Skip to content
PodBase
Ρηγγίνα Λέζα 4/18) Γρηγόριος Ξενόπουλος

Ρηγγίνα Λέζα 4/18) Γρηγόριος Ξενόπουλος

Μυθιστορίες
Σεπτέμβριος 15, 2026 00:41:22
Συνδεθείτε για να δηλώσετε αν σας αρέσει
Συνδεθείτε για να δηλώσετε αν σας αρέσει
Προσθήκη σε Λίστα Επεισοδίων
Αποθηκεύστε αυτό το επεισόδιο σε λίστα.
Όνομα Λίστας

Σχετικά με αυτό το επεισόδιο

Διαβάζει η Χριστίνα Μπράβου

Αυτόματη μεταγραφή — ενδέχεται να περιέχει λάθη.

Ριγίνα Λέζα την έδωσε στον υπηρέτη του να την κρατεί και πήγε μαζί του στην ποτέγα όπου θα τον αντάμωνε ο φίλος του επανοφόρη δεν έβαλε αν και η ανοιξιάτικη εσπέρα δεν ήταν τόσο ζεστή και σκέπασε το κεφάλι του με ένα μαύρο βελουδένιο σκανταλέτο σκούφο σκοτσέζικο, μητερό μπροστά, στρογγυλό πίσω με δυο κορδελάκια κρεμασμένα στο πλάι βραδινό κάλυμα, πολύ συνηθισμένο εκείνο τον καιρό Η παραθαλάσσια μποτέγα, καφενείο μαζί και ποτοπολείο, εκείνη την ώρα ήταν γεμάτη.

Μα ο Τζόρτζης δεν είδε πουθενά το σολομό. Πήρε την κιθάρα, είπε του η πειρέτη να φύγει, κάθισε μόνο σε ένα τραπεζάκι και περίμενε. Οι θαμόνες ήταν το περισσότερο μικροαστή. Εμποράκοι, τεχνίτες, βιομήχανοι και καθεξής. είχαν κλείσει τα μαγαζιά ή τα εργαστήριά τους είχαν κάνει το μικρό τους περίπατο στο μόλο και είχαν κατασταλάξει στην ποτέγα γραφικό σπιτάκι άσπρο με κόκκινη σκεπή και πράσινα παράθυρα που δεν είχε παρά μια μεγάλη εισόγεια σάλα και ένα μικρό παραμάγαζο δύο καρσόνια σερβίριζαν καφέδες ποτά και γλυκίσματα και άκουγες κάθε στιγμή ένα λουκουμάκι ένα έσε αμυγδαλωτό σε σχήμα S μια τσιτσιμπίρα έναν ευρωπαϊκό έναν οθωμανικό αυτοί ήταν καφέδες ο ευρωπαϊκός ήταν βραστός αραιός και σερβιριζόταν σε μπρίκι με τη ζάχαρη χωριστά για να ρίξει κανείς όσοι ήθελε στο φλιτζάνι του και ο οθωμανικός βαρύς γλυκός με καημάκι σερβιριζόταν στο φλιτζάνι απευθείας Εκείνον τον καιρό οι περισσότεροι Ζακυνθινοί προτιμούσαν τον Ευρωπαϊκό Έτσι τον έπιναν και στα σπίτια

Και επειδή ο καφές ήταν ακόμα σπάνιος και ακριβώς Τα σπίτια που μπορούσαν να κάνουν και αυτό το έξοδο το καμάρωναν Ήθελαν να το δείχνουν Και γι' αυτό τα φουντάκια, κατακάθια, δεν τα πετούσαν στο νεροχύτη παρά από το παράθυρο της κουζίνας σε τρόπο ώστε να στέκονται απ' έξω στον τοίχο. Έτσι τα βλέπε από τις αυλές ολόγυρα η γειτονιά και ήξερε σε ποιο σπίτι πίνουν καφέ και σε ποιο όχι.

Τον Τζόρτζι τον εγνώριζαν πολλοί από τους θαμώνες της μποτέγας. Τον χαιρετούσαν, τον καλούσαν να τον τρατάρουν και βλέποντας την κιθάρα τον ρωτούσαν «Για Σερενάτα είσαι απόψε» Και ένας είπε «Όμορφη βραδιά, θα έχει ύστερα και φεγγάρι». Ο Τζόρτζης έγνεφε χαμογελώντας. Ήταν συνηθισμένο εκείνο τον καιρό να φαίνεται ένας νέος το βράδυ με την κιθάρα του, περιμένοντας φίλους του σε ένα συμφωνημένο μέρος για να βγει μαζί του σερενάτα.

Και τις καθημερινές ακόμα οι σερενάτες ήταν συχνές. Όλες τις νυχτερινές ώρες τα καντούνια, οι πλατείες, τα πλατώματα, τα ρεπάρα, ακρογιάλια, αντιχούσαν από τραγούδια εινκόρο με κιθάρες, φυσαρμόνικες, φλάουτα και κάποτε και βιολιά, καθώς και από καντάδες χωρίς όργανα ή συναυλίες, χωρίς ανθρώπινες φωνές. Στα περισσότερα σπίτια επίσης έκαναν μουσική και νύχτα και ημέρα, στις άλλες το χειμώνα, στις αυλές και τα περιβόλια το καλοκαίρι.

Αλλά αυτό σχεδόν ήταν όλο. Ούτε μουσικό θέατρο υπήρχε, ούτε δημόσιες συναυλίες γίνονταν, ούτε μπάντα έπαιζε στις πλατείες. Κάπου κάπου ερχόταν κανένας Ιταλικός μελοδραματικός θίασος και έδινε λίγες παραστάσεις σε ένα μικρό πρόχειρο θεατράκι Το μεγάλο δημοτικό θέατρο δεν είχε χτιστεί ακόμα ούτε τα μεγάλα καζίνα Εκεί άξαφνα που είναι σήμερα το ωραίο καζίνο Ζάκυνθος ήταν μια μεγάλη καζάρμα Αργότερα άρχισε η μεγάλη, η δημόσια να πούμε μουσική κίνηση Από τότε ωστόσο το μουσικό αίσθημα ήταν εξαιρετικά ανεπτυγμένο στο Ζακυνθινό λαό και σ' αυτό συντελούσε βέβαια και η Ζακυνθινή εκκλησία με τη θαυμάσια ευρωπαϊκή μουσική της.

Κανένα τέταρτο μόλις περίμενε ο Τζόρτζης και είδε απ' έξω στην τζαμόπορτα το Σολωμό Ήταν με το Στρούζα που τον αποχαιρέτησε και μπήκε στην ποτέγα μόνος Είχε ήδη φαίνεται τον Τζόρτζη και πήγε ίσια στο τραπεζάκι του «Καλησπέρα» του είπε «Δεν πιστεύω να με περίμενες πολύ» «Όχι, όχι, κι εγώ ότι ήρθα, να και η κυτάρα» «Θα κάτσει ο Κόντες»

«Λίγα μινούτα, όσο που να πιω μια αλυφασκιά». Ο Σολωμός εκάθισε. Το γκαρσόνι του έφερε την αλυφασκιά, φασκόμηλο, γιατί σπίρτα δεν έπινε ακόμα. Μόνο λίγο ρούμι έριξε στο φασκόμηλο, που το είχαν τότε, όπως έχουμε σχεδόν σήμερα το τσάι. Κανένας από τους θαμώνες που εγνώριζαν το γιο του ταμπακέρι δεν παραξενεύτηκε, βλέποντας έναν κόντε να κάνει παρέα με έναν ποπολάρο για σερενάτα.

Νέοι δεν ήταν και οι δυο. Έπειτα ο Τζόρτζης είχε φήμη καλού κιθαρίστα και αρχοντόπουλα μπορούσαν να τον καταδέχονται για την κιθάρα του. Βγήκαν μαζί. Ο Σολωμός ήταν τυλιγμένος με ένα κοντό πλατείο επανοφόρη και βλέποντας τον Τζόρτζη μόνο με τη μούδα του, το κοστούμι του, του είπε Μη ψυχρωθείς νύχτα στη θάλασσα Έπειτα γέλασε Τι λέω τώρα Εσύ να ακούσεις να νιώσεις το κρύο Μην κοιτάς εμένα ναι Είμαι κακομαθημένος Τούτο το παρτό αν και αρκετά χοντρό Απόψε μου έρχεται ίσια ίσια Λίγο πιο φτενό να ήταν θα κρύωνα Δυο βήματα ήταν η θάλασσα Και μια μικρή αποβάθρα με δύο μόνο σκαλιά Μια βαρκούλα με δυο μόνο κουπιά περίμενε εκεί Έτοιμοι σωτήροι, έτοιμος αφέντη μου, κοπιάστε Πήδησαν μέσα και κάθισαν στον πάγκο, στρωμένο με κόκκινο χαλί Ο σωτήρης ξεκίνησε τη βαρκούλα με το ένα κουπί Και άρχισε, καθίζοντας στη μέση, να λάμνει με τα δυο Ένα μικρό παιδί καθόταν στην πλώρη δίπλα σε ένα φανάρι αναμένο Πέρασαν πλάγια στο λιμάνι, δάσος σωστό από κατάρτια γιατί από εκείνο τον καιρό η Ζάκυνθος είχε αρκετή εμπορική κίνηση

που έμελε να μεγαλώσει σε λίγο με την ίδρυση του ελληνικού βασιλείου για να μικρύνει πάλι με την κατασκευή του σιδηροδρόμου Πελοποννήσου Προχώρησαν προς τον άμμο, ενώ τα πλεούμενα, μικρά ή μεγάλα, γίνονταν όλο ένα και αραιότερα και η θάλασσα ερήμωνε. Κι άμα έφτασαν ως το ακρογιάλι του Αγίου Διονυσίου με το καμπαναριό, πανύψιλο, που τελείωνε σε πυραμίδα και θύμιζε το καμπανίλε του Αγίου Μάρκου της Βενετιάς, προχώρησαν ανοιχτά προς τον Άγιο Χαράλαμπο.

Η θάλασσα ήταν τόσο ήσυχη που έλεγες πως αληθινά κοιμόταν. Σε εκείνο το μέρος μόνο τα κουπιά της βαρκούλας τάραζαν τα νερά της που φωσφόριζαν. Από πάνω ο ουρανός έλαμπε γεμάτος άστρα. Πέρα, κατά την ανατολή αχνομαύριζαν τα βουνά του Μοριά και αντίκριψον όταν ο σκοπός το Ζακινθινό βουνό με την παράξενη τούρλα στην κορυφή ένα εξόγκωμα που έμοιαζε με καμπουρίτσα στη ράχη καμήλας αλλά απάνω από το σκοπό τα άστρα είχαν αρχίσει να σβήνουν.

Μια λάμψη κυτρινοπή ξεχινόταν στον ουρανό που έδειχνε ακόμη πιο μαύρο το μακρουλό όγκο του βουνού. Από εκεί θα έβγαινε σε λίγο το φεγγάρι. Ο Σολωμός Λιγόλογος ερέμβαζε και πότε κοίταζε τα φώτα της πόλης που καθρεφτίζονταν στα νερά πότε γύριζε αντίθετα κατά το Μοριά κοιτάζοντας την ανοιχτή θάλασσα. Μα κάθε λίγο τον τραβούσε η λάμψη εκείνη πάνω από το σκοπό που ο Λοένα δυνάμωνε.

Μια στιγμή ο Τζόρτζης πήρε την κιθάρα του. «Ναι», του είπε ο Σολομός, «βγάλ' τη από τη θήκη, μα μην παίξεις ακόμα. Θα άκουγαν από το ακρογιάλι, ενώ εγώ θέλω να παίξεις μόνο για μένα. Άσε να απομακρυνθούμε». Απομακρύνονταν λάμνοντας γοργά. «Τι κάνει η ξαδέρφισά σου», πρότησε άξαφνα ο Σολομός. «Σε χαιρετάει», αποκρίθηκε ο Τζόρτζης. «Της είπα για την κουβέντα που κάμαμε χτες και την πέφτη θα είναι δίχως άλλος του Παπαγεωργόπουλου».

Ο Σολωμός δεν του αποκρίθηκε. Κοίταζε μια τη θάλασσα και μια τη ξηρά, σαν να έκανε κάποια σύγκριση. Έπειτα στάθηκε σαν αφηρημένος, με τα μάτια στο κενό. Και τέλος είπε δείχνοντας από εδώ και από εκεί. «Τι γαλήνη και τι ερημιά! Ιδέες πως ανοίγει την αγκαλιά της η γη στην κοιμισμένη θάλασσα και ούτε ένα φύσιμα, ούτε ένα κύμα!»

«Αλήθεια!» είπε μόνο ο Τζόρτζης. Ο Σολωμός ξανασώπασε και σε λίγο σήκωσε τη φωνή και απάνγγειλε σαν να μονολογούσε. Δεν ακούεται ούτε ένα κύμα Ή στην έρμη ακρογιαλιά Λες κι η θάλασσα κοιμάται Μες της γης την αγκαλιά Ήταν ένα αυτοσχεδίασμα Μπροστά στη γαλήνη Η σκέψη του αποκρισταλώθηκε σε αυτό το τετράστιχο Γιατί συχνά αυτοσχεδίαζε ο Σολωμός Και μεγαλύτερα ακόμα ποίηματα Που τα συγκρατούσε στη μνήμη του και τα έγραφε κατόπιν «Ωραίο» πώναξε ο Τζόρτζης «τώρα το έφτιασες κόντε μου»

«Ναι τώρα μου ήρθε» «Μου κάνεις τη χάρη να μου το ματαπείς» Ο Σολωμός του έκαμε τη χάρη και ο Τζόρτζης αφού το άκουσε και δεύτερη φορά το πήρε Αμέσως τότε σήκωσε την κιθάρα του και σαν εμπνευσμένος κι αυτός άρχισε να παίζει Ήταν ένας παλιός σκοπός που τέριαζε στο μέτρο του τετράστιχου Και τραγούδισε τα λόγια δυνατά Αδιαφορώντας αν τον άκουγαν ή όχι από το ακρογιάλι Ο Σολωμός γοητεύτηκε «Γλυκιά φωνή» ψιθύρισε «Και η κιτάρα του είναι μία ραριτά»

Ύστερα από το αυτοσχέδιο τραγούδι Ο Τζόρτζης έπαιξε δύο-τρία κομμάτια με ληστάλαχτα και παθητικά, όπως δε όλα που αγαπούσαν να παίζουν εκείνο τον καιρό. Και έπειτα το τραγούδι «Ποια είναι τούτη που κατεβαίνει» που το είχε μάθει με τη Ριγκίνα. Ο Σολωμός δεν μιλούσε πια. Απολάμβανε τη μουσική που την έκανε τόσο πιο γλυκιά και όμορφη η ομορφιά και γλύκα της ανοιξιάτικης νύχτας πάνω στη θάλασσα.

Η βάρκα έπλεε πάντα σιγά. Είχαν περάσει από μακριά τον Άγιο Χαράλαμπο των Κήπων, έπειτα τον Άγιο Σπυρίδωνα, που στο ακρογιάλι του εμάβριζε ένας γραφικός κόπελος με ανθρώπινη μορφή και τραβούσαν προς το αργάσι. Μα κι ο Τζόρτζης έπαιζε και τραγουδούσε, θα έλεγες για τον εαυτό του. Είχε ξεχάσει πως δίπλα του καθόταν ο Σολωμός και θυμόταν τη Ριγκίνα.

Γι' αυτό το παίξιμό του και το τραγούδι του είχε τόσο αίσθημα. Είχαν απαντήσει και δύο-τρεις άλλες βάρκες που έρχονταν από το αργάσι ή πήγαιναν προς τα εκεί Περνούσαν όμως μακριά ώστε δεν διακρίνονταν καλά οι επιβάτες Μόνο τα γέλια τους και τα τραγούδια τους ακούγονταν Μια βάρκα όμως πέρασε από κοντά Και στο φως του φαναριού της φάνηκε μια μεγάλη παρέα από άντρες, νέους, παιδιά και μια μόνο γυναίκα Κάποιος έπαιζε κιθάρα, κάποιος σιγοτραγουδούσε Και η γυναίκα όρθια στη μέση τους με το αναχέρι στο μέτωπό της Κοίταζε κατά το σκοπό, όπου τώρα δά θα έβγαινε το φεγγάρι Ήταν μια κοπέλα ασπροντημένη, με σγουρά κοντά μαλλιά που τα είχε ξέπλεκα Δεμένα μόνο με μια στενή κορδέλα Το χτένισμα αυτό έδειχνε πως ήταν νεότατη, το πολύ 17 χρονών αν και ψηλή, με σωματική διάπλαση σωστής γυναίκας.

Τη στιγμή που η βάρκα της περνούσε μπροστά από την άλλη, κοίταξε από περιέργεια να είδει ποιοι ήταν οι επιβάτες της και άξαφνα, χωρίς να θέλει ίσως, φώναξε σαν εκστατική «Α! Ο Κόντε Διονύσης ο Σολαιμός!» Την ίδια στιγμή, σαν να την τράβηξε κάποια δυνατότερη λάμψη, Ξαναγύρισε κατά το σκοπό Και με την ίδια έκσταση φώναξε Α! Βγήκε το φεγγάρι! Νάτο!

Και η βάρκα προσπέρασε και μάκρινε γοργή Ποια ήταν αυτή η κοπέλα? Ρώτησε ο Τζόρτζης Δεν τη γνωρίζω Αποκρίθηκε ο Σολωμός Εκείνη όμως εγνωρίζει Άκουσα που είπε το όνομά σου Ναι, το άκουσα κι εγώ Μπορεί να είναι γνωστή σου μα να μην την γνώρισες από την απόσταση. Μπορεί. Και μου αρέσει καλύτερα που μου έμεινε άγνωστη. Ήταν τόσο όμορφη με τα άσπρα της μέσα στη βάρκα.

Θα έλεγες πως το φεγγάρι βγήκε για να την δει. Κοίταξέ το πάνω στο σκοπό. Δεν σου φαίνεται σαν ένα πρόσωπο με το κορμί κρυμμένο εκεί από πίσω που τα μάτια του παρακολουθούν ακόμα τη βάρκα με την ασπροντημένη κοπέλα. Ο Τζόρτζης κοίταξε το γεμάτο φεγγάρι που είχε βγει πια ολάκαιρο από το βουνό που το άγγιζε όμως ακόμα και είπε γελώντας «Μου φαίνεται τώρα πως κοιτάζει εσένα».

Η βάρκα προχωρούσε αργά. Ο σκοπός είχε αρχίσει να φωτίζεται. Και η αντανάκλαση του φεγγαριού, πέφτοντας στη θάλασσα, σχημάτιζε ένα πλατή φωτεινό αυλάκι που κουνιόταν και σπιθοβολούσε. Όλα σχεδόν τα άστρα είχαν σβήσει Ο ουρανός σε όλη την Ανατολή είχε γίνει ασημογάλαζος Η πόλη μακριά εξειδανικευόταν από το φεγγαρόφωτο Η εξοχή κοντά το ίδιο Το θέαμα ήταν έξοχο «Εστάνεσαι τίποτα τούτη τη στιγμή»

ρώτησε άξαφνα ο ποιητής τον φίλο του «Χαρά» αποκρίθηκε με αφέλεια ο Τζόρτζης Ο Σολωμός χαμογέλασε. «Είσαι ηναμοράτος. Μου φαίνεται πως είμαι. Και δεν βλέπεις τώρα τη μορφή της αγάπης σου μπροστά σου. Μου φαίνεται πως τη βλέπω, ναι. «Εγώ δεν έχω αγάπη. Καμιά μορφή δεν μου παρουσιάζεται τούτη τη θαυμάσια ώρα και αισθάνομαι σαν μια μελαγχολία».

«Πώς ζηλεύω τη δική σου χαρά. Σωτήρι να γυρίσουμε. Δεν παίζεις τίποτα, Τζόρτζι». Ο Τζόρτζις άρχισε ένα άλλο παθητικό κομμάτι. Ο Σολωμός άκουγε κοιτάζοντας το φεγγάρι. Σε λίγο ακούστηκε να ψιθυρίζει. Γλυκύτα τη φωνή βγαν η κιτάρα και σε τούτη την άφραστη αρμονία της καρδιάς μου αποκρίνεται η λαχτάρα. Γλυκέ φίλε, γλυκέ φίλε.

Κάποιο ποίημα εμπνεόταν πάλι και αυτοσχεδίαζε, μα σε λίγο το άφησε. Και ζηγώνοντας τον Τζόρτζι που έπαιζε ακόμα, τον ρώτησε σιγά, τρυφερά. Είναι όμορφη αυτή που αγαπάς Ο Τζόρτζης έκοψε το παίξιμο Και με κάποια ταραχή αποκρίθηκε Μου φαίνεται Πιο όμορφη από αυτή που είδαμε τώρα στη βάρκα Εκείνη που αγαπάει κανένας Είναι η ομορφότερη του κόσμου Έχεις δίκιο Είναι το ιδανικό του Και είναι κοπέλα που μπορείς να την πάρεις «Ναι, δηλαδή είναι της σειράς μου».

«Και θα την πάρεις, αν με θελήσει» Ο Σολωμός τον κοίταξε μια στιγμή σιωπηλός και έπειτα του είπε δυνατά «Και δεν φοβάσαι μη χάσεις το ιδανικό σου» «Γιατί» έκαμε ο Τζόρτζης «Αμα παίρνει κανένας εκείνη που αγαπάει» «Ναι» είπε ο Σολωμός «Υπάρχει φόβος να απογοητευτεί χωρίς να φταίει ούτε αυτός ούτε εκείνη. Εγώ αν αγαπήσω καμιά δεν θα την πάρω ποτέ μου.

Μια φορά στην Ιταλία αγάπησα μια νέα. Ή να πω καλύτερα ήμουν έτοιμος να την αγαπήσω. Μια μέρα έτυχε να την δω να τρώει. Είχε όρεξη φαίνεται και έτρωγε πολύ. Μπορεί να ήταν και φαγού από φυσικό της. Τι εντύπωση μου έκαμε. Ενόμιζα ήθελα να πιστεύω πως τρεφόταν με αέρα σαν ένα πλάσμα εθέριο, άϊλο, ουράνιο Και να τη βλέπω να καταβροχθίζει μακαρούνια και ραγού Αμέσως έχασα το ιδανικό μου Ούτε ιδέα πια να την αγαπήσω Φαντάσου τώρα και να την έπαιρνα Ο Τζόρτζι σε γέλασε Εγώ δεν είμαι έτσι, είπε «Μην το λες», του αποκρίθηκε ο Σολωμός, «όλοι οι άνθρωποι είναι έτσι. Όλοι σχηματίζουν μια ιδέα για ένα πράγμα, που τη χάνουν άμα το βλέπουν από κοντά. Ποιος λίγο, ποιος πολύ.

Εσύ μπορεί να μην απογοητευθείς άμα ειδείς την αγάπη σου να τρώει Θα απογοητευθείς όμως άμα θα την κάμεις γυναίκα σου Αργά ή γλίγορα αυτό θα γίνει Μα είναι τόσο όμορφο να έχει κανείς και να διατηρεί ένα ιδανικό Γι' αυτό το καλό που σου θέλω αν την αγαπάς λίγο πάρ' την αν την αγαπάς πολύ μην την πάρεις και αν εκείνη πάρει άλλον, προτιμότερο, γιατί κι έτσι εσύ θα διατηρείς το ιδανικό σου».

Σώπασαν. Η βάρκα πλέοντας τώρα στο φωτεινό αυλάκι του φεγγαριού, τους γύριζε στην πόλη. Τα πόγεμα η Ριγκίνα θα πήγαινε Στου Παπαγεωργόπουλου μονάχη Η μητέρα της ήταν αδιάθετη Ο πατέρας της είχε τους αρρώστους του Ούτε του άρεσαν πολύ οι συναναστροφές στα σαλόνια Μόνος εκείνες που γίνονταν στα φαρμακεία Έβρισκε γούστο Επειδή όμως η Ριγκίνα δεν μπορούσε να λείψει Αφού την εκάλεσε ο Σολωμός θα πήγαινε ως εκεί με την Παναγιώτα και το βράδυ θα γύριζε με τον Τζόρτζι.

Δεν ήταν δάκα μια παρατυπία. Η Μαρία στο μεταξύ της είχε κάνει άλλη μια βίζητα, μονάχη επίσης. Τόση ελευθερία την είχαν οι κοπέλες αυτή την τάξη και από εκείνον ακόμα τον καιρό. Απ' το πρωί η Ριγκίνα κατεχόταν από μια νευρικότητα. Το μεσημέρι δεν μπόρεσε σχεδόν να φάει και αφού αναπαύθηκε λίγο άρχισε να κάνει την τουαλέτα της.

Την επιμελήθηκε ξεχωριστά, όσο ίσως ποτέ. Έκανε τα μαλλιά της ένα μικρό κότσο στην κορυφή του κεφαλιού και μάλλον προς τα πίσω με τρεις μπούκλες από το ένα μέρος και από το άλλο που έπεφταν μπροστά. Δύσκολο χτένισμα που της έφαγε μία ώρα. Έβαλε ένα ανοιξιάτικο φουστάνι που το είχε κάνει εκείνες τις ημέρες με νεξελί ανοιχτό με στενό μπούστο πολύ σφιχτό στη μέση με πλατιά φούστα και με πολύ φουσκωτό πουφ από πίσω Διάλεξε με πολύ προσοχή τα στολίδια της είχε ένα σωρό και δικά της και της μητέρας της για να είναι απλά και να ταιριάζουν Φόρεσε και ένα άσπρο ψάθινο καπέλο πλατήγυρο Με κορδέλες πλατιές με νεξελιές που σχημάτιζαν φιόγγους μεγάλους Και πήρε ακόμα και μια ομπρελίτσα του ηλίου με νεξελιά κι αυτή Μασκούρα σαν τις κορδέλες του καπέλου Κοιτάχτηκε στο μεγάλο καθρέφτιο λάκερι Μα δεν έμεινε τόσο ευχαριστημένη Κάτι έλειπε, κάτι περίσευε Επιτέλους βρήκε το χτυπητό, το υπερβολικό Ήταν μια καρφίτσα σε σχήμα μεγάλου πανσέ Από σμάλτο πάνω σε χρυσάφι Έβγαλε το μενεξελί αυτό στο λίδι

Και τότε είδε πως τη θέση του δεν έπρεπε να βάλει άλλο κανένα Χίλιες φορές ρώτησε τη μητέρα της για διάφορες λεπτομέρειες Και η Λέζενα έχασε την υπομονή «Πού καημένη, πώς κάνεις έτσι» Σαν να πήγαινες να σε ιδεί ο γαμπρός». Η Ριγκίνα γέλασε με το στανιό. «Εκεί που πάω δεν είναι γαμπρή, όλο γέρι. Μόνο ο κόντες ο λαιμός είναι νέος.

Μα δεν βουρλίστηκα να βάλω ιδέα για αυτόν. Έπειτα έχεις και υποχρέωση στον Τζόρτζι», πρόσθεσε η μητέρα. Η Ριγκίνα νευρίασε φοβερά. «Υποχρέωση στον Τζόρτζι, άλλο τούτο πάλι. «Μα από πού, από τι, επειδή είναι ξάδερφός μου» «Μόνο στους Βεδουίνους έχω διαβάσει ο ξάδερφος παίρνει δικαιωματικά την ξαδέρφη του» «Σε μας δόξασε ο Θεός, δεν υπάρχει τέτοιος νόμος»

«Με αγάπησε, τι φταίω» «Του είπα ποτέ πως τον αγαπάω κι εγώ και θα τον πάρω» «Τότε θα είχα υποχρέωση» «Α, μητέρα, μη μου το ματαπείς αυτό» «Εγώ είμαι ελεύθερη, όλος διόλου ελεύθερη» «Καλά, καλά», έκαμε η μητέρα. «Μη συγχύζεσαι τώρα και πας στο ξένο σπίτι συγχυσμένη». «Δεν συγχύζουμε», ψιθύρισε η Ριγκίνα. «Λέω το σωστό».

Και προσπάθησε να συνέλθει. Αποτελείωσε την τουαλέτα της. Φώναξε την Παναγιώτα και έφυγε μαζί της. Δέκα βήματα, καθώς ξέρουμε, ήταν το σπίτι του Παπαγιωργόπουλου από το δικό της. αλλά ένα κορίτσι εκείνο τον καιρό για κανέναν λόγο δεν μπορούσε να φανεί στο δρόμο μονάχο του και όταν δεν ήταν η μητέρα ή άλλος συγγενής έπρεπε να το συνοδεύει ο υπηρέτης ή η υπηρέτρια.

Σαν την άλλη φορά, από την ανυπομονησία της είχε πάει πρώτη, βρήκε τη Μαρία μόνο με τον μπάρμπα της. «Μην ήρθα νωρίς, χα τι λες, καλύτερα για να μιλήσουμε λίγο κι οι δυο μας». Και η Μαρία εκείνη την ημέρα φορούσε ένα καινούριο φουστάνι από τριανταφυλλιά μου σελήνα με πολλά καμούφα, φραμπαλάδες που της πήγαινε θαυμάσια και στο σώμα και στο χρώμα. Και ήταν τόσο όμορφη, τόσο χαριτωμένη, ώστε η Ριγκίνα δεν μπόρεσε να μην τη συγχαρεί, μα και να αναρωτηθεί από μέσα της. Τάχα, ετούτη είναι πιο όμορφη από μένα.

Λοιπόν, θα έχουμε και σήμερα καμία έκπληξη Α, δεν ξέρω, δεν είναι κάθε μέρα τα Ιανιού Ίσως θα μας την κάνει ο ξαδερφός σου, ο Τζόρτζης Πα, πώς Προχθές το βράδυ πήγε βαρκάδα με το κόντες ο Λεμό Ήταν οι δυο τους Μπροστά του ο κόντες εμπροβιζάριζε ένα μικρό ποίημα Που ο Τζόρτζης του το τραγούδισε με την κιτάρα Και τον ευχαρίστησε πολύ Ίσως να μας το πει ύστερα που θα έρθει «Τι καλά, μόνο όπου δεν θα έχω κυτάρα. Στέρνουμε τον υπηρέτη σου και φέρνει τη δική μου». «Μακάρι, ήθελα πολύ να ακούσω τον κύριο Δρόγκα να παίζει κυτάρα. Μου λένε πως είναι έξοχος». «Ο κόντες που τον άκουσε δεν σου είπε τίποτα». «Όχι, ούτε για την κυτάρα του κυρίου Δρόγκα, ούτε για αυτό το ποίημα που εμπροβιζάριζε». «Μα δεν τον είδες το μεταξύ». «Ναι, ψες το μεσημέρι ήταν εδώ, μα μόνο για σένα μου μίλησε».

«Για μένα» έκαμε με χαρά ακράτητη η Ριγκίνα. «Ναι, θα σου πω, μα στάσου να στείλουμε πρώτα για την κιθάρα». Φώναξε το μικρό υπηρέτη και η Ριγκίνα τον έστειλε στο σπίτι της να πει της μητέρας της να του δώσει την κιθάρα. Και μόλις έμειναν πάλι οι δυο τους, τη στιγμή εκείνη ο Παπαγεωργόπουλος δεν ήταν στη σάλα, γύρισε στη φίλη της ρωτώντας «Λοιπόν, τι σου είπε για μένα ο Κόντες» «Μου παραπονέθηκε» αποκρίθηκε η Μαρία «Μου παραπονέθηκε πως δεν του μίλησα για τα μεγάλα σου προτερήματα και δεν σε επλησίασε την άλλη φορά να μιλήσετε»

«Α, και ποιος του είπε τώρα για τα μεγάλα μου προτερήματα». «Δεν ξέρω, δεν μου είπε». Με ρώτησε μόνο αν είσαι πραγματικώς γραμματισμένη όπως έμαθε. Του είπα «εννοείται ότι έπρεπε» και του πρόσθεσα πως τον θαυμάζεις. Αυτό είναι αλήθεια όσο είναι ψέματα πως έχω προτερήματα και μάλιστα μεγάλα. Φαντάζομαι πως αυτά του τα είπε ο Τζόρτζης που με βλέπει με μάτια ξαδέρφου Σε βεβαιώ τώρα ντρέπομαι να τον ειδώ Θα μου μιλήσει, θα με εξετάσει αναζητώντας τα ανύπαρκτα προτερήματά μου Θα με βρει μια συνηθισμένη κοπέλα και θα απογοητευθεί Μα μπορεί ποτέ ύστερα από σένα Μη με τριοφρονείς τόσο αγάπη μου Ξέρεις καλά πως λίγοι στον τόπο μας έχουν τη μόρφωσή σου και την εξυπνάδα σου Όσο για τα σωματικά σου προτερήματα Έχεις το χάζουμε και καθρέφτη Η Ριγκίνα γέλασε Ω, όσο για τα σωματικά μου δεν ήταν βέβαια ανάγκη να του μιλήσει κανένας Αφού με είδε εδώ Φαίνεται όμως πως καμιά εντύπωση δεν του κάμανε Γιατί αν έβλεπε πραγματικώς μια όμορφη νέα έπρεπε να ξέρει πως είναι και γραμματισμένη

για να την πλησιάσει να της μιλήσει να της κάνει ένα κομπλιμέντο δεν έχω δίκιο χα δεν το ξέρεις το κόντες ο λαιμό φώναξε η Μαρία αυτός είναι ποιήτης αυτός δεν μοιάζει με τους άλλους νέους για να κοιτάξει μια ομορφιά θέλει να γνωρίσει πρώτα την ψυχή της έστω μα η μορφή δεν του λέει τίποτα για την ψυχή ή δεν έχει ψυχή η ομορφιά Δεν προσέχει, είναι αφηρημένος, ζει σε κόσμους άλλους Πρέπει να ακούσει έναν λόγο που του αρέσει Για να κοιτάξει το πρωτογνώριστο πρόσωπο που του τον είπε Όταν προπάντων είναι γυναίκα Γιατί για γυναίκες αντιαφορεί Σου είπα, δεν είναι σαν τους άλλους νέους Μου το έχουν πει όλοι όσοι τον γνωρίζουν Το ξέρεις πως δεν έχει κοπέλα Και ποιο αρχοντόπουλο σήμερα δεν έχει Και μάλιστα λένε πως ούτε ιδανικά η να μωράτος δεν είναι σε καμιά.

Οι φίλοι του δεν είδαν και δεν άκουσαν ποτέ να περνάει από ένα παραθύρι ή να στέλνει κρυφά ένα γράμμα. «Μα και εμένα για αγάπη του δεν μου μίλησε ποτέ». «Δεν θα βρήκε ακόμα εκείνη που του αξίζει», είπε η Ριγκίνα. «Ή μπορεί να τη βρήκε, μα ερωτευμένη με άλλον». Η Μαρία χαμογέλασε κολακευμένη. «Για μένα θες να πεις, α, δεν θα είχα τέτοιες πρεταντιόνες. Ο κόντες ο λαιμός και ελεύθερη να με έβρισκε δεν θα με ερωτευότανε. Πάλι φίλοι θα με έκανε όπως τώρα. Να σου πω λοιπόν την ιδέα μου καθαρά.

«Μην το πάρεις για ανταπόδοση κομπλιμέντου, σου λέω την αλήθεια. Μου φαίνεται πως μόνο σε σένα θα έβρισκε εκείνη που του αξίζει». Η Ριγκίνα ταράχτηκε και για να κρύψει την ταραχή της, ανεξήγητη και για αυτήν την ίδια, προσπάθησε να γελάσει. «Ω, μεγάλη ιδέα έχετε για μένα. Μα αν ήταν αυτό που λες, θα με πρόσεχε από την πρώτη φορά που με είδε.

Μα δεν εγύρισε να με κοιτάξει». Τώρα που του είπατε για μένα καλά, ο ξάδερφός μου και εσύ. Είναι άλλο. Θα με κοίταζε σαν έναν άνθρωπο που μπορεί κάπως να με καταλαβαίνει. Και θα μου έπεφτε πολύ αν με έκανε και εμένα φίλοι σαν και σένα. Εγώ βλέπεις ούτε τόση πρεταντιόνα δεν έχω. Αμά έχεις άδικο. Ίσως θα συλλογέσαι την κοινωνική διαφορά.

Ε βέβαια τα σπίτια μας απέχουν πολύ από το δικό του. Μην ξαστοχάσω όμως πως είναι ποιητής. Και οι ποιητάδες, αυτά δεν τα πολυλογαριάζουν, τον άνθρωπο κοιτάζουν και αδιαφορούν αν δεν κατάγεται λήνε αντροάτα που λένε από σταυροφόρους. Και η Μαρία τελείωσε με γέλιο. Μα τη Ριγκίνα η ομιλία τώρα της στενοχωρούσε και θέλησε να την αλλάξει ρωτώντας.

«Και ο Ρίκος σου τι κάνει» «Μεγαλώνει» αποκρίθηκε γελώντας ακόμα η Μαρία «και μ' αγαπάει». Είναι βέβαιο και το ένα όσο και το άλλο. Γέλασε η κυρικήνα. Λες, έκαμε η Μαρία που σοβαρεύτηκε κάπως. Ποτέ δεν μπορεί να είναι κανένας βέβαιος για την καρδιά του αλλουνού. Πιστεύω όμως πως ο Ρίκος με αγαπάει αληθινά. Το πιστεύω. Σώπασε λίγο και με γέλιο πάλι πρόσθεσε Μα τι με νοιάζει φτάνει που τον αγαπώ αληθινά εγώ Και που εκείνος δέχεται την αγάπη μου Σε βεβαιώρη γκίνα τον αγαπώ τόσο πολύ Που θα τον έπαιρνα κι αν ακόμα ήξερα πως μ' αγαπά λιγότερο Τι ευτυχία για μένα που τον βρήκα ελεύθερο Η Μαρία σοβαρεύτηκε πάλι και εξακολούθησε Όταν τον αγάπησα χωρίς ακόμα να ξέρω τίποτα για αυτόν πως έτρεμα θεέ μου μη μάθαινα πως αγαπούσε άλλην ή πως ήταν στον τόπο του αραβωνιασμένος παντρεμένος ξέρω κι εγώ φρύτω ακόμα με αυτή την ιδέα και σε βεβαιώ πως αν μάθαινα τότε τίποτα τέτοιο θα πέθαινα όταν μου είπε πως είναι ελεύθερος πως μ' αγαπά πως θα' ναι ευτυχής να με πάρει

μου φάνηκε σε βεβαιώ πως γλίτωσα τη ζωή μου από έναν μεγάλο κίνδυνο πως ξανά ζησα Α ναι για μένα αυτό ήταν η ζωή ή θάνατος Η Ριγκίνα ανατρίχιασε Μόνο τάχα γιατί βρισκόταν μπροστά σε μια τόσο μεγάλη αγάπη αισθάνθηκε δέος ή μήπως είχε ένα στιγμιαίο προαίσθημα πως αυτή η αγάπη δεν θα τελείωνε καλά Δεν είπε τίποτα Τη στιγμή εκείνη έφτασε Στην πόρτα της του Πάθαινα Ξαναμπήκε και ο Παπαγεωργόπουλος Και η ομιλία άλλαξε Σε λίγο μπήκε και ο δικαστής Ο Κορφιάτης και μια άλλη κυρία Και ο Ρίκος Ο μικρός υπηρέτης έφερε και την κιθάρα Που την έβαλαν πάνω στο μεγάλο Πιάνο με την ουρά Όχι είναι για τον ξάδερφό μου Είπε η Ριγκίνα που την παρακαλούσαν Κάτι να τους παίξει Εγώ δεν ξέρω καλά Γιατί ούτε η Μαρία ούτε ο Ρίκος ήθελαν να κάνουν μουσική από τώρα.

Περίμεναν τον Σολωμό. Πολύ νωρίτερα από το συνηθισμένο, δεν είχαν ανάψει ακόμα τα φώτα, έφτασε και ο ποιητής. Και με μεγάλη παρέα. Γιατί εκτός από τον Στρούζα ήταν μαζί του και ο Μάτεσης και ο Ντεσίλας και ο Ρώσης. Όλοι γνωστοί στην οικογένεια Παπαγεωργόπουλου. Η σάλα γέμισε και όπως πάντα το κέντρο ήταν ο Σολωμός και ρέτησε με χειραψία τη Μαρία, τον Παπαγεωργόπουλο και τη Ριγκίνα που έτρεμε σύσσωμη και της είπε.

«Χαίρω πολύ που σας ματαβλέπω, μα δεν βλέπω και τον κύριο Δρόγκα». «Θα έρθει αργότερα», ψηθήρισε η Ριγκίνα. Και ο ποιητής την άφησε για να καθίσει στη συνηθισμένη του πολυθρόνα, έχοντας από το ένα μέρος τον Κορφιάτη και από το άλλο τη Μαρία. Η Ριγκίνα δεν απελπίστηκε. Δεν μπορούσε, συλλογιζόταν μόλις μπήκε, να καθίσει κοντά της και να αρχίσει να της μιλεί.

αργότερα βέβαια θα γινόταν κι αυτό και περίμενε με την ελπίδα μαζί όμως αισθανόταν και φόβο και παρακολουθούσε τις ομιλίες σιωπηλή γιατί δεν ήθελε κιόλας να φανεί πως ζητούσε να κινήσει την προσοχή του αλλά η ώρα περνούσε κι ο πίτης ούτε γύριζε να την ειδεί και η Ριγκίνα άρχισε να απελπίζεται τα ίδια θα είχε πάλι Τι της είπαν λοιπόν ο Τζόρτζης και η Μαρία Κι αν ήταν για να μην της μιλήσει καθόλου Τι την κάλεσε να πάει Έφεραν και τις λάμπες Έφεραν και τα τραταμέντα Έγιναν τότε κάποιες μετακινήσεις Και σαν να επωφελήθηκε Ο Σολωμός σηκώθηκε από την πολυθρόνα του Με ένα ποτήρι ορτζάδα στο χέρι Και κάθισε κοντά στη Ρυγκίνα Που κι αυτή σουμάδα είχε πάρει και το ποτήρι της άδειο ήταν ακόμα κοντά της πάνω σε ένα τραπεζάκι.

«Έχουμε βλέπω το ίδιο γούστο», της είπε. «Καφέ δεν πίνω αυτή την ώρα και τα γλυκά δεν μου παρά αρέσουν». «Ούτε εμένα», είπε η Ριγκίνα που η καρδιά της χτυπούσε από χαρά. «Τα πόγεμα προτιμώ πάντα μια ορτζάδα. Και με πολύ νερό, για να μην είναι πολύ γλυκιά, ε. Ναι, μάλλον. Με την ορτζάδα ξέρετε, πάει ωραία και ροσόλι τριαντάφυλλο. Δοκιμάσατε ποτέ. Όχι, να δοκιμάσετε και θα με θυμηθείτε. Μου άρεσε από παιδί. Γιατί ξέρετε, αυτό είναι ζακεθινό. Σαν το παστέλι, τη φρυτούρα και το μαντολάτο.

Το πιστεύετε πως στην Ιταλία τα επιθυμούσα αυτά τα ντόπια. Μα δεν είπατε πως δεν σας παρααρέσουν τα γλυκά, χαμογέλασε η Ριγκίνα. Εννοώ τους ζαχαροπλαστείου, τα τουρκικά και τα γλυκά του κουταλιού. Με γκόνουν. Ένα παστελάκι όμως, μια φρυτούρα. πηγαίνετε στα πανηγύρια ναι αυτό το αντέντι το έχουν όλοι Ζακυθινοί και εγώ πλησιάζει το πανηγύρι του Αγίου Λυσίου θα πάω έπειτα της Αγίας Τριάδας που μ' αρέσει περισσότερο το θυμόμουν από τα παιδικά μου χρόνια και με τόση συγκίνηση το ματαχάρηκα πέρυσι ήταν το ίδιο έβλεπα τα ίδια πρόσωπα τα ίδια πράγματα και οι εικόνες ακόμα Οι κρεμασμένες μέσα σε εκείνη τη μεγάλη κάτασπρη τέντα όπου τρώγαμε τις φρυτούρες και τα παστέλια, οι ίδιες.

Μια νέα έπλεκε ένα σκαρτσούνι. Τη θυμόμουν αυτή την εικόνα από μικρός. Σε αυτό το τόπο τίποτα δεν αλλάζει. Όλα σχεδόν μένουν τα ίδια. Αλήθεια. Στην αρχή που ήρθα μου φάνηκε πως είχαν αλλάξει πολλά. Έπειτα σιγά σιγά είδα πως όλα ήταν τα ίδια Σας αρέσει αυτό ή προτιμάτε την αλλαγή Η πρόοδος είναι βέβαια αλλαγή και δεν μπορώ να μην θέλω την πρόοδο Μερικά πράγματα όμως μ' αρέσει να τα μεταβρίσκω ανάλλαχτα Οι Εγγλέζοι έφτιασαν το δρόμο του ψηλώματος Άλλαξε και ευχαριστήθηκα για την πρόοδο Μα ευχαριστήθηκα περισσότερο Συγκινήθηκα μάλιστα Όταν μα τα είδα δύο πράγματα τα ίδια Και ξέρετε τι Δύο όμορφα δέντρα από το ένα μέρος και από το άλλο Στο ξέπορτο ενός περιβολιού Τα αγαπούσα από παιδί αυτά τα δέντρα Και θα μου κακοφαινόταν πολύ Αν δεν τα βρίσκα εκεί Ή έβλεπα στη θέση τους άλλα Έτσι αν έβλεπα και τον σκοπό χωρίς τούρλα ή το να είναι η κόλλα χωρίς το όμορφο του καμπαναράκι.

Ε, το καμπαναράκι δεν θα ήταν αδύνατο και να λείψει ή να αλλάξει, όχι όμως και η τούρλα του σκοπού. Δεν το ξέρετε, τίποτα δεν είναι αιώνιο. Ένα σεισμός παραδείγματος χάρη και να, η τούρλα συντρίμια, ερήπια σκόρπια. Ανεβήκατε ποτέ εκεί πάνω. Όχι, εγώ ανέβηκα. Η τούρλα λοιπόν που τη βλέπουμε τόσο όμορφη δεν είναι παρά μία πελώρια πέτρα. Τίποτα δεν φυτρώνει πάνω της ούτε η λυχίνα. Και μόνο η θέα αποζημιώνει για τον κόπο. Φαίνεται όλο το νησί και τα νησάκια γύρω του, οι στροφάδες, το βόηδο.

Μόνο ήσαμε το ξεροκάστελο πήγα μια φορά Στην κορυφή δεν ανέβηκα Καλύτερα Τα όμορφα πράγματα δεν πρέπει κανένας να τα παραπλησιάζει Καμία φορά απογοητεύεται Καμία φορά όμως δεν τα βρίσκει πιο όμορφα Κατά το πράμα Είναι όμορφιες απ' έξω και όμορφιες από μέσα Ε, αυτές για να τις δει πρέπει κανένας να πλησιάσει Της μαντεύει όμως και από μακριά, από το εξωτερικό Όχι πάντα και πολλές φορές ακόμα χειρότερο γελιέται Αυτό του βρίσκεται κακό για πράγμα ή για πρόσωπο Και για τα δυο Βέβαια όμως η απογοήτευση από ένα πρόσωπο είναι μεγαλύτερη Καυχαίμαι πως το πρόσωπο δεν με γελάει εμένα ποτέ Μα ξέρω κι εγώ Καμιά φορά μπορεί να πάθω νύλα Όπως λένε οι μωραΐτες Τι θα πει νύλα Καταστροφή Να πέσω που λέμε εμείς από τα σύννεφα Α δεν πιστεύω να γελαστείτε ποτέ τόσο πολύ Ω σε τέτοια περίσταση συγιορίνα Και το λίγο είναι πολύ

Σχόλια

Χωρίς σχόλια

Συνδεθείτε για να συμμετάσχετε στη συζήτηση

Σύνδεση για Σχολιασμό

Δεν υπάρχουν σχόλια ακόμα

Πίσω 15 δευτ.
Play
Μπροστά 30 δευτ.
00:00:00
00:00:00