. Η μα μου είπε ότι δεν πρέπει να ξαναπάμε ποτέ εκεί γιατί οι ιδιοκτήτες δεν θέλουν ενοχλήσεις.
Είπε ότι είπε το ίδιο πράγμα και στους δικούς σου. Όντως επέμενε. Εντάξει τότε αύριο θα βγούμε για εξερεύνηση και θα φτάσουμε μέχρι το παλιό σου σπίτι. Όχι. Αν μας δουν. Ο παπάς θα το μάθει και μετά θα το μαθεί και η μαμά μου. Πρέπει να πάμε μόνοι μας. Πρέπει να πάμε απόψε. Δεν χρειάστηκε πολύ προσπάθεια για να πείσω τον Τζος Καθώς συνήθως εκείνος ήταν που κατέβαζε τέτοιες ιδέες Αλλά δεν είχαμε τραπετεύσει ποτέ ξανά από το σπίτι του μέσα στη νύχτα Τελικά αποδείχθηκε απίστευτα εύκολο Το παράθυρο του δωματίου το έβλεπε στην πίσω αυλή Και ο ξύλινος φράκτης είχε ένα μάνταλο που δεν ήταν κλειδωμένο Αφού ξεπεράσαμε αυτά τα δύο μικρά εμπόδια ληστρήσαμε μέσα στη νύχτα με ένα φακό και τα walkie talkies στα χέρια.
Υπήρχαν δύο τρόποι για να πάμε από το σπίτι του Τζος στο δικό μου παλιό σπίτι. Είτε να περπατήσουμε στον δρόμο ακολουθώντας όλες τις στροφές είτε να κόψουμε δρόμο μέσα από το δάσος πράγμα που θα μείωνε τον χρόνο στο μισό. Από τον δρόμο θα χρειαζόμασταν περίπου δύο ώρες αλλά πρότεινα να πάμε από εκεί ούτως ή άλλως. Του είπε ότι φοβόμουν μη χαθούμε.
Ο Τζος αρνήθηκε λέγοντας ότι αν μας έβλεπε κάποιος μπορεί να τον αναγνώρισε και να τον έλεγε στον πατέρα του. Απήλυσε ότι θα γυρίσει πίσω αν δεν πέναμε το μονοπάτι και εγώ υποχώρησα γιατί δεν ήθελα να πάω μόνος μου. Ο Τζος δεν ήξερε για τελευταία φορά που είχα περπατήσει σε αυτό το δάσος τη νύχτα. Περνούσαμε μέσα από ένα ιδιαίτερα πυκνό σημείο με μπλεγμένα δέντρα όταν το λουράκι του ογκητόκι μου πιάστηκε σε ένα κλαδί.
Ο Τζόσ κρατούσε τον φακό και εγώ πάλευα να ξεκολλήσω τη συσκευή όταν τον άκουσα να λέει «Ε φίλε, ψήνεσαι για μια βουτιά» Κοίταξα προς το μέρος που έπεφτε το φως του φακού αλλά έκλεισα τα μάτια μου σχεδόν αμέσως γιατί τώρα ήξερα ακριβώς που βρισκόμασταν. Σημάδευε το στρώμα της πισίνας. Ήταν το σημείο που είχα ξυπνήσει αυτό το δάσος πριν από χρόνια. Ένιωσε έναν κόμπο στο λαιμό και το κάψιμο δακρύων στα μάτια μου καθώς συνέχιζα να παλεύω με τον ασύρματο.
Εκνευρισμένος τον τράβηξα δυνατά μέχρι που ελευθερώθηκε και γύρισα και περπάτησα προς τον Τζος, ο οποίος είχε εξαπλώσει μισοκαθιστός πάνω στο στρώμα σε μια στάση ηρωνικής ηλιοθεραπείας. Καθώς τον πλησίαζα παραπάτησα και παραλίγο να πέσω μέσα σε μια αρκετά μεγάλη τρύπα που βρισκόταν στη μέση αυτού του μικρού ξέφωτου Ανέκτησα την ισορροπία μου και σταμάτησα ακριβώς στην άκρη της Ήταν βαθιά Ένιωσα έκπληξη από το μέγεθος της τρύπας αλλά ακόμα μεγαλύτερη έκπληξη από το γεγονός ότι δεν τη θυμόμουν Συνειδητοποίησα ότι δεν πρέπει να υπήρχε εκείνο το βράδυ Αφού βρισκόταν στο ίδιο ακριβό σημείο όπου είχα ξυπνήσει Το έβγαλα από το μυαλό μου και στράφηκα στον Τζος «Σταμάτα να χαζεύεις φίλε, είδες ότι κόλλησε εκεί πέρα και εσύ καθόσουν εδώ και κάνεις πλάκα στο στρώμα»
Τόνισα τη φράση με μια κλωτσιά στο ένα μέρος του πλαιστικού Τότε ένας τσιριχτός ήχος βγήκε μέσα από αυτό Το χαμόγελο του Τζος εξαφανίστηκε. Ξαφνικά έδειχνε έντρομος και πάλευε να σηκωθεί από το στρώμα, αλλά δεν μπορούσε να το κάνει γρήγορα λόγω της άβολης στάσης του. Κάθε φορά που έπεφτε πίσω στο πλαστικό το τσίριγμα γινόταν πιο έντονο.
Ήθελα να τον βοηθήσω αλλά δεν μπορούσα να κάνω ούτε βήμα. Τα πόδια μου αρνούνταν να με υπακούσουν. Μισούς αυτό το δάσος. Πήρα τον φακό που του είχε πέσει καθώς πάλευε και φώτισα το στρώμα, χωρίς να ξέρω τι να περιμένω. Τελικά, ο Ντζος κατάφερε να σηκωθεί και έτρεξε δίπλα μου, κοιτάζοντας κι αυτός εκεί που έπεφτε το φως.
Και ξαφνικά, το είδαμε. Ήταν ένας αρουραίος. Άρχισα να γελάω νευρικά καθώς και οι δυο μας παρακολουθήσαμε τον αρναρέο να τρέχει μέσα στο δάσος Παίρνοντας μαζί του και τα τσιρίγματα Ο Τζος με χτύπησε ελαφρά στον ώμο, το χαμόγελο επέστρεψε άραχα στο πρόσωπό του και συνεχίσαμε το περπάτημα Επιταχύναμε το βήμα μας και βγήκαμε από το δάσος πιο γρήγορα από όσο περιμέναμε Βρεθήκαμε πίσω στη παλιά μου γειτονιά Την τελευταία φορά που είχα στρίψει αυτή τη γωνία είχα δει το σπίτι μου ολόφωτο και όλες οι αναμνήσεις εκείνης της νύχτας με κατέκλυσαν Η καρδιά μου άρχισε να χτυπά γρήγορα καθώς τρίβαμε τελικά στη γωνία και βρισκόμασταν μπροστά στην πλήρη θέα του σπιτιού μου Όμως αυτή τη φορά όλα τα φώτα ήταν σβηστά Από απόσταση μπορούσα να δω το δέντρο που σκαρφάλωνα Και καθώς το μυαλό μου ακολουθούσε την αλυσίδα των γεγονότων προς τα πίσω Συνειδητοποίησα ότι δεν θα βρισκόμουν εδώ απόψε Αν αυτό το δέντρο δεν είχε μεγαλώσει Και για μια στιγμή ένιωσα δέος για το πως όλα τα γεγονότα συνδέονται έτσι μεταξύ τους
Καθώς πλησιάζαμε είδα ότι το γκαζόν ήταν σε άθλια κατάσταση Δεν μπορούσα καν να φανταστώ πότε είχε κουρευτεί τελευταία φορά Ένα από τα μπαντζούρια είχε ξεκολλήσει εν μέρη και κουνιόταν πέρα δόδες το αεράκι και γενικά το σπίτι έδειχνε βρώμικο Λυπήθηκα που έβλεπα το παλιό μου σπίτι σε τέτοια εγκατάληψη Γιατί να νοιάζεται η μαμά μου αν θα ενοχλούσαμε τους νέους ιδιοκτήτες αφού εκείνοι νοιάζονταν τόσο λίγο για το μέρος που ζούσαν Και τότε το κατάλαβα Δεν υπήρχαν οι ιδιοκτήτες Το σπίτι ήταν εγκαταλειμμένο αν και μοιάζε περισσότερο με παρατημένο Γιατί η μαμά μου να μου πει ψέματα ότι έμεναν άλλοι άνθρωποι εκεί Σκέφτομαι όμως ότι αυτό ήταν στην πραγματικότητα καλό Δεν ήταν πιο εύκολο να ψάξουμε για τον Μπόξις Αν δεν χρειαζόταν να ανησυχούμε μη μας δει η νέα οικογένεια Έτσι θα τελειώναμε και πιο γρήγορα Ο Τζος διέκοψε τις σκέψεις μου καθώς περνούσαμε την αυλόπορτα και πλησιάσαμε στο ίδιο το σπίτι.
«Το παλιό σου σπίτι είναι χάλια, φίλε», φώναξε ο Τζος όσο πιο χαμηλό φώνα μπορούσε. «Σκάσε, Τζος. Ακόμα και έτσι. Είναι πολύ καλύτερο από το δικό σου». «Ε, φίλε». «Εντάξει, εντάξει. Νομίζω ότι ο Μπόξης είναι μάλλον κάτω από το σπίτι. Ένας από τους δύο πρέπει να μπει από κάτω και να ψάξει Και ο άλλος να μείνει δίπλα στο άνοιγμα σε περίπτωση που βγει τρέχοντας Σοβαρολογής!
Δεν υπάρχει περίπτωση να μπω εγώ εκεί κάτω Δική σου είναι η γάτα, εσύ θα πας Κοίτα, θα το παίξουμε στα χαρτιά Εκτός αν φοβάσαι Είπα, κρατώντας τη γροθιά μου πάνω από την ανοιχτή παλάμη μου «Εντάξει, αλλά θα πάμε στο φύγε, όχι στο τρία». «Είναι πέτρα, ψαλίδι, χαρτί, φύγε, όχι ένα, δύο, τρία». «Ξέρω πώς παίζει το παιχνίδι Τζος. Εσύ είσαι αυτός που τα θαλασσώνει πάντα. Και πάμε και στις δύο νίκες».
Έχασα. Μεταγίνησε το πάνελο που έβαζε πάντα η μαμά μου όταν έπρεπε να σηρθεί εκεί κάτω για τον Μπόξις. Είχε χρειαστεί να το κάνει μόνο ελάχιστες φορές αφού το κόλπο με το ανοιχτήρι συνήθως έπιανε Αλλά όταν αναγκαζόταν το μισούσε, ειδικά εκείνη τη τελευταία φορά Καθώς κοίταζα μέσα στο σκοτάδι των θεμελιών κατάλαβα πολύ καλά το γιατί Πριν μετακομίσουμε έλεγε ότι ήταν προτιμότερο που ο Μπόξης έτρεχε εκεί κάτω παρά τη δυσκολία να τον βγάλεις γιατί ήταν λιγότερο επικίνδυνο απ' το να πηδήξει τον φράχτη και να τρέξει στη γειτονιά.
Όλα αυτά ήταν αλήθεια αλλά και πάλι έτρεμα στην ιδέα. Πήρα τον φακό και τον ασύρματο και άρχιζα να σέρνομαι μέσα. Μια έντονη μυρωδιά με χτύπησε αμέσως. Μύριζε θάνατο. Άνοιξα τον ασύρματο. «Τζος, με ακούς» «Εδώ, ματσομάν, λαμβάνω». «Τζος, σταμάτα την πλάκα. Κάτι δεν πάει καλά εδώ κάτω». «Τι εννοείς» «Βρωμάει. Μυρίζει σαν να έχει πεθάνει κάτι».
«Είναι ο Μπόξης» «Πραγματικά ελπίζω πως όχι» Άφησα κάτω τον ασύρματο και κουνούσα τον φακό καθώς προχωρούσα. Κοιτάζοντας την τρύπα απ' έξω με τον σωστό φωτισμό, μπορούσες να δεις μέχρι πίσω αλλά έπρεπε να είσαι μέσα για να δεις πίσω από τους τσιμεντόλιθους που στήριζαν το σπίτι. Θα έλεγα ότι υπήρχε ένα 40% της περιοχής που δεν φαινόταν αν δεν βρισκόσουν μέσα στο χώρο αλλά ακόμα και μέσα ανακάλυψα ότι μπορούσα να δω μόνο εκεί που σημάδευε ο φακός.
Συνειδητοποίησα ότι αυτό θα έκανε την έρευνα πολύ πιο δύσκολη. Καθώς προχωρούσε η μυρωδιά γινόταν πιο έντονη. Ο φόβος μεγάλωνε μέσα μου ότι ο Μπόξης είχε έρθει εδώ και κάτι του είχε συμβεί. Φώτισα τριγύρω, αλλά δεν έβλεπα σχεδόν τίποτα. Άπλωσα τα δάχτυλά μου σε ένα τσιμεντόλιθο για να τραβηχτώ προς τα εμπρός και καθώς το έκανα ένιωσα κάτι που με έκανε να τραβήξω το χέρι μου απότομα.
Τρίχωμα. Η καρδιά μου σφίχτηκε και προετοιμάστηκα ψυχολογικά για αυτό που επρόκειτο να δω. Σήρθηκα αργά για να καθυστερήσω τον απόφεκτο και έστρεψα τα μάτια μου και τον φακό πίσω από το τσιμεντόλιθο Ο πιστοχώρησα με τρόμο Θεέ μου! ξέφυγε από το τρεμάμενο στόμα μου Ήταν ένα αποτρόπαιο και παραμορφωμένο πλάσμα σε προχωρημένη σύψη Το δέρμα στο πρόσωπό του είχε σαπίσει και τα δόντια του φαίνονταν τεράστια Η μυρωδιά ήταν ανυπόφορη «Τι είναι, είσαι καλά, είναι ο Μπόξης» έπιασα τον ασύρματο «Όχι, όχι, δεν είναι ο Μπόξης»
«Ε, τότε τι στο διάλογο είναι» «Δεν ξέρω» Φώτισα ξανά το πλάσμα και κοίταξα με λιγότερο φόβο Γέλασε ελαφρά «Είναι ένα ρακούν» «Λοιπόν, συνέχισε να ψάχνεις» «Δεν θα το ψάχνεις. Εγώ θα πω στο σπίτι να δω μήπως κατάφερε να μπει μέσα με κάποιον τρόπο». «Τι! Όχι! Τσος! Μη μπαίνεις μέσα! Και αν ο Μπόξης είναι εδώ κάτω και βγει τρέχοντας...»
«Δεν μπορεί. Έβαλα τη σανίδα στη θέση της». Κοίταξα και είδα ότι έλεγε την αλήθεια. «Γιατί το έκανες αυτό!» «Μην ανησυχείς. Μπορείς να τη μετακινείς εύκολα. Έτσι είναι πιο λογικό». Αν ο Μπόξης έβγαινε και δεν τον προλάβαινα, θα χανόταν. Αν είναι εκεί κάτω, πιάσε τον γερά και θα έρθω να βγάλω τη σανίδα. Και αν δεν είναι, μπορείς να βγεις μόνος σου, ενώ εγώ ψάχνα το σπίτι.
Κάποια από τα επιχειρήματά του ήταν σωστά. Και αμφέβαλα αν θα τα κατάφερε να μπει μέσα ούτως ή άλλως. «Εντάξει, αλλά πρόσεχε και μην αγγίξεις τίποτα. Υπάρχουν ακόμα κάποιες σκούτες με παλιά μου ρούχα στο δωμάτιό μου. Ψάξε εκεί μήπως τρύπωσες σε καμιά. Και έχει μαζί σου τον ασύρματο». «Ελήφθη, καλέ μου φίλε». Συντοπίσα ότι εκεί μέσα θα είχε επίσης σκοτάδι καθώς το ρεύμα θα είχε κοπεί Με λίγη τύχη θα μπορούσε να βλέπει από το φως των φαναριών το δρόμο που ίσως έμπαινε μέσα Διαφορετικά δεν ήξερα τι θα έκανε Σε λίγο άκουσα βήματα ακριβώς πάνω από το κεφάλι μου και ένιωσα παλιό χώμα να πέφτει πάνω μου Τζος, εσύ είσαι!
Ξσσσ, εδώ Μάτσο Μαν, ο ετός προσγειώθηκε. Πού βρίσκεται η θέση σου, πριγκίψα Γεσμίν, λαμβάνεις. Μαλάκα. Μάτσο Μαν, η θέση μου είναι στο μπάνιο σου και κοιτάζω τη στίβα με τα περιοδικά σου. Φαίνεται πως σου αρέσουν οι εντρικοί πισσινοί. Ποια είναι η αναφορά σου γι' αυτό, λαμβάνεις. Μπορούσα να τον ακούσω να γελάει χωρίς τον ασύρματο και άρχιζα να γελάω κι εγώ Άκουσα τα βήματα να απομακρύνονται λίγο Πήγαινε προς το δωμάτιό μου Φίλε, έχει πολύ σκοτάδι εδώ μέσα Είσαι σίγουρος ότι έχεις κούτες με ρούχα εδώ Δεν βλέπω καμία Ναι, πρέπει να υπάρχουν δύο κούτες προς αυτήν την τουλάπα Δεν υπάρχουν κούτες εδώ Ας έμε να δούμε πώς τις έβαλες μέσα στην τουλάπα πριν φύγετε Άριζα να σκέφτομαι ότι ίσως η μαμά μου είχε επιστρέψει Πήρε τα ρόγα και τα χάρισε κάπου επειδή δεν μου έκαναν πια Αλλά θυμόμουν καθαρά ότι είχα αφήσει τις κούτες εκεί Δεν είχα προλάβει καν να κλείσω τη τελευταία πριν φύγουμε Ενώ περίμενα τον Τζος να μου πει τι βρήκε Τέντωσα το πόδι μου που είχε αρχίσει να μου διάζει λόγω της στάσης μου
Και χτύπησε κάτι Κοίταξα πίσω και είδα κάτι πολύ παράξενο Ήταν μια κουβέρτα και γύρω της υπήρχαν μπολ. Σύρθηκα λίγο πιο κοντά. Η κουβέρτα μύριζε μουχλα και τα περισσότερα μπολ ήταν άδεια, αλλά ένα είχε κάτι μέσα που αναγνώρισα αμέσως. «Γατοτροφή» Ήταν διαφορετική μάρκα από αυτή που δίναμε στον Μπόξις Αλλά ξαφνικά κατάλαβα Η μαμά μου είχε φτιάξει μια γωνιά για τον Μπόξις Για να τον ενθαρρύνει να έρχεται εδώ Αντί να περιπλανιέται στη γειτονιά Αυτό έβγαζε απόλυτο νόημα Και έκανε ακόμα πιο πιθανό Το να είχε επιστρέψει ο Μπόξις σε αυτό το μέρος «Πολύ έξυπνο μαμά» σκέφτηκα «Βρήκα τα ρούχα σου»
«Α, τέλεια! Πού ήταν οι κούτες» «Όπως σου είπα, δεν υπάρχουν κούτες. Τα ρούχα σου είναι στην τουλάπα. Είναι κρεμασμένα» ένιωσε ένα ρίγος. «Αυτό ήταν αδύνατο» Είχα πακετάρει όλα μου τα ρούχα. Παρόλο που δεν υποτίθεται ότι θα μετακομίζαμε για άλλες δύο εβδομάδες όταν φύγαμε, θυμόμουν να τα πακετάρω και να σκέφτομαι πόσο χαζό ήταν που έπρεπε να βγάζω ρούχα από τη κούτα και να τα ξαναβάζω μέσα.
«Τα είχα πακετάρει, αλλά κάποιος τα είχε κρεμάσει ξανά. Αλλά γιατί» «Ο Τζος έπρεπε να βγει από εκεί μέσα» «Δεν μπορεί να ισχύει αυτό, Τζος. Πρέπει να είναι σε κούτες. Σταμάτα την πλάκα και βγες έξω» «Δεν κάνω πλάκα, φίλε. Τα βλέπω μπροστά μου. Μπορεί απλώς να νόμιζα ότι τα άφησες έτσι» «Ουάου, σίγουρος ωραίες να κοιτάς τον εαυτό σου, ε»
«Τι, τι εννοείς» «Η τύχη σου φίλε, η τύχη σου είναι καλυμμένη με πούλα ροή του εαυτού σου, υπάρχουν εκατοντάδες, τι έκανες προσέλαβες κάποιον να...» «Σιωπή» Έλεξα τον ασύρματο μήπως τον είχα κλείσει κατά λάθος, αλλά ήταν εντάξει. Ακούγα βήματα αλλά δεν μπορούσα να καταλάβω πού ακριβώς πήγαινε ο Τζος. Περίμενα να τελειώσει τη φράση του Νομίζοντας ότι απλώς γλίστρησε το δάχτυλό του από το κουμπί Αλλά δεν συνέχισε Έμοιαζε να βηματίζει βαριά μες στο σπίτι τώρα Ήμουν έτοιμος να τον καλέσω στον ασύρματο όταν επέστρεψε Υπάρχει κάποιος μες στο σπίτι Η φωνή του ήταν χαμηλή και σπασμένη Κατάλαβα ότι ήταν στα πρόθυρα των δακρύων ήθελα να το απαντήσω αλλά πόσο δυνατά ήταν η ένταση των ασύρματών του κι αν ο άλλος τον άκουγε δεν είπα τίποτα απλώς περίμενα και άκουγα αυτό που άκουσα ήταν βήματα βαριά βήματα που σέρνονταν και μετά ένας δυνατός οδούπος θεέ μου Τζος τον είχαν βρει ήμουν σίγουρος Αυτό το άτομο τον είχε βρει και τον πλήγωνε. Ξέσπασα σε κλάματα. Ήταν ο μοναδικός μου φίλος μαζί με τον Μπόξης και τότε το συνειδητοποίησα. Και αν ο Τζος του έλεγε ότι ήμουν εδώ κάτω, τι θα μπορούσα να κάνω. Καθώς πάλευα να συγκρατηθώ, άκουσε ευτυχώς τη φωνή του Τζος τον ασύρματο.
«Κρατάει κάτι φίλε, είναι μια μεγάλη τσάντα, μόλις την πέταξες στο πάτωμα και... Ω Θεέ μου, η τσάντα νομίζω ότι μόλις κουνήθηκε». Είχα παραλύσει, ήθελα να τρέξω σπίτι, ήθελα να σώσω τον Τζος, ήθελα να ζητήσω βοήθεια, ήθελα τόσα πολλά, αλλά έμεινα εκεί ξαπλωμένος, παγωμένος. Καθώς ήμουν ανήμπορος να κουνηθώ, τα μάτια μου εστίασαν στη γωνία του σπιτιού που βρισκόταν ακριβώς κάτω από το δωμάτιό μου.
Έστρεψα τον φακό μου. Η ανάσα μου κόπηκε με αυτό που είδα. Ζώα. Δεκάδες από αυτά. Όλα νεκρά. Ήταν στιβαγμένα σε σωρούς σε όλη την περίμετρο των θεμελίων. Μήπως ο Μπόξης ήταν ανάμεσα σε αυτά τα πτώματα. Γι' αυτό υπήρχε η γατουτροφή. Η θέα αυτή έσπασε το σοκ μου καθώς ήξερα ότι έπρεπε να φύγω από εκεί και σήρθηκα γρήγορα προς τη σανίδα.
Την έσπρωξα, αλλά δεν κουνιόταν. Δεν μπορούσα να τη μετακινήσω γιατί είχε σφινώσει και δεν μπορούσα να βάλω τα δάχτυλά μου γύρω της αφού οι άκρες της ήταν από την εξωτερική πλευρά. Ήμουν παγιδευμένος. «Καταραμένε τζος», ψιθύρισα στον εαυτό μου. Ένιωθα βαριά βήματα πάνω από το κεφάλι μου. Το σπίτι έτρεμε. Άκουσα τον Τζος να ουρλιάζει και την κραυγή του ακολούθησε μια άλλη που δεν έμοιαζε καθόλου με φόβο. Καθώς συνήθιζα να σπρώχνω ένιωσα τη σανίδα να μετακινείται αλλά ήξερα ότι δεν ήμουν εγώ.
Ακούγα βήματα πάνω μου και μπροστά μου Και φωνές και κραυγές που γέμιζαν τις σύντομες σιωπές ανάμεσα στα βήματα Τραβήχτηκα πίσω και κράτησα τον ασύρματο έτοιμος να μηνθώ Όταν η σανίδα τεινάρτηκε στην άκρη και ένα χέρι χώθηκε μέσα και με άρπαξε Πάμε φίλε, τώρα! Ήταν ο Τζος, δόξα του Θεού Βγήκα γρήγορα από το άνοιγμα κρατώντας το φακόκι των ασύρματων «Το σύρματο». Όταν φτάσαμε στον φράχτη τον πηδήξαμε και οι δύο, αλλά ο σύρματος του Τζος έπεσε. Πήγε να τον πιάσει, αλλά του είπαν να τον ξεχάσει. «Έπρεπε να φύγουμε». Πίσω μας ακούγονταν κραυγές, αν και δεν ήταν λέξεις, μόνο ήχοι.
Και εμείς, ίσως ανόητα, τρέξαμε προς το δάσος για να φτάσουμε πιο γρήγορα στο σπίτι του Τζος και να είναι πιο δύσκολο να μας ακολουθήσουν. Σε όλη τη διαδρομή μέσα στο δάσος, ο Τζος φώναζε συνέχεια «Η φωτογραφία μου! Πήρε τη φωτογραφία μου!» Όμως εγώ ήξερα ότι ο άντρας είχε ήδη τη φωτογραφία του Τζος από εκείνα τα χρόνια στο χαντάκι.
Υπέθεσα ότι ο Τζος πίστευε ακόμα ότι εκείνοι οι μηχανικοί ήχοι προέρχονταν από κάποιο ρομπότ Φτάσαμε πίσω στο σπίτι του Τζος και μπήκαμε στο δωμάτιό του πριν ξυπνήσουν οι γονείς του Τον ρώτησα για τη μεγάλη τσάντα και αν όντως κουνήθηκε και εκείνος είπε ότι δεν μπορούσε να είναι σίγουρος Ζήτουσε συνήθεια συγγνώμη που έχασε τον ασύρματο στο σπίτι αλλά προφανώς αυτό δεν ήταν και τόσο σημαντικό Δεν κοιμηθήκαμε και μείναμε να κοιτάμε έξω από το παράθυρο περιμένοντάς τον Γύρισα σπίτι αργότερα εκείνη τη μέρα αφού ήταν ήδη περίπου τρεις το πρωί Είπα στη μαμά μου τα βασικά αυτής της ιστορίας πριν από μερικές μέρες Κατέρευσε και έγινε έξαλλη για τον κίνδυνο στον οποίο έβαλα τον εαυτό μου Τη ρώτησα γιατί επινόησε όλες αυτές τις ιστορίες για τους νέους ιδιοκτήτες για να με εμποδίσει να πάω γιατί πίστευε ότι το σπίτι ήταν τόσο επικίνδυνο.
Έγινε έξω φρενών και ιστερική αλλά απάντησε στην ερώτησή μου. Μου έσφιξε το χέρι πιο δυνατά πόσο πίστευα ότι μπορούσε, με κάρφωσε με το βλέμμα της και ψηθήρισε σαν να φοβόταν μη την ακούσουν. Γιατί εγώ δεν έβαλα ποτέ καμία κουβέρτα ούτε μπολ κάτω από το σπίτι για τον Μπόξης Δεν ήσουν ο μόνος που τα βρήκε Ζαλίστηκα, κατάλαβα τόσα πολλά τώρα Κατάλαβα γιατί δείχνε τόσο αναστατωμένη όταν έβγαλε τον Μπόξης κάτω από το σπίτι τη τελευταία μας μέρα εκεί Είχε βρει περισσότερα παράχνες ή μια φωλιά αρουραίων εκείνη την ημέρα Κατάλαβα γιατί φύγαμε σχεδόν δύο εβδομάδες νωρίτερα Κατάλαβα γιατί προσπάθησε να με εμποδίσει να επιστρέψω Ήξερε Ήξερε ότι είχε φτιάξει το σπίτι του κάτω από το δικό μας και μου το έκρυψε Έφυγα χωρίς να πω άλλη λέξη και δεν της τελείωσα την ιστορία Αλλά θέλω να την τελειώσω εδώ για εσάς Γυρίσα από το σπίτι του Τζόση εκείνη την ημέρα Πέτεξα τα πράγματά μου στο πάτωμα και σκορπίστηκαν παντού Δεν με ένοιαζε ήθελα μόνο να κοιμηθώ Ξύπνησα γύρω σε 9 το βράδυ από τον ήχο του νιαωρίσματος του μπόξης
Η καρδιά μου σκύρτησε Είχε επιστρέψει επιτέλους σπίτι Ένιωσα λίγο άσχημα που αν είχα περιμένει απλώς μια μέρα Τίποτα από τα γεγονότα της προηγούμενης νύχτας δεν θα είχε συμβεί Και θα είχα τον μπόξης ούτως ή άλλως Αλλά αυτό δεν είχε σημασία. Είχε επιστρέψει. Σηκώθηκα από το κρεβάτι και τον φώναξα ψάχνοντας να δω τη λάμψη των ματιών του. Το κλάμα συνεχιζόταν και το ακολούθησα. Έρχονταν από κάτω από το κρεβάτι.
Γέλασα λίγο σκεπτόμενος ότι μόλις είχα σειρθεί κάτω από ένα ολόκληρο σπίτι ψάχνοντάς τον και πόσο καλύτερο ήταν αυτό Τα νιορίσματά του ακούγονταν πνιχτά από ένα πουκάμισο όποτε το πέταξα στην άκρη και χαμογέλασα φωνάζοντας «Καλώς ήρθες σπίτι Μπόξις» Τα κλάματά του έρχονταν από τον ασύρματό μου Ο Μπόξις δεν γύρισε ποτέ σπίτι Πάμε στο επόμενο κομμάτι της ιστορίας που λέγεται Χάρτες, Maps και γράφει Υπήρχε ένα σχόλιο στη τελευταία ανάρτηση που μου θύμισε ένα γεγονός από την παιδική μου ηλικία Το οποίο πάντα θεωρούσα παράξενο αλλά ποτέ δεν το είχα συνδέσει με καμία από αυτές τις ιστορίες Τώρα ξέρω τι συνδέεται Είναι περίεργο το πως λειτουργεί η μνήμη Όλες οι λεπτομέρειες μπορεί να υπάρχουν στο μυαλό σου αν και διάσπαρτες και μπερδεμένες και μετά μία μόνο σκέψη μπορεί να τις ενώσει σχεδόν ακαριέα.
Δεν σκέφτομαι πολύ αυτά τα γεγονότα γιατί επικεντρωνόμουν στις λάθος λεπτομέρειες. Πήγα πίσω στο σπίτι της μαμάς μου και έψαξα τις παλιές σχολικές μου εργασίες αναζητώντας κάτι που θεωρώ σημαντικό. Δεν το βρήκα αλλά θα συνεχίσω να ψάχνω. Και πάλι συγγνώμη για την έκταση. Οι περισσότερες παλιές πόλεις και γειτονιές τους δεν σχεδιάστηκαν με τη σκέψη ότι ο πληθυσμός θα άρχιζε να αυξάνεται εκθετικά και θα έπρεπε να χωρέσει.
Η διάταξη των δρόμων ανταποκρίνεται συνήθως σε γεωγραφικούς περιορισμούς και στην ανάγκη σύνδεσης σημείων οικονομικής σημασίας. Μόλις καθοριστούν οι συνδετήριοι δρόμοι, νέες επιχειρήσεις και δρόμοι τοποθετούνται στρατηγικά κατά μήκος του υπάρχοντος σκελετού και τελικά τα μονοπάτια που χαράχτηκαν στη γη απαθανατίζονται στην άσφαλτο αφήνοντας περιθώριο μόνο για μικρές τροποποιήσεις, προσδίκες και αλλαγές αλλά ποτέ για μια δραματική ανατροπή Η γειτονιά των παιδικών μου χρόνων πρέπει να ήταν παλιά λοιπόν Αν οι ευθείες γραμμές κινούνται καθώς πετάει ο κόρακας, τότε η γειτονιά μου πρέπει να χτίστηκε με βάση τη διαδρομή ενός φιδιού Τα πρώτα σπίτια που χτίστηκαν πρέπει να τοποθετήθηκαν γύρω από τη λίμνη και σταδιακά οι κατοικίες στην περιοχή αυξήθηκαν Εκεί διότι χτίστηκαν νέες επεκτάσεις από το αρχικό μονοπάτι, αλλά αυτές οι νέες επεκτάσεις κατέληγαν όλες απότομα σε κάποιο σημείο υπήρχε μόνο μια είσοδος-παυλαίξοδος για ολόκληρη τη γειτονιά.
Πολλές από αυτές τις επεκτάσεις περιορίζονταν από ένα παραπόταμο που κυτροφοδοτούσε και έπινε από τη λίμνη που περνούσε ακριβώς δίπλα από αυτό που ονόμασα. Το Χαντάκι. Πολλά από τα αρχικά σπίτια είχαν τεράστιες αυλές αλλά ορισμένα από αυτά τα αρχικά οικόπεδα είχαν διαρρεθεί αφήνοντας οι διοκτησίες με όλο και μικρότερα όρια.
Μια εναέρια άποψη της γειτονιάς μου Θα έδινε την εντύπωση ότι ένα τεράστιο καλαμάρι Είχε πεθάνει κάποτε στο δάσος Και κάποιος περιπετειώδης επιχειρηματίας Βρήκε το πτώμα και έστρωσε δρόμους Πάνω στα πλοκάμια του Για να αποσυρθεί στη συνέχεια και να αφήσει τον χρόνο Την απληστία και την απελπισία Να μοιράσουν τη γη στους υποψήφιους ιδιοκτήτες Σαν μια ντροπιαστική απόπειρα για τη χρυσή τομή Από τη βεράντα μου μπορούσες να δεις τα παλιά σπίτια που περιέβαλαν τη λίμνη Αλλά το σπίτι της κυρίας Μάγκη ήταν το αγαπημένο μου Ήταν, να πω, σωθυμάμαι περίπου 80 ετών Αλλά παρόλα αυτά ήταν ένας από τους πιο φιλικούς ανθρώπους που είχα γνωρίσει ποτέ Είχε ένα κεφάλι γεμάτο με ανάλαφρες λευκές μπούκλες Και φορούσε πάντα νυχτόχρωμα φορέματα με λουλουθάτα σχέδια Μιλούσε σε μένα και τον Τζος από την πίσω βεράντα της όταν κολυμπούσαμε στη λίμνη και μας καλούσε πάντα για ένα σνακ Έλεγε ότι ένιωθε μοναξία επειδή ο σύζυγός της ο Τόμ έλειπε πάντα για δουλειές Αλλά ο Τζος και εγώ απορρίφταμε πάντα την πρόσκλησή της γιατί όσο ευγενική κι αν ήταν η κυρία Μάγκη υπήρχε κάτι το ελαφρός αλόκοτο πάνω της
Κάθε φορά που κολυμπούσαμε μακριά έλεγε «Κρις και Τζον είστε προσδεκτοί εδώ οποιαδήποτε στιγμή» και μπορούσαμε να την ακούμε να το φωνάζει ακόμα και όταν επιστρέφαμε στο σπίτι μου. Η κυρία Μάγκη, όπως πολλοί από τους παλαιότερους ιδιοκτήτες, είχε ένα σύστημα ποτίσματος με χρονοδιακόπτη. Αν και κάποια στιγμή με το πέρασμα των χρόνων, ο χρονοδιακόπτης της πρέπει να χάλασε γιατί τα μπέκα ανοίγαν σε διάφορα σημεία κατά τη διάρκεια της ημέρας και συχνά ακόμη και τη νύχτα όλο το χρόνο.
Παρόλο που δεν έκανε ποτέ τόσο κρύο στεναχιονίσει πολύ, αρκετές φορές κάθε χειμώνα έβγαινα το πρωί έξω και έλεπα την αυλή της κυρίας Μάγκη μεταμορφωμένη σε έναν σουρεαλιστικό αρκτικό παράδεισο από το παγωμένο νερό. Κάθε άλλη αυλή στεκόταν αποστηρωμένη και στεγνή από το τσοχτερό κρύο του χειμώνα, αλλά και ακριβώς στη μέση της ζωφερής υπενθύμης της αγριότητας της εποχής υπήρχε μια οασία όμορφου πάου που κρεμόταν σαν σταλακτήτες από κάθε κλαδί κάθε δέντρο και κάθε φύλλο κάθε θάμνο.
Καθώς ο ήλιος ανέτειλε, αντανακλούσε πάνω του και κάθε κομμάτι πάου θρημάτιζε το φως σε ένα οράνιο τόξο που μπορούσες να δεις μόνο για λίγο πριν σε τυφλώσει. Ακόμα και ως παιδί με εντυπωσίαζε το πόσο όμορφο ήταν Και συχνά ο Τζος και εγώ πηγαίναμε εκεί για να περπατήσουμε στο παγωμένο γρασίδι Και να μονομαχήσουμε με τους ταλακτήτες Κάποτε ρώτησα τη μαμά μου γιατί το άφηνα ανοιχτό έτσι Η μαμά μου έμοιαζε να ψάχνει για μια εξήγηση πριν πει Λοιπόν γλυκέ μου η κυρία Μάγκη αρρωσταίνει συχνά Και μερικές φορές όταν αρρωσταίνει πολύ μπερδεύεται Γι' αυτό μπερδεύει τα δικά σου ονόματα και του Τζος μερικές φορές Δεν το θέλει αλλά κάποιες φορές απλώς δεν μπορεί να θυμηθεί Ζήσε εκείνο το μεγάλο σπίτι όλο μόνο Και οπότε είναι εντάξει να της μιλάτε όταν κολυμπάτε στη λίμνη Αλλά όταν σας προσκαλεί μέσα πρέπει να συνεχίστε να λέτε όχι Να είστε ευγενικοί, δεν θα πληγωθούν τα συναισθήματά της Αλλά θα νιώθει λιγότερη μοναξιά όταν γυρίσει ο άντρας της έτσι δεν είναι πόσο καιρό θα λείπει για δουλειές
φαίνεται σαν να λείπει πάντα Η μάμα δείχνε να δυσκολεύεται και μπορούσε να δω ότι είχε αναστατωθεί πολύ και τελικά απάντησε Αγόρι μου, ο Τόμ δεν πρόκειται να γυρίσει σπίτι ο Τόμ είναι στον παράδεισο πέθανε πριν από πολλά πολλά χρόνια αλλά η κυρία Μάικη δεν το θυμάται μπερδεύεται και ξεχνάει αλλά ο Τόμ δεν πρόκειται να γυρίσει ποτέ Αν κάποιος μετακόμιζε πάλι μαζί της μπορεί να νόμιζε ακόμη και ότι ήταν ο Τόμ Αλλά εκείνος έχει φύγει γλυκέ μου Θα πρέπει να ήμουν περίπου 5 ή 6 ετών όταν μου το είπε αυτό Και παρόλο που δεν το καταλάβα ένα πλήρως ένιωσα μια βαθιά θλίψη για την κυρία Μάγκη Τώρα ξέρω πως η κυρία Μάγκη είχε αλτσχάιμερ Εκείνοι και ο άντρας της Τόμ είχαν δύο γιους, τον Κρις και τον Τζον Οι δυο τους είχαν κανονίσει να πληρώνουν το νερό και το ρεύμα της, όμως δεν πήγαιναν ποτέ να την δουν.
Δεν ξέρω αν έχει συμβεί κάτι μεταξύ τους, αν έφταιγε η αρρώστια ή αν απλώς έμειναν μακριά, αλλά δεν εμφανίζονταν ποτέ. Δεν έχω ιδέα πως έμοιαζαν, όμως κάποιες φορές η κυρία Μάγκη πρέπει να νόμιζε πως εγώ και ο Τζος μοιάζαμε με τα παιδιά της όταν ήταν μικρά. Ή ίσως έβλεπε αυτό που ήθελε τόσο πολύ να δει. Ίσως το μυαλό της άφηνε για λίγο στην άκρη την πραγματικότητα και της έδειχνε εικόνες από το παρελθόν.
Μόνο τώρα καταλαβαίνω πόσο μόνη πρέπει να ένιωθε. Το καλοκαίρι μετά το νηπιαγωγείο, πριν από τα γεγονότα του Μπαλούμ, στα Μπαλόνια, εγώ και ο Τζος είχαμε αρχίσει να εξερευνούμε το δάσος κοντά στο σπίτι μου και το μικρό ποτάμι που κατέληγε στη λίμνη. Ξέραμε ότι το δάση ανάμεσα στα σπίτια μας ενώνονταν και πιστεύαμε πως ίσως η λίμνη κοντά στο σπίτι μου να συνδεόταν κάπως με το ριάκι κοντά στο σπίτι του Τζος Έτσι αποφασίσαμε να τον ακαλύψουμε Θα φτιάχναμε χάρτες Το σχέδιο ήταν να κάνουμε δύο διαφορετικούς χάρτες και μετά να τους ενώσουμε Θα φτιάχναμε έναν χάρτη γύρω από το ριάκι κοντά στο σπίτι του και ένα δεύτερο ακολουθώντας το νερό που έφευγε από τη λίμνη κοντά στο δικό μου σπίτι.
Στην αρχή θέλαμε να κάνουμε μόνο έναν χάρτη αλλά έχω αρχίσει να σχεδιάζω τη δική μου περιοχή σε τόσο μεγάλη κλίμακα που η διαδρομή από το σπίτι του δεν θα ταιριάζει σωστά στην ίδια κλίμακα. Έτσι κρατούσαμε τον χάρτη της λίμνης στο σπίτι μου και τον χάρτη του από το ριάκι στο σπίτι του και κάθε φορά που μέναμε ένα στο σπίτι του άλλο προσθέταμε καινούργια πράγματα.
Τις πρώτες βομμάδες όλα πήγαιναν πολύ καλά. Περπατούσαμε μέσα στο δάσος, δίπλα στο νερό και κάθε λίγα λεπτά σταματούσαμε για να σημειώσουμε κάτι στον χάρτη. Φαίνονταν πως σύντομα οι δύο χάρτες θα ενώνονταν. Δεν είχαμε κανέναν κανονικό εξοπλισμό, ούτε καν πληξίδα, αλλά προσπαθούσαμε όπως μπορούσαμε. Είχαμε σκεφτεί να καρφώνουμε ένα ξύλο στο έδαφος κάθε φορά που φτάναμε στο τέλος μιας διαδρομής, ώστε αν βρίσκαμε το ίδιο ξύλο από την άλλη πλευρά του επόμενου σουκού, να ξέραμε ότι οι χάρτες είχαν ενωθεί.
Μάλλον ήμασταν οι χειρότεροι χαρτογράφοι στον κόσμο. Κάποια στιγμή όμως το δάσος κοντά στο σημείο που περνούσε το νερό από τη λίμνη έγινε τόσο πυκνό που δεν μπορούσαμε να συνεχίσουμε Για λίγο χάσαμε το ενδιαφέρον μας για όλο αυτό και σταματήσαμε αρκετές από τις εξερευνήσεις μας, όχι όμως όλες Αφού έδειξα στη μαμά μου όλες τις φωτογραφίες που είχα φέρει από το σχολείο και εκείνη μου πήρε τη μηχανή για τις γρανίτες, το ενδιαφέρον μας για τους χάρτες ξαναγύρισε έπρεπε να βρούμε άλλο σχέδιο.
Αν και δεν καταλάβαινα γιατί η μαμά μου είχε βάλει πολύ αυθύρους κανόνες για το που μπορούσα να πηγαίνω και τι μπορούσα να κάνω. Επίσης έπρεπε να της λέω συχνά που βρισκόμουν όταν έβγαινα έξω με τον Τζος. Αυτό σήμαινε πως δεν μπορούσαμε πια να μένουμε με τις ώρες στο δάσος ψάχνοντας νέο δρόμο. Σκεφτήκαμε να κολυμπάμε όταν φτάναμε στο σημείο που δεν μπορούσαμε να περάσουμε αλλά αυτό δεν γινόταν γιατί ο χάρτης θα βρεχόταν.
Δοκιμάσαμε να κινούμαστε πιο ρίγορα όταν ξεκινούσαμε το σπίτι του Τζος όμως πάλι καταλήγαμε στο ίδιο πρόβλημα. Τότε μας ήρθε μια τρομερή ιδέα. Θα φτιάχναμε μια σχεδία. Επειδή στη γειτονιά γίνονταν οικοδομές υπήρχαν παντού άχρηστα υλικά όπου οι εργάτες πετούσαν στην άκρη του δρόμου. Στην αρχή φανταζόμασταν ότι θα φτιάχναμε ένα τεράστιο πλοίο με κατάρτι και άγκυρα, αλλά γρήγορα καταλάβαμε ότι έπρεπε να κάνουμε κάτι πιο απλό.
Μαζέψαμε ξύλα, βρήκαμε μεγάλα κομμάτια φελιζόρ και τα δέσαμε μεταξύ τους με σκηνή και σπάγκο από χαρταετό. Λέξαμε τη σχεδία στο νερό λίγο πιο κάτω από το σπίτι της κυρίας Μάγκη και της κουνήσαμε το χέρι καθώς εκείνη μας έκανε νόημα να γυρίσουμε πίσω. Όμως τίποτα δεν θα μας σταματούσε. Η σχεδία δούλευε πολύ καλύτερα από όσο περιμέναμε Κάναμε και οι δύο, πως ήταν αυτονόητο ότι θα πετύχαινε Αλλά εγώ τουλάχιστον είχα εκπλαγή Είχαμε από ένα μεγάλο κλαδί για κουπί Όμως σύντομα καταλάβαμε ότι ήταν πιο εύκολο να σμπρώχνουμε τον βυθό Παρά να κάνουμε κανονικό κουπί Όταν το νερό γινόταν πολύ βαθύ Ξαπλώναμε μπρούμητα και κοπηλατούσαμε με τα χέρια Δούλευε και αυτό, απλώς όχι τόσο καλά Την πρώτη φορά που το κάναμε θυμάμαι να σκέφτομαι πως αν μας έβλεπε κάποιος από ψηλά θα νόμιζε ότι ένας τεράστιος χοντρός άνθρωπος με μικροσκοπικά χέρια είχε βγει για μπάνια Στην πραγματικότητα χρειάστηκαν αρκετές διαδρόμες μέχρι να φτάσουμε με τη σχεδία στο σημείο του δάσους που είχαμε σταματήσει την προηγούμενη φορά
Αφού είχαμε αρχίσει να σημαδεύουμε το έδαφος με τα ξύλα, τρέχαμε μέσα στο δάσος μέχρι να βρούμε το σημάδι και μετά προσπαθούσαμε όσο πιο προσεκτικά μπορούσαμε να καταγράψουμε τη διαδρομή μας Αυτό σήμαινε πως το δύσκολο σημείο βρισκόταν αρκετά μακριά, οπότε το να ταξιδέψουμε με τη σχεδία από το σπίτι μου μέχρι εκεί έπαιρνε περισσότερο χρόνο από όσο νομίζαμε Πηγαίναμε λίγο πιο πέρα κάθε φορά, δέναμε τη σχεδία και την επόμενη φορά τρέχαμε μέσα από το δάσος μέχρι να τη βρούμε και συνεχίζαμε από εκεί Συνεχίσαμε έτσι μέχρι που πήγαμε πρώτο δημοτικού Εκείνη τη χρονιά εγώ και ο Τζος ήμασταν σε διαφορετικά τμήματα, οπότε αφού δεν βλεπόμασταν πολύ στο σχολείο Οι γονείς μας μας άφησαν πιο εύκολα να περνάμε μαζί τα Σαββατοκύριακα Επιπλέον, ο πατέρας του Τζος δούλευε σε μια μεγάλη οικοδομή και έλειπε συχνά τα Σαββατοκύριακα Ενώ η μητέρα του ήταν συνέχεια σε επιφυλακή λόγω της δουλειάς της Έτσι, ο Τζος έμενε σχεδόν κάθε Σαββατοκύριακο στο σπίτι μου για πολλές εβδομάδες
Θα έπρεπε να προχωράμε πολύ γρήγορα, αλλά όταν τελικά φτάσαμε στο σημείο που μας είχε σταματήσει δεν μπορούσαμε να βρούμε μέρος για να δέσουμε τη σχεδία και να συνεχίσουμε. Το δάσος ήταν υπερβολικά πυκνό και το νερό είχε φτάσει στο χώμα τόσο πολύ που οι ρίζες των βέντρων είχαν μείνει εκτεθειμένες πάνω από το μικρό ποτάμι.
Κάθε φορά αναγκαζόμασταν να γυρίζουμε πίσω και να αφήνουμε τη σχεδία στο ίδιο σημείο που μας είχε κάνει εξ αρχής να τη φτιάξουμε. Και σαν να μην έφτανε αυτό, είχε έρθει και ο χειμώνας οπότε δεν μπορούσαμε να βγαίνουμε από το σπίτι φόροντας μαγιό χωρίς να κινήσουμε υποψίες. Δεν προχωρούσαμε καθόλου. Πάντα έπρεπε να επιστρέψουμε πριν καταφέρουμε να φτάσουμε πιο μακριά.
Ένα Σάββατο γύρω στις 7 το απόγευμα ενώ παίζαμε με τον Τζος, μία συνάδελφος της μαμάς μου χτύπησε την πόρτα. Την έλεγαν Σαμάνθα και τη θυμάμαι καλά γιατί λίγα χρόνια αργότερα θα της έκανα πρόταση γάμου όταν πήγα να δω τη μαμά μου στη δουλειά. Η μα μου είπε πως έπρεπε να πάει στη δουλειά για να λύσει ένα πρόβλημα και ότι θα γύριζε σε περίπου δύο ώρες.
Το αυτοκίνητό της ήταν στο συνεργείο, οπότε θα πήγαινε με τη Σαμάνθα. Κατάλαβα πως το πρόβλημα είχε προκληθεί από τη Σαμάνθα και ότι θα το συζητούσαν στη διαδρομή, γι' αυτό και δεν θα ρωγούσαν πολύ. Μας είπε πως δεν έπρεπε με τίποτα να βγούμε από το σπίτι ή να ανοίξουμε την πόρτα σε κανένα. Πήγε να πει ότι θα τηλεφωνούσε κάθε ώρα για να δει αν είμαστε καλά, αλλά σταμάτησε απότομα όταν θυμήθηκε ότι το τηλέφωνο μας είχε κοπεί επειδή δεν είχαν πληρωθεί λογαριασμοί.
Γι' αυτό η Σαμάνθα είχε έρθει χωρίς προειδοποίηση. Με κοίταξε κατευθείαν στα μάτια καθώς έκλεινε την πόρτα και είπε «Μην πάτε πουθενά». Αυτή ήταν η ευκαιρία μας. Παρακολουθήσαμε το αυτοκίνητο να φεγγει από τον στριφογυριστό δρόμο της γειτονιάς Και μόλις χάθηκε στη στροφή τρέξαμε πίσω στο δωμάτιό μου Άδειασα το σοκίδιό μου ενώ ο Τζος πήρε τον χάρτη Έχεις φακό ρώτησε ο Τζος Όχι αλλά θα έχουμε γυρίσει πολύ πριν νυχτώσει Ναι αλλά καλού κακού καλύτερα να έχουμε έναν Η μα μου έχει αλλά δεν ξέρω που τον κρατάει Περίμενε Έτεξα στην τουλάπα μου και κατέβασα ένα κουτί από το πάνω ράφι «Έχεις φακό εκεί μέσα» ρώτησε ο Τζος. «Όχι ακριβώς».
Άνοιξα το κουτί και έβγαλα τρεις ρωμαϊκές λαμπάδες που είχα πάρει κρυφά από τα πυροτεχνήματα της μαμάς μου μετά την Τετάρτη Ιουλίου μαζί με έναν αναπτύρα που τις είχα κλέψει μήνες πριν. Έτσι αν χρειαζόμασταν φως θα είχαμε τουλάχιστον κάτι. Εκείνη την εποχή δεν φοβόμουν ακόμα το δάσος στη νύχτα Οπότε δεν ψάχναμε φως επειδή φοβόμασταν Το κάναμε απλώς για πρακτικούς λόγους Τα πετάξαμε όλο μέσα στο σακίδιο και φύγαμε τρέχοντας από την πίσω πόρτα Τρέξαμε μέσα στο δάσος όσο πιο γρήγορα μπορούσαμε Και φτάσαμε στη σχεδία σε περίπου 15 λεπτά Φορούσαμε ήδη τα μαγιό μας κάτω από τα ρούχα οπότε βγάλαμε τις πλούζες και τα σορτσάκια και τα αφήσαμε δίπλα στο νερό.
Λύσαμε τη σχέδια από το δέντρο, πήραμε το αυτό σχέδιο κοπιά μας και ξεκινήσαμε. Και εδώ πέρα αγαπητά φαντασματάκια το πάρτ 2 φτάνει στο τέλος του. Ελπίζω να σας άρεσε και να σας κορυφώνεται όλο και περισσότερη αγωνία γιατί σίγουρα κορυφώνεται η δική μου. υπάρχουν τρομερά σημεία ωραίες εικόνες πολύ ωραία ατμόσφαιρα ανυπομονώ να δω τι θα γίνει και στα επόμενα parts που τελικά από τι φαίνεται αυτή η σειρά θα βγει σε πέντε επεισόδια και είμαστε ακόμα στο δεύτερο ελπίζω να το απολαύσετε αγαπητά μου φαντασματάκια και όπως είπα και στην αρχή του βίντεο να ξέρετε πως υπάρχει κάτι που ετοιμάζω για εσάς, υπάρχει κάτι που ετοιμάζω που αφορά το να έχετε πρόσβαση στα merch και στα βιβλία της Κρυπιπέδια το ότι έχω δημιουργήσει ενώ παράλληλα να μπορέσετε και να στηρίξετε το podcast αλλά και να πάρτε και αυτά που θα θέλατε να αποκτήσετε δεν θέλω να πω παραπάνω απλά σας το λέω και πάλι για να έχετε έτσι μια γεύση και ναι όσο φαντασματάκια γουστάρετε ακολουθήστε τη σελίδα στο instagram
είναι παπάκι κρυπέδια επίσης οφαντασματάκια που εσάς hostάρετε τα horror chill τα τρομακτικά παιχνίδια στο twitch κάθε Τετάρτης τις 9 καθόμαστε, τσιλάρουμε ή παίζουμε κάποιο παιχνίδι στο Misses Phantom TV έτσι λέγεται θα υπάρχουν link για τα πάντα κάτω στη περιγραφή και όσο οφαντασματάκια θέλετε να αγάψετε τη δική σας αληθινή τρομακτική ιστορία που έχετε ζήσει.
Θα υπάρχει επίσης link κάτω στην περιγραφή που θα σας πετάξει σε ένα Google Forms, όπου εκεί θα μπορέσετε να γράψετε και τη δική σας αληθινή τρομακτική ιστορία. Θα το εκτιμήσω πάρα πολύ αν κάνετε κάτι από αυτά. Σας ευχαριστώ και πάλι που με παρακολουθήσατε. Θα τα πούμε αν είναι σε ένα επόμενο επεισόδιο της Κρυβουπαίδια και μέχρι τότε να είστε καλά και να προσέχετε.
Bye bye!
Σχόλια
Χωρίς σχόλιαΣυνδεθείτε για να συμμετάσχετε στη συζήτηση
Σύνδεση για ΣχολιασμόΔεν υπάρχουν σχόλια ακόμα