Skip to content
PodBase
Μέχρι Θανάτου... η Γιόλα Βαγενά

Μέχρι Θανάτου... η Γιόλα Βαγενά

Μέχρι Θανάτου
Μάιος 25, 2026 00:45:15
Συνδεθείτε για να δηλώσετε αν σας αρέσει
Συνδεθείτε για να δηλώσετε αν σας αρέσει
Προσθήκη σε Λίστα Επεισοδίων
Αποθηκεύστε αυτό το επεισόδιο σε λίστα.
Όνομα Λίστας

Σχετικά με αυτό το επεισόδιο

Εσείς.. θα σκοτώνατε κάποιον αν σας το ζητούσε..;

Η υπόθεση έχει γίνει επεισόδιο στη 10η εντολή - "Κλειστά Παράθυρα" και στον Κόκκινο Κύκλο - "Θέλω μια Χάρη"


Κλείσε τη συνεδρία σου με ένα πιστοποιημένο ψυχοθεραπευτή και χρησιμοποίησε τον κωδικό mexrithanatou25 για 25% έκπτωση στην πρώτη συνεδρία ή το πρώτο πακέτο συνεδριών μέσα από το app της Hiwell:
https://hiwell.app/mexrithanatou2-

σημαντικές πηγές

Πάνος Σόμπολος - "Τα Εγκλήματα που Συγκλόνισαν την Ελλάδα"

Άγγελος Τσιγκρής - "Πολύκροτες Δίκες"

Αυτόματη μεταγραφή — ενδέχεται να περιέχει λάθη.

Το πιο αποτελεσματικό όπλο, η θέληση του νέου της φίλου. Του φίλου της Γιώλλας Βαγενά. αφήνοντας ένα θετικό σχόλιο και μια καλή κριτική ή κάνοντας μια δωρεά μέσω της εφαρμογής BuyMeACoffee. Φωτογραφικό αρχείο των υποθέσεων που σας διηγούμε μπορείτε να βρείτε στη σελίδα του podcast, στο facebook και το instagram. Περιμένω τα μηνύματά σας και στο email μέχρι.thanatou.podcast.gmail.com Η HiWell είναι μια πλατφόρμα εμπιστοσύνης.

Χιλιάδες έμπειροι και επιστοποιημένοι ψυχολόγοι, αλλά και διαιτολόγοι και ειδικοί σε θέματα διατροφής, όλοι με άδεια ασκήσεως επαγγέλματος, είναι διαθέσιμοι σε εσάς μέσα στο ασφαλές online δικτυό της. Η μεγαλύτερη πλατφόρμα ψυχοθεραπείας στην Ελλάδα είναι πανεύκολη στη χρήση και σας επιτρέπει να πραγματοποιείτε συνεδρίες με βιντεοκλήση στην ασφάλεια και την άνεση του προσωπικού σας χώρου.

Ακόμα και όταν ταξιδεύετε. Κάντε τώρα μια δωρεάν 15 λεπτή δοκιμή και ανακαλύψτε καινούριους τρόπους να φροντίσετε τον εαυτό σας. Με χρήση του κωδικού Μέχρι Θανάτου 25 έχετε 25% έκπτωση στην πρώτη σας συνεδρία ή στο πρώτο πακέτο συνεδριών. Λίνκ θα βρείτε στην περιγραφή του επεισοδίου. βγαίνει από το γενικό νοσοκομείο Άρτας.

Παρά το γεγονός ότι βρίσκεται στο κέντρο της πόλης το κατακαλό καιρό, νιώθει σαν να της έχουν πετάξει ένα κουβά με παγωμένο νερό. Δεν είναι τρελή λοιπόν, δεν ήταν όλα σενάρια της φαντασίας της. Κάτι συμβαίνει, στα αλήθεια. Είχε καιρό τώρα που η διέστησή της ούρλιαζε από τα βάθη του μυαλού της. Ο Τάκης έχει γίνει άλλος άνθρωπος.

Ψυχρός, απόμακρος. διαρκώς απασχολημένος. Ακόμα κι όταν είναι μαζί, νιώθει σαν να έχει γίνει αόρατη για εκείνον. Δυσκολεύεται να έχει ενεργή συμμετοχή στις συζητήσεις τους. Οι απαντήσεις του είναι πια ρηχές και προσποιητές. Το τηλέφωνο χτυπάει πιο συχνά από ό,τι στο παρελθόν και εκείνος τρέχει να το σηκώσει. Μιλάει σιγά και αλλάζει κουβέντα όταν εκείνη μπαίνει στο δωμάτιο.

Αργεί σχεδόν καθημερινά να επιστρέψει στο σπίτι Δεν θέλει να την αγγίξει Της λέει ότι είναι αγχωμένος, ότι δεν νιώθει καλά Αποδίδει την αλλαγή του στην κακή του ψυχολογία Και γι' αυτό είχε αρχίσει να βλέπει ψυχολόγο Η Γιώλα βρίσκεται τώρα σε ένα σημείο της ζωής της Που δεν έχει ιδέα πώς να διαχειριστεί Όταν ξεκίνησαν πριν από λίγες μέρες από την Αθήνα για τις καλοκαιρινές τους διακοπές στη Λευκάδα, πίστευε πως επιτέλους θα βρεθεί τρόπος να έρθουν ξανά κοντά.

Ο Τάκης, στο δρόμο για το νησί όμως, τους είχε βάλει μέσα στην άρτα, λέγοντάς της ότι το αμάξι έχει πρόβλημα και ότι θα πρέπει να βρει συνεργείο. Την άφησε όλο μόναχη και έφυγε για ώρες. Και στο νησί μετά όταν έφτασαν, πάλι το ίδιο έκανε. Της είπε ξαφνικά ότι πρέπει να πάει πάλι στην άρτα, γιατί τον έχουν καλέσει στο νοσοκομείο να μιλήσει σε κάποια εκδήλωση.

Η Γιώλα πάλι έμεινε μόνη. Κάτι δεν πήγαινε καθόλου καλά. Κι έτσι πήρε επιτέλους την απόφαση να το διαπιστώσει η ίδια, πέρα από κάθε αμφιβολία. Και είχε δίκιο, δυστυχώς. Ο γιατρός Παναγιώτης Κοντέσης, ο σύζυγός της για είκοσι ολόκληρα χρόνια, τα μισά όλης της της ζωής, δεν ήταν εκεί που της είχε πει ότι θα είναι. Την άφησε μόνη της στις καλοκαιρινές τους διακοπές και έφυγε Και τώρα δεν έχει ιδέα που βρίσκεται Δεν υπήρχε άλλη εξήγηση Όλα τα γεγονότα οδηγούσαν σε ένα μόνο συμπέρασμα Ο Τάκης έχει άλλη Οι άλλοι ήταν κάποια νεότεροι της νοσηλεύτρια Συνάδελφος του Τάκη στο νοσοκομείο Είναι σίγουροι πως αυτή είναι που της έχει τηλεφωνήσει κάποιες φορές στο σπίτι και της έχει μιλήσει απέσια.

«Ο άντρα σου ήταν μέχρι τώρα μαζί μου. Σε δέκα λεπτά θα είναι εκεί», της είχε πει μια φορά. Και πράγματι, έτσι έγινε. Και αυτή η καινούρια ζωή που της έτριβε στη Μούρη ήταν χειρότερο και από το να τη σκότωνε. Η Γιώλα νιώθει πως είναι χαμένη από τα αποδυτήρια. Ο Τάκης δεν φαίνεται μπερδεμένος, είναι ερωτευμένος. Της λέει διαρκώς τόσα ψέματα που η Γιώλα νιώθει πια ότι κολυμπάει σε αυτά.

Συνομωτεί με την ερωμένη του για να περνούν όσο περισσότερο χρόνο γίνεται μαζί. Η Γιώλα νιώθει τεράστια προδοσία. Ποιος είναι αυτός ο άντρας που γελάει πίσω από την πλάτη της, που τη θεωρεί ένα ευκολό πιστοκορόιδο, που την αφήνει συνέχεια μόνη. Γιατί φαίνεται τόσο έτοιμος να συνεχίσει χωρίς εκείνη. Γιατί εκείνος είναι καλά, ενώ εκείνη είναι τόσο δυστυχισμένη.

Η Γιώλα είναι μια σοβαρή επιστήμονας, μια επιτυχημένη οδοντίατρος. Είναι καλλιεργημένη, γεμάτη αυτοπεποίθηση. Πριν παντρευτεί είχε μεγάλο κοινωνικό κύκλο και όλοι επενούσαν τον ισχυρό της χαρακτήρα. Γιατί ένιωθε όμως πια τόσο μικρή. Ο Τάκης είναι ο πρώτος και ο μόνος της δεσμός. Είναι το άλλο της μισό. Είχε δουλέψει σκληρά από μικρή.

για να χρηματοδοτήσει τις σπουδές του. Ακίνητα και τραπεζικοί λογαριασμοί έχουν και τα δύο ονόματα. Η καρδιά του όμως τώρα ανήκει σε άλλη. Η γιόλα δεν είναι καλά. Ο κόσμος της έχει πυξελιάσει. Δεν μπορεί να συγκεντρωθεί στη δουλειά της. Όλη μέρα το μόνο που σκέφτεται είναι η προδοσία του Τάκη. Το στήθος της είναι βαρύ, σαν να κάθεται πάνω ένα τσουβάλι πέτρες.

Ο Τάκης είναι εντελώς απαθής στον κόσμο του. Δεν προσπαθεί καν να κρατήσει τα προσχήματα Της υπόσχεται ότι θα διακόψει την εξωσυζυγική του σχέση Αλλά είναι πασίφανές ότι δεν έχει κανένα σκοπό να το κάνει Η Γιώλα δεν είναι πια η Γιώλα Είναι αυτή που δεν θέλει πια ο Τάκης Όλη της η προσωπικότητα έχει συρρυκνωθεί σε αυτό Και με τον καιρό χειροτερεύει Δεν μπορεί να φάει, δεν μπορεί να κοιμηθεί Ο Τάκης της έχει γλιστρήσει μέσα από τα χέρια Δεν είναι ζωή αυτή. Κάθε λεπτό που η κατάσταση δεν επιστρέφει μαγικά στο πριν, της φαίνεται αιώνας.

Αν είναι έτσι η ζωή της από εδώ και πέρα, καλύτερα να μη ζει. Η Γιώλα έχει πέσει σε βαθιά κατάθλιψη. Πλέον δεν μπορεί να λειτουργήσει. Νιώθει προδοσία, γελιοποίηση, ντροπή, μοναξιά και απόλυτη απελπισία. Οι δικοί της άνθρωποι αργότερα θα πούν ότι η λατρεία της για τον Τάκη είχε εξ αρχής μια δόση υπερβολής Του είχε παθολογική αδυναμία που τα πρώτα χρόνια περνούσε ως έντονη αγάπη και έτσι το έβλεπε και ο ίδιος Όμως οι ψυχρεμότεροι, όσοι μπορούσαν να του δουν όλο αυτό από απόσταση έβλεπαν ότι η Γιώλα είχε αιμονή με τον άντρα της Ίσως το γεγονός ότι δεν είχαν κάνει παιδιά να είχε και αυτό ενισχύσει αυτή τη σχέση εξάρτησης Η Γιόλα άρχισε να έχει αυτοκτονικές τάσεις Από εκεί που στέκεται η Γιόλα δεν βλέπει τον τρόπο να σταματήσει να πονάει Αρχίζει να εκφράζει στους γύρω της την επιθυμία να πεθάνει Θα επισκεφτεί δύο διαφορετικούς ψυχίατρους Οι οποίοι θα τη διαγνώσουν με ενδογενή κατάθλιψη Θα της συστήσουν αγωγή με φάρμακα και για κάποιο διάστημα νοσηλεία

Περισσότερο για να απομακρυνθεί από την αισθία του πόνου Ο Τάκης της λέει να μην πάρει τα φάρμακα γιατί τα θεωρεί βαριά Από τις συνεδρίες η Γιόλα δεν βλέπει άμεση βελτίωση Δεν μπορεί να καταλάβει ότι είναι και αυτό μια διαδικασία που χρειάζεται χρόνο και συνέπεια Πριν γίνεις καλύτερα θα γίνεις λίγο χειρότερα γιατί η ψυχική ενδοσκόπηση μπορεί να βγάλει στην επιφάνεια πράγματα που δεν θα σου αρέσουν.

Εξακολουθεί να έχει αυτοκτονικές σκέψεις, τις οποίες εκφράζει ανοιχτά στους γύρω της ένα ξεκάθαρο κάλεσμα για βοήθεια. Όσο το σκέφτεται όμως, τόσο διαπιστώνει μια σοβαρή τεχνική δυσκολία. Της είναι αδύνατο να το κάνει μόνη της. Φοβάται μήπως δεν το κάνει σωστά, μήπως πονέσει Ή πολύ απλά κάτι μέσα της ακόμα παλεύει να κρατηθεί στη ζωή Η σκέψη του θανάτου γίνεται τόσο ισχυρή όσο και η αιμονή της με τον Τάκη Δεν μπορώ να σκοτώσω τον εαυτό μου, βοηθήστε με να πεθάνω, λέει η Γιώλα Από την αδερφή της ζητά να ανεβούν μαζί στην ταράτσα και εκείνη να τις πρόξει Από τον κουνιάδο της ζητά να της βρει έναν αλβανό να τον πληρώσουν να την εκτελέσει Από έναν ελαιοχρωματιστή που τους έκανε εργασία στο σπίτι Ζητά να της βρει έναν εχέμηθο ηλεκτρολόγο να έρθει να πειράξει τα καλώδια Ώστε όταν μπει για μπάνιο να πάθει ηλεκτροπληξία Μπορεί, αν είναι τυχερή, να πείσει και τον Τάκη να μπει μαζί της Ζητά βοήθεια ακόμα και από τους ασθενείς της στο ιατρείο Το οδοντιατρίο της Γιόλας είναι επί της Χαριλάου Τρικούπη στον αριθμό 38.

Λίγο πιο πάνω, στον αριθμό 58, υπάρχει, ακόμα και σήμερα, κάτω από μία πολυκατοικία, ένα σταθμός αυτοκινήτων. Εκεί αφήνει κάθε μέρα το φόρτ φιέστα της. Εκεί εργάζεται ο 39χρονος Ματθαίος Μονσελάς. Ο Μάνθος, όπως τον φωνάζουν οι περισσότεροι, είναι ένα καλό παιδί. Χαμηλών τόνων, ήσυχος. Πάντα ευγενικός και εξυπηρετικός.

Είναι κάπως μοναχικός. Ιδιαίτερα σκεπτόμενος και συναισθηματικός. Έχει σπουδάσει φωτογραφία. Γέννημα θρέμα Αθηναίος, μένει μόνιμα στο Βύρονα. Γράφει ποίηματα σαν να γράφει ημερολόγιο. Τη Γιώλα τη βλέπει κάθε μέρα. «Γεια σας κυρία Βαγενά», της λέει πάντα χαμογελαστός. Δεν ξέρει πολλά για εκείνη, τρία χρόνια τώρα έχουν μείνει μόνο στα τυπικά.

Τώρα τελευταία του φαίνεται κάπως αλλαγμένη. Είναι ιδιαίτερα κατηφής, αδύνατο να μην το προσέξεις. Μία μέρα θα του μιλήσει. «Έλα να σου φτιάξω τα δόντια», θα του πει. Τα δόντια του Μάνθου είναι πράγματι εντυπωσιακά παραμελημένα. Ο Μάνθος θα της πει ότι φοβάται τους οδοντίατρους Τροχούς, πένσες, κατσαβίδια δεν τα μπορώ, της λέει Η Γιώλα χαμογελά Του προτείνει να αρχίσει να έρχεται στο ιατρείο χωρίς να κάνουν τίποτα Μπορεί να τις κάνει παρέα μέχρι να εξοικειωθεί με το χώρο και τα εργαλεία Ο Μάνθος το σκέφτεται Αφού γνωρίζονται, ίσως του επιτρέψει να την εξοφλήσει και σε δόσεις Στην αρχή πηγαίνει κανά δύο φορές την εβδομάδα Μιλάνε περί ανέμων και υδάτων Για τη ζωή και τα ενδιαφέροντά τους Σιγά σιγά τα προβλήματα της Γιόλας Αρχίζουν να μονοπολούν τη συζήτηση Η απιστία του Τάκη, ο ψυχικός της πόνος Η επιθυμία της να τα τελειώσει όλα Ο μάνθος την ακούει Της λέει ότι αν κάνει υπομονή Πολύ πιθανά τα πράγματα να ηρεμήσουν Είναι χρόνια με τον άντρα της Και μια απιστία δεν σημαίνει απαραίτητα το τέλος

Ας του δώσει μια ευκαιρία, δεν αποκλείεται να του περάσει Οι συναντήσεις τους γίνονται όλο και πιο τακτικά Ο Μάνθος, ο μοναχικός ποιητής, νιώθει ωραία που η Γιώλα, η όμορφη και ευκατάστατη οδοντίατρος, του δείχνει τόση εμπιστοσύνη Του μιλάει για θέματα τόσο προσωπικά, τόσο λεπτά, για την προδοσία, τη ζωή και το θάνατο τον κάνει να νιώθει σημαντικός ότι παρά το κοινωνικό του σχάσμα όπως το αντιλαμβάνεται ο ίδιος εκείνη τον θεωρεί αρκετά σημαντικό για να του ζητήσει να την ακούσει.

Είχε γίνει από νωρίς ξεκάθαρο ότι δεν υπήρχε μεταξύ τους ερωτική χημεία αν και στιγμία του πέρασε από το μυαλό. Τώρα βρίσκονται σχεδόν κάθε μέρα. Αν είχε η Γιώλα έστω και ένα μικρό κενό στο πρόγραμμά της τον έπαιρνε τηλέφωνο να έρθει αμέσως στο ιατρείο. Συνδέθηκαν με ένα βαθύ, πρωτόγνωρο τρόπο μέσα σε πολύ μικρό χρονικό διάστημα.

Ο συναισθηματικός και ρομαντικός μάνθος που του αρέσει να φιλοσοφεί έχει γίνει το πνευματικό δεκανίκι της Γιώλας. Όμως, μέρα με τη μέρα, συνάντηση με τη συνάντηση και όσο της έδινε το χώρο να μιλάει για τον Τάκη και την επιθυμία της να πεθάνει, Τόσο ο ίδιος αρχίζει να εκλοβίζεται σε ένα μακάβριο σκοτάδι. Μπορεί να καταλάβει τον πόνο της, γιατί και ο ίδιος στο παρελθόν είχε κάνει δυο φορές απόπειρα να αυτοκτονήσει.

Όμως το βάρος της γυναίκας αρχίζει να γίνεται αφόρητα ασήκωτο. Η γιόλα βασανίζεται από αιμονές και ό,τι κι αν της λέει δεν μπορεί να την ανακουφίσει. Έχει χάσει το μέτρο και ο Μάνθος πια πιέζεται Αλλά καταλαβαίνει πως τον χρειάζεται και φοβάται να την εγκαταλείψει Μάνθο θέλω εσύ να με σκοτώσεις θα του πει Στην αρχή ο Μάνθος έχει την αντίδραση που είχαν και όλοι οι άλλοι Της είπε ότι δεν γίνονται αυτά τα πράγματα Δεν μπορεί να ζητάει έτσι από κάποιον να γίνει δολοφόνος Η Γιόλα όμως είναι ένα δυστυχισμένο πλάσμα Δεν μπορώ να ζήσω χωρίς τον Τάκη λέει και τους παράζει την καρδιά.

Αρχίζει να γίνεται συγκαταβατικός. Της λέει ότι δεν ξέρει πώς να το κάνει, δεν ξέρει από αυτά. Σκέφτεται πως αν δεν της το ξεκόψει απότομα, θα κερδίσει χρόνο. Θα συνεχίσει να τον εμπιστεύεται και να του μιλάει. Θα ξεθυμένει, θα ηρεμεί. Ίσως καταφέρει να βρει τον Τάκη και να του μιλήσει, να τον συνετίσει και να καταφέρει να τον κάνει να γυρίσει και στη γυναίκα του.

Πού θα πάει, τα πράγματα θα γίνουν καλύτερα. Δεν θέλει να την εγκαταλείψει και να την κάνει να νιώσει ακόμη μεγαλύτερη απελπισία. Άσε που μπορεί τελικά να αποφασίσει να το κάνει μόνη της και μετά θα έχει τύψες για όλη του τη ζωή. Η Γιώλα νιώθει ότι μάλλον βρήκε το λυτρωτή της. Δεν έχει μιλήσει στους δικούς της για τις συζητήσεις της με τον Μάνθο, αλλά έχει αρχίσει να τον αναφέρει.

«Αυτό που δεν θέλετε να μου κάνετε εσείς, θα μου το κάνει ο Κοτσιδάκιας», τους λέει. Του μάνθου τα μαλλιά, αν και έχουν αερεώσει μπροστά, πίσω είναι αρκετά μακριά και συχνά τα πιάνει. Οι αποπνικτικές συναντήσεις στο ιατρείο μεταφέρονται σε εξωτερικό χώρο. Αφού του κλείσει το ιατρείο το βράδυ, η γιόλα παίρνει με το φιέστατο μάνθο και πηγαίνουν βόλτες.

Οδηγούν μέσα στη νύχτα για ώρα. Διαδρομές 50, 100, 200 χιλιόμετρων. Πηγαίνουν εντός και εκτός Αθηνών, Λαμία, Χαλκίδα, μέχρι και Κόρινθο Καταλήγουν σε προσεκτικά επιλεγμένα απόμερα μέρη, σκοτεινά και ερημικά Η Γιώλα τον παρακαλά να τη σκοτώσει, να τη λυπηθεί και να τη βοηθήσει Μια μέρα πριν τα Χριστούγεννα θα του εμφανίσει ένα όπλο Μάνθο αγόρασε αυτό το όπλο για να σκοτωθώ, του είπε Ήταν ένα εννιάρι πιστολή με γεμιστήρα και ένα κουτί με έξτρα 25 σφαίρες Του είπε ότι της το είχε δώσει ένας φίλος της δικηγόρος «Τι μαλακίες είναι αυτές που κάνεις» της είπε εκείνος Τα πράγματα ξαφνικά είχαν σοβαρέψει πολύ Τον έκοψε κρύος υδρότας Το όπλο το πρόσφερε σε εκείνον «Μάνθο κάνε το εσύ» τον παρακάλεσε ξανά «Όχι από μακριά να μην αστοχήσεις»

Ο Μάνθος το πήρε το όπλο. Δεν υπήρχε περίπτωση να της το αφήσει. Έτσι τυλιγμένο, όπως ήταν σε σακούλα, το έδειξε σε έναν συνάδελφό του στο πάρκιν, τον Ισάμ Χασάν, ένα φοιτητή οδοντιατρικής. Ο Ισάμ το ψηλάφισε αποσβολωμένος. «Πού το βρήκες», τον ρώτησε. «Το πήρα από τη γιόλα. Θέλει να αυτοκτονήσει». «Θα το χρησιμοποιήσεις? Εννοείται πως όχι, θα το πετάξω».

Ο μάνθος όμως το πήρε σπίτι του. Στην επόμενη βόλτα τους, η γιόλα του ζήτησε να το φέρει μαζί. Το έπαιρνε σε κάθε τους βόλτα μαζί. Μόλις άφηναν το αμάξι, η γιόλα ετοιμαζόταν. «Έλα μάνθο, εδώ δεν θα μας δει κανείς». Μια βραδιά, στο σχηματάρι, ο μάνθος όπλησε και πυροβόλησε στο κορμό ενός δέντρου. Ήθελε έτσι να τη φοβερήσει Ήθελε να την τρομάξει ο ήχος Να της πει με έναν τρόπο Σταμάτα να παίζεις με αυτά τα πράγματα Σταμάτα να παίζεις και μαζί μου Είχε όμως το αντίθετο αποτέλεσμα Η Γιώλα καταλαβαίνει ότι επιτέλους Θα έχει αυτό που θέλει Και η πίεση αυξάνεται Τον παίρνει κάθε μέρα τηλέφωνο Έλα στο ιατρείο δεκάδες φορές Ο Μάνθος έχει έρθει σε φοβερά δύσκολη θέση Προσπαθεί να την αποφύγει Λέει στο αφεντικό του πως αν τηλεφωνήσει η Γιώλα Να της πει ότι έχει δουλειά και να μην τον δώσει Η Γιώλα βάζει μια φορά έναν άντρα Και μια άλλη την καθαρίστρια του ιατρείου Να καλέσουν για να καταφέρει να τον φέρει στο ακουστικό Το Δεκέμβριο του 1993 Ο Τάκης πρέπει να πάει στο Λονδίνο για δουλειά

Η Γιώλα τον παρακαλάει να πάνε μαζί Ο Τάκης επινοεί χίλιες δυο δικαιολογίες και τελικά φεύγει χωρίς εκείνη. Η Γιώλα μαθαίνει ότι τελικά ταξίδεψε με την ερωμένη του. Μέσα στις γιορτές των Χριστουγέννων το ρήγμα είναι καταστροφικό. Πάνω σε ένα μεγάλο του στσακωμό τη διώχνει από το σπίτι. «Θα σκοτωθώ», του λέει. «Είναι επιλογή σου», της απαντά.

Η Γιώλα μετακομίζει με τη μητέρα της. Ο Τάκης κόβει κάθε επικοινωνία. Τα δάκρυά της είναι αστήρευτα. Όλοι είναι σε επιφυλακή Καταπίνει μια μέρα, χούφτες υπνοσεντών Η μητέρα της και οι δύο αδελφές της, η Κατερίνα και η Αναστασία Ανησυχούν κάθε φορά που βγαίνει από το σπίτι Οι βόλτες της με το μάνθο έχουν κάτι το εθιστικά μακάβριο Δύο τόσο διαφορετικοί άνθρωποι Ένα αμάξι στην ερημιά και ο θάνατος στο πίσω κάθισμα Δεν υπάρχει σεξ, τα χρήματα δεν έχουν αναφερθεί ποτέ Είναι μόνοι τους σε μια αναζήτηση για το νόημα της ευτυχίας και της ύπαρξης Το όπλο πάλεται πάντα μέσα στον τουλαπάκι Είναι και οι δύο εξαντλημένοι Ο μάνθος από τη γιόλα και η γιόλα από τη θλίψη Αλλά κανείς τους δεν αποφασίζει να κάνει πίσω Αυτές οι βόλτες γίνονται τουλάχιστον δέκα φορές Ο μάνθος νιώθει ότι έχει αρχίσει να υπνοτίζεται Οι γραμμές των ορίων έχουν αρχίσει να θολώνουν Τρίτη, 11 Ιανουαρίου 1994 Γύρω στις 11.30 το πρωί η Γιώλα τηλεφωνεί στον Μάνθο και του ζητάει να βρεθούν ξανά το βράδυ για βόλτα

Για να τελειώνει αυτή η υπόθεση, του λέει Ο Μάνθος προσπαθεί να την αποφύγει Της λέει ότι δεν μπορεί γιατί έχει προγραμματίσει να πάει στο Ινστιτούτο Γκέτε για να ακούσει τζαζ από ένα γερμανό μουσικό. Η Γιόλα νευριάζει πολύ και του βάζει τις φωνές. Ο Μάνθος δεν έχει προγραμματιστεί να έρχεται σε σύγκρουση. Συμφωνεί να τη συναντήσει.

«Ραντεβούς στις εννιά, στο περίπτερο Αλεξάνδρας και Ασκληπιού», της λέει. Η Γιόλα εκείνο το βράδυ αποχαιρετά τη μητέρα και την αδερφή της. «Θα πάω θέατρο, θα αργήσω, μη με περιμένετε». Το φόρτ κατευθύνεται προς Μεσογείον. Νιώθουν και οι δύο μία νευρικότητα, ένα παράξενο μουδιασμά. Στο ύψος της σχολής χοροφυλακής η Γιώλα τους ζητάει να αλλάξουν και μετακινείται στη θέση του συνοδηγού.

Περνάνε το Χολαργό, την Αγία Παρασκευή και στο Σταυρό στρίβουν δεξιά για βορειοανατολικά προάστια. Φτάνουν στη Λούτσα αλλά δεν σταματούν. Συνεχίζουν για βραβρόνα. Κάπου στην περιοχή Λεύκα, σε ένα σημείο που πήγαιναν πρώτη φορά, σταματάνε στα δεξιά του δρόμου. Είναι αρκετά απόμερα, αλλά όχι τόσο ερημικά. Σε κάποια απόσταση φαίνονται σπίτια.

«Εδώ καλά είναι», λέει η Γιώλα και βγαίνει από το αμάξι. Περπατά στο πίσω μέρος του Φόρντ και μετά από λίγα μέτρα σταματά. Ο Μάνθος σηκώνει το όπλο που είχε κάτω στο πάτωμα του αυτοκίνητου. Το χώμα στα πόδια τους είναι υγρό και κρύο. Το σκοτάδι και η υγρασία τους πνίγουν. «Άντε, μάνθο, πυροβόλησε», του είπε και γύρισε την πλάτη της.

Ο μάνθος νιώθει σαν να υπνοβατεί. Οπλίζει. Πυροβολεί τρεις φορές. Νομίζει. Δεν είναι σίγουρος. Δεν βλέπει. Δεν ακούει. Δεν αποκλείεται να έκλεισε τα μάτια του. Η Γιώλα σοριάζεται Από το στόμα της βγαίνει ένα βογγητό Ο μάνθος δεν πάει κοντά της Δεν ξέρει καν αν είναι νεκρή Μπαίνει στο αμάξι και φεύγει Ο άνθρωπος που φοβόταν τους οδοντίατρους Μάλλον μόλις σκότωσε έναν Και τα δόντια του τελικά δεν τα έφτιαξε Η Γιώλα μένει στο χώμα Ο μάνθος βγαίνει από το χωματόδρομο Και προσπαθεί να απομακρυνθεί Είναι ζαλισμένος Δεν ξέρει καν πού βρίσκεται.

Στρίβει δεξιά, στρίβει αριστερά και τελικά επιστρέφει πάλι εκεί που ξεκίνησε. Στο χωματόδρομο βλέπει ήδη ότι μπαίνει ένα άλλο αυτοκίνητο. Προσπαθεί ξανά να διαφύγει. Τώρα καταφέρνει να βγει στο δρόμο προς Κουβαρά. Στο χωριό, έξω από ένα σπίτι, παρκάρει το αυτοκίνητο. Πλέον κινείται πεζός, χωρίς συγκεκριμένο προορισμό. Τα κλειδιά του φόρτ και το όπλο τα πετά από ένα γεφυράκι κάτω σε έναν ξεροπόταμο Τις σφαίρες τις εξφενδονίζει μέσα σε ένα χωράφι Περπατάει για ώρες μέχρι που καταλήγει στον παραλιακό δρόμο της Αναβίσου Περνά μέσα από την Ανάβισο και συνεχίζει προς τα δεξιά Βγαίνει στην Αθηνών Σουνίου στο ύψος της Αγίας Μαρίνας Και εκεί επιχειρεί να κάνει οτοστόπ Τα περαστικά αυτοκίνητα φοβούνται και δεν σταματούν Έχει κάνει περπατώντας ατελείωτα χιλιόμετρα Από τις 10 που έγινε το κακό τώρα κοντεύει να ξημερώσει Στεκόταν κοντά σε μια express service Και έτσι σε κάποιον που τελικά σταμάτησε μετά από μία ώρα περίπου αναμονής Του είπε ότι έχει χαλάσει η μοτοσυκλέτα του και ψάχνει τρόπο να φτάσει τουλάχιστον μέχρι τη Γλυφάδα

Ο άνθρωπος τον εξυπηρέτησε Από τη γλυφάδα παίρνει ταξί και με αυτό φτάνει τελικά Στις 7 και μισή κατευθείαν στη Χαριλάου Τρικούπη για δουλειά Μόνο ένα καφέ πρόλαβε να πάρει από το δρόμο Μοιάζει με φάτασμα Δεν έχει κοιμηθεί λεπτό και περπατούσε σαν τρελός όλη τη νύχτα Αναρωτιέται αν η γιόλα ζει Γύρω στις 12 το μεσημέρι ζητάει από το αφεντικό Να τον αφήσει να πάει να ξαπλώσει λίγο σε ένα δωματιάκι που έχουν Εκεί θα τον βρει η αστυνομία Το σώμα της Γιόλας ετοπίστηκε πολύ σύντομα από ένα περαστικό ζευγάρι Στο σημείο βρέθηκαν τρεις κάλικες των εννέα χιλιοστών και μια παραμορφωμένη βολίδα Ο ιατροδικαστής κύριος Χρήστος Βούρδας, τότε προϊστάμενος της Ιατροδικαστικής Υπηρεσίας Αθηνών, διαπιστώνει δύο τραύματα Το ένα είναι στα δάχτυλα του αριστερού χεριού Το άλλο, αυτό που έφερε το θάνατο, έχει είσοδο στην πλάτη κάπου πάνω από τη μέση Έχει χτυπήσει τα εσωτερικά όργανα της σκυλιάς και έχει βγει από την προστινή πλευρά Από τις τρεις σφαίρες φαίνεται πως τη γυναίκα είχαν πλήξει οι δύο

Κοντά της βρέθηκε η τσάτα της Από την ταυτότητά της μαθαίνουν τα στοιχεία της Γεννημένη το 1953 στην Πάτρα Γεωργία Βαγενά Μέσα στο πορτοφόλι της 30.000 δραγμές Καμία άλλη ένδειξη βία στο σώμα της Κανένα σημάδι σεξουαλικής επίθεσης ή ληστείας Στα αυτιά της φοράω τα σπίδες Η έρευνα κινείται σε αστραπιαίους ρυθμούς Μια ευκατάστατη οδοντίατρος πυροβολημένη στη μέση του πουθενά Η οικογένειά της δίνει στους αστυνομικούς μια εικόνα της κατάστασης που βρισκόταν η Γιώλα.

Η Γιώλα έψαχνα απελπισμένα κάποιον να τη σκοτώσει. Τους το επιβεβαίωσε και ο ψυχιατρός της. Αυτή η πληροφορία, σε συνδυασμό με το γεγονός ότι η γυναίκα φορούσε οτασπίδες, τους προκάλεσε ένα δυσίον ορίγος. Μέσα σε λίγες ώρες ανακρίθηκαν δεκάδες ύποπτοι. Ανάμεσά τους τώρα και ο υπάλληλος Πάρκιν, που έκανε παρέα τώρα τελευταία.

Ο Μάνθος κλαίει απαρηγόρητος όταν μαθαίνει ότι η Γιώλα είναι νεκρή. Η συμπεριφορά του είναι παράξενη, άλλο πρόσαλη. Κατά την ανάκριση στο τμήμα αρνείται κάθε εμπλοκή του στο έγκλημα. Λέει πως το περασμένο βράδυ βρισκόταν στην Πάτρα. Έχει μια εξακοσάρα καβασάκι και του αρέσει να τρέχει στην Εθνική. Συνεχίζουν όμως να τον πιέζουν.

Και εκείνος πέφτει σε αντιφάσεις. Είναι άλλωστε τόσο κουρασμένος. Ό,τι έκανα, το έκανα αποήκτω, λέει τελικά Ο Μάνθος εξομολογείται τα πάντα στους αστυνομικούς Τη γνωριμία τους, τις συζητήσεις τους, τον πόνο της γυναίκας Τα παρακάλια της να την απαλλάξει Έκλαιγε για τη μητέρα της επειδή θα της εναχωρούσε όταν θα πέθαινε Όταν θα τη σκότωναν, ντε και καλά Τον άντρα της τον έβριζε συνεχώς Όμως και εκείνη στις στιγμές μου έλεγε πως αν βρισκόταν μπροστά της και την αγκάλιαζε Έστω ψεύτικα ήταν έτοιμη να τον συγχωρέσει Τους ορκίζεται ότι αντιστάθηκε Επιμένει ότι δεν θυμάται καν τι έγινε Ξέρει ότι το έκανε Ότι είχε το όπλο στα χέρια του Αλλά είναι όλα θολά Αν ήμασταν πρόσωπο με πρόσωπο ίσως δεν πυροβολούσα Πίστευα ότι δεν θα πέθαινε Και ότι μετά από αυτό θα μετάνιωνε Και δεν θα με ξαναενοχλούσε Ο δε σύζυγός της, στον οποίο είχε πει ότι θα αυτοκτονούσε θα την έπαιρνε σοβαρά και θα ξανασμήγανε Εγώ άλλωστε πυροβόλησα προς τους ώμους που δεν είναι από τα ευαίσθητα σημεία για να πεθάνει κάποιος

Η Βαγιανά ήταν ηθικός άνθρωπος, δεν είχαμε ερωτικές σχέσεις ποτέ Ήταν αφοσιωμένη στον άντρα της και πιστεύω πως αν έβρισκε ανταπόκριση από εκείνον σήμερα θα ζούσε Εγώ μετανιούνω για την πράξη μου Επαναλαμβάνω πως δεν ήθελα να τη σκοτώσω Πίστευα όμως ότι ο τραυματισμός της θα γινόταν αιτία να ξανασμίξει με τον άντρα της Ο μάνθος Μονσελάς οδηγεί τους αστυνομικούς στο κουβαρά Στο σημείο που είχε καταλήψει το αυτοκίνητο της Γιόλας Το όπλο και τα κλειδιά δεν βρέθηκαν ποτέ Η υπόθεση συνταράσει την ελληνική κοινωνία και όχι μόνο Δημοσιογραφικά καλύπτεται εκτενώς από μέσα σε όλο τον κόσμο Είναι η πρώτη φορά που, στην Ελλάδα τουλάχιστον, αρχίζουν να γίνονται ουσιαστικές συζητήσεις γύρω από την υποβοηθούμενη αυτοκτονία και την ευθανασία σε μια εποχή που το ίδιο το θέμα της αυτοκτονίας είναι ένα τεράστιο ταμπού.

Οι δύο βασικοί πρωταγωνιστές του δράματος παρουσιάζουν πολύ μεγάλο ενδιαφέρον. Από τη μία, μια γυναίκα σοβαρή με βαθιά καλλιέργεια που μετατρέπει τον άπιστο σύζυγό της σε όλο της το είναι. Από την άλλη, ένας υπάλληλος πάρκινγκ χωρίς σύντροφο, γεμάτος τραύματα ο ίδιος Βαριά κακοποιημένος όλη του τη ζωή από τον τυφλό του πατέρα Είχε εκπαιδευτεί να υπακούει άτομα με κυριαρχικές προσωπικότητες Ένας άνδρας με χαμηλή αυτοεκτίμηση Που από τη μία μέρα στην άλλη είχε γίνει σημαντικός για μία όμορφη οδοντίατρο Τον έψαχνε, του ζητούσε να τη συναντήσει Ήταν αυτός τον οποίο παρακαλούσε να της τερματίσει τη ζωή, να τη σώσει.

Τη μία μέρα περνούσε απαρατήρητος, την άλλη έγινε ένας μικρός θεός. Στις συζητήσεις των ανθρώπων άρχισε να διαφαίνεται μία πικρή αλήθεια. Ανάμεσα στη Γιώλα και τον Μάνθο, ο ρόλος του θήτη και του θύματος είχαν απολύτως ανακατευτεί. Μήπως η Γιώλα τα είχε όλα προσχεδιάσει. Μήπως την ώρα της ανάγκης της, ο αόρατος μάνθος επιλέχθηκε σκοπίμος Εντόπισε η γυναίκα ένα εύκολο και αδύναμο θύμα, το οποίο έφερε με μαεστρία κοντά της Του έδωσε τη σημασία για την οποία διψούσε, το έκανε να τη λυπηθεί, του ζήτησε να τη σκοτώσει Έκαμψε τις αντιστάσεις του με την επιμονή της και του έδωσε μέχρι και το όπλο στο χέρι Ή είχε η Γιώλα εργαλειοποιήσει το μάνθο.

Η πολυαναμενόμενη δίκη ξεκινά το Φεβρουάριο του 1995 στο Μικτόρκο το Δικαστήριο Αθηνών. Η κατηγορία είναι ανθρωποκτονία από πρόθεση σε ήρεμη ψυχική κατάσταση, παράνομη οπλοκατοχή, οπλοφορία και οπλοχρησία. Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι ο μάνθος είναι εκείνος που πάτησε τη σκανδάλη. Αυτή η δίκη αφορά περισσότερο το κομμάτι της καταλληλότερης τιμωρίας για το έγκλημα Η οικογένεια της Γιώλας δεν έχει στιγμή αρνηθεί ότι η γυναίκα βρισκόταν για μήνες σε απελπιστική ψυχική κατάσταση Ταυτόχρονα όμως ξέρουν ότι η Γιώλα δεν ήταν σε θέση να κάνει μόνη της κακό στον εαυτό της Είχε ανάγκη από κάποιον άλλο Και όσο αυτός ο κάποιος άλλος δεν εμφανιζόταν Τόσο η Γιώλα θα έμενε ζωντανή Ανάμεσά τους Με όλα τα μέσα διαθέσιμα σε εκείνη Ώστε να γίνει κάποια στιγμή καλά Το μόνο που χρειαζόταν ήταν χρόνος Ναι, είχε ζητήσει από δέκα άτομα να τη σκοτώσουν Δέκα όμως είχαν πει κατηγορηματικά όχι μέχρι που εμφανίστηκε αυτός που είπε ναι.

Έτσι, η δικαστική αίθουσα, όπως και η κοινωνία, έχει χωριστεί στα δύο. Από τη μία, αυτή, ανάμεσά τους και η οικογένεια, που πιστεύουν ότι κανείς δεν πρέπει και δεν μπορεί να σε πείσει να γίνεις δολοφόνος. Όσο και αν το ίδιο το θύμα στο ζητάει, εσύ δεν έχεις το δικαίωμα να το κάνεις. Από την άλλη, βρίσκεται ο Μονσελάς, που επιμένει πως ποτέ στη ζωή του δεν του είχε περάσει καν από το μυαλό να κάνει κακό σε άνθρωπο.

Ότι η Γιώλα τον χρησιμοποίησε. Ότι ήταν η ίδια ο ηθικός αυτούργος του ίδιου της του φόνου. Η αδελφή της Γιώλας, Αναστασία, καταθέτει. Δεν πήρε οβολή σε έναν άνθρωπο με τόση ευκολία. Ο άνθρωπος αυτός, που τον παρουσιάζουν σαν μικρό θεό και σαν ψυχούλα, γιατί δεν σκέφτηκε πόσα ερήπια ψυχών άφησε πίσω του όταν πάτησε τη σκανδάλη.

Η Γιώλα αγαπούσε τη ζωή και μόνη της ποτέ δεν θα μπορούσε να κάνει κακό στον εαυτό της. Η Ισαγγελέας της κάνει ερωτήσεις. «Τι άνθρωπος ήταν η αδελφή σας? Εργατική, δυναμική, χαρούμενη. Σας είχε μιλήσει για τον Μονσελά, ποτέ. Δεν σας είχε πει για κάποιον κοτσιδάκια. Είχε πει κάποτε στον άντρα μου πως ότι δεν κάνουμε εμείς θα το κάνει ο κοτσιδάκιας Φαινόταν να είναι σε αναζήτηση Μήπως οι σχέσεις τους ήταν και ερωτικές Το αποκλείω Μακάρι να ήταν έστω και ερωτικές Βλέπετε ότι η συμπεριφορά της αδελφής σας είχε αλλάξει Δεν ανησυχήσατε Ούτε η πρώτη ήταν ούτε η τελευταία που την απατούσε ο άντρας της Συμβαίνουν αυτά τα πράγματα στη ζωή Δεν τα αντιλαμβάνονται όμως όλοι με τον ίδιο τρόπο η Γιώλα λάτρευε το σύζυγό της.

Ήταν για αυτήν ο άντρας της ζωής της. Και για κακή της μοίρα βρέθηκε ο Μονσελάς μπροστά της. Ο Τάκης είναι παρόν στη δίκη και μάλιστα έχει ετηθεί και για οικονομική αποζημίωση για ψυχικές βλάβες. Παραδέχεται την απιστία του αλλά λέει ότι δεν είχε σκοπό να διαλύσει τελικά την οικογένειά του. Αρνείται κατηγορηματικά ότι ήταν η αιτία του κακού.

Αποκλειστικός υπεύθυνος είναι ο Μονσελάς που πάτησε τη σκανδάλη Ο Τάκης είναι χωρίς αμφιβολία το πιο μισητό πρόσωπο της υπόθεσης Σε θέση πιο ψηλή και από το δολοφόνο Η Ισαγκελέας αφιερώνει ώρα να μιλά για εκείνον Ακόμα και αν δεν είναι ο κατηγορούμενος Τα λόγια της είναι σκληρά αλλά δεν έχει και άδικο Τον περιγράφει ως έναν άρκυσο που τον ενδιέφερε μόνο εαυτός του και είναι αρρυερωμένη του Έναν παγερό σύζυγο που μετέτρεψε τη γυναίκα που τον λάτρευε σε ένα ψυχικό ράκος Αν και είναι γιατρός παρέμεινε προκλητικά αδιάφορος για την κατάστασή της και τις αυτοκαταστροφικές της προθέσεις Την έδιωξε από το σπίτι τους χριστουγεννιάτικα και αρνήθηκε να τη συναντήσει ξανά Μπορεί να μη σκότωσε τη γιόλα σε εκείνο τον υγρό χωματόδρομο Τη σκότωσε όμως πολλάκις όλους τους προηγούμενους μήνες Ο Μονσελάς κάθεται σιωπηλός καθ' όλη τη διάρκεια της δίκης Ακόμη κι αν ο αστυνομικός του έχει βγάλει τις χειροπέδες Τα χέρια του παραμένουν πλεγμένα μπροστά του Κρατά ένα σημειωματάριο στο οποίο κάθε λίγο και λιγάκι γράφει

Ακούει με προσοχή τα όσα λέγονται στην αίθουσα Και σημειώνει τις σκέψεις του Όταν έρχεται η ώρα του να καταθέσει, ακόμα και τώρα Τη γιόλα την αποκαλεί κυρία Βαγενά Νιώθω ένοχος αλλά και αθώος Γιατί η καρδιά μου δεν κατάλαβε ότι σκότωσε έναν άνθρωπο Τις τελευταίες μέρες η γιόλα γινόταν όλο και πιο φορτική Και δεν της αρκούσαν οι βραδινές βόλτες θανάτου Ήθελα να τη σκοτώσω μέσα στο οδοντιατρίο Φορώντας την ιατρική μπλούζα Η Ισαγγελέας είναι καταπέλτης και απέναντι στο κατηγορούμενο Θα πει στην αγορευσή της Πώς θα την απέτρεπε από την ιδέα του θανάτου όπως μας είπε εδώ, όταν την οδηγούσε σε μέρη ερημικά και σκοτεινά.

Πώς προσπαθούσε να την αποτρέψει με εικονικές εκτελέσεις. Έχουμε έναν κατηγορούμενο που διάπραξε ένα στιγνό έγκλημα, του οποίου το μυστικό πήρε μαζί του το θύμα και δεν ξέρουμε αν και εκείνο το βράδυ του ζήτησε να τη σκοτώσει. Υπήρξε μεθόδευση από πλευράς του να εξαφανίσει τα ίχνη που θα οδηγούσαν στη σύλληψή του. ενήργησε συνειδητά και με πλήρη διάβια Φρονώ ότι υπήρχε κάποιας μορφής επιρροή του θύματος ζητώ όμως να κηρυχτεί ένοχος κατά το κατηγορητήριο με μόνο ελαφριντικό αυτό του πρώτερου έντιμου βίου Τυχόν εφαρμογή του άρθρου 300 θα προκαλέσει νομικό άλοθη για το μέλλον και θα υπάρχει πάντοτε ένας μονσελάς που θα μας λέει ότι θανατώνει επειδή πιστεύει ότι το θύμα πάσχει από ανίατη ασθένεια Αν δεν υπήρχε το χέρι του Μονσελά που τόσο αλόγιστα και ελαφρά έκοψε το νήμα της ζωής της Η γιόλα Βαγενά θα ήταν ζωντανή και θα είχε βρει λύση στο πρόβλημά της Τι είναι το άρθρο 300? Αυτό έχει ιδιαίτερο ενδιαφέρον Το άρθρο 300 του ποινικού κώδικα αναφέρεται σε ανθρωποκτονία καταπέτηση ή με συνένεση

Πιο συγκεκριμένα, ανθρωποκτονία ύστερα από σπουδαία και επίμονη απέτηση του θύματος και αποήκτο για αυτόν που έπασχε από ανίατη ασθένεια. Τιμωρείται με μέγιστη ποινή τα πέντε έτη. Βασική προϋπόθεση για την εφαρμογή του άρθρου αυτού είναι το άτομο που θανατώνεται να πάσχει από ανίατη ασθένεια. Σημειώστε πως ανίατη ασθένεια δεν είναι απαραίτητος αυτή που αναπόφευκτα επιφέρει το θάνατο.

Είναι αυτή που δεν μπορεί να θεραπευτεί από τα μέσα της ιατρικής επιστήμης κατά την εποχή που τελείται το έγκλημα. Έτσι σε αυτή τη βάση, ανίατος ασθένεια δεν μπορεί και τόσο εύκολα να θεωρηθεί μια ψυχική νόσος, Μιας και η ακριβής διάγνωση, αλλά και η ουσιαστική αντιμετώπιση, είναι συνθήκες πιο ρευστές από ό,τι σε μια νόσο σωματική.

Χρόνια σοβαρή και επίμονη ναι, αθεράπευτος σπάνια. Και ακόμα και αν δεν υπάρχει ίαση, υπάρχει πάντα αρκετά αποτελεσματική διαχείριση συμπτωμάτων, ώστε να υπάρχει ποιότητα ζωής και λειτουργικότητα. Επίσης, το θύμα δεν αρκεί απλά να συνενέσει στη θανάτωσή του Πρέπει να έχει ρόλο πέρα από ενεργό, πιεστικό Τόσο πιεστικό που να μπορεί να αποδειχτεί στο δικαστήριο ότι κάμφθηκε τελικά η βούληση του δράστη Πρέπει το θύμα με διάβια σκέψεις να έχει την πρωτοβουλία του θανάτου και να το έχει εκφράσει επίμονα, ξεκάθαρα και για μεγάλο χρονικό διάστημα Με αυτές τις πληροφορίες, εσείς σε τι απόφαση θα καταλήγατε Πάντως στη δίκη του Μονσελά δεν θεωρήθηκε ότι η πράξη του μπορούσε να ακριθεί με βάση το άρθρο 300 Το μόνο ελαφρυντικό που το αναγνωρίστηκε είναι αυτό του πρώτερου εντιμουβίου καθώς και το γεγονός ότι ουδέποτε εισέπραξε χρήματα για να τελέσει το έγκλημα Η ποινή του ορίστηκε στα 12 έτη Ο ίδιος δεν αντέδρασε Δήλωσε πως δικαίως τιμωρείται για αυτό που έκανε

Και πως περίμενε ακόμη μεγαλύτερη ποινή «Ο Θεός και οι γιόλα ξέρουν» είπε μόνο Στο μεικτό ορκωτό εφετίο Αθηνών το καλοκαίρι του 1997 δεν άλλαξαν πολλά Η ποινή παρέμεινε ουσιαστικά ίδια Στις φυλακές Κορυδαλού όπου πέρασε τα σχεδόν πέντε επόμενα χρόνια της ζωής του Συνέχισε να καταγράφει τα πάντα μανιωδός και να εργάζεται Μόλις ολοκλήρωσε τα τρία πέμπτα της ποινής του, στις 30 Δεκεμβρίου του 1998 αποφυλακίστηκε Ο Ματθαίος Μάνθος Μονσελάς στήχιωσε τους δρόμους της αγαπημένης του Αθήνας Ευαίσθητος και μοναχικός παρέμεινε ένας ποιητής της ζωής Έζησε για λίγο καιρό με τα χρήματα που του είχε αφήσει η μητέρα του μετά το θάνατό της Αγόρασε ένα παλιό συντροέν και ένα τροχόσπιτο και για καιρό περιφερόταν χωρίς ησυχία γράφοντας ασταμάτητα Οι φίλοι του τον εγκατέλειψαν Όσοι προσπάθησαν να του δώσουν εργασία το μετάνιωσαν όταν είδαν τον τρόπο που αντιδρά η κοινωνία σε πρώην φυλακισμένους Οι γυναίκες τον συντρόβευαν κυρίως σε επιπληρωμή Άπορος για καιρό και αφού το τροχόσπιτό του καταστράφηκε μετά από μάλλον εμπρισμό

βρήκε καταφύγιο με άλλους άστεγους στις πηλιές του λόφου του Φιλοπάπου. Μια φευγαλαία σκιά στους δρόμους της Αθήνας, συνήθως ενωδευόμενος από αδέσποτα σκυλιά, έβρισκε τροφή στα συσίτια της εκκλησίας ή ακόμη και στα σκουπίδια. Δεν βρήκε ποτέ ξανά την αποδοχή. Ποτέ μετά τη γιόλα. Το που βρίσκεται σήμερα είναι άγνωστο. Αν ζει, θα είναι 71.

Με απασχόλησε για μέρες η ψυχοπαθολογική βάση της υπόθεσης. Η Γιώλα σαν άτομο με συνεπήρε. Η συμπεριφορά της έχει αναλυθεί εκτενώς και έχει ιδιαίτερο ενδιαφέρον. Φαίνεται πως το πια ήταν σαν άνθρωπος, η ταυτότητά της ήταν άρρηκτα συνδεδεμένη με το γάμο της. Πια ήταν η σύζυγος του Τάκη. Από τη στιγμή που έχασε τον Τάκη δεν ήξερε ποια ήταν ποια.

Για εκείνη δεν ήταν απλά μια απιστία, ήταν το τέλος Δεν ήταν ένας χωρισμός, ήταν ένας ψυχολογικός θάνατος Αν ο άνθρωπος για τον οποίο έζησα με απέρριψε, τότε εγώ δεν αξίζω τίποτα Στην έρευνά μου συνάντησα την έννοια της suicide by proxy Δηλαδή της αυτοκτονίας μέσω αντιπροσώπου Το θύμα δεν κατανοεί την τραγική θέση στην οποία συμπαρασύρει το δράστη Βλέπει μόνο τον πόνο ο οποίος πρέπει επιγόντως να σταματήσει Επίσης, ο προηγούμενος εξευτελισμός, η απόρριψη και η μοναξιά Εξαφανίζονται όταν από αυτόχειρας, πάτομο γίνεται το θύμα μιας δολοφονίας Η πράξη τραβά πάνω της ξαφνικά όλα τα φώτα Ο δράστης μένει πίσω, να μεταδώσει το συνέστημα και τις τελευταίες σκέψεις του θύματος Το δράμα μου ήταν τόσο μεγάλο που κατάφερα να προκαλέσω σπουδαίο ήκτο.

Δεν μπόρεσα να ελέγξω τη ζωή μου. Θα ελέγξω τουλάχιστον το θάνατό μου, την ώρα, το μέρος και ένα τελευταίο άνθρωπο, το δολοφόνο μου.

Σχόλια

Χωρίς σχόλια

Συνδεθείτε για να συμμετάσχετε στη συζήτηση

Σύνδεση για Σχολιασμό

Δεν υπάρχουν σχόλια ακόμα

Πίσω 15 δευτ.
Play
Μπροστά 30 δευτ.
00:00:00
00:00:00