Skip to content
PodBase
Ρηγγίνα Λέζα 6/18) Γρηγόριος Ξενόπουλος

Ρηγγίνα Λέζα 6/18) Γρηγόριος Ξενόπουλος

Μυθιστορίες
Σεπτέμβριος 23, 2026 00:50:44
Συνδεθείτε για να δηλώσετε αν σας αρέσει
Συνδεθείτε για να δηλώσετε αν σας αρέσει
Προσθήκη σε Λίστα Επεισοδίων
Αποθηκεύστε αυτό το επεισόδιο σε λίστα.
Όνομα Λίστας

Σχετικά με αυτό το επεισόδιο

Διαβάζει η Χριστίνα Μπράβου

Αυτόματη μεταγραφή — ενδέχεται να περιέχει λάθη.

Γρηγόριος Ξενόπουλος, Ριγκίνα Λέζα, από τη ζωή του Σολομού, μέρος 6, στο αρχοντικό του Καπνίση. Το αρχοντικό του Κόντε Καπνίση, σωστό παλατάκι, ήταν κοντά στη θάλασσα. Από μπροστά είχε ένα μικρό πλάτωμα, όπου έβγαζε ένα καντούνι από την κάτω ρούγα, και μπροστά το ρεπάρο, το ακρογιάλι, με μία αποβάθρα. Υπήρχε λοιπόν και νεόσικος για τις δύο βάρκες του σπιτιού και στάβλος για τα άλογα, την καρότσα και το καροντσίνο Κάτω στο ιντρόιτο, την είσοδο, έβλεπε κανείς πάντα και μια λεντίκα, ένα φορείο για κυρίες, από χρυσωμένο ξύλο, με γαλάζια μεταξωτή ταπετσαρία Μα τα μεσαιωνικά αυτά μέσα μεταφοράς είχαν καταργηθεί από λίγα χρόνια και οι λεντίκες τα αρχοντικά διατηρούνταν μόνο σαν ένα δείγμα αριστοκρατίας.

Αφάνταστη η πολυτέλεια που βασίλευε ακόμα σε αυτό το Ζακινθινό σπίτι. Ο κόντε καπνίσης είχε φαίνεται προγόνους όχι μόνο τετράπλουτους παρά και επιδεικτικούς. Κάποιος από αυτούς, διηγούνταν στον τόπο, είχε δώσει γεύμα σε έναν επίσημο Βενετσιάνο Με ολόχρυσα σερβίτσια που ύστερα τα μάζεψε και τα πέταξε προς τιμήν του στη θάλασσα Ο θρύλος δεν αναφέρει αν ύστερα μπόρεσε να τα ψαρέψει αφού τα νερά του ρεπάρου δεν ήταν τόσο βαθιά Το βέβαιο είναι πως τα πολύτιμα πράγματα τον παλιό καιρό υπήρχαν άφθονα στο αρχοντικό εκείνο που ακόμα ήταν στις δόξες του.

Πέτρινο όλο απ' έξω, σκούρο, σχεδόν μαύρο, παλιό, ερυπωμένο εδώ και εκεί και τρυπημένο από πλήθος παράθυρα στα τρία του ψηλά πατώματα και στις τέσσερις φάτσες και από μέσα καινούριο το ανανέωναν συχνά, βαμμένο, βερνικωμένο, χρυσωμένο, ζωγραφισμένο, Τύχη, υπέρθυρα, ταβάνια και στρωμένο με ευρωπαϊκά και ανατολίτικα χαλιά.

Παντού Βενετσιάνικοι καθρέφτες και Βενετσιάνικοι πολυέλεοι. Και όπου οι τύχοι δεν είχαν ζωγραφιές αφρέσκο, πίνακες μεγάλων ζωγράφων. Ιταλών, Φλαμανδών, Άγγλων, Γάλλων. Άλλοι πρωτότυπα έργα και άλλοι αντίγραφα. Μα τόσο παλιά και τόσο τέλεια που άξιζαν σαν τα πρώτα. Ανάλογα ήταν και τα έπιπλα, όλα φερμένα από την Ιταλία και την Αγγλία, τόσο καλά διατηρημένα ώστε και τα πιο παλιά που ήταν τουλάχιστον δύο αιώνων να φαίνονται σαχθεσινά.

Όσο για τα σκεύη, μπορεί να μην υπήρχαν πια ολόχρησα σερβίτσια, πιάτα και ποτήρια και μαχαιροπύρουνα Έλεγαν πως ο κόντε Αντώνης, ο νουνός του Σολομού, τα είχε πουλήσει κρυφά στην Ευρώπη Έβλεπες όμως κάτι πελώρια, ασημικά, βάζα, ραμίνια, δίσκους και καθεξής Για τις δεξιώσεις αυτές της κοντέσας καπνίση, κάθε τρίτη, δεν ανοιγόταν όλο το σπίτι, όπως για τις μεγάλες γιορτές, τη φέστα παραδείγματος χάρη του Αγίου Αντωνίου.

Το πόρτεγο μόνο, μια απέραντη σάλα με πελώριες τυχογραφίες, πολυθρονίτσες ολόγυρα, στήλες με αγαλματάκια, υγάστρες με φυτά, ένα μεγάλο τραπέζι στη μέση και ένα τηλεσκόπιο σε τρύποδο γυρισμένο κατά τη θάλασσα και μια νταριτζέβερε, μια αίθουσα υποδοχής όσοι σχεδόν και του Παπαγεωργόπουλου. Εκεί χορούσαν όλοι οι καλεσμένοι, λιγοστοί μα διαλεχτοί, επιστήμονες, λόγοι, ποιητές, γραμματισμένοι τέλος πάντως ακινθινοί ή και ξένοι και από την αριστοκρατία και από την αστική τάξη.

Και οι κυρίες το ίδιο ήταν από τις πιο μορφωμένες του κόσμου, γιατί οι κοντές ακαπνίσοι, σαμορφωμένοι, αποστρεφόταν τις συνηθισμένες κοσμικές συναναστροφές όπου φλιαρούσαν και ήθελε γύρω της έναν κύκλο διανοητικό. Και ένας λόγος που είχε προσκαλέσει εξ αρχής και την οικογένεια Λέζα ήταν, εκτός από τη μακρινή της συγγένεια με τη Λέζενα, και η εκτίμηση που είχε για τη γραμματισμένη Λεζοπούλα.

«Ελάτε λοιπόν», φώναξε από την πολυθρόνα της με χαρά, μόλις την είδε να μπαίνει με το γιατρό και τη μητέρα της, «έλα Ρυγκίνα μου, πώς το πάθατε σήμερα, κανένας φούρνος θα γκρεμίστηκε, να γυρίσω τις καθίκλες ανάποδα». Είπαν διάφορες δικαιολογίες που η κοντέσα δεν δυσκολεύτηκε να τις πιστέψει Γρήγορα όμως θα μάθαινε για ποιο λόγο αποφάσισε η οικογένεια Λέζα κάπως αργά να πηγαίνει στις στρίτες της Η σάλα ήταν σχεδόν γεμάτη Ο Λέζας κάθισε κοντά σε έναν φίλο του γιατρό Η Λέζα ένα κοντά στης του Πάθαινα που ήταν από τις τακτικές του καπνίση Και τη Ρυγκίνα την κράτησε κοντά της η κοντέσα «Κάτσε να σε δω, να σε χαρώ, τι όμορφα που σου πηγαίνει αυτό το φόρεμα και πώς μεγάλωσες και πώς ομόρφινες από τότε που έχω να σε ειδώ».

«Από τρεις μήνες», γέλασε κοκκινίζοντας η Ριγκίνα, «πως στην ηλικία σου η γυναίκα μεγαλώνει και σε ένα μήνα». «Προπάντων», πρόσθεσε ο Κόντε Καπνίσης που τριγύριζε εδώ και εκεί, ακούγοντας τις ομιλίες και πετώντας το λόγο του κάπου κάπου. «Προπάντων αντισυνέβηκε τίποτα έκτακτο σε αυτό το διάστημα». «Α όχι», έκαμε η Ριγκίνα κοκκινίζοντας πιο πολύ.

«Τίποτα έκτακτο δεν μου συνέβηκε». «Ε, μα κι αν σου συνέβηκε δεν έχουμε την πρεντιώνα να μας το πεις. Τα έκτακτα που κάνουν μια κοπέλα να μεγαλώνει και να ομορφαίνει ξάφνου. Δεν είναι ψυχή μου από εκείνα που λέγονται». Το κόντες τελείωσε με γέλια και απομακρύνθηκε. Ο υπενιγμός ήταν φανερός και με κάποιο τρόμο η Ριγκίνα συλλογίστηκε «Θε μου, φαίνομαι λοιπόν πως είμαι ερωτευμένη».

Ρωτευμένη. Η αλήθεια είναι πως είχε μεταμορφωθεί εκείνο τον καιρό και το έβλεπε, το καταλάβαινε και η ίδια. Η φροντίδα που έβαζε στον τίσιμό της την έδειχνε πιο όμορφη. Μα ήταν προπάντων η λάμψη των ματιών της και η έκφραση της φυσιογνωμίας της που την έκαναν τώρα να φαίνεται πιο χαρούμενη, πιο γλυκιά και πιο περήφανη από άλλοτε.

Όλοι όσοι την έβλεπαν της έκαναν κομπλιμέντα. Και οι κυρίες, οι κοπέλες την αγγάλιαζαν και τη φιλούσαν με μια έκτακτη διάχυση Άλλες για να δείξουν το θαυμασμό τους και άλλες για να κρύψουν τη ζήλια τους Το απόγευμα εκείνος του καπνίση η Ριγκίνα είχε σουξέ Και εκτός από τα κομπλιμέντα που άκουγε η ίδια Πολλοί και πολλές έδιναν συγχαρητήρια στο Λέζα και τη Λέζενα για την ωραία τους κόρη Δεν ήταν όμως και νέοι στο σαλόνι για να της κάνουν κόρτε Η κοντέσα δεν προσκαλούσε συνήθως παρά μεσόκοπους και γέρους γιατί μόνο μία μεγάλη κόρη είχε παντρεμένη και έναν γιο που έλειπε στην Ιταλία.

Μια εξαίρεση είχε κάνει για τον Σολωμό και για τους φίλους του που μερικοί ήταν νέοι και αυτό για τη μεγάλη φήμη που είχε στον κύκλο της ο νεαρός κόντες σαν ποιητής. Μη δεν του είχαν προφητέψει στην Ιταλία πως θα έκανε να ξεχαστεί και ο Μόντης. Ήταν βέβαια και φιότσος, βαφτιστικός του αντρός της Αλλά αυτό δεν θα έπαιζε σπουδαίο ρόλο Αν επρόκειτο για κανένα από τα συνηθισμένα αρχοντόπουλα Που δεν ανοίγουν λίμπρο, που δεν ξέρουν να μιλήσουν Παρά για άλογα, για κυνήγια και για γυναικοδουλές Α, τέτοιους η Κοντέσσα δεν έμπαζε στο σπίτι της Παρά όταν έκανε φέστα και πήγαινε η Σάρα και η Μάρα Μα ο Σολωμός δεν φαινόταν ακόμα Και η Ριγκίνα άρχισε να ανησυχεί. Μην τυχόν δεν θα πήγαινε εκείνο το απόγευμα. Γιατί κάθε άλλο παρά βέβαιος θα ήταν πως θα την έβρισκε εκεί. Μιαν ιδέα της είχε ρίξει. Μπορούσε να φανταστεί πως θα την πραγματοποιούσε τόσο γρήγορα.

«Κρίμα, δεν θα τον έβλεπε σήμερα, την πέμπτη μόνος του Παπαγεωργόπουλου». Άρχισε να αφαιρείται. Η Κοντέσα μιλούσε τώρα με δύο-τρεις κυρίους για τον Ανδρέα Σενιέ. «Τι κρίμα να πεθάνει στην Κιλωτίνα τέτοιος ποιητής. Οι κακούργοι, τα τέρατα της Ρεβολουτσιώνας. Ήταν αηδής και μισός Έλληνας. Η μητέρα του Ελληνίδα από την πόλη.

Ακούς, ακούς». Η Ριγκίνα δεν πρόσεχε στην ομιλία. Κι όμως κι αυτή θα είχε να πει κάτι για το Σενιέ που τον ήξερε καλά. Είχε διαβάσει πολλά ποίηματά του μεταφρασμένα στο Ιταλικό. Μια στιγμή η Κοντέσα της κούντισε. «Ε, πού έχεις το νου σου» «Εδώ», έκαμε κοκκινίζοντας η Ριγκίνα «Συλλογιόμουν τα φοβερά που έγιναν στη Γαλλία τον καιρό της Ρεβολουτσιόνας»

Τ' άκουσε ο Κόντε καπνίσεις και φώναξε «Καλέ, άσε την κοπέλα, δεν είναι υποχρεωμένη να μιλεί για σενιέρους τη στιγμή που προτιμάει να ονειροπολεί» «Μα και εσύ, Κόντε», φώναξε ένας γιατρός «Χωρίς να είσαι κοπέλα, συχνά σοπαίνεις συλλογισμένος» Τι να ονειροπολείς! Ήταν αλήθεια. Ο Κόντε Καπνίσης, ένας χαριτωμένος ανθρωπάκος, κοντός και λιγάκι κυλαράς, γελαστός, ομιλητικός, αψίφιστος, ήταν στιγμές που έκοβε τη λέξη στα χείλη του και βυθιζόταν σε στοχασμούς.

Γιατί δύο πράγματα τον απασχολούσαν πολύ εκείνο τον καιρό. Η δυσμένια της Αγγλικής Προστασίας είχε επικρίνει και αυτός το ψεύτικο σύνταγμα που είχε δώσει το Ιόνιο κράτος και η περιουσία του, που την έβλεπε όλο ένα να μειώνεται. Από στιγμή σε στιγμή φοβόταν καμιά διαταγή για εξορία, γιατί όχι και για φυλάκιση, και δεν έβλεπε μακριά τον καιρό που θα αναγκαζόταν να πουλήσει και τα τελευταία του χτήματα για να μπορέσει τουλάχιστον ο γιος του να τελειώσει τις σπουδές του στην Ιταλία.

Δεν έλεγε όμως τίποτα στους φίλους του για αυτούς τους φόβους Απέναντίας όταν εκείνοι ανησυχούσαν έδειχνε τη μεγαλύτερη αφοβία Δε βαριόσαστε Εγώ μονάχα υπόγραψα εκείνο το μανιφέστο Ότι πάθουν οι άλλοι ας πάθω κι εγώ Στο κάτω κάτω ζει κανένας και στο τσιρίγο Και όταν γινόταν λόγος για τη δυσπραγία που απειλούσε πολλές μεγάλες παλιές περιουσίες και έκαναν κανέναν υπενηγμό και για τη δική του, τους έλεγε «Δεν φοβάμαι. Συλλογέμαι και το λόγο του πάπου μου.

Κάτι ήξερε για να τον πει. Αν φτωχύνει ο Θεός, θα φτωχύνω κι εγώ». Ήταν αλήθεια ένας θρύλος. Κάποιος παλιός καπνίσης, κόνοντας τον παστούνι του στο θησαυρό που είχε σοριάσει σε μία κάμαρα του αρχοντικού του, χρυσάφι, ασήμι, πετράδια, βλαστίμησε κάνοντας τον εαυτό του όμοιος τα πλούτη με τον Θεό μα από την ημέρα εκείνη έλεγαν οι Ζακυνθίνοι οι καπνίσιδες άρχιζαν να πέφτουν Βράδιασε Οι λακέδες με τις γαλάζιες και ασημογαλωνάτες στολές έφεραν στη σάλα πολύ φώτα με κεριά άναψαν και στο πόρτεγο μια πελώρια λάμπα του λαδιού πάνω στο μεσιανό τραπέζι Άναψαν και στο πλατή κεφαλόσκαλο ένα φανάρι που το κρατούσε σκυφτός ένας ωραίος γύψινος σαράπης Μερικοί που είχαν μουδιάσει στη σάλα βγήκαν στο πόρτεγο να κάνουν λίγα βήματα να ξεμουδιάσουν, να καπνίσουν ή και να μιλήσουν ελεύθερα χωρίς κυρίες Από αυτούς ήταν και ο Λέζας που είχε αρχίσει κατά τη συνήθειά του να βαριέται και να νοσταλγεί το βραδινό του σπετσαρίο, το φαρμακείο Η Ριγκίνα είχε αφήσει πια την κοντέσα και καθόταν κοντά στον καπνίσι που της έδειχνε ένα μικρό μοντονόγο, στερεοσκόπιο με καλούς φακούς και ωραίες εικόνες, λιθογραφίες χρωματιστές, τεχνικότατες.

Ανάμεσα σ' αυτές ήταν και μερικά ονειρευτά τοπία, παιδιάδες της Ιταλίας, βουνά της Ελβετίας, ποτάμια, λίμνες που φαίνονταν σαφυσικά και άφηναν τη Ριγκίνα εκστατική Σε λίγο έφτασε και ο Σολωμός συνοδευόμενος μόνο από το μάταισι Με τι ξάφνιασμα, με τι παλμό άκουσε η Ριγκίνα το λακέ να φωνάζει το όνομά του Γιατί δεν τον περίμενε πια και τίποτα δεν της έλεγε μέσα της πως θα ερχόταν Μα ο ποιητής δεν μπήκε αμέσως στη σάλα Έμεινε στο πόρτεγο να χαιρετήσει τους γνωστούς που ήταν εκεί και μόνο άμα είδε και το Λέζα που τον εγνώριζε κατάλαβε πως θα ήταν μέσα και η Ριγκίνα και χαρούμενος γι' αυτό το αναπάντεχο συντόμευσε τις χαιρετούρες και έκαμε την εμφάνισή τους στη σάλα.

Από τη θέση της σκύβοντας ακόμα μπροστά στο μοντονόγο η Ριγκίνα τον είδε. Και τι διαφορετικός που της φάνηκε. Αλήθεια, με άλλο ύφος έμπαινε στο σαλόνι της Μαρίας και με άλλο στο σαλόνι της κοντέσας καπνίση. Ήταν πιο επίσημος, πιο τυπικός. Έβλεπες μέσα σε κόντιδες έναν κόντε που είχε την ιδέα πως ήταν ανώτερος από όλους.

Και αυτή η ιδέα, θα λέγες, επιβαλόταν άθελά τους και σε εκείνους. Αμέσως παρατήρησε η Ριγκίνα με τι σεβασμό τον χαιρετούσαν και οι κύριοι και οι κυρίες και πως τους άρεσε να δείχνουν πως έχουν μεγάλη φιλία και οικειότητα μαζί του. Η κοντέσσα του έδωσε να της φιλήσει το χέρι και του είπε «Έλεγα πως δεν θα έρθεις σήμερα. Ο κύριος Μάτεσης χωρίς άλλο θα σε έφερε».

«Απέναντίας», αποκρίθηκε ο Σολωμός, «εγώ έφερα το Μάτεση που είχε όρεξη για περίπατο στο μόλο». «Καλώς το φιώτσο μου», του φώναξε από τη θέση του και ο κόντες καπνίσης. «Τι καινούρια» «Πολλά» έκαμε ο Σολωμός πλησιάζοντας τον ουνό του για να πλησιάσει τη Ριγκίνα. «Τι φιγούρες βλέπετε εκεί, καλησπέρα σινιωρίνα» «Πώς» έκαμε ο Καπνίσης βλέποντας τους δύο να αλλάζουν θερμή χειραψία «Γνωριζόσαστε, κρίμας»

«Και εγώ έλεγα πως θα είχα την ευχαρίστηση να σου γνωρίσω μια πραγματικώς σπάνια κοπέλα του τόπου μας». «Και λες κρίμα γι' αυτό», γέλασε ο Σολομός. «Μα δεν είναι ευτύχημα που τη γνώρισα πριν από καιρό». «Από πόσο καιρό», ρώτησε ο Καπνίσης. «Μα θα είναι σχεδόν ένας μήνας», είπε η Ριγκίνα. «Ε, τότες ο Φιώτσος μου έχει δίκιο. Αν σε γνώριζε μόνο σήμερα, θα είχε χαμένο ένα μήνα από τη ζωή του».

«Δεν είναι και μεγάλη υπερβολή», είπε γελώντας ο Σολομός. «Πάντα όμως είναι υπερβολή», είπε η Ριγκίνα. «Φιώτσο, δεν κάθεσαι εδώ πά», πρότεινε ο Καπνίσης. «Ευχαρίστως», είπε ο Σολομός, καθώς καθόταν κοντά τους. «Να ειδώ κι εγώ λίγες φιγούρες». «Τι να τις κάμεις», είπε ο Καπνίσης παραμερίζοντας το μοντονόγο. «Δε σου φτάνει η ζωντανή». «Η τέχνη συμπληρώνει τη φύση», γέλασε ο Σολομός. «Για να ειδούμε εκείνη τη βεντούτα από το αρίγκο που μ' αρέσει, πού είναι». Έψαξε γρήγορα το μάτσο. Βρήκε τη βεντούτα που του άρεσε και την έβαλε στο στερεοσκόπιο.

«Κοιτάχτε, σινιορίνα», είπε της Ρυγκίνας, «δεν είναι θαυμαστός αυτός ο δρόμος». Ο δρόμος ήταν κατά μεσής σε ένα μεγάλο χωριό, μα ανηφόριζε όλο ένα, ώσπου έφτανε στα πόδια ενός καταπράσινου βουνού. Δεξιά και αριστερά, τα γραφικά σπίτια και τα σπιτάκια πυκνά, αδιάκοπα. Από πάνω ένας γαλανός, καθαρότατος ουρανός. και είχε στην εντύπωση πως ο απέραντος δρόμος στη μέση του χωριού ανέβαζε τους ανθρώπους στον ουρανό τον ίδιο, στην ευτυχία.

Σκημένοι και οι δυο μπροστά στο στερεοσκόπιο κοίταζαν μαζί τη ζωγραφιά και κάθε στιγμή παραμέριζε λίγο ένας για να βάλει τα μάτια του στους φακούς ο άλλος. Ο καπνίσης τους κοίταζε με ένα χαμόγελο λιγάκι πονηρό Και καθώς εκείνος μιλούσε ακόμα για τη Βεντούτα, ύψωσε άξαφνα τη φωνή του και είπε «Νιόνιο, λένε πως ο φιότσος κάτι παίρνει και από τον ουνό του. Εσύ την απήρες από μένα, ναι».

«Τίποτα μου φαίνεται», αποκρίθηκε ο Σολωμός. «Την κοιλιά μου όχι βέβαια», είπε ο Καπνίσης. «Εσύ δεν θα κάμεις ποτέ σου κοιλιά. Μα δεν είναι μόνο τα σωματικά, είναι και τα άλλα». «Καλά». «Και εγώ λέω πως κάτι μου πήρες». «Δεν ξέρω», είπε ο Σολωμός. «Του λόγου σου θα ξέρεις καλύτερα». «Και να σου το πω. Την αγάπη μου για το όμορφο». Και λέγοντας έτσι, ο Καπνίσης γέλασε δυνατά. Σηκώθηκε και τους άφησε μπροστά στο μοντονόγο μονάχους.

Η Ριγκίνα στενοχωρήθηκε. Της φάνηκε πως ο Κόντες το είχε παρακάνει. Και τώρα μιλούσε στο Σολωμό λιγάκι μουδιασμένη. Αυτός το παρατήρησε. Κατάλαβε την αιτία και της είπε. «Δεν τον ξέρετε τώρα τον ουνό μου. Ό,τι θέλει», λέει. «Τα λόγια του, από το ένα αυτοί να σας μπαίνουνε και από το άλλο να σας βγαίνουνε. Μη σας γνιάζει».

Η Ριγκίνα προσπάθησε να συνέλθει. «Μα δεν είπε τίποτα κακό». «Κακό, όχι βέβαια. Πως του κληρονόμησα την αγάπη του για το όμορφο». «Κι όμορφο μπορεί να εννοούσε τη Βεντούτα που βλέπαμε. Ναι, είναι τόσα όμορφα στον κόσμο. Ας είναι. Ο Νουνός μου ξέρει καλά πως μία όμορφη κοπέλα είναι το όμορφότερο και δεν του ρίχνω άδικο γι' αυτό».

Η Ριγκίνα είχε συνέλθει εντελώς και κυρία πια του εαυτού της αποκρίθηκε. «Ούτε εγώ, σένα μόνο έχει άδικο, αν εννοούσε όχι τη Βεντούτα που βλέπαμε, παρά εμένα. Εγώ δεν είμαι μια όμορφη κοπέλα». «Χα, σινιορίνα», έκαμε ο Σολομός. «Μην τόσοι με τριοφροσύνη. Θα το έλεγε κανένας πως θέλετε να βάλετε κάτω το φύλλο μας το μάτεσι. Εγώ δεν ξέρω τι είσαστε, ένα μόνο ξέρω. Πως χάρηκα αληθινά που σας βρήκα απόψε εδώ. Δεν το περίμενα.

«Αλήθεια, σας είχα πει να εποφεληθούμε από τη συγγένεια και τη φιλία σας με την Κοντέσα για να βλεπόμαστε πιο συχνά, μα δεν έλπιζα να φέρνατε τους γονείς σας έτσι γλίγορα που μου είπατε πως αυτά τα βαριούνται». «Τι καημένοι, κάνουν ό,τι τους πω», αποκρίθηκε η Ριγκίνα. «Τώρα ξέρετε, το είδα, γιατί τους παρακάλεσα να κάνουμε συναναστροφές στο σπίτι και το δέχτηκαν με τα χαράς».

Ο Σολωμός φάνηκε ενθουσιασμένος. «Αλήθεια, θα έχω λοιπόν και αυτή την ευτυχία». «Ευτυχία δική μου», είπε η Ριγκίνα. «Συμφωνήσαμε να δεχόμαστε τους φίλους μας δύο φορές το μήνα, αρχινώντας μετά τη λαμπρή». «Ωραία, λοιπόν ας μετρήσουμε. Κάθε τρίτη εδώ, κάθε πέμπτη στον Παπαγεωργόπουλου, κάθε δεκαπέντε στο σπίτι σας. Πόσες φορές το μήνα μας κάνουν».

«Δέκα», αποκρίθηκε αμέσως η Ριγκίνα, σαν να είχε κάνει το λογαριασμό και πρωτήτερα. «Δέκα», ξανάπε με παιδιάτικη χαρά ο Σολωμός. Και πρόσθεσε σιγά, σοβαρά. «Εσθάνομαι τόσο πολύ την ανάγκη να σας βλέπω και να μιλώ μαζί σας. Αυτόν τον καιρό τίποτα άλλο δεν επιθυμώ περισσότερο. Για το Θεό, μην το πάρετε για κομπλιμέντο. Σας λέω όλη την αλήθεια».

Μιλούσαν σιγά, κοιτάζοντας συγχρόνως και ζωγραφιές στο στερεοσκόπιο, μα αυτές τώρα ήταν μια πρόφαση για να κάθονται κοντά και να λένε ανάκουστα. Οι άλλοι τους κοίταζαν κάνοντας τις δικές τους ομιλίες. Κανένας δεν τολμούσε να τους πλησιάσει, να τους τα χαλάσει, ούτε ο κόντε καπνίσεις. Είχαν καταλάβει πως ο νέος Σολομός τραβιόταν από την όμορφη Λεζοπούλα Και το έβρισκαν πολύ φυσικό που τους άφηνε όλους για να κάθεται κοντά της Τους φαίνονταν μάλιστα και πολύ ταιριαστοί Νέοι, όμορφοι και γραμματισμένοι καθώς ήταν κι οι δυο τους Και μια αρχόντισσα ψιθύρισε στο αυτή της κοντέσας καπνίση «Ειδές πως ταιριάξανε ο κόντες Σολεμός και η Λεζοπούλα δεν είναι μία χαρά αλήθεια είπε η κοντέσα κι είναι η πρώτη φορά που βλέπω το φιότσο μας να γλυκοκουβεντιάζει με γυναίκα είτε κοπέλα είτε παντρεμένη λένε πως αγαπάει μία από την κάτω ρούγα τη θυγατέρα του παπαγεωργόπουλου ψέματα αθώα φιλία έχει με δάφτη που είναι κιόλας αραβωνιασμένη το ξέρω από τον ίδιο με τούτοι εδώ όμως

δεν μου φαίνεται και τόσο αθώα η φιλία του δεν βαριέσαι ο νιόνιος είναι ιντεαλίστας παντού πάνω πήκε σε όλα του αθώος έχει κάτι ιδέες για τον έρωτα ούτε παιδί 15 χρονών η λεζοπούλα όμως φαίνεται πολύ ξυπνημένη και αλήθεια όμορφη είναι που λένε για κάθε γαλαντόμο ωστόσο εκείνοι εξακολουθούσαν την ομιλία τους χωρίς να τους νοιάζει για τους άλλους.

Μια στιγμή όμως ο Σολωμός κοίταξε γύρω του και σαν να κατάλαβε πως τους πρόσεχαν πολλοί σηκώθηκε απότομα και είπε «Τώρα θα σας αφήσω για λίγο όμως πρέπει να πω έναν λόγο στον κύριο Ταγιαπιέρα». Πλησίασε το διάσημο γιατρό κάθισε κοντά του και του μίλησε κάμπος οχωριστά. Ο Ταγιαπιέρας βρισκόταν τότε στην ίδια θέση με τον Καπνίση και ίσως σε χειρότερη.

Τον κυνηγούσε η Αγγλική Προστασία για την υποστήριξη που έδινε σχεδόν φανερά στον ελληνικό αγώνα, γιατί ο Ιταλός αυτός που είχε πάρει ελληνίδα γυναίκα ήταν από τους πιο θερμούς φιλέλληνες και κάθε μέρα σχεδόν πήγαιναν στο σπίτι του αστυνομικοί και έκαναν έρευνα μήπως του έβρισκαν γράμματα από οπλαρχηγούς ή φιλικούς. Από στιγμή σε στιγμή περίμενε και αυτός την εξορία του ή τη φυλάκηση.

Ο Σολωμός που είχε φιλία με μερικούς ισχύοντας Άγγλους Τον υποστήριζε όσο μπορούσε Μα η αλήθεια είναι πως δεν μπορούσε και πολύ Δεν ήταν ακόμα η μεγάλη προσωπικότης που θα λογαριαζόταν από όλους Δεν είχε γράψει ακόμα τον ύμνο στην ελευθερία και την οδή στον θάνατο του Μπάιρον Όταν θα τον παρακαλούσαν γονατιστή να σβήσει μερικούς στίχους που έφυγαν την Αγγλία Αφού μίλησε με τον Ταγιαπιέρα η Ριγκίνα είχε μείνει στη θέση της ακούοντας τώρα τις ομιλίες που γίνονταν κοντά της και τοποθετούσε κάπου κάπου καμιά λέξη ο Σολωμός βγήκε στο πόρτεγο και πλησίασε το Λέζα τα λέγαμε μέσα με τη Σινιορίνα του είπε τα συγχαριάσματά μου Ντοτόρο για τη θυγατέρα σου της έδωκες μια σπάνια ανατροφή για όλα ξέρει να μιλήσει ευχαριστώ κόντε μου η καλοσύνη σου αποκρίθηκε κολακευμένος ο πατέρας μα κι εκείνη ξέρεις έχει να κάνει μαζί σου να πάμε στην τρίτης του καπνίση μου είπε θα είναι και ο κόντες Σολεμός ο ποιητής το ξέρω είπε ο Σολομός εγώ της είπα την άλλη φορά στου παπα Γεωργόπουλου

πως μαζωνόμαστε και στο φιλόξενο τούτο σπίτι άντσι μου είπε πως κι εσείς θα μας καλείτε κάπου κάπου στο δικό σας ναι ναι γέλασε ο Λέζας Μου έφαγε τα αυτιά να κάνουμε κι εμείς φιλολογικές συναναστροφές Ζήλεψε βλέπεις από τη φιλενάδα της τη Μαρία Γι' αυτό λένε πως η ζήλια είναι ψώρα Ε, μπορούσα να της αρνηθώ Λοιπόν, Σορ Κόντε, πώς πάει η ποίηση Η ποίηση πάει καλά Αποκρίθηκε χαμογελώντας ο Σολωμός Να πηγαίνουμε κι εμείς καλά είναι το ζήτημα Ω, Σέντσα Ντούπιο «Θα ακούσουμε απόψε τίποτα δικό σου». Η ομιλία αυτή γινόταν μπροστά και σε άλλους. Ο ένας είπε «Μπορεί, ο Κόντες έχει πάντα κάτι καινούριο». «Σήμερα όχι», είπε ο Σολωμός, «δεν έχω τίποτα. Κάτι που έγραφα τούτες τις μέρες δεν μου άρεσε και το άφησα. Περίεργο μου φαίνεται να μη σ' αρέσει πράγμα δικό σου».

Όλο ένα γίνουμε πιο απαιτητικός, πιο αυστηρός και στους άλλους και στον εαυτό μου. Έτσι μιλούσαν στο πόρτεγο όταν άκουσαν από μέσα όργανα που τα κούρδιζαν. «Α, να, τώρα θα ακούσουμε ωραία μουσική». Πέρασαν όλοι στη σάλα. Εκεί στο βάθος είχαν στήσει τέσσερα αναλόγια σε κύκλο και δύο βιολιστάδες, ένας βιολοντσελίστας και ένας φλαουτίστας ετοιμάζονταν για κονσέρτο.

Οι τρεις ήταν εντόπιοι από την Αριστοκρατία και ο τέταρτος Ιταλός από μεγάλη κι αυτός οικογένεια. Τέτοια κονσέρτα ήταν συνηθισμένα εκείνο τον καιρό στα Ζακινθινά σαλόνια. Τα περισσότερα παιδιά των Ευγενών και εκείνα που σπούδαζαν στην Ιταλία και εκείνα που έμεναν στον τόπο μάθαιναν καλά ένα όργανο και όταν δεν είχαν κλείσει στα γράμματα στην επιστήμη, στη φιλοσοφία όταν δεν γίνονταν παραδείγματος χάρη οι ατροφιλόσοφοι αφοσιώνονταν στη μουσική μερικοί μάλιστα εμβάθυναν μπορούμε να πούμε στην τέχνη και με το θαυμάσιο αυτοί που είχαν και απογέννηση και απογύμναση μπορούσαν να διευθύνουν και ορχήστρα όπως ο έξοχος βιολιστής Δωμένε Γίνης Φυσικά εκείνο τον καιρό στα Ζακινθινά σαλόνια τα κονσέρτα αυτά δεν ήταν και τόσο περίφημα Σπάνια έπαιζαν καθ' αυτό συμφωνική μουσική ή κομμάτια επίτηδες για κάμερα Τις περισσότερες φορές το πρόγραμμά τους ήταν ποτ-πουρί από διάφορες παλιές και νέες όπερες Σέργες ή Μπούφες, του Περγκολέζε, του Μόζαρτ ή του Ροσίνη που τότε μόλις άρχισε να φημίζεται

Έφερναν τα Σπαρτήτα από την Ιταλία και μόνοι τους ινστρουμεντάριζαν ότι τους άρεσε να παίζουν για τρία, τέσσερα ή πέντε όργανα, όσα μπορούσε να μαζευτούν Κι όμως δεν ήταν καθόλου άσχημη η πρόχειρη, η αιρασιτεχνική εκείνη ενορχήστρωση και η εκτέλεση από τους καλούς μουσικούς έδινε μεγάλη απόλαυση Εκείνο το βράδυ οι φίλοι της κοντέσας Καπνίση έπαιξαν ένα μεγάλο μέρος από το μαγεμένο αυλό και μικρότερα από άλλες όπερες ξεχασμένες σήμερα, συνθετών που μόνο στην ιστορία της μουσικής βλέπει κανένας τα ονόματά τους.

Με θρησκευτική σιωπή και προσήλωση παρακολουθούσαν οι καλεσμένοι το κοντσέρτο και κάθε που τελείωνε ένα μέρος ξεσπούσαν σε χειροκροτήματα και έκαναν σχόλια ενθουσιώδη. «Τι λαμπρό βιολί που παίζει ο Ντάντος! Αμή το βιολοντσέλο του Μίμη! Ούτε στην Ιταλία δεν άκουσα παρόμοιο!» Ο Σολωμός είχε πλησιάσει πάλι τη Ριγίνα. Του άρεσε πάντα η μουσική και την αισθανόταν φαίνεται περισσότερο κοντά στη νέα του φίλη.

Μια στιγμή έσκυψε και της ψηθήρισε Εδώ ακούμε κάτι καλύτερο παρά στον Παπαγιώργο που λουέ Εγώ όμως θα προτιμούσα ένα τραγούδι δικό σας να το λέει η Μαρία Του αποκρίθηκε Δεν της μίλησε εκείνη τη στιγμή Μα στο διάλειμμα πάλι, σαν να μην είχε ξεχάσει τι του είχε πει, της ψηθήρισε Εμένα μου αρέσει πολύ και η κιτάρα του ξαδέλφου σας δίνει τα χέρια σε τούτους που παίζουν απόψε εδώ αλήθεια τι κάνει ο κύριος δρόγκας θα έρθει υστερότερα να σας πάρει όχι έκαμε κάπως ζωηρά η Ριγκίνα α ναι είπε ο Σολομός ξαστόχησα πως είναι εδώ και ο κύριος Λέζας έχετε καβαλιέρο απροπόζητο είπε η Ριγκίνα κάτι ήθελα να σας ρωτήσω για τον Τζόρτζι που την άλλη φορά το ξαστόχησα.

«Γιατί τον κάματε φίλο» «Τι προτερήματα του βρήκατε» «Σας είπε μου φαίνεται γι' αυτή την απορία μου και του είπατε πως θα μου την εξηγήσετε εσείς ο ίδιος» «Μα ναι θυμάμαι μου είπε κάτι» «Μα μου φαίνεται πως θέλατε να τον πειράξετε όταν του είπατε τι του βρίσκω» «Όχι σας βεβαιώνω του το είπα αλήθεια» «Ξέρω, η Μαρία μου το είπε, πως δύσκολα πιάνετε φιλίες με νέους και απόρρισα πως κάματε τόσο φίλο και τόσο γλίγορα τον Τζόρτζι, που ούτε από την τάξη σας είναι, ούτε στούντια μεγάλα έχει κάνει».

«Μα ναι», ψηθήρισε χαμογελώντας ο Σολωμός. «Τον καλέσατε στο σπίτι σας», εξακολούθησε η Ριγκίνα. «Πήγατε μαζί του περίπατο με τη βάρκα. Τον βάλατε να σας παίξει κιτάρα. Κάματε μπροστά του εκείνο το ωραίο ποίηματάκι Και θα κάμουμε τούτες τις μέρες ακόμα έναν περίπατο νυχτερινό Συμπλήρωσε ο Σολωμός Βλέπετε λοιπόν, είπε η Ριγκίνα, έχω άδικο να ρωτάω Τι του βρίσκεται, τι λέτε μαζί του Εγώ τον έχω ξάδερφο, τον βλέπω κάθε μέρα Μα να σας πω την αλήθεια, δεν κάνω μαζί του μεγάλες κουβέντες μου δείχνει κιτάρα και επιταλέμε τούτα εκείνα στο τέλος βαριέμαι και πιάνω το εργό χειρό μου ή το βιβλίο μου καλό παιδί βέβαια όσο παίρνει καλό μα πως να το πω λιγάκι πεζός ποιητής δεν είναι βέβαια είπε ο Σολωμός ξέρετε όμως η Νιορίνα πως ποιητάδες δεν είναι μόνο εκείνοι που κάνουνε στίχους γιατί τότε θα ήταν και ο Ροήδης Καμιά φορά η υπόσταση και η ζωή ενός ανθρώπου είναι ένα ποίημα.

Έχω την ιδέα πως ο ξάδερφός σας ζει, σκέπτεται και αισθάνεται όμορφα. Είπατε πως είναι καλός. Μικρό πράγμα είναι η καλοσύνη και η τιμιότητα, η ισιότητα και η ειλικρίνεια. Δεν μου λέτε. Πιάσατε ποτέ τον ξάδερφό σας να λέει ψέμα. «Α όχι, είναι αλήθεια πως ψέματα δεν λέει ποτέ, γιατί είναι γενναίος, δυνατός. Αυτοί οι άνθρωποι δεν έχουν ανάγκη να λένε ψέματα».

«Και ένα άλλο, νομίζετε πως ο ξάδερφός σας είναι άξιος να κρατήσει ένα μυστικό, ά όσο γι' αυτό θα προτιμούσε να πεθάνει παρά να προδώσει κάτι που του έχουν αφηδευτεί». «Έτσι κατάλαβα κι εγώ. Και ίσα ίσα ένα μυστικό έχω σκοπό να του εμπιστευτώ κι εγώ. Γιατί είναι χρία. Ή καλύτερα πολλά μυστικά μαζί». «Μα τώρα σιωπή. Αρχίζουν».

Οι μουσικοί ξανάρχισαν να παίζουν. Η Ριγκίνα τώρα λίγο επρόσεχε στο κομμάτι. Συλλογιζόταν τι μυστικό, τι μυστικά μπορούσε να είναι αυτά που ο Σολομός είχε χρία να ανταεμπιστευθεί σε έναν άνθρωπο που μόλις τον είχε γνωρίσει, μα δεν μπορούσε να βρει τίποτα. Στο άλλο διάλειμμα, ο Σολωμός που δεν είχε απομακρυνθεί από κοντά της, της είπε πάλι για τον Τζόρτζι «Αλήθεια, μου είπε πως είναι και ηναμοράτος. Όμορφο κι αυτό για ένα νέο. Θα σας μιλεί βέβαια συχνά για την αγάπη του. Σας είπε και το όνομά της»

Η Ριγκίνα έγινε κατακόκκινη και ο Σολωμός πρέπει να είδε την ταραχή της γιατί πριν του απαντήσει βιάστηκε να προσθέσει. «Ρωτάω απλώς, δεν θέλω να μου πείτε κανένα όνομα». Της Ριγκίνας της ήρθε να αρνηθεί, να πει πως αυτή δεν ξέρει τίποτα, πως ποτέ ο Τζόρτζης δεν της μιλεί για την αγάπη του. Θυμήθηκε όμως τον λόγο του Σολομού «Οι δυνατοί, οι γενναίοι δεν έχουν ανάγκη να λένε ψέματα Κι αυτή σαν γυναίκα δεν ήταν δυνατή, δεν ήταν γενναία»

Και προτίμησε να πει την αλήθεια «Ναι, τα ξέρω όλα, μου τα λέει όλα Μα το μυστικό δεν είναι δικό μου Και φυσικά δεν έχω το δικαίωμα να το φανερώσω «Ρωτήστε τον εσείς και αν θέλει ας σας πει ποιαν αγαπά». «Σωστό», έκαμε σοβαρός ο Σολομός. «Έτσι είναι», ο καημένος ο Τζόρτζης. «Να ξέρα, τον αγαπάει τουλάχιστον και εκείνη».

Πάλι ταράχτηκε η Ριγκίνα. Πάλι κοκκίνησε. Και χωρίς να σκεφτεί πολύ, είπε. «Όχι». «Α,» έκαμε ο Σολομός. Είναι λοιπόν δυστυχισμένος». Η ταραχή της Ρυγκίνας μεγάλωσε. «Δυστυχισμένος, όχι δεν το πιστεύω. Δεν απελπίστηκε ακόμα από δάφτη. Έπειτα κι αν απελπιστεί, είναι τόσο νέος ακόμα, θα αγαπήσει άλλη». «Κι αυτό συμβαίνει», είπε ο Σολωμός.

Και σώπασε. Να κατάλαβε άραγε από την ταραχή τα κοκκινίσματα της Ρυγκίνας και προπάντων από τον τρόπο που είπε τα τελευταία της λόγια, σαν κομμένα, σαν μπερδεμένα, πως ήταν αυτή που αγαπούσε χωρίς ανταπόκριση ο Τζόρτζης ο δρόγκας. Ίσως. Το βέβαιο είναι πως δεν της ξαναμίλησε εκείνο το βράδυ για τον ξάδερφό της. Ένα σημάδι κι αυτό πως κάτι είχε καταλάβει.

Το κοντσέρτο τελείωσε και ξανάρχισε στη σάλα ο Αλαλητός. Μα οι καλεσμένοι δεν είχαν πια τόση όρεξη για σοβαρές ούτε για αστείες ομιλίες. Επικρατούσε μία διάθεση ρέμβης και ονειροπόλησης εξαιτίας της μουσικής. Είχε δημιουργηθεί μία ατμόσφαιρα ποιητική. Και όλοι, οι γυναίκες προπάντων, άρχισαν να παρακαλούν τους ποιητές του κύκλου, ήταν δύο-τρεις, να απαγγείλουν ποίηματα.

«Κάτι είπε ο Μάτεσης, ξένο όμως, δικό του σπάνια έλεγε. Κάτι είπε και ο Κωμούτος, ένας ακινθινός ποιητής, ξεχασμένος σήμερα εντελώς. Ο Σολωμός, ο πιο παρακαλεστός από όλους, στην αρχή αρνήθηκε. Δεν είχε τίποτα καινούριο και τα παλιά εκεί μέσα τα ήξεραν όλα. Μα όταν είδε και τη Ριγκίνα να τον παρακαλεί με τα μάτια υποχώρησε Και είπε ένα από τα ιταλικά του ποίματα που το είχε φαίνεται περί πολλού Την οδή περμέσα νοβέλα γραμμένη στην Κρεμόνα όταν ο ποιητής ήταν μόλις 17 χρονών Το ποίημα έκανε βαθιά εντύπωση στο ακροατήριο καθώς το εμψύχωνε η απαγγελία του ποιητή Η Ριγκίνα που πρώτη φορά τον άκουγε μαγεύτηκε. Η γλυκιά μα δυνατή φωνή του έμπαινε ως τα βαθύτατα της ψυχής της. Ο ρητορικός τόνος που τον συνόδευε μία σεμνή αυστηρή και ωραία χειρονομία τη δονούσε ο Λάκερη.

Στο τέλος τα μάτια της ήταν δακρύβρεχτα Και όταν αφού έπαψαν και τα χειροκροτήματα Την πλησίασε ο πατέρας της και της είπε πως ήταν ώρα να φεύγουν Δεν λυπήθηκε και τόσο Της άρεσε να μείνει με την εντύπωση της υπέροχης απαγγελίας Πώς φεύγετε μα είναι ώρα Καλά αριβεντέρτσι λοιπόν Μεθαύριος του κυρίου Παπαγεωργόπουλου «Ναι, θα είμαι» έσφιξαν τα χέρια δυνατά και κοιτάχτηκαν στα μάτια όπως δεν είχαν κοιταχτεί ποτέ.

Στον δρόμο καθώς γύριζαν από το καντούνι στην Κατορούγα Ο Λέζας φαινόταν εξαιρετικά ευδιάθετος και χαρούμενος «Ε, είσαι ευτυχισμένη» ρώτησε την κόρη του «Πολύ, κι εγώ» «Ο κόντες ο λαιμός μου έδωσε συχαριάσματα για σένα, μα κι άλλοι πολλοί» «Κάνεις καλή εντύπωση στον κόσμο, Ρυγκίνα, και χαίρομαι πολύ» «Μόνο να κρατείς τη θέση σου»

«Ακούς, παιδί μου, τι λέγατε τόσες ώρες με το κοντόπουλο». Η Ριγκίνα δεν ταράχτηκε καθόλου. Ήξερε καλά τον παπάκι της και είχε καταλάβει πως η χαρά του ήταν ίσα-ίσα που την είχε ιδί να μιλεί τόσες ώρες με το κοντόπουλο. «Για πολλά πράγματα», του αποκρίθηκε. «Για ποίηση, για μουσική, για φυσικές ομορφιές, ακόμα και για τον Τζόρτζι».

«Α, και για τον Τζόρτζι!» λέκαμε ο Λέζας με παράξενο ύφος. «Καλά που τον θυμηθήκατε και αυτόν τον καημένο». «Ε πώς όχι», είπε με το ίδιο ύφος του αντρός της η Λέζενα. Ο κόντες ο Λεμός τον έκανε φίλο και λέει πως αξίζει. Και αυτά, καθώς κατάλαβε η Ριγκίνα, ήταν υπενιγμοί. «Αλήθεια», είπε, «είναι ενθουσιασμένος με δάφτων.

Με μένα όμως ευχαριστιέται να μιλεί περισσότερο». «Αυτό έλειπε» φώναξε ο Λέζας «να προτιμάει τον ξαδερφό σου από σένα. Μπορεί να παίζει καλή κιτάρα, μπορεί να ξέρει κι από κόσμο, μα από άλλα, από γράμματα, από λίμπρα, ούτε τα κακά της μοίρας του». κοίταγμά του όταν την αποχαιρετούσε. Τα μεγάλα του μάτια, με τη σοβαρή, την αυστηρή πάντα έκφραση, τα μάτια εκείνα, που όλοι δεν μπορούσαν να τα αντικρίσουν περισσότερο από μία στιγμή, είχαν γίνει τόσο γλυκά, τόσο τρυφερά, που η Ριγκίνα μπόρεσε να τα κοιτάζει ως σύνορα την κοίταζαν και εκείνα.

Μια απλή φιλία, μια εκτίμηση, δεν ήταν δυνατόν να αλλάξει έτσι την έκφραση των ματιών. Άλλο συνέστημα θα φόλιαζε στα βάθη της ψυχής που ανέβηκε αθέλητα ως τα παράθυρά της. Ο Τζόρτζες ήταν εκεί και τους περίμενε. «Ε, πώς περάσατε» τους ρώτησε με κάποια ζήλια. «Ωραία, λαμπρά, περίφημα» του αποκρίθηκαν με ένα στόμα. «Είταν εκεί και ο φίλος μου»

και η Ριγκίνα. «Ο Κόντες ο Λεμός» «Εννοείται. Εκεί τον βρήκαμε και εκεί τον αφήσαμε». «Ου, ψέμα», φώναξε Φεδρά ο Λέζας. «Ήρθε, μάλιστα και αργά. Αλήθεια όμως, τον αφήσαμε εκεί». Η Ριγκίνα γέλασε. «Και να ξέρεις τι μου είπε για σένα. Τι είπες μου». «Πως αγαπάει γιατί δεν μου μοιάζεις. Σε τι». «Να, εγώ λέω κάπου κάπου και κάνει ένα ψεματάκι».

«Εσύ ποτέ και που το ξέρει» του το είπα εγώ. «Με ρώτησε για τον χαρακτήρα σου που τον είχε κιόλας καταλάβει και γι' αυτό σ' αγαπάει να το ξέρεις. Δεν λες ψέματα. Τώρα ετοιμάσου για τον νυχτερινό περίπατο που θα κάμετε μαζί. Τούτες τις μέρες μου είπε θα σου μηνύσει». Ο Τζόρτζης χάρηκε και η στιγμιαία ζήλια του πέρασε. Είναι περίεργο πως η φιλία του Σολομού τον παρηγορούσε ακόμα και για την αδιαφορία της Ριγκίνας. Τον έκανε θάλεγες να το πάρει απόφαση και να εγκαρτερίσει πως το ναι δεν θα αντάκουγε από το στόμα της ποτέ.

Την νύχτα η Ριγκίνα είδε ένα όνειρο. Της φάνηκε πως βρέθηκε στο μεγάλο εκείνο χωριό που είχε δει στο Μοντονόγο με το Σολωμό και πως γύριζε εδώ και εκεί μονάχη για να ανακαλύψει τον ωραίο εκείνο δρόμο που ανηφόριζε ελαφρά προς το βουνό. Δεν τον έβρισκε και ρωτούσε με αγωνία τους ανθρώπους «Πού είναι, πού είναι ο μεγάλος δρόμος»

Σήκωναν τους ώμους, κανένας δεν ήξερε να τις πει Πολλοί την κοίταζαν χωρίς να τις μιλήσουν Και εκείνη γύριζε, γύριζε στα πολύπλοκα σοκάκια σαν τρελή Άξαφνα, σε ένα σοκάκι είδε το Σολωμό «Α, με τι χαρά, με τι ανακούφιση έτρεξε κοντά του. Ελάτε», του είπε, «θέλω να ανέβω στο βουνό από τον μεγάλο δρόμο. Σεις θα ξέρετε κατά που πέφτει».

«Μα από εδώ», της είπε ο Σολωμός χωρίς καμιά έκπληξη, σαν να περίμενε πως θα την απαντούσε εκεί. Ξεκίνησαν μαζί και να σε λίγο μπροστά τους ο μεγάλος δρόμος Τι όμορφος με το καταπράσινο βουνό στο βάθος και με το γαλάζιο ουρανό από πάνω του Μα και τι έρημος, ψυχή δεν φαινόταν από τη μια του άκρη ως την άλλη Και τα σπίτια από τη μια μεριά και από την άλλη κατάκλειστα Κάπου κάπου η Ριγκίνα έβλεπε ψηλά κανένα παράθυρο ανοιχτό μα όχι και πρόσωπο να προβαίνει γιατί ρώτησε είναι μεσημέρι της αποκρίθηκε ο Σολωμός οι άνθρωποι κοιμούνται μα στα σοκάκια πριν είδα ένα σωρό δεν της αποκρίθηκε και η Ριγκίνα έμεινε με την απορία πως στα σοκάκια ήταν τόση κίνηση και στο μεγάλο δρόμο τόση ερημιά ήταν ένας δρόμος μαγεμένος Άρχισε να την πιάνει φόβος και θα φοβόταν πολύ αν ήταν μονάχη της, μα κοντά σε εκείνον ξανά βρίσκε το θάρρος της και περπατούσε και περπατούσαν.

Το βουνό όμως δεν πλησίαζε καθόλου. Το βλέπαν πάντα το ίδιο, μακρισμένο, σαν να μην προχωρούσαν ούτε βήμα. Κι όμως περπατούσαν το σύνορα. Ποτέ δεν θα τέλειωνε αυτός ο δρόμος Ποτέ δεν θα φτάναν στα πόδια του καταπράσινου βουνού Για να ανεβούν από εκεί στην κορφή του Η Ριγκίνα κάθε λίγο γύριζε το κεφάλι Μα και πίσω τους ο δρόμος ήταν τόσο μακρύς όσο και μπροστά τους Ώστε βρίσκονταν πάντα στη μέση του Όσο κι αν περπατούσαν Η απόσταση που τους χώριζε από το βουνό Δεν λιγώστευε καθόλου Ήταν σαν να στέκονταν ακίνητοι ενώ περπατούσαν, έτρεχαν και νόμιζαν πως πλησιάζουν «Μα γιατί, γιατί» ρωτούσε τον σύντροφό της η Ριγκίνα «Ο δρόμος δεν τελειώνει, ποτέ δεν θα φτάσουμε εκεί»

«Δώσ' μου το χέρι σου» της είπε Πιάστηκαν και τότε έγινε άλλο θάμα Σε λίγες στιγμές, χωρίς να περπατούν πιο γρήγορα από πρώτα, ο ανηφορικός δρόμος τελείωσε και βρέθηκαν στα πόδια του βουνού. «Φτάσαμε», είπε ο Σολωμός αφήνοντας το χέρι του. Και η Ριγκίνα στάθηκε κοντά του, σε ένα μικρό ίσιωμα. «Τώρα να ανεβούμε». «Ναι, μα πώς». «Γιακοίταξε».

Η Ριγκίνα κοίταξε ψηλά. Περίεργο. Η πλαγιά του βουνού ήταν ίσια. Κάθετη σαν τείχος, όπως φαινόταν και από μακριά. Κανένας δρομάκος, κανένα μονοπάτι, πουθενά. Για να ανεβούν έπρεπε να γίνει πάλι θάμα. Και η Ριγκίνα σαν να της ήρθε μια έμπνευση του είπε «Δώστε μου το χέρι σας. Χειροπιασμένοι θα μπορέσουμε. Θα πετάξουμε». Ο Σολωμός τραβήχτηκε λιγάκι απότομα. «Όχι», της είπε, «δεν μπορούμε». Εκείνη επέμεινε. Τον πλησίασε τίνοντας το χέρι της και του είπε «Μα να δοκιμάσουμε. Πώς πρώτα».

«Πρώτα ήταν άλλο», της αποκρίθηκε. «Όχι». Της φάνηκε παράξενο. Πώς δεν ήθελε να της πιάσει το χέρι για να δοκιμάσουν. Τον κοίταξε στα μάτια και διάβασε μέσα του στην άρνηση, τη συμπάθεια και τη λύπη. Της ήρθε να κλάψει. «Δεν μπορείτε» τον ρώτησε δακρυσμένη. «Όχι» της ξανάπε. Κι άξαφνα τον έχασε. Έμεινε ολομόναχη σε εκείνη την ερημιά, στο μικρό ίσιωμα, με τον θεόρατο πράσινο τείχο μπροστά της και τον ατελείωτο δρόμο πίσω της.

φοβήθηκε ούτε να προχωρήσει μπορούσε ούτε να γυρίσει τολμούσε και έπεσε χάμος στα χόρτα και άρχισε να κλαίει και να φωνάζει οι φωνές της την ξύπνησαν και ήταν τόσο δυνατές ώστε τις άκουσε από δίπλα και η μητέρα της τι είχες απόψε τη ρώτησε το πρωί κάτι κακό όνειρο θα βλέπες και φώναζες «Αλήθεια, δεν θυμάμαι τίποτα» Έτσι το έλεγε Το όνειρό της η Ριγκίνα το θυμόταν με όλες τις λεπτομέρειες Και θα το θυμόταν σε όλη της τη ζωή Της είχε κάνει μεγάλη εντύπωση Μα μόνο για την ενάργεια και την παραξενιά του Και για την κάποια ομορφιά του ακόμα Μα δεν της φάνηκε σημαντικό ούτε προσπάθησε τότε να το εξηγήσει.

Δεν επίστευε στα όνειρα όπως τουλάχιστον τα εξηγούσαν οι γυναικούλες ούτε της άρεσε να τα λέει. Είχε παρατηρήσει μόνο πως όταν έβλεπε στον ύπνο της κάτι ζωηρά που ξυπνώντας να τα θυμάται της συνέβαινε το αντίθετο και συμπέρανε φεδρά χωρίς σπουδαιότητα και πεποίθηση Να είδεις που καμιά φορά θα μου δώσει με χαρά το χέρι του για να ανεβούμε σε κανένα βουνό Στο σκοπό να πούμε που τον αγαπάει τόσο

Σχόλια

Χωρίς σχόλια

Συνδεθείτε για να συμμετάσχετε στη συζήτηση

Σύνδεση για Σχολιασμό

Δεν υπάρχουν σχόλια ακόμα

Πίσω 15 δευτ.
Play
Μπροστά 30 δευτ.
00:00:00
00:00:00