Ρηγγίνα Λέζα 5/18) Γρηγόριος Ξενόπουλος
ΜυθιστορίεςΣχετικά με αυτό το επεισόδιο
Διαβάζει η Χριστίνα Μπράβου
Αυτόματη μεταγραφή — ενδέχεται να περιέχει λάθη.
είχαν φέρει από την Ιταλία. Η Ριγκίνα έπλεε στα γαλάζια που είχε κοντά της τόσο ομιλητικό τον ποιητή. Αυτός όμως, σαν να έκρινε πως δεν ήταν σωστό να μιλεί τόση ώρα χωριστά με μία κοπέλα, φώναξε και το μάτεσι. «Αντωνάκη», του είπε, «έλα εδώ να ακούσεις και να μας πεις τη γνώμη σου. Με τη σινιορίνα έχουμε ένα ζήτημα, μία διαφορά».
Και καθώς πλησίαζε ο Μάτεσης, που πρωτήτερα είχε συστηθεί τυπικά στη Ριγκίνα, ο Σολωμός γυρίζοντας αυτήν πρόσθεσε «Ξέρετε, ο κύριος Μάτεσης είναι το πιο τετραγωνικό μυαλό του τόπου μας. Όλες του οι διανοητικές ενέργειες είναι τόσο ισορροπημένες που θα ήταν αδύνατο να πει κανένας αν έχει περισσότερη μνήμη, κρίση ή φαντασία.
«Ας εκώνται τα κομπλιμέντα και πες μας ποιο είναι το ζήτημά σας» είπε ο Μάτεσης καθώς καθόταν κοντά τους. Δεν ήταν όμως κομπλιμέντα αυτά που είχε πει ο Σολωμός. Αληθινά εκτιμούσε το Μάτεση όσο λίγους από τους λόγιους φίλους του. Όταν μιλούσε για αυτόν σε άλλους έλεγε «Μεγαλοφυΐα μπορεί να μην είναι, μα έχει ό,τι χρειάζεται για να την αναπληρώνει»
Και ο βασιλικός έμελε να δικαιώσει σε λίγο το Σολωμό Το δράμα αυτό που φαίνεται τόσο φρέσκο και σήμερα μετά 100 χρόνια αφότου γράφτηκε δεν είναι βέβαια έργο μεγαλοφίας, δείχνει όμως τον συγγραφέα για άνθρωπο που έχει όλες τις διανοητικές του δυνάμεις ισορροπημένες. Την εποχή εκείνη κι ο Μάτεσης ήταν νέος, δεν μπορούσε όμως να καταλάβει κανένας την ηλικία του.
Ήταν στιγμές που φαινόταν μεγάλος, σχεδόν μεσόκοπος και στιγμές που έμοιαζε παιδί. Όμορφος όχι, μα ούτε κι άσχημος. Στη μορφή του, κοκκινοπό, ισχνό τότε πρόσωπο με ξανθές τρίχες, επικρατούσε η πρώιμη σοβαρότη και εμβρύθια. Ήταν πολύ διαβασμένος, σε όλα ευαίσθητος και τρελαινόταν κι αυτός για μάντζιες και μπαρτσολέτες σαν τον Σολωμό.
Του είπαν το ζήτημά τους, είπε τη γνώμη του. Δεν είχε καμιά διαφορά. Κατά βάθος συμφωνούσαν. Και έπειτα ο Σολωμός, γυρίζοντας τη Ριγκίνα, είπε «Ξέρετε, ο κύριος Μάτεσης είναι ποιητής». «Μην ακούτε», έκαμε αμέσως ο Μάτεσης. «Εδώ μέσα ένας μόνο ποιητής υπάρχει». «Δεν ξέρω», είπε η Ριγκίνα. «Του κόντες ο Λεμού δύο μονοπήματα έτυχε να ακούσω. Δικά σας όμως άκουσα περισσότερα».
«Δυστυχώς», είπε ο Μάτεσης. «Οι φίλοι, κακοί φίλοι, τα αντιγράφουνε και τα κυκλοφορούνε. Μετανιώνω που τους τα δίνω και ντρέπομαι για αυτά τα νεανικά παραπτώματα». «Τι με τριοφροσύνη» φώναξε ο Σολωμός. «Τον ακούτε. Δεν είδα στη ζωή μου με τριοφρονέστερο άνθρωπο». «Εσύ, σινιορίνα, θα έχετε διαβασμένα πολλά και μπορείτε να κρίνετε». «Πέστε, έχει δίκιο ο φίλος μας Μάτεσης να ντρέπεται για τα ποίηματά του». «Πω» έκαμε η Ριγκίνα. «Ούτε πιστεύω πως το λέει αλήθεια».
«Διαβάζετε Ιταλικά», τη ρώτησε ο Μάτεσης για να μην εξακολουθήσουν να μιλούν γι' αυτόν. Και άρχισε άλλη ομιλία, γενικότερη, για την Ιταλική ποιήση και πεζογραφία, που η Ριγκίνα την ήξερε πολύ καλά, από τον Ντάντε και τον Πετράρκα ως τον Μόντι που ήταν ο μεγάλος εκείνου του καιρού. Είχε διαβάσει ακόμα και Βοκάκιο και Αρετίνο Και ελαφρά κοκκινίζοντας επένεσε το γνήσιο ιταλικό στήλε του ελευθερόστομου αυτού πεζογράφου Έλαβαν μέρος και άλλοι στη φιλολογική αυτή ομιλία Σε λίγο μάλιστα τη γύρισαν στα Ιταλικά για αγάπη του Ρίκου Και ο Σολωμός κατευχαριστημένος πόρεσε να ειδεί πως δεν του είχαν πει λόγια Η Ριγκίνα του Λέζα ήταν μια αληθινά μορφωμένη κοπέλα και ακόμα μιλούσε τα Ιταλικά με ευχαίρεια και χάρη σαν να ήταν η γλώσσα της.
«Διαβάζετε και ελληνικά» τη ρώτησε πάλι ο Μάτεσης. «Χε βέβαια» του αποκρίθηκε. «Ελληνίδα δεν είμαι». «Αρχαία» και αρχαία. Είχα κάμποσα χρόνια τον δάσκαλο Δημάδη. Κάμα με Πλούταρχο, Ξενοφόντα, Ιπποκράτη, Χρυσόστομο, Λουκιανό και Θεόκρητο και Σοφοκλή και Όμηρο Ο δάσκαλός σας, είπε ο Σολωμός, δεν πιστεύω να λησμόνισε τον έσωπο Α, όχι, από αυτόν μάλιστα αρχίσαμε Δυστυχώς δεν έχουμε και πολλούς νεότερους όπως οι Ιταλοί Η νέα ελληνική, καθώς είπε την άλλη φορά ο Κόντες Σολεμός, είναι άπλαστη Διάβασα πολλά ελληνικά βιβλία τυπωμένα στη Βενετία Τα περισσότερα μετάφρασες Τι ακαταστασία, τι ακαταστασία Εκείνα που είναι σε λογιοτατίστικη γλώσσα Δυσκολεύουμε να τα καταλάβω χωρίς λεξικό Θα προτιμούσα να ήταν ολος διόλου στην αρχαία Τα άλλα πάλι που είναι στη χιδέα Έχουν λέξεις που δεν τις ξέρουμε εμείς οι Ζακυθινοί Και ούτε σε κανένα λεξικό υπάρχουν «Σ' αυτό έχετε δίκιο», είπε ο Μάτεσης. «Δεν προτιμάτε όμως αυτή τη γλώσσα που την είπατε χιδέα».
«Έτσι τη λένε οι λόγοι που γράφουνε την άλλη. Το ξέρω. Μα ένα τραγούδι, ένα ποίημα, φανταζόσαστε πώς μπορεί να γίνει στη γλώσσα των λογιωτάτων. Α όχι, τα ποίηματα μ' αρέσουν στη γλώσσα που μιλούμε, που καταλαβαίνουμε, που αισθανόμαστε». «Σ' αυτή που μεταχειρίζεται ο Βηλαράς και ο Κόντες ο Λεμός κι εσείς και ο Λαγκουιντάρας και ο Μαρτελάος». Ο Σολωμός έγνεφε επιδοκιμαστικά. Ο Μάτεσης χαμογελούσε. «Και τα πεζά» ρώτησε πάλι αυτός. «Σε τι γλώσσα προτιμάτε τα πεζά».
«Ωσο γίνεται πιο απλή», αποκρίθηκε ζωηρά η Ριγκίνα. «Μου αρέσει πολύ η γλώσσα που μεταχειρίζεται ο Κοραής». «Τον χτυπάνε όμως οι λογιότατοι». «Το ξέρω, τον λένε χιδαίο και δαϊστή, μα δεν έχουν δίκιο». «Ποιος καταλαβαίνει τη γλώσσα που γράφουν αυτοί». «Στην Ιταλία ένα βιβλίο, και το πιο σοφό, το διαβάζει όλος ο κόσμος. Εδώ πρέπει να είναι κανένας γραμματισμένος, σοφός.
Ο λαός δεν διαβάζει τίποτα. Πώς να μορφωθεί». «Γιαυτό έχει δίκιο ο Κοραής». Αυτά η Ριγκίνα τα είπε ελληνικά. Είχε υψώσει μάλιστα τη φωνή της να τα ακούσουν όλοι. Μα κανένας στο σαλόνι του Παπαγεωργόπουλου δεν είχε αντίρρηση. Και ο Στρούζας και ο Ντεσίλας και ο Ρώσης και ο Κορφιάτης δικαστής ήθελαν για τον λαό τη γλώσσα του λαού και φρονούσαν πως οι λόγοι του έθνους που αγωνίζονται να αναστήσουν την αρχαία γλώσσα, την εκρή, δεν ακολουθούσαν σωστό δρόμο. Έτσι ο λαός κινδύνευε να μείνει αμόρφωτος για πάντα.
Τέτοια αντίληψη δεν υπήρχε λίγο πρωτήτερα ούτε στην Εφτάνισο. Λίγο ένοιαζε τους αριστοκράτες της Βενετοκρατίας αν ο λαός θα έμενε αμόρφωτος. Απέναντίας τον ήθελαν στο σκοτάδι για να τον κάνουν όπως θέλουν χωρίς να σηκώνει κεφάλι. Η Γαλλική Επανάσταση που είχε τόσο μεγάλη απήχηση και στα νησιά του Ιωνίου είχε αναποδογυρίσει τις παλιές φεουδαρχικές ιδέες και ύστερα από είκοσι χρόνια μετά το στήσιμο του δέντρου της ελευθερίας στην πλατεία του Αγίου Μάρκου και το κάψιμο του λίμπρου ντόρο, οι περισσότεροι ευγενείς της Άκυνθο το είχαν πάρει απόφαση.
Άνεμος ελευθερίας φυσούσε από παντού. Ο λαός δεν μπορούσε πια να μείνει περιορισμένος. Η παιδεία έπρεπε να διαδοθεί. Γι' αυτό και οι πιο φιλελεύθεροι τα είχαν με τους λογιώτα τους, τους δασκάλους και ήθελαν να γράφεται μια απλή γλώσσα που να την καταλαβαίνει και ο αγράμματος. Όλοι οι φίλοι του Σολωμού ήταν φιλελεύθεροι όπως και εκείνος.
Κι έτσι αντικριζόταν στον κύκλο τους το γλωσσικό ζήτημα. Η γλώσσα του λαού θα γινόταν το όργανο της ελευθερίας του. Γι' αυτό και ο ίδιος ο Σολωμός, σαν ποιητής, είχε αποφασίσει να μην γράφει στα Ιταλικά, ούτε στα Ελληνικά των λογιωτάτων, παρά στην κοινή απλή γλώσσα που καθώς είδαμε αλλού τη σπούδαζε τώρα γιατί δεν ήξερε παρά τα Ζακυθινά.
Η Ριγκίνα που υπερασπίστηκε τον Κοραή και κατηγόρησε τους αντιπάλους του τον ενθουσίασε. Βρήκε πως με μια φυσική οξύνεια και ευθυκρισία είχε μπει στην ουσία του ζητήματος και από τη στιγμή εκείνη την ανέβασε πολύ στην εκτίμησή του. «Είδες», είπε του Μάτεση όταν τραβήχτηκαν πια από κοντά της, «τι γνώμη και τι κρίση έχει τούτη η κοπέλα».
«Η Μαρία δεν είναι τόσο προχωρημένη. Τα τραγούδια τα θέλει στην απλή, μα τα πεζά μου, έλεγε μια ημέρα, πρέπει να γράφονται σε καλή γλώσσα. Την έχουν μπολιάσει οι δασκαλοί της. Α, τι κακό που κάνουν στον κόσμο τούτοι οι δασκάλοι». Τον έπιανε θυμός όπως συχνά του συνέβαινε και θυμωμένος ξεστόμησε στο αυτή του μάτεση αυτή τη φράση.
Είναι χειρότεροι και από τους Τούρκους. Τι υπερβολή, έκαμε χαμογελώντας ο Μάτεσης. Καμιά, εξακολούθησε πιο δυνατά ο Σολωμός. Ο Τούρκος στερεί την ελευθερία, ο δάσκαλος την γλώσσα. Μα όπως τα παλικάρια μας εκεί πέρα αγωνίζονται για την ελευθερία, έτσι κι εμείς εδώ πρέπει να αγωνιστούμε για τη γλώσσα. Ήταν η πρώτη φορά που του ερχόταν του Σολομού αυτή η συσχέτιση Από τότε πολλές φορές την ξανασυλλογίστηκε Σιγά σιγά τον κυρίεψε Κι ύστερα από δύο χρόνια περίπου έμελε να γίνει κεντρική ιδέα του διαλόγου Την ώρα εκείνη ο Στρούζας, ο Κορφιάτης και οι άλλοι μιλούσαν για τον πόλεμο Το πρωί είχανε δει τα ελληνικά καράβια απ' έξω από τη Ζάκυνθο Να περνούν με φουρτούνα για το Μεσολόγγι Ήταν πολλά, η βοήθεια που θα έδιναν στους αγωνιστές λογαριαζόταν σημαντική και οι ελπίδες των Ζακινθινών αναφτερώνονταν. Το Μεσολόγγι θα βαστούσε και αν οι Τούρκοι εξαναγκάζονταν να φύγουν από εκεί όλος ο Μοριάς θα ήταν ελεύθερος.
Έλεγαν ακόμη πως οι πρόσφυγες της Ζάκυνθο είχαν πληθύνει Μα πως είχε μεγαλώσει και ο πατριωτικός ενθουσιασμός Τους βοηθούσαν τώρα μεγάλοι και μικροί Κι ένα Ζακυνθινό καράβι με καπετάνιο τον γενναίο Λεονταρίτη Ετοιμαζόταν να φύγει για το Μοριά Με τρόφιμα, με ρούχα, με φάρμακα Όλοι έδιναν για να φορτωθεί όπως χρειαζόταν Και δεν ήταν ούτε το πρώτο ούτε το ύστερο Ορθώς κοντά στην κονσόλα με τον Μάτεση δίπλα του Ο Σολωμός άκουγε τώρα αυτές τις λεπτομέρειες Ήταν γνωστό πόσο κινούσε το ενδιαφέρον του ο πόλεμος Και η Ριγκίνα δεν περίμενε πια να την ξαναπλησιάσει να μιλήσουν για Λίμπρα Μα όχι Ο Σολωμός άκουγε με προσοχή σαν να θέλει να μάθει τίποτα νέο Μα όλα εκείνα που έλεγαν φαίνεται τα ήξερε Και τα ελληνικά καράβια το πρωί τα είχε δει ο ίδιος και στο φόρτομα του Ζακινθινού καραβιού είχε κάμει το μέρος του. Δεν είπε τίποτα. Έμεινε λίγη ώρα συλλογισμένος και έπειτα ξεκινώντας σιγά σιγά πλησίασε τη Ρυγκίνα που τη στιγμή εκείνη μιλούσε με τη Μαρία.
«Τι λέτε εσείς οι δυο» της ρώτησε και κάθισε ανάμεσά τους. «Τίποτα» αποκρίθηκε η Μαρία. «Τούτα κείνα. Να, τώρα λέγαμε για τη λαμπρή που μας έρχεται». «Τι, έχετε σκοπό να κάνετε τίποτα ξεχωριστό τη λαμπρή» «Πω, τι άλλο από τα συνηθισμένα» «Πρώτα πρώτα κόκκινα αύγα» γέλασε ο Σολομός. «Α, είναι και πολλά άλλα πριν από τα κόκκινα αύγα» έκαμε η Μαρία.
Ο Σολωμός σοβαρεύτηκε. «Έχεις δίκιο», είπε. «Πρέπει να προετοιμαστούμε για να γιορτάσουμε την Ανάσταση του Χριστού». Και γυρίζοντας τη Ριγκίνα. «Είσαστε θρύσκα, σινιορίνα». Η Ριγκίνα κατακοκκίνησε. «Είμαι», ψηθήρισε. «Μα όχι και τόσο πολύ», γέλασε η Μαρία. «Το ξέρεις, Κόντε, πως δεν πηγαίνεις στην εκκλησία τακτικά. Βρίσκει τη λειτουργία πολύ εκτεταμένη».
«Εδώ στην οδηγήτρια λειτουργιόσαστε κι εσείς» ρώτησε ο Σολομός. «Ναι» αποκρίθηκε η Ριγκίνα. «Μα γι' αυτό» είπε ο Σολομός. «Διάκη, ψαλτάδες, Λούσα, Πρέντικα, μα αυτά η ώρα περνάει. Στον Άι Νικόλα του Μόλου που λειτουργέμαι εγώ Η λειτουργία είναι απλή και σύντομη Ένας παπάς χωρίς διάκο Και δύο ψαλτάδες χωρίς εκόντα και μπάσα Εκεί θα σας έλεγα να πηγαίνετε κι εσείς για περισσότερη κατάνυξη Αν δεν ήταν μακριά Έπειτα ο Άι Νικόλας είναι για τους θαλασσινούς Μου φαίνεται πως δεν έχει ούτε γυναιτήκη Εξακολούθησαν να μιλούν για θρησκεία Μα πάλι σε λίγο γεννήθηκε μεταξύ τους ένα ζήτημα Ο Σολωμός είπε πως η ουσία είναι βέβαια το παν Μα πως και οι τύποι χρειάζονται απαραίτητα Γιατί καθένας θυμίζει ένα μέρος από την ουσία Και όλοι μαζί ενώνουν τους ανθρώπους σε μια κοινή πίστη Η Ριγίνα δεν έβρισκε τόσο απαραίτητους τους τύπους Μπορούσε κανένας, είπε, να μην κάνει πολλούς Και πάλι να είναι ο πιο θρύσκος άνθρωπος του κόσμου αφού η ουσία είναι το παν συζήτησαν επιτέλους ο Σολομός
ξαναφώναξε το μάτεσι Αντονάκη έλα να μας συμβιβάσεις πω πάλι διαφορά πάλι του την είπαν με αυτή τη φορά δεν μπόρεσε να ρίξει δίκιο και στους δυο η σινιορίνα μου φαίνεται έχει δίκιο είπε τότε συποχωρώ γέλασε ο Σολομός δεν είναι μόνο που το λέει ο κύριος μάτεσις «Είναι και που έχω να κάνω με γυναίκα και μπροστά σε μια γυναίκα πάντα πρέπει κανείς να υποχωρεί».
«Όταν είναι μάλιστα μια τόσο νέα και χαριτωμένη κοπέλα», πρόσθεσε ο Μάτεσης. Και σαν να κατάλαβε πως ο φίλος του άρχισε να νοστιμεύεται την όμορφη, την έξυπνη και τη μορφωμένη εκείνη κοπέλα, τραβήχτηκε με μια πρόφαση για να τον αφήσει μαζί της. γιατί και η Μαρία που τα καθήκοντα της οικοδέσπινας την έκαναν να τριγυρίζει μιλούσε τώρα με τον Ρώση και τον Τεσίλα «Δεν θέλω να υποχωρείτε επειδή είμαι γυναίκα» είπε η Ριγκίνα στον ποιητή «Σας κακοφαίνεται όμως όταν έχω άλλη γνώμη από τη δική σας»
«Καθόλου» της αποκρίθηκε εκείνος ζωηρά «Απέναντίας αυτό με ευχαριστεί» «Θα ήθελα να συζητάω μαζί σας συχνά και το μόνο που μου κακοφαίνεται είναι» που δεν μπορώ να σας βλέπω παρά μια φορά τη βδομάδα. Και τούτο πάλι, αν θα ερχόσαστε τακτικά, σε αυτές τις συναναστροφές της αγαπητής μας Μαρίας». Η Ριγίνα ένιωσε πάλι την καρδιά της να χτυπάει από χαρά.
«Θα έρχομαι», είπε. «Μεγάλη μου τιμή και ευχαρίστηση να μιλώ μαζί σας. Μαθαίνω τόσα πολλά. Μου κακοφαίνεται μάλιστα και εμένα, που το σπίτι μας δεν είναι ανοιχτό σαν της Μαρίας. «Αλλιώτικα θα ήλπιζα πως θα μου έκανατε την τιμή να ερχόσαστε για να βλεπόμαστε και πιο συχνά». «Μα γιατί» έκαμε ο Σολωμός. «Ο γιατρός Λέζας δεν πιστεύω να έχει πιο περιορισμένες ιδέες από τον κύριο Παπαγεωργόπουλο».
«Α, όχι» αποκρίθηκε η Ριγκίνα. «Ο πατέρας μου είναι πολύ φιλελεύθερος. Μα δεν ξέρω γιατί. Διατηρούμε ακόμα τις παλιές συνήθειες στο σπίτι μας. Ίσως φταίω εγώ που δεν προσπάθησα. «Που δεν ζήτησα ποτέ να τις αλλάξουμε». «Μα να προσπαθήσετε τώρα», είπε ο Σολωμός χαμογελώντας. «Υπάρχει πιο μεγάλη απόλαυση από την καλή συναναστροφή.
Μπορείτε, μου φαίνεται, να παρακαλέσετε τους γονείς σας να σας αφήνουν να δεχόσαστε κι εσείς μια φορά την εβδομάδα, ας είναι δύο φορές τον μήνα, τις φιλενάδες σας, τους φίλους σας και θα έχετε στοχάζουμε πολλούς και πολλές». «Α, ναι», έκαμε με περηφάνεια η Ριγκίνα. «Έχουμε οικογενειακή φιλία με τους καλύτερους ιατροφιλόσοφους. Τον Πλανήτερο, τον Καντιώτο, τον Πελεκάση, τον Ταγιαπιέρα. Τους γνωρίζετε»
«Βεβαιότατα». «Εσείς γνωρίζετε και τον Ροήδη» «Μα αυτός δεν κάνει πια το γιατρό. Γράφει πεζά και πήματα». «Ναι, ρεντήκολα», μου είπε ο ξαδερφός μου, ο κύριος Δρόγκας. Τη μάντσια που του κάμανε στο σπίτι μου την Κυριακή Ναι γελάμε με δάφτωνε Είναι τόσο φιλόδοξος και ευκολόπιστος ο κακομύρης Και φτωχός Αφότου με αυτά και με αυτά έχασε την πελατεία του Τον λυπόμαστε κιόλας και τον βοηθάμε Ο τσέτσες ο Μεσσαλάς τον έχει στο σπίτι του Ας είναι για το ροήδι θα πούμε άλλη ώρα να γελάσουμε Πεςτε μου τώρα «Κι η κυρία μητέρα σας, Σαβορτεροπούλα, θα γνωρίζετε βέβαια με πολλά καλά σπίτια».
Η Ριγκίνα είπε μερικά ονόματα συγγενικών ή φιλικών οικογενειών της μητέρας της και ο Σολωμός την διέκοψε όταν άκουσε και το όνομα του Κόντε Καπνίση. «Σταθείτε, να ένας τρόπος να βλεπόμεστε συχνότερα κι αν ακόμα οι γονείς σας δεν θα ήθελαν να κάνετε συναναστροφές στο σπίτι». Η κοντέσα καπνίση δέχεται κάθε τρίτη. Πηγαίνω κι εγώ σχεδόν τακτικά. Θέλετε να της πω να σας καλέσει.
«Ω, μας έχει καλέσει τόσες φορές», φώναξε με χαρά η Ριγκίνα. «Από Αμέλεια δεν πήγαμε καμιά τρίτη ως τώρα. Μα τώρα που ξέρω, χωρίς άλλο, θα παρακαλέσω τη μητέρα μου να πηγαίνουμε. Είναι κι όλα που βαριέται τις συναναστροφές ο παπάκης. Μα δεν πειράζει, αν δεν θελήσει, πάμε και μόνες μας». «Και ύστερα έρχεται ο ξάδερφός σας και σας παίρνει», συμπλήρωσε χαμογελώντας ο Σολωμός.
Και να, την ίδια στιγμή ο μικρός υπηρέτης ανήγγειλε τον κύριο Δρόγκα. «Με τη φωνή», είπε γελώντας δυνατά η Ριγκίνα. Ο Τζόρτζης μπήκε με πολύ μεγαλύτερο θάρρος από την άλλη φορά. Ερχόταν μάλιστα και νωρίτερα για να μείνει κάπως περισσότερο. Όπως τη Ρυγκίνα και αυτόν δεν τον τραβούσε άλλο στο σαλόνι παρά ο Σολωμός Και αφού άλλαξε λίγα λόγια με τη Μαρία και τον πατέρα της Που στο μεταξύ είχε διαδεχτεί στο σπίτι το θείο της Πλησίασε τον ποιητή που τον κράτησε κοντά του πολύν ώρα Έπειτα είδε την κιθάρα πάνω στο πιάνο «Α, έκαμε, αυτή δεν είναι η κιθάρα της Ρυγκίνας»
«Ναι», του αποκρίθηκε η Μαρία, «τη φέραμε για σας» Θα μας κάνετε την ευχαρίστηση να μας παίξετε λίγο. Θέλουμε τόσο πολύ να σας ακούσουμε». Ο Τζόρτσις δεν ήθελε πολλά παρακάλια. Άλλωστε δεν μπορούσε να χαλάσει και το χατήρι του Σολομού που του έγνεψε να παίξει. «Να σου πω και τη γαλήνη» τον ρώτησε σταυτή. «Αν σου κάνει όρεξη πες την» αποκρίθηκε ο ποιητής.
Γιατί ποτέ δεν έλεγε όχι όταν ήταν να απαγγείλει ή να τραγουδήσει κανένα ποίημα του Και ο ίδιος με τη μεγαλύτερη ευκολία πήγελε στους φίλους του και τα καινούρια του και τα παλιά του και τα ελληνικά και τα ιταλικά Πολλές φορές μάλιστα του έδιναν υποχρεωτικές ομοιοκαταληξίες Ρήμε ομπλικάτε και συνέθετε στη στιγμή ένα ωραίο σονέτο ή ένα ωραίο επίγραμμα Ιταλικά εννοείται γιατί αν και μεγάλος αυτοσχεδιαστής στα ελληνικά δεν είχε ακόμη τόση ευκολία Όταν αργότερα την απόκτησε είχε αφήσει πια αυτά τα νεανικά παιχνίδια και περιοριζόταν να αυτοσχεδιάζει Χωρίς να του βάζει κανείς υποχρεωτικές ομοιοκαταληξίες όταν του ερχόταν η έμπνευση όπως είδαμε να κάνει στο βραδινό περίπατο με τη βάρκα Εύκολα ακόμα άφηνε τους φίλους του να τα γράφουν, να τα αντιγράφουν και να τα κυκλοφορούν Και σε αυτό χρωστά με τα περισσότερα ευρισκόμενα που βρέθηκαν και τυπώθηκαν μετά το θάνατό του Γιατί εκείνο τον καιρό η τυπογραφία στην Ελλάδα δεν ήταν τόσο προσιτή Ούτε έβγαιναν περιοδικά οι εφημερίδες παρά δυο τρεις
και είναι γνωστό πως εκτός από τον ύμνο στην ελευθερία και μερικά αποσπάσματα από το Λάμπρο τίποτα άλλο δεν έδωσε αποζώντας ο Σολωμός να δημοσιευτεί γιατί όταν ιδρύθηκε το Βασίλειο και διαδόθηκε η τυπογραφία και πολύστεψαν οι εφημερίδες και τα περιοδικά ο ποιητής κυριεύτηκε από την ιδιωτροπία να φυλάει τα έργα του στο σιρτάρι και να τα δουλεύει ακατάπαυστα, ώστε τίποτα να μην έχει ποτέ τελειωμένο.
Αντίθετα, εκατοντάδες φιλόμουσοι και στη Ζάκυνθο και στην Κέρκυρα και στην Κεφαληνία και λίγο παντού κατήχαν χειρόγραφα ποίηματά του, τετράδια ολάκαιρα, και απ' αυτούς δημοσιεύτηκαν πολλά εδώ και εκεί, πριν ακόμα φανούν τα ευρισκόμενα. Και ο Τζόρτζης πήρε την κιθάρα, κάθισε στη μέση της σάλας και άρχισε να παίζει Πρώτα δύο-τρία δύσκολα κομμάτια για να δείξει την τέχνη του Έπειτα ένα παθητικό για να κάνει διάθεση την όρεξη που του είχε πει ο Σολωμός Και τέλος τραγούδισε τη γαλήνη Δεν ακούεται ούτε ένα κύμα Άρεσε πολύ και ενθουσιάστηκαν όλοι όταν έμαθαν πως το ποίημα ήταν του Σολομού και η μουσική του κυρίου Δρόγκα Τονίζετε λοιπόν κι εσείς, τον ρώτησε ο Ρίκος Τι λέτε, γέλασε αφελέστατα ο Τζόρτζης, για κομποζιτόρο με πήρατε Απέχω πολύ, τέριαξα απλώς με τους στίχους μια άρια από όπερα Ήθελα να το πω κι εγώ, φώναξε ο Ρώσης, γιατί σαν να θυμήθηκα αυτή την άρια «Φαντάσου τώρα, Τζόρτζι μου, να μην το έλεγες», είπε γελώντας ο Σολομός, «τι θα σου τραβούσαν αυτές οι σκλήθρες. Όλα τα ξέρουν, ευλέπεις, τίποτα δεν τους ξεφεύγει».
Αλήθεια, στον κύκλο του Σολωμού τίποτα δεν ήταν άγνωστο Ό,τι δεν ήξερε ο ένας θα το ήξερε ο άλλος Και κανένας δεν τολμούσε να τους παραστήσει τίποτα για δικό του αν δεν ήταν πραγματικός Και πάλι θα του έλεγαν με τι μοιάζει, τι θυμίζει Από ποιον Ιταλό, Γάλλο, Άγγλο το είχε μιμηθεί Αν κι όλα δεν το είχε κλέψει Η βραδιά τελείωσε με μουσική Ο Ρίκος και η Μαρία έπαιξαν πιάνο, τραγούδησαν, ξανά παίξε κιθάρα ο Τζόρτζης και τέλος τραγούδησε κι αυτός με τη Ριγκίνα.
«Έχετε και ωραία φωνή», της είπε ύστερα ο Σολωμός, «όλα τα χαρίσματα του κόσμου». Τον κομπλιμέντο αυτό την ανέβασε στους ουρανούς. Και το βράδυ εκείνο έφυγε τόσο χαρούμενη και ευτυχισμένη από του Παπαγιωργόπουλου, όσο λυπημένη και δυστυχισμένη την πρώτη φορά. Και ούτε με τον ξαδερφό της τα έβαλε στον δρόμο που γύριζαν ή στο σπίτι, ούτε έκλαψε ύστερα που έμεινε στην κάμαρά της μονάχη.
Και τη νύχτα είδε στο γλυκό της ύπνο τα ωραιότερα όνειρα. Γαλάζιους ουρανούς, νερά σαν καθρέφτες, ολοπράσινες χλώες σαν απέραντα χαλιά, ψηλά δέντρα ολανθισμένα και πουλιά, πλήθος άσπρα πουλιά που γλυκοκελαηδούσαν. Ούτε στη Ρυγκίνα, ούτε μεταξύ τους. Απέναντίας η Λέζενα της ξαναμίλησε για τον Τζόρτζι. Δεν θα τελειώσει επιτέλους αυτό το ζήτημα.
Ίσως ήθελε να τη δοκιμάσει. Να κρίνει από την απάντησή της αν απέβλεπε μόνο σε μία φιλία με τον Σολωμό. Σαν εκείνη που έδαινε τον ποιητή με τη Μαρία του Παπαγεωργόπουλου. Ερωτευμένη και αραβωνιασμένη με άλλον. Ή αν περίμενε τίποτα περισσότερο. Και σαν να το κατάλαβε αυτό η Ριγκίνα φυλάχτηκε να την αποπάρει και να την απελπίσει όπως άλλοτε «Μα βέβαια πρέπει να τελειώσει» της είπε «Το πιο γλίγορο θα ήταν να πω ένα όχι οριστικό, μα δεν μπορώ να το πω ακόμα, φοβάμαι μην το μετανιώσω, άσε να περάσει και η λαμπρή»
Από μέσα της όμως την απόφασή της την είχε πάρει ποτέ αυτή δεν θα έπαιρνε τον Τζόρτζι το δρόγγα όχι γιατί έβαλε στο νου της να πάρει τον Σολωμό αυτό αληθινά το ονειρευόταν ακόμα παρά γιατί η γνωριμιά της με τον ποιητή την είχε κάνει να καταλάβει καλύτερα τι είδους άντρας της τέριαζε αν δεν ήταν ο Σολωμός θα ήταν κανένας άλλος και επιτέλους κανένας προτιμότερο έβρισκε τώρα να μείνει ανήπαντρη παρά να πάρει έναν αμαθή σαν τον Τζόρτζι «Αλήθεια, τι του έβρισκε ο Σολωμός που τον είχε κάνει φίλο»
«Της είχε μηνύσει πως θα της το έλεγε ο ίδιος» «Μα το ξέχασε φαίνεται» «Κι ούτε εκείνη τον ρώτησε» «Σε άλλη συνάντηση θα τον ρωτούσε» «Και η συνάντηση αυτή πότε θα γινόταν» «Την τρίτη άραγε» «Δεν είχε τολμήσει ακόμα να παρακαλέσει τους γονείς της» «Να πηγαίνουν στις συναναστροφές της κοντέ σας καπνίση» Τους είχε πει μόνο πως πήγαινε σε αυτές και ο Σολομός που πολύ ευχαρίστος θα την έβλεπε και εκεί μια φορά την εβδομάδα.
Ε, μα αυτό έφτανε. Προς μεγάλη της έκπληξη και χαρά τη Δευτέρα το μεσημέρι άκουσε τον πατέρα της να λέει. Πάμε αύριο στου καπνίση. Μας έχουν καλέσει τόσες φορές. Κι αφού πηγαίνει και ο Σολομός η Ριγκίνα βέβαια θα θέλει. Τι λέτε. «Πάμε», είπε η Λέζενα κοιτάζοντας τη Ριγκίνα. «Μα θα έρθετε κι εσείς, παπάκι», ρώτησε αυτή. «Ε, για πρώτη φορά ας έρθω κι εγώ», αποκρίθηκε ο γιατρός. «Να γνωρίσω κι από κοντά τον ποέτα που ενθουσιάζει. Έπειτα, όποτε έχετε όρεξη, πηγαίνετε μόνες σας».
Και τελείωσε με ένα στίο. «Ξέχωρα από τη Μεγάλη Τρίτη». «Πάει κι αυτό, τι καλά». Αλλά δεν ήταν όλο. Σε λίγο πάλι ο γιατρός είπε. Ας είναι, ο Κόντες ο Λεμός έχει δίκιο και εμείς μπορούσαμε να δεχόμαστε μία βολά τους φίλους μας Επειδή εγώ τα βαριέμαι αυτά, δεν πρέπει να είμαι τόσο εγωιστής και να μην συλλογέμαι πως τώρα έχω μεγάλη κόρη που της αρέσει να συναναστρέφεται γραμματισμένους ανθρώπους όπως είναι κι αυτός Αμπτή, το Τζόρτζι μόνο Τι μπορεί να λέει με το Τζόρτζι που δεν άνοιξε λύμπρο από τον καιρό που έμαθε δύο κολυβογράμματα.
Η χαρά της Ριγκίνας ήταν ακράτητη. «Αλήθεια, παπάκι», φώναξε, «θα δεχόμαστε τώρα κι εμείς όπως τόσα σπίτια της σειράς μας και θα αρχίσουμε εξόλαμπρα και θα καλούμε τον κύριο Ταγιαπιέρα, τον κύριο Πελεκάση, τον Κόντε Σολαιμό και τη Μαρία και την Κιωβάνα και τη Γιούλια. Πρέπει όμως να διορθώσουμε λίγο το σπίτι, να φέρουμε από αύριο μαστόρους να το ασπρίσουμε απόξω να βάψουμε την ξόπορτα τα παραθύρια του Παπαγεωργόπουλου Λάμπη το δικό μας είναι σαν παλιό δεν λέω βέβαια να αλλάξουμε έπιπλα, πορτιέρες και ταπέτα αυτά είναι καλά μα το σπίτι θέλει που λένε ένα καινούριο πουκάμισο εεεε φώναξε ο γιατρός που είχε βουλώσει από πριν τα αυτιά του πόσα θα πεις ακόμα με σκότισες μωρέ παιδί έναν λόγο είπα μην το θεωρείς ακόμα факτουμ άσε να δούμε αυτά θέλουν και όβολα α όχι όχι τον έκοψε και η Ριγκίνα παρακαλεστά μην το λες αυτό παπάκι δεν θα είναι πολύ μεγάλο το έξοδο να δεχόμαστε δύο φορές το μήνα και για το διόρθωμα του σπιτιού δεν με νοιάζει ας είναι έτσι τώρα παπάκι το είπες
δεν μπορείς να το πάρεις πίσω η Λέζενα χαμογέλασε γέλασε. «Έχει δίκιο», είπε στον άντρα της. «Τώρα το είπες. Ας μην το έλεγες την ασουκά μου». Και ο Λέζας φεδρά. «Το είπα. Λοιπόν ας γίνει». Έλα Ριγκίνα, ησύχασε. «Ξόλαμπρα θα αρχίσουμε να δεχόμαστε. Κι όλους αυτούς που είπες θα τους καλούμε. Κι άλλους, πολλούς. Μόνο που δεν ξέρω τι θα πει ο Τζόρτζης».
Η Ριγκίνα ψευτοθύμωσε. «Ο Τζόρτζης! Ας πει ό,τι θέλει ο Τζόρτζης! Να η ώρα που θα ρωτήσουμε το Τζόρτζη αν θα έχουμε ανοιχτό το σπίτι μας ή κλειστό!» Ο πατέρας έβαλε τα γέλια. «Καλά, καλά, δεν θα ρωτήσουμε κανέναν. Θα κάνουμε ό,τι θέλουμε και ό,τι μας αρέσει. Μα...» «Πάψε λοιπόν, τα είπαμε!» «Πάει κι αυτό!» Η Ριγκίνα το κομπόδεσε.
Τι καλοτυχία αλήθεια συλλογιζόταν να φανεί τόσο καλόβολος ο παπάκης και να της παραχωρήσει πριν του το ζητήσει εκείνο που θα του ζητούσε Και η μητέρα μα και αυτή θα βρέθηκε στις καλές της για να μην φέρει καμία αντίρρηση γιατί συνήθως αυτά δεν τα βαριόταν λιγότερο από τον άντρα της Καλοτυχία Έτσι συλλογιζόταν η ευτυχισμένη Ριγκίνα και ούτε στιγμή δεν της πέρασε υποψία πως οι γονείς της ήθελαν τώρα να πηγαίνουν στο καπνίσι και να κάνουν συναναστροφές και στο σπίτι τους για τον ίδιο λόγο απάνω κάτω που το ήθελε και αυτή η ίδια
Σχόλια
Χωρίς σχόλιαΣυνδεθείτε για να συμμετάσχετε στη συζήτηση
Σύνδεση για ΣχολιασμόΔεν υπάρχουν σχόλια ακόμα