Ρηγγίνα Λέζα (3/18) Γρηγόριος Ξενόπουλος
ΜυθιστορίεςΣχετικά με αυτό το επεισόδιο
Διαβάζει η Χριστίνα Μπράβου
Αυτόματη μεταγραφή — ενδέχεται να περιέχει λάθη.
Γρηγόριος Ξενόπουλος γιατί δεν είχε την πολύπλοκη αρχιτεκτονική και τα εξωτερικά στολίδια μερικών άλλων αρχοντικών που θύμιζαν βενετσιάνικα παλάτσα. Από μέσα όμως ήταν σχεδόν όπως και εκείνα. Μεγάλες σάλες, απέραντι διάδρομοι, πλούσια έπιπλα, τυχογραφίες, καλλιτεχνήματα, βιβλιοθήκες. Ο γέρος Σαλωμών ή Σολωμός, ο κόντε Νικόλας, ο επιλεγόμενος Ταμπακέρης, γιατί κάποτε είχε τους φόρους των καπνών, ήταν από τους πλούσιους άρχοντες του τόπου.
Εκτός από την επιχείρησή του, εκμεταλλευόταν καλά τα μεγάλα του χτήματα, την πατρική του κληρονομιά. Είναι γνωστό πως και ο ποιητής γραφόταν πάντα Σαλωμών, Ιταλικά. Αν ήθελε ποτέ να εξελινήσει το όνομά του θα το έκανε βέβαια Σολομών, Σολομώντος Πρωτήτερα όμως εφρόντισε να του το κάνει Ρωμαίικο ο Ζακυνθινός Λαός Έτσι ο Σολομών έγινε Σολομός, όπως όλα σχεδόν τα ισόν Γέρον γέρος, χάρον χάρος, δρυμόν δρυμός Και κατά τον ψυχάρι, παρθενών παρθενός Για κάποια ευκολία στην προφορά, τρία ως στη σειρά είναι δυσπρόφερτα και από κάποια γλωσσική να πούμε έτσι νοχέλια, οι Ζακυνθινοί το Σολαιμός το είπαν Σολαιμός.
Κι αυτό εξηγείται. Ανεξήγητο μόνο είναι που βρήκαν οι λογιότατοι το ωμέγα και τον Σολομό τον έγραψαν Σολομό με ωμέγα. Αδιάφορο. Το ελληνικό όνομα του ποιητή μας παραδόθηκε έτσι και έτσι θα το γράφουμε στον αιώνα, όπως και το φόσκολος, όπου κανένα παλιλόγο δεν έχει το ω. Αλλά ας γυρίσουμε στο σπίτι. Ήταν Κυριακή πρωί. Όλος ο πλατήφορος μοσχοβολούσε από τα γιούλια και τα άλλα μυριστικά που είχαν κουβαλήσει οι μποχαλιώτες από το ανθυρό τους προάστιο και τα πουλούσαν απλωμένα σε τραπεζάκια στο γιοφύρι διαλαλώντας μελωδικά.
«Γιούλια ολόμπλατα! Γιούλια! Γοδίες!» Οι εκκλησίες που λειτουργούσαν αργά ήταν αριστοκρατικές εκείνη τη μέσα μερία σήμεναν την απόλυση και έβλεπε στους δρόμους αφεντάδες και αρχόντισες και αρχοντοπούλες να γυρίζουν από τον Παντοκράτορα, τον Άγιο Γιώργη του Κουμούτσου, την Κυρά του Αγγέλου ή τον Άγι Μάρκο των Καθολικών.
Οι Μητρόπολοι και οι Άγιοι Πάντες, οι μεγαλύτερες εκκλησίες της Μέσα Μερίας, λειτουργούσαν κάπως νωρίτερα και πιο νωρίς από όλες ο Άι Νικόλας του Μόλου, όπου λειτουργιόνταν οι Θαλασσινοί. Εκεί είχε πάει την Κυριακή εκείνη και ο Σολωμός Έβρισκε πολύ ποιητικό το παλαιό μαύρο απ' έξω παραθαλάσσιο εκκλησάκι Με τη γραφική πυραμίδα που σχημάτιζε στη σκεπή του το χαμηλό του καμπαναριό Και με το απλοϊκό, το λαϊκό του εκκλησίασμα Κι αφού τελείωσε η λειτουργία πήρε έναν φίλο του ηλικιωμένο Σπανιότατα πήγαινε με νέους Κι έκαμε έναν περίπατο στα ηλιόλουστα ακρογιάλια Η στράτα Μαρίνα, ο σημερινός ωραίος παράλειος δρόμους, εκείνον τον καιρό δεν υπήρχε, παρά σαν ένα απέραντο ακρογιάλι, σαν το άλλο που άρχιζε από το Μόλο και έφτανε ως το κρύο νερό.
Γυρίζοντας πέρασε από τους Αγίους Πάντες Έσχισε την πλατεία του Αγίου Μάρκου Εκείνη που ύστερα από 40 περίπου χρόνια Θα ονομαζόταν προς τιμήν του πλατεία του Ποιητού Μπήκε στο γιοφύρι Αγόρασε δυο-τρία μαντζέτα γιούλια Έστριψε και με το φύλλο του πάντα Έφτασε στο σπίτι του Του έδωσε τον καφέ Μίλησε λίγη ώρα μαζί του πολιτικά Και τον ξαπόστηλε Άμε τώρα στο καλό θέλω να μείνω μονάχος μου γιατί έχω κάποια δουλειά και ύστερα θα ριβάρουν οι ξακληρίες Ξακληρίες έλεγε τους ιδιαίτερους του φίλους που χαλούσαν τον κόσμο στο σπίτι του πειράζοντας αλίπητα το γιατρό Ροήδη Έναν παράξενο τύπο που θα θέλε να λέγεται ποιητής Και οι ξακληρίες τον έκαναν να πιστεύει πως είναι και μεγάλος Μ' αυτά διασκέδαζε κι ο Σολωμός που σαζακυνθινός του άρεσε να πειράζει μα ως ένα βαθμό γιατί άμα βαριόταν τα γέλια τους έδιωχνε όλους φτάνει φευγάτε τώρα θα φάω και θα κοιμηθώ και αν οι ξακληρίες επέμεναν νευρίαζε φοβερά ού φευγάτε λέω δεν ακούτε ρωμαίικα.
Η ώρα ήταν δέκα. Ο αδελφός του ο Μίμης που ούτε στην εκκλησία πήγαινε ούτε πρωινούς περιπάτους έκανε κοιμόταν ακόμα μονάχος στο γραφείο του. Ο ποιητής πήρε κάποιο βιβλίο και διάβαζε περιμένοντας τον Τζόρτζι γιατί εκείνη την ημέρα και την ώρα του είχε ορίσει να πάει ήθελε φαίνεται να λάβει καιρό να μιλήσει μαζί του πριν να ριβάρουν οι ξακλήριες.
Το βιβλίο που είχε πάρει ήταν το εγκόμιο της Δημοτικής του Ντάντε Αλιγκέρι. Από τότε φαίνεται ο Σολωμός είχε καταλάβει πως το γλωσσικό καθεστώς στην Ελλάδα ήταν όμοιο με εκείνο που είχε βρει ο Ντάντες στην Ιταλία, όταν τόλμησε να γράψει την κομμέντιά του στη γλώσσα του λαού. Η επίσημη γλώσσα, η γλώσσα των σοφών και των ποιητών ακόμα, ήταν εκεί πέρα η λατινική, όχι βέβαια του Βυργιλίου και του Κικέρωνα, όπως στην Ελλάδα η αρχαία ελληνική και όχι βέβαια του Ξενοφόντα ή του Δημοσθένη.
Ο Ντάντες πρώτος έκαμε την επανάσταση να γράψει υψηλό ποίημα στη ζωντανή γλώσσα του τόπου του, που τόσο ωραία την υπερασπιζόταν σε εκείνο το βιβλίο. Από τότε άραγε ο Σολωμός είχε το όνειρο να γίνει ο Έλληνας Ντάντες Δεν το ξέρουμε Το βέβαιο είναι πως από το εγκόμιο βγήκε αργότερα ο διάλογος που έχει τόσες αναλογίες Διάβαζε ακόμα όταν μπήκε στο γραφείο ο αδερφός του Ο Κόντε Δημήτρης Σολωμός είχε την ίδια σχεδόν ηλικία με τον Κόντε Διονύση και την ίδια φυσιογνωμία ή να πούμε καλύτερα τον οικογενειακό τύπο, μόνο που ήταν πολύ πιο κοντός και λίγο πιο γεμάτος.
Όμορφος νέος βέβαια κι αυτός, αν και χωρίς την ολύμπια όμορφιά του αδερφού του. Η ευγένεια όμως έσταζε από πάνω του και καθένας μπορούσε να ειδεί σ' αυτόν τον απόγονο μιας αριστοκρατικής οικογένειας, περισσότερο ίσως παρά κοιτάζοντας τον αδελφό του. Πραγματικώς, ο κόντε Διονύσης είχε και κάτι το λαϊκό από τη μάνα του. Ο κόντε Δημήτρης Καθόλου ήταν ο γνήσιος, ο αμυγής γαλαζοαίματος.
Άντιτος ακόμα Με το μαύρο πλατύ πανταλόνι Που το κρατούσαν τυράντιδες σταυρωτοί Πάνω σε ένα άσπρο μεταξωτό που κάμισο Με μεγάλη τραχυλιά Έπεσε πρώτα σε μια πολυθρόνα Σηκώνοντας τα κοντά του μπράτσα στο κεφάλι Σαν να θέλει να τα νηστεί Και έπειτα είπε «Ποντιόρνο, καλά σου ξυπνητούρια» Του αποκρίθηκε ο αδελφός του Χωρίς να αφήσει το διάβασμα Ο κόντε Δημήτρης χασμουρήθηκε. Έπειτα άρχισε να κουνιέται και να λέει μισά Ιταλικά και μισά Ελληνικά.
«Αλήθεια, εγώ ξύπνησα αργά». «Μα δεν μου λες. Τι έκαμες εσύ που ξύπνησες απόν ώρα». «Επήγες στην εκκλησία». «Κέρδος νούλα». «Έκαμες έναν περίπατο». «Κέρδος νούλα». «Εγύρισες να διαβάσεις ένα λίμπρο διασκεδαστικό». «Κέρδος νούλα». Και περιμένεις εκείνους τους γαρίλιους να γελάσεις με τσιμπαρτσολέτες τους. Κέρδος νούλα. Και δεν μου λες τι θα κάνεις ίσια με το βράδυ. Τα ίδια. Μόνο που ίσως θα γράψεις τύπο τσιστίχους. Κέρδος νούλα. Αμοιάβριο, αμοιμεθαύριο. Τα ίδια. Δεν βγαίνει τύπο τσιμευτούνα, καρομύοντιονίσιο.
«Εγώ μπορεί να ξυπνάω αργά, μα δουλεύω. Στη ράχη μου πέσανε τώρα τα κτήματα. Για ούλα εγώ φροντίζω. Και διαβάζω, διαβάζω λιμπρασέρια. Αύριο θα γένω δικηγόρος και μεθαύριο, ε, ποιος ξέρει. Μα εσύ δεν μου λες τι θα κάνεις στη ζωή σου». «Τίποτσι» μουρμούρησε μες τα δόντια του ο Σολωμός χωρίς να σηκώσει τα μάτια του από το βιβλίο.
Ο Δημήτρης εξακολούθησε να ψάλλει. Χίλιες φορές του ήρθε του Διονύση, ευερέθιστος και οξύθυμος καθώς ήταν να του πετάξει το βιβλίο στα μούτρα και να τον στείλει στο διάβολο. Μα δεν είχε όρεξη να συγχυστεί. Θυμόταν τον Τζόρτζι που περίμενε και ήθελε να τον δεχτεί ασύγχιστος και καλοδιάθετος Μια στιγμή μόνο μουρμούρησε πιο δυνατά Τον κακό σου φλάρι Και ατάραχος, κυριαρχημένος, θα τον άφηνε να του λέει ως αύριο Ευτυχώς ο Δημήτρης θυμήθηκε έξαφνα το πρόγευμά του Και σηκώθηκε απότομα και βγήκε φωνάζοντας «Πίπι, πίπι! Ακόμα το ζουμί μου! Κρεπάρισα από την πείνα!»
Αντί για καφέ ή άλλο ποτό, ο κόντε Δημήτρης, όπως πολλοί αφεντάδες εκείνο τον καιρό, συνήθιζε να παίρνει το πρωί ένα μεγάλο φλιτζάνι ζουμί από κρέας, πάντα βοδινό, όπου βουτούσε και μια-δυο φρυγανιές. Αυτό το πρόγευμα του σερβίρισε και εκείνο το πρωί ο υπηρέτης στην κάμαρά του και ο νέος κόντες κάθισε να φάει για να αποντηθεί ύστερα και να φύγει.
Ο θόρυβος που έκαναν στο σπίτι οι φίλοι του αδερφού του τον πείραζε στα νεύρα και γι' αυτό εφρόντιζε πάντα να λείπει. Εκείνος δεν άφησε το διάβασμα στιγμή. Καμιά εντύπωση δεν του είχαν κάνει τα λόγια του Δημήτρη. Τα είχε πια συνηθισμένα. Και όταν δεν είχε όρεξη για σύγχυση όπως σήμερα και δεν απαντούσε για να αρχίσει καυγάς θα έλεγες πως από το ένα αυτοί του έμπαιναν και από το άλλο του έβγαιναν το κάτω κάτω ήταν ο μεγαλύτερος δεν θα του έλεγε ο αδερφός του πως να ζήσει και τι να κάνει και αν δεν έβρισκε ακόμα αρκετά γεμάτη και αρκετά σκόπιμη τη ζωή του δεν περίμενε να την κάνει καλύτερη με τις συμβουλές του Δημήτρη τόσο ξέρει τόσο λέει συλλογιζόταν καμιά φορά Ωστόσο μάντευε πως δεν θα πήγαινε καλά ως το τέλος με αυτόν τον αδερφό που δεν τον πολύ καταλάβαινε που τον ζήλευε ίσως και που εννοούσε να του επιβληθεί Εμείς βέβαια δεν είμαστε σαν τον Παπαγεωργόπουλο και τον αδερφό του έλεγε Και από τότε ακόμα προσπαθούσε να βρει με τι τρόπο θα μπορούσε κάποτε να χωρίσει και να ησυχάσει
Ήταν σαν ένα προέσθημα της μεγάλης εκείνης διάστασης που θα ερχόταν αργότερα ανάμεσα στους δύο γιους της Αγγέλικας Νίκλη Ακριβώς στις δεκάμιση ο υπηρέτης ανήγγειλε τον κύριο Τζόρτζι Δρόγκα Μπράβο, του φώναξε μόλις τον είδε ο Σολομός, εγκλέζος είσαι βλέπω στις ώρες σου, ότι βαρέσανε τα δύο κουάρτα από τις δέκα. Μα οι αφεντάδες μας και οι δάσκαλοι μας δεν είναι τώρα οι εγκλέζοι, είπε ο Τζόρτζης καθώς έσφιγγε το άσπρο αυρό χέρι που του έτεινε ο ποιητής.
«Σωστά το είπες, οι αφεντάδες μας και οι δάσκαλοι μας, όπως άλλη φορά οι Βενετσιάνοι. Και πρέπει να ομολογούμε πως η προστασία της Αγγλίας είναι καλύτερη». «Κάτσε να σε χαρώ, χαίρομαι πολύ που σε ματαβλέπω». «Και εγώ σορκόντε, δεν έβλεπα την ώρα να έρθω στο αρχοντικό σου. Το μου είχες τη μεγάλη καλοσύνη να με προσκαλέσεις.
Μα για δική μου ευχαρίστηση». «Για αυτό δεν μου χρωστάς τίποτα, εγώ σου χρωστάω». Εκάθισαν σε δύο πολυθρόνες όμοιες Ο Σολωμός μπροστά στο σκρίνιο του Ένα πολυτελέστατο γραφείο με θέσεις και συρτάρια που το είχε φέρει από την Ιταλία Και ο Τζόρτζης δίπλα Και καθώς εξακολουθούσε η διαχειριστική συνομιλία Άλλαξαν πολλά φιλοφρονήματα από την καρδιά τους και οι δυο Αυτός κοίταζε τα ωραία έπιπλα Και τα κομψοτεχνήματα που στόλιζαν το απέραντο εκείνο δωμάτιο όπου ο ήλιος έμπαινε από τρία μεγάλα παράθυρα.
Παλκόνι το σπίτι δεν είχε κανένα και το ταβάνι ήταν τόσο ψηλό ώστε μόλις διακρίνονταν οι ζωγραφιές του. Όλα του άρεσαν εκεί μέσα του Τζόρτζι μα την προσοχή του τράβηξε προπάντων ένα παράξενο έπιπλο κομψότατο σαν τραπεζάκι από χρυσωμένο σκαλιστό ξύλο με γκρίζο μάρμαρο από πάνω όπου δεν υπήρχαν παραλίγα χρυσοδεμένα βιβλία.
Το παρατήρησε ο Σολωμός και μια στιγμή του είπε «Την τουαλέτα μου κοιτάς. Θα απορείς βέβαια πώς βρίσκεται εδώ μέσα και όχι στην κάμαρά μου και βαστάει αντί για βούρτσες, χτένια και ξηράφια βιβλία. Μα είναι ένα παλιό μόμπυλο, τόσο όμορφο και τόσο πολύτιμο ώστε έπρεπε να χάσει τον προορισμό του και να μην έχει άλλον παρά να βλέπετε και να θαυμάζετε.
Όπως πάνω κάτω και τα πράγματα που έχουν στα μουσεία. Σ' αρέσει? Ναι, εσύ έχεις γούστο και δεν μπορεί παρά να σ' αρέσει. Μ' αρέσει και πολύ, είπε ο Τζόρτζης. Μα από πού κρίνεις κόντε μου πως εγώ έχω γούστο. Η ξαδέρφη Σάμου, η Ριγκίνα του Λέζα, την εγνώρισες προχτές του Παπαγεωργόπουλου. Λέει πως δεν έχω καθόλου Θα κάνει λάθος η ξαδέρφισά σου Το παρουσιαστικό σου, το ντύσιμό σου Όλα σου δείχνουν άνθρωπο με γούστο πολύ Έπειτα παίζεις κιτάρα Και καθώς μου είπες προχτές Σ' έχουν για καλό κιταρίστα Αλήθεια, διάλεξες ένα όργανο που μ' αρέσει εξαιρετικά Το πιάνο δεν με ενθουσιάζει Η κιτάρα μόνο, η άρπα και το αρμόνιο Μα περισσότερο η κιτάρα. Πόσο θα ήθελα να σ' ακούσω μια μέρα. Ή καλύτερα καμιά νύχτα. Δεν είναι δύσκολο. Έκαμε κατακολακευμένος ο Τζόρτζης. Φτάνει να μου πεις που και πότε θέλεις. Καλά. Σημειώνω την προθυμία σου και θα η δούμε. Τραγουδάς κιόλας. Λίγο. Είμαι τενόρος.
«Η ξαδέρφισά μου τραγουδάει ωραία. Είναι μέτζα. Της δείχνω κιτάρα και συχνά τραγουδάμε». «Τραγουδάει καλύτερα από τη Μαρία του Παπαγεωργόπουλου». «Μου φαίνεται ναι. Κρίμας να μην το ξέρα προχτές. Θα την παρακαλούσα να έλεγε κι εκείνη κανένα τραγούδι». «Και πιστεύω πως θα σας έκανε τη χάρη ολοπρόθυμα. Γιατί δεν ξέρετε πόσο σας θαυμάζει».
«Το ποίημα σας εκείνο την ενθουσίασε. Της το στείλε η Μαρία με τις νότες και με υποχρέωσε να το μάθω κι εγώ για να το τραγουδάμε. Αλήθεια, είναι πολύ όμορφο, Κόντε». Ο Σολωμός γύρισε την ομιλία. «Έβρυκα μια ζάκη θοπαστρικιά, τακτική, περιποιημένη, με καινούριους δρόμους, μια χαρά». «Και με ελευθερία», είπε ο Τζόρτζης Δηλά.
«Μεγάλος λόγος», είπε ο Σολωμός. «Ελευθερία αληθινή δεν υπάρχει ίσως παρά μόνο στην Αγγλία. Στους άλλους τόπους που κυβερνάει αυτή, χαρίζει μια ελευθερία μισή, ψεύτικη, για τα μάτια, που δεν διαφέρει πολύ από σκλαβιά». Ας είναι όμως. Πρέπει να είμαστε ευχαριστημένοι, γιατί η κυβέρνηση τώρα είναι πολύ ανώτερη παρά τον παλιό καιρό με τους Βενετσιάνους.
Αλήθεια, τι να σε τρατάρω. Έναν καφέ, ένα ποτό. Ο Τζόρτζης καφέ είχε πιει και δέχτηκε ένα βερμούτ. Ήπιε μαζί του και ο Σολωμός. Και η συνομιλία τους εξακολούθησε. Αληθινή ελευθερία ελπίζω να βρούνε τώρα οι Μωραΐτες, οι Ρουμελιώτες και οι Νησιώτες του Αιγαίου Οι Έλληνες θα κάνουν βασίλειο δικό τους, ανεξάρτητο Θα το μεγαλύνουν, θα το πολιτίζουν Και ποιος ξέρει, μια μέρα μπορεί να μας πάρουν και εμάς Η αληθινή μας αποκατάσταση θα είναι να ενωθούμε σαν Έλληνες που είμαστε με την Ελλάδα «Όνειρα» έκαμε χωρίς να θέλει ο Τζόρτζης «η Αγγλία θα μας αφήσει ποτέ»
«Χωρίς να θέλει βέβαια, δηλαδή ούτε από καλοσύνη της, ούτε από φιλελευθερία, θα την αναγκάσουν οι περιστάσεις» «Δεν έχει ξέρεις και πολλά ωφελήματα από μας» «Και όταν δίπλα μας, κοντά μας, θα υπάρχει ένα ελληνικό βασίλειο ελεύθερο και εμείς δεν θα γυρεύουμε παρά να ενωθούμε» «Ας είναι. Πρέπει πρώτα να γένει. Καμιά φορά από το λόφο του στράνι ακούω μακρινές κανονιές. Τις ακούω αλήθεια. Είναι με την ιδέα πως εκεί πέρα τα αδέρφια μας πολεμάνε. Ίσως. Μα δεν ξέρεις πως λαχταρά η ψυχή μου. Ήθελα, ήθελα...»
Κι άξαφνα ο Σολωμός κόπηκε και γυρίζοντας την πολυθρόνα του αντίκριστο Τζόρτζη έσκυψε και του είπε ζωηρά. Έρχεσε μια μέρα να κάμουμε ένα περίπατο μαζί Με τα χαρά σκόντε μου Μπορείς βράδυ βράδυ Μπορώ Σε πειράζει αν θα νυχτωθούμε Καθόλου Καλά θα σου μηνήσω Θα πάμε κατά το αργάσι Και θα ειδείς πολλά που ούτε τα φαντάζεσαι Μα θα σ' αρέσουν Θα σ' ενθουσιάσουν είμαι βέβαιος Κι εγώ αφού το λες Μα σαν τι «Τίποτα. Έχε εμπιστοσύνη σε μένα, όπως έχω σε σένα και εγώ.
Λίγο σε γνωρίζω, μα σε εχτιμάω πολύ. Ποτέ δεν γελάστηκα για άνθρωπο και για σένα σχημάτισα την ιδέα πως είσαι άνθρωπος που αξίζει. Γι' αυτό σου ανοίχτηκα και σε έκαμα να μου ανοιχτείς από την πρώτη ώρα. Σε ευχαριστώ πολύ, Κόντε μου, για αυτή την καλή ιδέα». είπε ο Τζόρτζης παράξενα συγκινημένος. «Μα κι εγώ πρέπει να πω πως με έχεις μαγέψει.
Δεν είμαι παρένας αμαθής και ποτέ δεν μιλώ με γραμματισμένους σαν και σένα. Μαζί σου όμως, δεν ξέρω γιατί, μιλώ. Μου δίνεις θάρρος. Με κάνεις να νομίζω πως κι εγώ είμαι γραμματισμένος. Πως κι εγώ αξίζω κατητής». Μια στιγμή ο Τζόρτζης κόπηκε για να γελάσει και εξακολούθησε. «Γελάω γιατί η ξαδέρφισά μου δεν μπορεί λέει να καταλάβει τι μου ευρήκες για να με κάνεις φίλο».
«Και έχει άδικο» «Ποια» έκανε ο Σολωμός. «Η θυγατέρα του Λέζα» «Ναι, η Ριγκίνα» Ο Σολωμός χαμογέλασε. «Άστι και όταν τύχει να αντιματαειδώ εγώ θα της πω τι σου έβρυκα. Σε γνωρίζει καλά η ξαδέρφισά σου. Πιστεύω από μικρά παιδιά είμαστε μαζί. «Και είναι γραμματισμένη» «Α, πολύ. Ξέρει γλώσσες και το λίμπρο δεν της λείπει ποτέ από τα χέρια».
«Πλειογραμματισμένη από τη Μαρία του Παπαγεωργόπουλου» «Μου φαίνεται ναι». «Έτσι ε, μπράβο». «Ναι και τώρα θυμάμαι πως προχτές κάτι μου είπε που μου έκανε εντύπωση. Θα της αποκρινόμουν και θα μιλούσαμε. Θα την εγνώριζα. Γνώριζα, μα δεν ήθελα να αφήσω μια σπουδαία ομιλία που έκανα εκείνη τη στιγμή με τους άλλους. Έπειτα το ξαστόχησα. Ήρθες κι εσύ. Ο Τζόρτζης πάλι γέλασε χωρίς να θέλει.
Να σου πω και κάτι άλλο. Κι αυτό αν τύχει να τη ματαηδείς μην της το πεις σε παρακαλώ. Α, έκαμε ξηρά ο Σολομός. Δεν μπορώ να σου υποσχεθώ τέτοιο πράγμα. Αν είναι κάτι που πρέπει να της πω θα της το πω. Ο Τζόρτζης σκέφτηκε μια στιγμή και έπειτα είπε «Καλά, αν κρίνεις εσύ πως πρέπει, πες της το, δεν με νοιάζει. Το έχει παράπονο που δεν της μίλησες καθόλου και ζήλεψε που έκαμε σε αυτή την τιμή σε μένα. Να, αυτό. Και τα έβαλε μαζί μου που ήρθα στον Παπαγεωργόπουλο για να την πάρω, ενώ η ίδια με είχε παρακαλέσει».
Ο Σολωμός πρώτα φεδρίνθηκε. Έπειτα φάνηκε λιγάκι στενοχωρημένος. «Μου κακοφαίνεται», είπε, «που χωρίς να το καταλάβω έκαμα κάτι άτοπο. Η ξαδέρφισά σου έχει δίκιο. Μου φαίνεται πως όταν είμαι κοντά στη Μαρία δεν έχω μάτια και νου για άλλη κοπέλα. Φοβάμαι ίσως μη ζηλέψει, μην πικραθεί. «Δεν κάνω καλά όμως, γιατί στη φιλία δεν υπάρχει, δεν πρέπει να υπάρχει ζήλια και ξεσυνέρηση.
Κι εμείς με τη Μαρία δεν έχουμε παρά μια αγνή αδερφική φιλία. Μα έγνιασου και θα διορθώσω το λάθος μου. Κάμε τη σε παρακαλώ να ξανάρθεις του Παπαγεωργόπουλου, ή την πέμπτη το απόγευμα που μαζευόμαστε, ή το Σάββατο. Αφού είναι τόσο φίλες με τη Μαρία, δεν θα περιμένει βέβαια να την καλέσει». «Έλα ύστερα κι εσύ να την πάρεις και σου δίνω το λόγο μου πως δεν θα σε βαργωμίσει πάλι γι' αυτό».
Ο Σολωμός θυλίωσε γελώντας. Έπειτα πήρε ένα από τα μαντζετάκια που είχε αγοράσει και το πρόσφερε του Γιώργη. «Λίγα γιούλια», του είπε. «Σ' αρέσουνε» «Εμένα ναι, ύστερα από τη γαντζία που με βουρλίζει, μ' αρέσει το γιούλι». Ο Τζόρτζης παίρνοντας τα γιούλια ενόμησε πως έπρεπε να φύγει και σηκώθηκε. Μα ο Σολομός διαμαρτυρήθηκε. «Α όχι, δεν σου έδωσα το μαντζέτο για να φύγεις, κάτσε ακόμα. Τώρα περιμένω κάτι φίλους. Να κάτσεις κι αφού έρθουν. Κι αν η συντροφιά τους θα σε ευχαριστήσει, μείνε όσο θέλεις. Αν πάλι δεν σου γουστάρουν εκείνα που θα βλέπεις και θα ακούς, άμεστο καλό. Και για τα άλλα που είπαμε, εγώ θα σου μηνήσω».
Ξανακάθισε ο Τζόρτζης και η ομιλία τους εξακολούθησε Μα σε λίγο από κάτω από το ιντρόιτο του σπιτιού αντύχησαν φωνές Γέλια, ούρα, χλαλοοί μεγάλοι Αριβάρανε είπε ο Σολομός και σήμερα βλέπω έχουν όρεξη μεγάλη Από το ιντρόιτο η χλαλοή ακούστηκε να ανεβαίνει και να δυναμώνει Τώρα ξεχώρισαν και τα λόγια που φώναζαν εκείνοι οι χαροκόποι «Τον εφέρνουμε», έλεγαν, «τον εφέρνουμε, ήθελε να μας φύγει, μα πού». «Κοντεδιονίση, κοντεδιονίση», έντονε, «ζήτω Ροίδης, ζήτω ο μεγάλος μας ποέτας, το καμάρι των αρκάδων ποιμένων, ουρά».
Και με τις φωνές αυτές έγινε στο γραφείο εισβολή. Δύο νέοι είχανε κάμει τα χέρια τους καρέκλα, σελέτα όπως την έλεγαν, και στην καρέκλα αυτή είχαν καθίσει έναν μεσόκοπο, που θέλοντας και μη τους κρατούσε αγκαλιασμένους από το λαιμό, ενώ συγχρόνως αγωνιζόταν και να κατεβεί, να πατήσει χάμο, φωνάζοντας σαν δαιμονισμένος «Άσε τέ με παλιόπαιδα, άσε τέ με, λέρες!»
«ΑΙ ΣΤΟ ΔΙΑΤΑΝΟ, ΣΓΑΡΗΛΗ!» Μα η χλαλωή κατάπνιγε την αδύνατη και κάπως οξία φωνή του και τόσο εκείνοι που τον κρατούσαν, όσο και εκείνοι που πήγαιναν μπροστά ή πίσω από τη σελέτα, τον εμπόδιζαν με κάθε τρόπο να ξεφύγει. Ήτανε εφτά όλοι, ένα μάτσο, ένα κουβάρι Και έκαναν τώρα τον γύρο της απέραντης κάμαρας Ξεφωνίζοντας όσο δυνατότερα μπορούσαν Έντονε, εδώ είναι, ο μεγάλος μας ποέτας Το μέμπρο της Ακαδέμιας των Αρκάδων Η δόξα του τόπου μας και του κόσμου Ζήτω ο Ροίδης, ζήτω!
Ο Σολωμός είχε σηκωθεί Και παραμερίσει όταν πέρασε η πομπή από μπροστά του Το ίδιο είχε κάνει και ο Τζόρτζης που απορούσε μα και διασκέδαζε γιατί του άρεσαν οι μπούφες και οι μπαρτσολέτες. Ο γύρος δεν είχε τελειώσει όταν μπήκε απότομα στο γραφείο ντυμένος για έξω και ο Κόντε Δημήτρης «Εεε πως κάνετε έτσι» φώναξε τους φίλους του αδερφού του που ήταν όμως και δική του μερικοί μάλιστα και συγγενείς.
Δεν τρεπόσαστε απόν ώρα. Σηκώσατε στο πόδι το σπίτι και τη γειτονιά. Άσετε αυτό το δύστυχο άνθρωπο. Μην τους πιστεύεις, Ντοτόρο Μουροήδη. Ούτε μεγάλος ποέτας είσαι, ούτε μικρός. Και ψέματα πως η Ακαδέμια των Αρκάδων σε έκανε μέμβροτσι. Ετούτοι οι κατρεγαρέοι εφτιάσανε το δίπλωμα που σου δώσανε. Χωρίς να διακόψουν τη διαπόμπευση Οι κατρεγαρέοι φώναζαν τώρα μαζί με τον Κόντε Δημήτρη Προσπαθώντας να πνίγουν τα λόγια του Μην τον ακούς, μην τον ακούς, λέει ψέματα Τα λέει γιατί σε ζηλεύει Δεν το ξέρεις τι ζηλιάρης είναι ο Κόντε Δημήτρης Φεύγα ζηλιάρη, άσε μας να δοξάσουμε τον πόετα μας Ο Κόντε Δημήτρης γέλασε με φούρκα και μουτζώνοντας το κουβάρι των φίλων με ένα ηχηρότατο «Νάτε» βγήκε και ροβόλησε τη σκάλα.
Ο Σολωμός είχε λιγοθεί από τα γέλια, μα και ο Τζόρτζης γελούσε, αν και χωρίς να καταλαβαίνει ακόμα καλά τι συνέβαινε και προπάντων αν είχε θυμώσει στα αλήθεια ο νέος εκείνος που τον ήξερε για αδελφό του Σολωμού. Επιτέλους ο γύρος τελείωσε και οι δίμοι του Ροήδη ευδόκησαν να τον κατεβάσουν από τη Σελέτα και να τον αφήσουν να καθίσει σε μία πολυθρόνα Και ενώ εκείνος εξακολουθούσε να τους βρίζει λέρες του παντός και άλλα τέτοια απρόοπτα Άρχισαν να μαδούν όλα τα τριαντάφυλλα και τις ροζαμάπες που υπήρχαν στα διάφορα βάζα στο γραφείο Και να αραίνουν με τα πέταλα τον μεγάλο πωέτα με τόση μανία που λες και ήθελαν να του επιβάλλουν το θάνατο που είχε εφεύρει ο ηλιογάβαλος.
Ευτυχώς για το ροήδι τα τριαντάφυλλα και οι ροζαμάπες τελείωσαν. Τότε μόνο ο κακόμηρος μπόρεσε να αναπνεύσει και χαμηλώνοντας τη φωνή να ρωτήσει. «Αλήθεια μωρές, εσείς συμφάμιδες ευτιάσατε το δίπλωμα που μου στείλανε τάχατες από την Ιταλία». Κυλήθηκαν από τα γέλια Κι ο Σολωμός γελούσε τώρα με όλη του την καρδιά Τι χαχανίζεται Εξακολουθούσε ο Ροήδης Μπαρτζολέτες είναι φτούνες Εσύ μωρεμάτες ή μου την έφτιασες Μου το φύλαξες που σου είπα μία μέρα Πως οι στίχοι σου είναι ρεντήκολα Μωρεντεσίλα Μήπως εσύ που είσαι και καλλιγράφος Αγκαλά τη λέω τώρα Ούλισσα στην εκάματε την κουτσουκέλα Κι ο Κόντες το χάζουμε θα έβαλε το δαχτυλάκι του Μα βέβαια μπορεί να μη ζηλεύει κι αυτός Ποιητής βλέπεις, κρίμα στα μπρόκολα Χαχαχαχα Ξεφώνηζαν οι ξακληρίες λιγομένοι από τα πολλά γέλια Ήταν ένας αληθινός παροξισμός Κι ο Τζόρτζης απορούσε τι μεγάλο αστείο έβρισκαν οι άνθρωποι εκείνοι Οι μεγάλοι, οι σοβαροί, οι γραμματισμένοι για να γελούν έτσι Επιτέλους έπαψαν από την κούραση και άρχισαν να βεβαιώνουν με όρκους και σταυρούς το Ροήδη
Πως το δίπλωμα που είχε λάβει ήταν γνήσιο, γνησιότατο Και πως ούτε ο Μάτες εις τον εζήλευε, ούτε ο Σολωμός Γιατί εγνώριζαν πως ήταν καλύτερός τους Ο Ροήδης ευκολόπιστος πάντα χαμογελούσε τώρα κατευχαριστημένος Αλήθεια μωρές, ξανάρχισε, ψέματα τα είπε ο Κόντε Δημήτρης «Δημήτρης, εκείνος πάνω απεί μονάχα με ζηλεύει». «Τι είπα κι εγώ, πώς μπορεί να κάνετε εσείς τέτοια υμφαμία».
«Δεν ήξερετε ποιος είμαι, δεν ήξερω εγώ ποιοι είσαστε». «Μπαρτσολετάρετε καμία φορά, με πειράζετε, μα έχετε καλή καρδιά και με αγαπάτε. Γι' αυτό δεν σας ξεσυνερίζουμε». «Γιατί δεν μπορούμε να γνωρίζουμε». την τάξη τους. Τον κοίταξαν με προσοχή. Φάνηκαν ευχαριστημένοι από το ανοιχτό καρδοπρόσωπό του. Τον χαιρέτησαν ευγενικά.
Κι ο Μάτεσης ρώτησε το Σολωμό. «Ποιητής είναι και του λόγου του». «Όχι, όχι», διαμαρτυρήθηκε ζωηρά ο Τζόρτζης. «Ένας μόνο είναι ποιητής εδώ μέσα, ο Ντοτόρος». Και πλησιάζοντας το ροήδι, του έπιασε και του φίλησε το χέρι. Είχε μπει βλέπετε στον νόημα και ο Τζόρτζης και θέλησε και αυτός να κάνει μια μπαρτζολέτα για να ευχαριστήσει το σολομό που της γουστάριζε Οι άλλοι χειροκρότησαν «Μπράβο! Μπράβο!» και ο Ροίδης με συγκίνηση και κατόπιν με θυμό «Καλό παιδί ο νέος σου φίλος Κόντε Διονύση!»
«Είδατε μωρές πως με εκτιμάει ο κόσμος! Όχι ήσαν και εσάς! Λέρεσ του παντός!» γέλασαν πολλοί η μπαρτσολέτα του Τζόρτζι έπιασε εγώ λοιπόν εξακολούθησε ο Ροήδης μόνο για αγάπη του κυρίου Δρόγκα θα πω τώρα το καινούριο μου ποίημα εψές το έγραψα αγαλίαση στο ακροατήριο ομπρός ομπρός θα τα ακούσουμε κι εμείς ε για αγάπη του βασιλικού ποτίζεται κι η γάστρα σε ευχαριστούμε κυρία Δρόγκα γιατί να ξέρεις τι τραβάμε ώστε να καταφέρουμε τον Τωτόρο να μας πει κανένα του αριστούργημα.
«Γιατί είναι μαργκαρίτα σαν τεπόρκος», φώναξε ο Ροήδης. «Καταλαβαίνουν από μαργκαριτάρια τα γουρούνια. Ας είναι, έχετε χάρη». Σηκώθηκε. Έβγαλε από μία τσέπη της πλατιάς του για τεκώνας ένα χαρτί και πήρε πόζα για να απαγγείλει. Ήταν βραχής όμως, λιπόσαρκος, χωρίς μουστάκι, με γκρίζα κοντά γενάκια ολόγυρα στο μακρουλό προσωπό του, με μεγάλη μύτη γρυπή και με μικρά μαύρα μάτια που με όλοι τους την πονηριά είχαν και την έκφραση της λόξας.
«Θα σας πανιάσω παλιόπαιδα», είπε, «θα σας κάνουν να αχνίσετε από τη ζήλια». Είναι ένας ύμνος στα γενέθλια του μεγαλειότατου βασιλέα της Αγγλίας, του κρατεού μας κυρίαρχου. «Μα τι ύμνος! Μόνο ένας ροήδης μπορεί να τον κάμει. Ακούστε τον Ζοντόβολα, χαϊμένη!» Και άρχισε με μια βραχνή, ψηλή και μακρόσυρτη φωνή απαγγελία. «Δόξα Μέγα της Ζακύνθου, επιθρόνου της Αγγλίας και εις τα Σιωνικίας και της πρώτης γέννητο!»
Οι φωνές των Ζακυνθίων από τις πλατείες δρομούση, ψάλλοντας υμνολογούση η κοινότη στην χαράν. Χαλασμός κόσμου ακολούθησε την απαγγελία. Τι χειροκρότημα, τι ούρα, τι ξεφωνητά, τι γέλια. Κι ο Ροήδης, ποζάτος και καμαρωτός, να ρωτάει. «Ε, είδατε, ακούσατε, καταλάβατε, πήκατε». Τον σήκωσαν πάλι στα χέρια και από ψηλά εκείνος εξακολουθούσε. Θα το γράψω σε περγαμηνή και θα το στείλω στον βασιλέα και αν δεν μου δώσει το μεγάλο καβαλαιράτο να μου τραβούν ταυτοί.
«Σίγουρα», φώναξε ο Σολωμός, «θα μιλήσω κι εγώ στη Ρεζιντέντσα. Τι ποίημα, τι ποίημα. Γεια σου, Ντοτόρο Ροήδη, μας έβαλες ούλους κάτω. Εμάτες εσύ». «Ναι, ναι, έξοχο», είπε ο μέλλον συγγραφέας του Βασιλικού. «Έχει μάλιστα και τούτο το προτέρημα. Αλλάζοντας καθένας ένα μόνο στίχο, εκείνο το επιθρόνου της Αγγλίας, μπορεί να το εφαρμόζει σε κάθε πρόσωπο και σε κάθε περίσταση.
Σε γενέθλια, σε γάμο, σε βαφτίση, ίσως ίσως και σε θανή». «Τον κακό σου τον καιρό», φώναξε ο Ροήδης. Το ποίημα μου είναι τριομφάλε και χαρούμενο Πώς μπορεί να ταιριάζει σε θανή Αν αλλάξει και το οικινό της την χαράν Που θα με σκάσετε Αν αλλάξει ούλο γίνεται άλλο Το ξέρει και η γάτα μου Μωρέ εξυπνάδα που είπε ο Σόρ Μάτεσης Φτού του να μην αβασκαθεί Η συζήτηση για το ποίημα εξακολούθησε Μια στιγμή συμφωνούσαν με τον Ροήδη Έπειτα πάλι επέμεναν στην παρατήρησή τους για να τον πικάρουν Σιγά σιγά όμως άφησαν τα αστεία και άρχισαν τα σοβαρά Κάποιος ανέφερε τον Όμηρο Κάποιος θυμήθηκε την Ιταλική μετάφραση από τον Μόντι Κάποιος είπε πως είναι το τέλειο Κάποιος παρετήρησε πως το τέλειο είναι ανέφικτο Και άναψε μια μεγάλη συζήτηση που έκανε να ξεχαστεί ο Ροήδης Αυτός με ένα ηλίθιο ύφος άκουγε χωρίς να μιλά καθόλου και μόνο κάπου κάπου χαμογελούσε με ήκτο σαν να έλεγε «Για Όμυρους και για Μόντιδες μιλάτε τώρα όταν έχετε μπροστά σας εμένα»
Μια στιγμή θυμήθηκαν και τον Φόσκολο που δεν τα είχε καθόλου καλά με τον Μόντι και έλεγε πως δεν ήξερε αρχαία ελληνικά παραέκανε τη μετάφραση του Ομήρου από διάφορες άλλες μεταφράσεις. Γι' αυτό του είχε κάνει και το περίφημο επίγραμμα. Αυτός είναι ο υπότης Νικόλαος Μόντις, μέγας μεταφραστής των μεταφραστών του Ομήρου. «Καλά του έκαμε!» φώναξε εδώ ο Ροήδης.
«Του άξιζε! Μπράβο, Φόσκολε! Μπράβο σου!» Αυτό ο Ροίδης το συνήθιζε πάντα. Άμα άκουγε λόγιο να κατηγορεί άλλον έλεγε πως του άξιζε και φώναζε για τον κατηγορο Μπράβο. Πολύ φυσικό αφού δεν αναγνώριζε άλλον από τον εαυτό του. Γέλασαν μια στιγμή με την επέμβαση του Ροήδη Ξαναγύρισαν όμως αμέσως τη σοβαρή συζήτηση που καταντούσε ατελείωτη Ο Τζόρτζης, άλαλος ο Συχθής, άρχισε να στενοχωριέται Τον είχε πιάσει η αφασία που τον έπιανε πάντα όταν βρισκόταν με γραμματισμένους που δεν έκαναν μπαρτσολέτες Μια στιγμή τον είδε ο Σολωμός, τον κατάλαβε Τον λυπήθηκε και του έγνεψε Σκάστο!
Αμέσως ο Τζόρτζης σηκώθηκε, αποχαιρέτησε τον Σολωμό, υποκλήθηκε μπροστά στο ροήδι, φώναξε ένα «προσκοινώ αφεντάδες» και βγήκε Ο μαυροφόρος υπηρέτης που φύλαγε στο κοριντόρο του έδωσε το καπέλο του, τον πήγε ως το κεφαλόσκαλο και του άνοιξε από πάνω την πόρτα Η αναχώρηση του Τζόρτζη έκοψε για λίγο τη συζήτηση «Καλό παιδί φαίνεται ετούτος εδώ», είπε ο Ντεσίλας, «που τον εγνώρισες, Κόντε».
«Στον Παπαγεωργόπουλου», αποκρίθηκε ο Σολωμός, «και μου άρεσε τόσο που τον έκαμα φίλο». «Είναι λετεράτος», ρώτησε ο Μάτεσης, «καταγίνεται στην ποιήση». «Κάθε άλλο», αποκρίθηκε ο Σολωμός, «και ούτε σπούδαξε, ούτε ταξίδεψε». «Μα έχει κάτι που λίγοι το έχουν από εμάς τους σπουδασμένους». «Καλή καρδία», είπε κάποιος. «Και γενναία», είπε ο Σολωμός. «Είναι άντρας, παλικάρι. Δεν τον είδατε. Λιγερός και ατσαλένιος. Αν του σκαρφιστεί αυτούν, μπορεί να πάει και στον πόλεμο. Εμείς δεν θα μπορούσαμε».
«Εμείς πολεμάμε με την Πένα», είπε ο Μάτεσης. «Δεν λέω», είπε ο Σολωμός. «Κι η Πένα λευτερώνει λαούς, όταν εκείνος που την κρατεί είναι αληθινός πολεμιστής. Μα το χέρι που κρατεί σπαθεί ή του φέκει πιο σίγουρα. Ζηλεύω το φόσκολο. Και Πένα κρατήσα σπαθεί, μα και σπαθεί σαν Πένα». «Κολοκύθια!» φώναξε με θυμό ο Ροήδης. «Μόνο η δική μου πένα είναι σπαθή. Σκοτώνει!»
«Εκείνη μάλιστα που γράφει στις ρετσέτες», του αποκρίθηκε ο Μάτεσης. Γέλασαν και η ομιλία για τον Τζόρτζι σταμάτησε εδώ. Ριγκίνα Πολλά χαιρετίσματα από το κόντε Σολεμό Και την πέφτει σε προσκαλώς του Παπαγεωργόπουλου που θα είναι και ο ίδιος Έτσι άρχισε να φωνάζει ο Τζόρτζης από τη Σκάλα Το ίδιο εκείνο μεσημέρι που πήγε στο Λέζα Η Ριγκίνα ήξερε πως ερχόταν από του Σολομού Μα τα λόγια του τα πήρε για κοροϊδία «Ναι μάτια μου» του είπε βγαίνοντας στο κεφαλόσκαλο «για μένα θα σου έλεγε ο κόντες». «Σου ορκίζομαι» τη βεβαιώνει ο Τζόρτζης με όλη του τη σοβαρότητα. «Κοίταξε μην το πάρεις για ψέμα και δεν πας. Σε θέλει. Θα μιλήσει μαζί σου για λίμπρα και θα σε βάλει να τραγουδήσεις. Γιατί εγώ του είπα πως είσαι ελετεράτα και πως τραγουδάς».
«Αλήθεια, είχε μιλήσει στο Σολωμό για την ξαδέρφη του» «Και εκείνος ενδιαφέρθηκε και ήθελε να την γνωρίσει καλύτερα» «Της ήρθε να τον φιλήσει» «Κράτησε όμως τη χαρά της και τον ρώτησε σοβαρή» «Μα πώς ήρθε η ομιλία για μένα» «Να, ήρθε» «Της αποκρίθηκε» «Δεν θυμάμαι τώρα αν την έφερα εγώ ή εκείνος» «Είπαμε όμως πολλά» «Και το αποτέλεσμα ήταν αυτό το κάλεσμα»
«Κοίταξε μη λείψεις γιατί θα του κακοφανεί». «Μη νομίσεις όμως πως δεν με κάλεσε και εμένα». «Θα έρθεις κι εσύ», μου είπε. «Ώστε θα έρθω να σε πάρω και να το ξέρεις». «Ας είναι, εγώ θα έχω και άλλα καλέσματα». «Θα μου μηνήσει να ανταμοθούμε για να κάνουμε ένα περίπατο τη νύχτα». «Και πάλι για να παίξω κιτάρα». «Ααα, δεν ξέρεις τι καλοί φίλοι που γεννήκαμε».
«Έλα λοιπόν να μου τα πεις». Ο Τζόρτζης της διηγήθηκε άκρες μέσες στην ομιλία του με το Σολωμό. Της αναπαράστησε τις σκηνές με το ροήδι και της περιγράψε το σπίτι και το γραφείο του ποιητή. «Να, από το χέρι του είναι και τούτο το μαντζετάκι», της είπε δείχνοντας τα γιούλια που είχε στην πουτουνιέρα του. «Θέλεις να σου δώσω τα μισά, ναι», έκανε ζωηρά η Ριγκίνα.
και πήρε με χαρά τα λίγα γιούλια που τις ξεχώρισε από τον μπουκετάκι ο ξαδερφός της. Η στενοχώρια που αισθανόταν όλες εκείνες τις ημέρες της πέρασε σε μια στιγμή. Αισθανόταν την καρδιά της ξαλαφρωμένη και έγινε πάλι χαρούμενη και ευτυχισμένη σαν πρώτα. Καλά το έλεγε πως την εσύμφερε αυτή η φιλία που έδειχνε ο Σολωμός τον ξαδερφό της.
Να τη γρήγορα που φάνηκε το αποτέλεσμα Και δεν έβλεπε πια την ώρα να ξημερώσει και να βραδιάσει η πέμπτη Για να πάει στον Παπαγεωργόπουλο να τον ξαναειδεί Κατά βάθα είχε συμφιλειωθεί και με τον ξάδερφό της Μια που έλειψε εκείνη η ζήλια για την εύνοια του Σολομού Δεν έβρισκε πια τόσο ενοχλητικό τον απαιτητικό του έρωτα και μάλιστα τον λυπώταν, ναι, αισθανόταν και έναν νύκτο για τον Τζόρτζι χωρίς να ξέρει καλά γιατί.
Μήπως από μέσα της, βαθιά, ασυναίσθητα, αγαπούσε κιόλας τον Σολωμό και καταλάβαινε πως εξαιτίας του δεν θα δεχόταν ποτέ να γίνει γυναίκα του ξαδέρφου της ή άλλου ή μήπως συλλογιζόταν έτσι αόριστα, ανέκφραστα. Αυτός ο καημένος διευκόλυνε τώρα τη στενότερη γνωριμία της με τον Σολωμό Χωρίς να ανησυχεί για τις συνέπειες Το μεσημέρι εκείνο οι λέζιδες τον κράτησαν στο τραπέζι όπως σχεδόν κάθε Κυριακή Όλο το απόγευμα το πέρασε με τη Ριγκίνα Και ήταν τόσο χαρούμενος που την έβλεπε καλόβολη μαζί του και ομιλητική Για μια στιγμή ενόμησε πως τον είχε επιτέλους αγαπήσει και πήρε το θάρρος να την ξαναρωτήσει αν μπορούσε να έχει ελπίδες.
Η Ριγκίνα δεν του κακομίλησε. Δεν τον αποπήρε σαν άλλες φορές. «Μου φαίνεται», του είπε γελαστά, «πως δεν σε απέλπισα ποτέ. Σε παρακάλεσα μόνο να περιμένεις ώστε να καταλάβω κι εγώ τι μου γίνεται. Γιατί σε βεβαιώ πως δεν έχω καταλάβει ακόμα. Σ' αγαπώ. «Όχι βέβαια. Μόνο σαν ξάδερφο, σαν φίλο, σαν δάσκαλο. Θα μπορέσω ποτέ να σ' αγαπήσω. Να, αυτό δεν ξέρω».
«Προσπαθείς τουλάχιστον», έκαμε ο Τζόρτζης, «να το μάθω ή να σ' αγαπήσω. Και τα δυο». «Γιο». Η Ριγκίνα γέλασε. «Έ ναι, σου δίνω το λόγο μου. Προσπαθώ και για το ένα και για το άλλο. Και μόλις βεβαιωθώ πως αγάπησα ή πως δεν μπορώ να σ' αγαπήσω, θα σου το πω». «Λοιπόν, περιμένω», αποκρίθηκε γελώντας και ο Τζόρτζης. «Ήθελα όμως να ξέρα, γιατί δεν μπορείς να με αγαπήσεις. Τι κακό μου βρίσκεις».
«Πες μου κι εσύ, τι καλό σου βρίσκει ο κόντες ο λαιμός που σ' έκανε έτσι γλίγορα φίλο» «Α, αυτό θα σου το πει ο ίδιος» «Ο ίδιος, πώς» «Μα του είπα πως απορρίστη μου βρίσκει και μου αποκρίθηκε» «Εγώ θα πω της ξαδέρφισά σου τι σου βρίσκω» «Είμαι περίεργη» «Και εγώ» Το βράδυ χωρίστηκαν φιλικότερα παραποτέ
Σχόλια
Χωρίς σχόλιαΣυνδεθείτε για να συμμετάσχετε στη συζήτηση
Σύνδεση για ΣχολιασμόΔεν υπάρχουν σχόλια ακόμα