Η Φανερωμένη. Γρηγόριος Ξενόπουλος
ΜυθιστορίεςΣχετικά με αυτό το επεισόδιο
Διαβάζει η Χριστίνα Μπράβου
Αυτόματη μεταγραφή — ενδέχεται να περιέχει λάθη.
Στην αρχή τον πήραν για πέτρα, για πλακίτσα. Έπειτα για ξύλο. Κι αλήθεια, ξύλο ήταν. Ένα μικρό τετράγωνο σανίδι, μαύρο στις άκρες και φαγωμένο. Τι αξία μπορούσε να έχει. Κι ένας από τους ψαράδες που το είχε στα χέρια του ετοιμάστηκε χωρίς να το κοιτάξει περισσότερο να το πετάξει στη θάλασσα. Μα ένας άλλος πρόλαβε και του κράτησε το χέρι.
«Ε, γεια στάσου!» είχε παρατηρήσει αυτός κάτι παράξενο. Το μαύρο εκείνο σανίδι έλαμπε. Και όχι απλώς γιατί βρεμένο καθώς ήταν, αντανακλούσε το φως του φαναριού που είχαν στη βάρκα. Όχι. Το σανίδι έλαμπε μόνο του. Έλαμπε από άλλο φως, δικό του. Ένα φως γλυκό, χρυσογάλανο. Αμυδρό βέβαια σαν φωσφόρισμα. Μα που άμα κανείς σε πρόσεχε, το έβλεπε καλά.
«Γεια στάσου! Το είδες! Τίμο ρε! Φεγκοβολάει! Τρελάθηκες! Έλα δω!» Απομάκρυναν το σανίδι από το φανάρι. Το πήγαν σε σκοτάδι. Κι εκεί το αδύνατο χρυσογάλα ζωφός δυνάμωσε και μπόρεσαν να το ειδούν όλοι. Από τον καπετάν Βαγγέλη ως το νιόνιο το παιδί. «Μα τι είναι τούτο! Θεϊκό βέβαια! Για να το ειδούμε. Περίεργο. Ήταν ένα εικονισματάκι που παράστενε την Παναγία τόσο ιδά, το πρόσωπό της όσο ένα μεγάλο κεράσι, καθισμένη σε θρόνο, με το Χριστούλη στην αγκαλιά.
Τα χρώματα ήταν σβησμένα, μα το περίγραμμα φαινόταν καθαρά. Τα μάτια προπάντων της Παναγίας σε κοίταζαν τόσο ζωηρά που ενόμιζες πως είχες μπροστά σου εικόνα μεγάλη. Και ο Φωτοστέφανος κανονικότατος, πάνω από το βυσσινί μαντήλι του κεφαλιού με τις ωραίες πτυχές, το φορεμά της ήταν γαλάζιο, διατηρούσε ακόμα η ίχνη από το παλιό του χρήσωμα.
Χρυσά θα ήταν μια φορά και τα γράμματα στις δύο απάνω γωνιές που έλεγαν με τη συνηθισμένη συντομογραφία «Μήτυρ Θεού». Αν οι ψαράδες εκείνοι ήξεραν από τέτοια, θα βλέπαν αμέσως πως το εικονισματάκι που έβγαλαν από τη θάλασσα, ποιος ξέρει από πού και από πότε πεσμένο, ήταν αριστούργημα βυζαντινής τέχνης. Αλλά απλοϊκοί καθώς ήταν, δεν είδαν παρά το θάμα.
Η Παναγία θέλησε να φανερωθεί στο νησί εκείνο. Γι' αυτό έκαμε το εικονισματάκι της να μπει στα δίχτυα των ψαράδων και γι' αυτό το έκαμε να φεγγοβολήσει στα μάτια τους τη στιγμή που ένας από αυτούς ετοιμαζόταν να το ξαναρήξει στη θάλασσα σαν άχρηστο παλιόξυλο. Γιατί άμα είδαν καλά και εγνώρισαν την Παναγία και σταυροκοπήθηκαν και άρχισαν να την ασπάζονται με ευλάβεια και με λατρεία Το εικονισματάκι έπαψε να φεγγοβολεί Δεν εφωσφόριζε πια ούτε αμυδρά στο φως ούτε ζωηρά στο σκοτάδι Ήταν περιττό Ο σκοπός είχε γίνει Τούτη η Παναγία είναι θαυματουργή Φώναξε ένας ψαράς «Φανερωμένη θα τη λέμε, αφού φανερώθηκε», φώναξε άλλος.
Και τότε ο καπετάν Βαγγέλης που είχε την τράτα είπε τον μεγάλο λόγο «Πρέπει να της κάνουμε εκκλησιά». Η πόλη της Ακρογιάλης όπου φανερώθηκε η Παναγία ήταν η εκκλησία μιας άλλης της Επισκοπιανής εκεί το ίδιο πρωί πήγε το εικονισματάκι ο καπετάν Βαγγέλης και διηγήθηκε στον παπά το θάμα της φανέρωσης έχοντας μάρτυρες και τους πέντε ψαράδες ναι είπε ο παπάς με συγκίνηση θαυματουργοί πρέπει να είναι και καλά την είπατε φανερωμένη αφήστε την εδώ να την προσκυνάει ο κόσμος ώσπου να αξιώσει ο Θεός τον καπετάν Βαγγέλη να της χτίσει εκκλησιά δική της, ας είναι και μικρή.
Και το εικονισματάκι έμεινε στην επισκοπιανή. Ο παπάς το εκαθάρισε. Ήξεραν εκεί τον τρόπο να καθαρίζουν παλιά εικονίσματα. Βούλωσε με στόκο και έβαψε με ανάλογα χρώματα τις τρύπες που είχε στις άκρες. Το έβαλε σε απλή καρυδένια κορνίζα και το έστησε σε ένα μικρό τετράποδο εικονοστάση. Το θάμα της Παναγίας μαθέφτηκε στη χώρα αμέσως και ο κόσμος άρχισε να τρέχει. Της άναβαν κεριά, της πήγαιναν λουλούδια, λάδι, τάματα και έριχναν λογής λογής χάλκινα και ασημένια νομίσματα, ως και χρυσά βενέτικα φλουριά, στο κουτί που είχε βάλει δίπλα ο παπάς με την επιγραφή, δια την ανέγερση του ναού της.
Κατρίνη δεν κρατούσε για τον εαυτό του ούτε για την εκκλησιά του ο καλός παπάς Και κάθε τόσο πήγαινε ο καπετάν Βαγγέλης άνοιγε μαζί με τον παπά το κουτί και έπαιρνε ό,τι είχε μέσα Αφού μετρούσαν και έγραφαν σε ένα τευτέρι το ποσό κάθε φορά για να το φυλάξει Μα τι ήταν ο κάβουρας και τι το ζουμί του Αν πήγαιναν έτσι ούτε σε δέκα χρόνια δεν θα μάζευαν όσα χρειάζονταν και για την πιο μικρή εκκλησιά Δεν θα την έκαναν πάλι και κανένα παρεκκλήσι Και τότε ο καπετάν Βαγγέλης είχε μια ιδέα, μια φώτιση Το 15 Αυγούστο ανήμερα που ήταν η πιο μεγάλη θεομητορική γιορτή, η Κίμηση Έβαλε το εικονισματάκι στο μεγάλο ασημένιο δίσκο της Επισκοπιανής Και το τριγύρισε σε όλη τη χώρα Δια την ανέγερση του ναού της Βροχή έπεφταν τα νομίσματα στο δίσκο και τόσο πολύ ώστε ο καπετάν Βαγγέλης αναγκαζόταν να πηγαίνει στο σπίτι του να τον αδειάζει και να ξαναβγαίνει.
Ως το βράδυ είχε μαζέψει 200 ρυάλια, χωριστά τα χρυσαφικά που είχαν ρίξει στο δίσκο μερικές αρχόντισες. Έτσι μάλιστα κάτι μπορούσε να γίνει. Ο καπετάν Βαγγέλης έβγαζε το εικονισματάκι κάθε Κυριακή και κάθε γιορτή. Το πήγαινε ακόμα και στα κοντινά χωριά και μάζευε δεκαπλάσια από όσα έριχναν συνήθως στο κουτί της επισκοπιανής, που κι αυτό εννοείται εξακολουθούσε να δουλεύει.
Μερικοί πλούσιοι μάλιστα, θρήσκοι, πρόσφεραν ποσά γενναία. Και σε λίγους μήνες τα θεμέλια τουλάχιστον μιας καλής εκκλησιάς ήταν εξασφαλισμένα. Σιγά σιγά όμως και οι περιοδίες του εικονίσματος έπαψαν να δίνουν αρκετά όπως οι πρώτες Ε φυσικά κανένας ενθουσιασμός ούτε ο θρησκευτικός δεβαστά πολύ Και μια δυο τρεις φορές οι άνθρωποι άρχισαν να δυσφορούν Φτάνει πια μουρμούριζαν ε δώσαμε ας δώσουν κι άλλοι Αλλά όλοι είχαν δώσει στον μικρό τόπο και ο καπετάν Βαγγέλης άρχισε πάλι να απελπίζεται ελπίζεται.
Θεμέλια είναι μόνο μια εκκλησιά. Πόσα άλλα θέλει ακόμα. Και πότε θα μαζεύονταν όσα χρειάζονταν για να χτιστεί, να διακοσμηθεί, να εφοδιαστεί. Ποτέ στον αιώνα. Αλλά τότε η Παναγιά έκαμε άλλο θάμα. Εφώτισε δύο πλουσιότατες αρχοντοπούλες να αναλάβουν αυτές την εκκλησιά της. Ήταν μεγάλες πια, και ροντοκόρες και είχαν αποφασίσει να μην παντρευτούν.
Λογάριαζαν μάλιστα να πάνε σε κανένα μικρό φτωχό μοναστήρι για να το κάνουν μεγάλο και πλούσιο. Αλλά όταν άκουσαν για την Παναγιά που φανερώθηκε και για την εκκλησιά που ήθελαν να της κάνουν σκέφτηκαν πως το καλύτερο θα ήταν να προσφέρουν για αυτόν τον σκοπό το μεγάλο τους πλούτο. Και μια μέρα που πήγε στο αρχοντικό τους ο καπετάν Βαγγέλης με το εικονισματάκι στο δίσκο του είπαν.
«Πώς έχεις μαζέψει ως τώρα, καλέ άνθρωπε» «Ως χίλια ριάλια» αποκρίθηκε ο καπετάν Βαγγέλης. «Έλα, φτάνουν» έκαμαν με χαρά εκείνες. «Φτάνουν» απόρρισε ο καπετάν Βαγγέλης. «Ούτε για το σπιτότοπο και για τα θεμέλια». «Αυτά είναι άλλο» είπαν εκείνες. «Εσύ τώρα, για να πιάσουν τόσο και οι δικοί σου κόποι, θα πας στο χρησικό μας.
Θα του αφήσεις το εικόνισμα και θα του πεις να τον τίσει με χρυσάφι, να στολίσει και την κορώνα με διαμάντια και να το βάλει μέσα σε μια μεγάλη ασημένια θήκη, με κρουστάλι μπροστά. Είναι καλός τεχνίτης και ξέρει. Ε, δεν φτάνουν τα χίλια ριάλια για το χρυσό που κάμισο και για την ασημένια θήκη. Μπορεί να φτάνουν, ψηθήρισε ο καπετάν Βαγγέλης.
Μα η εκκλησιά... Ας την εκκλησιά, είναι δουλειά δική μας. Θα σου την κάμουμε όπως δεν την είδες ούτε στον ύπνο σου Και άμα γίνει, εσύ θα φέρεις την Παναγιά σου χρυσωμένη και διαμαντοστόλιστη όπως είπαμε Και θα την απειθώσεις τη θέση που της αξίζει Πήγαινε Πώς δεν τρελάθηκε από τη χαρά του ο καπετάν Βαγγέλης Άλλο θάμα της Παναγιάς και τούτο Την άλλη μέρα, την ίδια δεν μπορούσε γιατί ήταν Κυριακή Πήγε το εικονισματάκι στο χρυσικό Και την άλλη μέρα επίσης οι αρχοντοπούλες εκάλεσαν τον καλύτερο αρχιτέκτονα του τόπου Του είπαν τι είχαν να ξοδέψουν και του ανέθεσαν να κάνει το σχέδιο της εκκλησιάς Μα με τόσα που δίνεται, είπε ο αρχιτέκτονας, θα γίνει η μεγαλύτερη και η πλουσιότερη εκκλησιά του τόπου Μα έτσι τι θέλουμε κι εμείς, είπαν εκείνες και στον τόπο τους θεμελιώθηκε η μεγάλη εκκλησιά, η φανερωμένη, ένα καμπαναριό πανύψηλο, μια βασιλική, μπαζίλικα, θαυμάσια και το κελί του παπά στη γραμμή, όλη η μεσυμβρινή πλευρά της πλατείας.
Τριών χρόνων ημέρες και νύχτες, ναι και νύχτες ακόμα, εργάστηκαν εκεί οι καλύτεροι οικοδόμοι, πετροσκαλιστές, ξυλοσκαλιστές, χρωματιστές, ζωγράφοι, διακοσμητές και χρυσωτές του τόπου Και ήρθε μέρα που εκκλησιά, καμπαναριό και κελί ήταν έτοιμα και ο ευτυχισμένος καπετάν Βαγγέλης από την Επισκοπιανή όπου την είχε ξαναπάει που βάλισε τη χρυσοντιμένη και διαμαντοστόληστη Παναγία στη θέση της και την απίθωσε μόνος του μέσα στην ασημένια της θήκη, στη θέση που της άξιζε.
Τα εγκαίνια της φανερωμένης έγιναν τον 4ο 15 Αύγουστο από τη φανέρωσή της την ημέρα της μεγάλης της γιορτής. Η καινούργια εκκλησιά έλαμπε στο χρυσάφι και στο ασήμι. Όλα εκεί μέσα ήταν μεγάλα, πλούσια, ωραία. Και το μόνο μικρό ήταν το εικονισματάκι που φαινόταν από το κρουστάλι της ασημένιας του θήκης, στημένο πάνω στην τελευταία μεγάλη εικόνα του τέμπλου, αριστερά.
Αλλά εκεί ήταν γυρισμένα όλα τα μάτια. Το χρυσό που κάμισο δεν άφηνε να φαίνεται παρά μόνο το μικρό πρόσωπο της Παναγίας και ακόμα μικρότερο το πρόσωπο του Χριστούλη. Μα τα μάτια της σε κοίταζαν πάντα τόσο ζωηρά που νόμιζες πως έβλεπες εικόνα μεγάλη. Και μόνο εικόνα. Την ίδια την Παναγία σαν ζωντανή. Σε ιδιαίτερα στα σύδια πίσω από το δεσποτικό κάθονταν οι δύο αρχοντοπούλες και ο καπετάν Βαγγέλης.
Η ιερή λειτουργία με τον Δεσπότη και ένα πλήθος παπάδες και ψαλτάδες εξακολουθούσε αρμονική, μεγαλόπρεπη, κατανυκτική. Ο αναρρίθμητος κόσμος ήταν επάντα γυρισμένος προς τη θαυματουργή εικονίτσα. Όλοι ήξεραν πως για να κάνει τους ψαράδες να την προσέξουν και να την κρατήσουν είχε λάμψει με ένα χρυσογάλαζο φως. Και όλοι την κοίταζαν σαν να περίμεναν να λάμψει με το φως εκείνο και τώρα. Έτσι είχαν σαν ένα προέσθημα. Και να, τη στιγμή ακριβώς, τη μεγάλη στιγμή που ο δεσπότης από το ιερό εκφωνούσε το «Εξαιρέτως της Παναγίας Αχράντου», το εικονισματάκι, πω ανατριχύλα, έλαμψε με χρυσογάλαζο φως.
Όλοι το είδαν και έπεσαν στα γόνατα, εξτατικοί μπροστά στο καινούριο θάμα Γονατιστοί άκουσαν όλο το μεγαληνάριο Και κάθε φορά που με φόβο και τρόμο γύριζαν τα μάτια τους στη χρυσή Παναγίτσα Έβλεπαν γύρω τους το ίδιο εκείνο υπερφυσικό φως Μόνο με το τελευταίο «Σε μεγαλύνομεν» έλαμψε μια στιγμή ζωηρότερα και έσβησε Μα το είδαν όλοι και ο δεσπότης και οι παπάδες βγήκαν από το ιερό για να το δουν.
Από τότε κάθε χρόνο στη λειτουργία του 15 Αύγουστου και τη στιγμή του Εξαιρέτος, το απειράριθμο εκκλησίασμα της Φανερωμένης περιμένει να ειδεί το χρυσογάλαζο φως. Μα ως σήμερα, 200 σχεδόν χρόνια που υπάρχει και λειτουργέται η εκκλησία, δεν ξαναφάνηκε. Και οι άνθρωποι το εξηγούν έτσι. Την πρώτη φορά η Παναγία θέλησε να φωτίσει τους ψαράδες.
Την δεύτερη θέλησε να δείξει την ευαρέ σκιά της για τη θαυμάσια εκκλησιά που της έκαμαν. Κατόπιν θα ήταν περιττό. Μήπως δεν ξέρουμε τη χάρη της και τη δύναμή της. Πόσα άλλα θάματα δεν κάνει κάθε μέρα σε εκείνους που τη λατρεύουν και την παρακαλούν Ήταν το διήγημα του Γρηγορείου Ξενόπουλου η Φανερωμένη Στο μικρόφωνο η Χριστίνα Μπράβου
Σχόλια
Χωρίς σχόλιαΣυνδεθείτε για να συμμετάσχετε στη συζήτηση
Σύνδεση για ΣχολιασμόΔεν υπάρχουν σχόλια ακόμα