Skip to content
PodBase
Η κούκλα της νύφης. Γρηγόριος ξενόπουλος

Η κούκλα της νύφης. Γρηγόριος ξενόπουλος

Μυθιστορίες
Αύγουστος 25, 2026 00:26:40
Συνδεθείτε για να δηλώσετε αν σας αρέσει
Συνδεθείτε για να δηλώσετε αν σας αρέσει
Προσθήκη σε Λίστα Επεισοδίων
Αποθηκεύστε αυτό το επεισόδιο σε λίστα.
Όνομα Λίστας

Σχετικά με αυτό το επεισόδιο

Διαβάζει η Χριστίνα Μπράβου

Αυτόματη μεταγραφή — ενδέχεται να περιέχει λάθη.

Ριγόνιος Ξενόκλος Πρωτήτερα, γιατί τάχα, η ξανθή ομορφιά της τους τραβούσε, τα μεγάλα, τα φωτεινά γαλανά της μάτια που έμοιαζαν πια σαν καμωμένης γυναίκας ή τα φουσκωμένα της στιθάκια, το μόνο σημάδι που έδειχνε πως το κορμάκι εκείνο είχε αρχίσει να το μεταμορφώνει η μάγισσα Ήβη. Τίποτε απ' αυτά. Και άσχημη να ήταν η μικρή χρυσή, το ίδιο θα τη γύρευαν.

Γιατί απλούστατα ήταν η μοναχοκόρη του Μούρκου, του πλουσιότερου χτηματεία μέσα στο νησί Ούτε εκείνος δεν ήξερε τι είχε Αμπέλια, χωράφια, λιωστάσια, σπίτια και μετρητά Είχε αφήσει τελευταία το χωριό του και είχε έρθει να κάτσει στη χώρα, να χαρεί τα πλούτια του Αγόρασε και συγύρισε ένα μεγάλο σπίτι στη γειτονιά του Αϊ-Λαζάρου, στην αρχή σχεδόν της χώρας Θα λέγες πως δεν τολμούσε ακόμα να μπήκε παραμέσα ο αρχοντοχωριάτης. Και εγκαταστάθηκε με τη χείρα αδερφή του, την αγαθή και με τη χρυσή. Άλλους κοντινούς δεν είχε. Η γυναίκα του πεθαμένη από χρόνια. Και λογάριαζε να παντρέψει τη μοναχοκόρη του άμα γινόταν δεκαέξι χρονώ, το λιγότερο, και να πιάσει αγκόνια και δυσέγκονα, αν ήθελε ο Θεός.

Μα λογάριαζε χωρίς τον ξενοδόχο Την μοναδική του κληρονόμα, την ανήλικη, την έβαλαν στο μάτι Και λεπούρι βλέπεις, καθελογίζει νέοι και αρχοντόπουλα και παιδιά του λαού Που κάθε μέρα βρίσκονταν στον Άη Λάζαρο για να τη βλέπουν Ή την έπαιρναν ξοπίσω το πρωί που πήγαινε στο σκολιό της Και το βράδυ που γύριζε σπίτι της Έπειτα άρχισαν τα προξενιά Δεν περνούσε εβδομάδα που να μην έχει ο γέρο Μούρκος και μία πρόταση. Πότε γελούσε, απ' τα τώρα καλέ και πότε θύμωνε. Μα για φαντάσου να του τηγηρεύουν και τριαντάριδες. Στο τέλος ήρθαν και οι απαγωγές, δηλαδή οι απόπειρες.

Μια μέρα που η Χρυσή είχε πάει σε ένα σπίτι της γειτονιάς να μελετήσει σε μία συμμαθήτριά της Ο αδελφός αυτήν είσο μεγάλος, συνενοημένος βέβαια με τους δικούς του Την πήγε στην κάμαρά του και της είπε γονατιστός στα πόδια της Πως τη λάτρευε, πως ήθελε να την πάρει η γυναίκα του και πως θα πέθαινε αν του έλεγε όχι Η καημένη η Χρυσή φοβήθηκε και του είπε ναι Εκείνος τότε της εδήλωσε πως θα την κρατούσε από εκείνη την ημέρα Α όχι δεν το εννοούσε έτσι η Χρυσή Έπρεπε τώρα να την αφήσει να γυρίσει στη θιά της και στον πατέρα της Και έκαμε τόσα παρακάλια και στο τέλος τόσα κλάματα Που αυτή τη φορά φοβήθηκε ο νέος και την άφησε Μα και ο γέρο Μούρκος τα χρειάστηκε όταν έμαθε αυτό το περιστατικό Όχι μόνο δεν άφησε τη Χρυσή να ξαναπάει σε κανένα σπίτι παρά την τράβηξε και από το σχολειό, την περιόρισε στο σπίτι του και τη φώναζε με θυμό όταν την έβλεπε να βγαίνει ακόμα και στο μπαλκόνι.

Μόνο στο περιβόλι που είχε ψηλά μουράγια την άφηνε να τριγυρίζει όσο ήθελε. Κι όμως λίγο έλειψε να του την κλέψουν και από το περιβόλι. Ένα βράδυ κάποιο αρχοντόπουλο που πρωτήτερα συχνοπερνούσε από τον Άη Λάζαρο και η Χρυσή είχε αρχίσει να το καλοκοιτάζει βρέθηκε άξαφνα μέσα στο περιβόλι μπροστά της. Εκεί της είπε καθαρά πως επειδή τη γύρεψε από τον πατέρα της και αυτός δεν θέλησε να του τη δώσει γιατί ήταν ακόμα μικρή θα την έπαιρνε τώρα με το χέρι του και την προσκαλούσε να τον ακολουθήσει.

«Πού» έκαμε η Χρυσή. «Στο σπίτι μου». «Από πού» «Από την καγκελόπορτα». «Μα είναι κλειδωμένη». «Τη σκαρφαλώνουμε». «Απόξω μας περιμένει η καρότσα». «Έλα!» «Α, όχι, δεν θέλω!» Δοκίμασε να την πείσει, να την τραβήξει, να της βουλώσει το στόμα. Του αντιστάθηκε, πρόφτασε να βγάλει και μια φωνή. Και ταρχοντόπουλο φοβήθηκε και σκαρφάλωσε την καγκελόπορτα μονάχο.

«Τρίτη δεν θα τη γλιτώσει», σκέφτηκε ο Γερομούρκος, άμα έμαθε κι αυτό το περιστατικό. Και έφτασε στο συμπέρασμα πως δεν ήταν άλλο ρημέντιο. Μικρή ξεμικρή έπρεπε να την παντρέψει με έναν οικοκυρόπουλο του γούστου του και να ησυχάσει Αλλιώτικα κινδύνευε να την δώσει θέλοντας και μη σε όποιον την προτάρπαζε Πολύ δηλαδή ήθελε, να και τώρα από τρίχα Το οικοκυρόπουλο του γούστου του ήταν ο Τόνης, ένας από τους τρεις γιους του φίλου του του Λάγκα Χωριάτης κι αυτός, κατοικούσε στη χώρα από χρόνια, είχε τον τρόπο του καλά Και ήταν ο μόνος που δεν είχε στείλει προξενιό για κανένα του γιο στην τετράπλου την ύφη Μα κάθε φορά που έβλεπε τον πατέρα της, τον κοίταζε στα μάτια, σαν κάτι να είχε να του πει, που το κατάπινε Ε αυτό, του τόπε μια μέρα ο Μούρκος ο ίδιος Καημένε Θοδωρή, εσύ έχεις πολλούς γιους, να σου ζήσουν «Μου δίνεις ένα και μένα που δεν έχω». «Ποιον θέλεις» ήταν ο πρώτος λόγος του Λάγκα. «Μα τον Τόνι. Μου κάνει καλύτερα στα χρόνια και έπειτα αυτό το παιδί το έχω βάλει στην καρδιά μου».

Τα συμφώνησαν στο άψης βύσε Χωρίς εννοείται να ρωτήσουν ούτε το γαμπρό ούτε την ύφη Ο Τόνης του Λάγκα ήταν δεν ήταν 20 χρονών Θα μπαίνε στο Μούρκου σο γαμπρος και νοικοκύρης Θα βοηθούσε τον πεθερό του στο κουμάντο της περιουσίας του Αυτή θα ήταν η μόνη του δουλειά Που θα αντιμάθαινε κιόλας τα χέρια του Κι ο γάμος θα γινόταν το γρηγορότερο για να ησυχάσουν τα πάντα Ο Τόνης τα άκουσε με χαρά μεγάλη Δεν ήταν μόνο γιατί θα πλούτιζε σαν κανένας Παρά γιατί θα έπαιρνε και μια κοπέλα Που από μια-δυο φορές που την είδε Του είχε φανεί πως θα βγαίνε όμορφη Το κεφάλι της μάλιστα με τα ανοιχτό ξάστερο πρόσωπο Τα ξανθά μαλλιά και τα ουρανιά μάτια Ένα κεφάλι σχεδόν μεγαλύστικο Ήταν όμορφο και από τώρα Δεν έμενε παρά να ψηλώσει και να μεστώσει και το κορμί Και αυτό τι ωραία θα γινόταν στην αγκαλιά του με τα φιλιά και με τα χάδια του Η Χρυσή όμως τα άκουσε με αδιαφορία Ή μια καινούρια κούκλα της έλεγαν πως θα της φέρουν την Κυριακή Ή τον Τόνι για γαμπρό το ίδιο σχεδόν της έκανε

Αλήθεια το ξέρε πως θα την πάντρευαν μια μέρα και γρήγορα μάλιστα Μα αυτό δεν το ποθούσε δεν το λαχταρούσε ακόμα καθόλου Άλλες και μικρότερές της όλο εκεί είχαν το νου τους Δεν μιλούσαν παρά για αγάπη Δεν ονειρεύονταν παρά γάμο Είχαν αγαπητικούς Λάβαιναν και έστελναν ραβασάκια Καμιά φορά άλλαζαν κρυφά και φιλιά Η Χρυσή τίποτε Ούτε καταλάβαινε τι γούστο έβρισκαν σε αυτά οι φιλινάδες της τότε στο σκολιό Ήταν παιδί ακόμα η Χρυσή, να Το μεγάλο ένστικτο μπορεί να ήταν έτοιμο, μα δεν είχε ξυπνήσει. Και όταν την ρώτησαν αν της άρεσε ο Τόνις του Λάγκα, που ήταν αλήθεια ένα νόστιμο παλικάρι, μελαχρινό, χοντροδεμένο, στιβαρό, είπε ναι, όπως θα έλεγε και για ένα φουστάνι ή για ένα φαΐ.

Ούτε έβρισκε καμία σπουδαία διαφορά από τον Τόνι ως το αρχοντόπουλο που δοκίμασε να την κλέψει από το περιβόλι Ή ως τον αδελφό της η μαθήτριάς της που ήθελε να την κρατήσει στο σπίτι του Δηλαδή η μόνη διαφορά ήταν που τον Τόνι τον ήθελαν ο πατέρας της σκηθιάτης Μα η Χρυσή θα δεχόταν και όποιον άλλον ήθελαν αυτή Έγιναν λοιπόν τα αραβωνιάσματα και από την Κυριακή εκείνη ο γαμπρός Μπενό βγαίνε ελεύθερα Ήταν της Σταυροπροσκήνησης και ως τη Δευτέρα του Πάσχα θα γινόταν και το Στεφάνωμα Σε αυτές τις λίγες εβδομάδες έπρεπε να γίνουν όλες οι ετοιμασίες Και μια από τις δυσκολότερες ήταν η ετοιμασία της Χρυσής για τον ρόλο της Νύφης Την είχε αναλάβει αποκλειστικά. Υθιά αγάθη.

Και εκεί που έραβαν, δοκίμαζαν, συγύριζαν, κουβαλούσαν, τοποθετούσαν, δεν έπαβε να γκρινιάζει, να τρώγεται την ανιψιά της, πως φερόταν ψυχρά στο γαμπρό και πως έπρεπε να ζεσταθεί λίγο μαζί του, για να μην νομίζει και εκείνος πως τον έπαιρνε μόνο για να ευχαριστήσει τον πατέρα της. «Και μήπως γι' αυτό δεν τον παίρνω», απαντούσε η Χρυσή.

Δεν τον αγαπάς πα να πει Ου σαν το χιόνι στον κόρφο μου Να χαλάσουμε λοιπόν το γάμο Και να σ' αφήσουμε να σε κλέψει ο πρώτος στιχόν Όχι καλέ έτσι το είπα σου αστιεύτηκα Γιατί λοιπόν δεν του δείχνεις και λίγη αγάπη Μα τι να του κάνω πως δείχνεται η αγάπη δεν ξέρω Πρώτα πρώτα να του μιλείς πιο γελαστή Όχι με μουζοντούρο σαν ανεοχτρός Και όταν φεύγει και σε φυλάει Φίλα τον κι εσύ καλέ σκαστά Με την καρδιά σου Όχι σαν να ασπάζεσαι το εικόνισμα Α δεν μπορώ δεν μπορώ Εγώ δεν ξέρω φιλιά Κι άσε με σε παρακαλώ Μη με κάμεις καμιά ώρα να τον βρήσω Αυτό σου λείπε Θα τον βρήσω Απελπισία τέλος πάντων από δάφτη Συλλογιζόταν η καημένη η θεία αγάθη Και δεν είναι πάλι τόσο μικρή Στο χωριό στον καιρό μου Δεκατεσάρω χρονών κοπέλες Είχαν και παιδί «Μα τι, πίσω πηγαίνει ο κόσμος αντί να πηγαίνει μπρος»

Και όταν ήταν στο σπίτι ο Τόνης, η θεία όλο έγνεφε της ανιψιάς της, όλο της κούνταγε, όλο της ψιθύριζε Πότε για να του μιλήσει πιο θερμά, πότε για να γυρίσει κοντά του, αν εκείνη τραβιόταν καμιά στιγμή που ο γαμπρός την παραπλησίαζε Πότε για να τον φιλήσει πιο σκαστά και πότε για να αφήσει το μουζοντούρο της Ο Τόνης έπιανε πολλά από αυτά τα απελπισμένα γνεψίματα και στην αρχή κρυφά ή φανερά γελούσε. Του φαινόταν τόσο νόστιμο κι αυτό.

Έπειτα όμως βλέποντας πως η νύφη αργούσε πραγματικώς να μαλακώσει μαζί του γιατί την πείσμωναν και τα γνεψίματα της θειάς μπροστά στον ξένον άνθρωπο και αγρίευε χειρότερα. Ο Τόνης άρχισε να παρεξηγεί και να φαντάζεται άλλα των αλλών. Μη δεν τον ήθελε. Μη τον έπαιρνε με τη βία. Μη να αγαπούσε κιόλας κανέναν άλλον από αυτούς που την ξετρέχανε οι σαμεχτές.

Δεν έλεγε όμως τίποτα Έκανε μόνο ό,τι μπορούσε για να κερδίσει την αγάπη της νύφης Που αυτός τώρα την αγαπούσε με τα σωστά του Και περίμενε να ηδεί και να αποειδεί Κάπου θα σκάσει κι αυτή η σφεντόνα Συλλογιζόταν Ή θα πέσει καμιά μέρα στην αγκαλιά μου Ή θα με βρύσει και θα με διώξει Ποιος την ξέρει Σιγανό ποτάμι κι αυτή Ήταν λοιπόν ερωτοχτυπημένος με τη μικρούλα για να έχει τώρα την υποψία και τον φόβο ο Τόνης.

Αλλιώς θα ήταν βέβαιος και ήσυχος όπως στην αρχή πως η μικρούλα θα μεγάλωνε στην αγκαλιά του. Και ήρθε η μεγάλη εβδομάδα και δεν έμενε να γίνει παρά μόνο σχεδόν τον ηφικό φουστάνι. Τη χάρηκε πολύ η χρυσή εκείνη τη θαυμάσια στόφα που της έφερε ο πατέρας της, γαλάζια με μικρά μικρά σημαίνια ανθάκια Και τα σιρίτια και τα τυρτήρια και τα κουμπάκια και όλα. Τι βασιλικό φόρεμα που θα γινόταν. Κοντόμεσο, μακρύ, με στενό μπούστο και με φούστα πλατιά φουσκωτή και πάνω από το γαλάζιο ο άσπρος πέπλος με τα λεμονάνθια. Έτσι δίνανε εκείνο τον καιρό τις νυφάδες και όχι στα κάτασπρα όπως σήμερα.

«Μα θα φτάσει» ρώτησε άξαφνα η Χρυσή άμα θαύμασε κάμπος η ώρα το ύφασμα «Ου και θα περισσέψει» τη βεβαίως ανοιθιά αγάθηκε η ράφτρα «Αλήθεια» έκαμε η Χρυσή με μια αναστραπή στα μάτια «Θα περισσέψει» και αδίστακτα πρόσθεσε «Τότες να μου δώσετε και ένα κομμάτι να κάνω ένα φόρεμα της κούκλας μου» Τι ήταν πάλι τούτο Κατάπληξη Φόβος και τρόμος Η θειά Αγάθη έκαμε ευθύ σε ένα Σττ και κοίταξε γύρω Πόρτες και παράθυρα Δεν τρεπόταν Νύφη και να γυρεύει κουκλόπανα Για φαντάσου να ερχόταν εκείνη τη στιγμή Ο γαμπρός και να άκουγε τέτοιο πράγμα Ω μα θα είχανε κάθε ιδέα Και τι Θα άκουγε κανένα κακό Είπε η Χρυσή Πουσάστησε μια στιγμή Μας συνήλθε αμέσως. Θέλω να κάνω της κούκλας μου ένα νηφικό φόρεμα όμοιο με το δικό μου. Ας τα ακούσει όποιος θέλει. Δεν δίνω λεφτό τσακισμένο.

Η θεία Αγάθη άπλωσε τα χέρια. Σώπα για όνομα του Θεού. Δώστε μου ύφασμα να σωπάσω. Δεν ήθελαν να τις δώσουν Η θιά έλεγε πως ήταν βουρλισία Η ράφτρα πως ήταν αμαρτία Η χρυσή όμως δεν έπαβε να γυρεύει Να παρακαλεί, να φοβερίζει Κι εγώ δεν παντρεύομαι Αν δεν μου δώσετε για την κούκλα μου Δεν θα σταθώ να μου κάνετε ούτε το δικό μου Στο τέλος έβαλε τα κλάματα Ποτάμι από τα γαλανά της μάτια τα δάκρυα Μ' αυτό ήταν πια γρουσουζιά «Ακούς να της κόβουν το νηφικό κι αυτή να κλαίει»

«Ούτε το διάολο να δεις, ούτε το σταυρό σου να κάμεις» μουρμούρησε μια στιγμή η θεία Αγάθη και γνέφοντας της ράφτρας «Δώσ' της», της είπε, «να μας ξεφορτώνετε» «Πό τη χαρά της νήφης» έβγαλε αμέσως από το σιρτάρι του κομού την κούκλα της μια μεγάλη κούκλα που η ίδια η θεία της της την είχε χαρίσει την προπερασμένη πρωτοχρονιά και άρχισε με χίλια κανάκια και γλυκόλογα να τις παίρνει μέτρα για να ειδεί πόσο ύφασμα χρειαζόταν.

Ήθελε μάλιστα να τις το κόψουν πρώτα πρώτα. Μα αυτή η χάρη δεν της έγινε. Και μόνο αφού έκοψαν τον υφικό, της έδωσαν τα κομμάτια που περίσσεψαν. Τα πήρε η Χρυσή, μέτρησε, λογάριασε, έκοψε ένα κουκλοφόρεμα απαράλλαχτο με το δικό της, Σ' αυτό τη βοήθησε λιγάκι και η ράφτρα και στρώθηκε αμέσως να το ράψει. Δεν μπορεί κανείς να πει πως δεν ήταν ευχαριτωμένο. Η ράφτρα με τη θιά της να της ράβουν τον νηφικό της και αυτή η νήφη κοντά τους να ράβει τον νηφικό της κούκλας της και από το ίδιο ύφασμα με τα ίδια συρίτια, τυρτύρια και κουμπάκια.

Η θεία Αγάθη όμως δεν το βρίσκε παρά γελίο και ατέριαστο και όλο μουρμούριζε και όλο τρογόταν και όλο κορόιδευε και πάντα πρόσεχε φόβος και τρόμος μην μπει κανένας στην κάμαρα και ειδεί τέτοιο ξαφνικό δικός ή ξένος αδιάφορο. Τι θα έλεγε να το μάθαινε η γειτονιά, ο κόσμος. Αμμω πατέρας, αμμω πεθερός, αμμω γαμπρός, Θεός φυλάξει.

Ωστόσο αφού πέρασε καμιά ώρα η θειά που είχε πέσει στη δουλειά με τα μούτρα νηφικό θα έκαναν όχιαστία ξέχασε και τη νύφη και τα κουκλόπανά της το ίδιο και η ράφτρα και η χρυσή κατευχαριστημένη αφού έκαμε και την πρώτη δοκιμή έπεσε και αυτή στη δουλειά της με τα μούτρα. Νυφικό της κούκλας της θα έκανε όχιαστία και τρύπωνε και ξύλωνε και δοκίμαζε και διόρθωνε και έραβε με μία σπουδαιότητα, με μία σοβαρότητα που για καμιά ετοιμασία του γάμου δεν είχε δείξει Καθισμένη σε μιαν άκρη είχε στήσει κοντά της ένα σκαμνάκι και τη μεγάλη κούκλα Και καθώς έραβε τη γαλάζια στόφα που είχε το χρώμα των ματιών της Γύριζε κάθε τόσο και κοίταζε την κορούλα της όπως την έλεγε Και πότε της χαμογελούσε μονάχα και πότε της πετούσε κανένα γλυκόλογο Χρυσό μου, αγάπη μου, ψυχούλα μου Είδες, είδες τι ωραίο φόρεμα που σου κάνω Νιφούλα θα γίνεις κι εσύ, νιφούλα Ήταν σαν ένα ξέσπασμα στοργής μητρικής Η παιδούλα με το κοιμισμένο ακόμα ερωτικό ένστικτο Πριν γίνει γυναίκα ήταν κιόλας μητέρα

Άξαφνα ακούστηκαν βήματα Και η φωνή της δουλίτσας απ' έξω Ο κύριος Τόνης! Τη στοιχεία μου! Έκαμε ηθιά που στη στιγμή τα ξαναθυμήθηκε όλα. Κρύψε την κούκλα! Κρύψε τα κουκλόπανα! Γλίγορα! Ήταν επιτακτική στο μεγάλο της τρόμο Τρομοκράτησε και τη Χρυσή την ίδια Σηκώθηκε κι αυτή, πετάχτηκε, μάζεψε το φουστανάκι, τα κουρέλια, άρπαξε και την κούκλα της Τάχωσε όλα μαζί στο ανοιχτό ακόμα σιρτάρι του κομού Το κλείσε με κρότο και πισωπλατώντας στάθηκε εκεί μπροστά Τη στιγμή ακριβώς που άνοιγε η πόρτα και έμπαινε στην κάμαρα ο Τόνης Καμιά δεν είχε συνέλθει ακόμα ούτε η Χρυσή Και ο γαμπρός με τις υποψίες κατάλαβε αμέσως πως κάτι έτρεχε Πως έπεφτε σε ακατάλληλη ώρα κι ας ήταν κοντά μεσημέρι Και το χειρότερο πως η Χρυσή κάτι είχε κρύψει στον κομό Που στεκόταν κιόλας και το φύλαγε Σαν να φοβόταν μην πήγαινε κανείς να ανοίξει και να το δει Τι ήταν πάλι αυτό το μυστήριο Γιατί η ράφτρα σκυφτή δάγκανε τα χείλη Γιατί η θιά αγάθη χαμογελούσε με κόπο Δείχνοντας ένα πρόσωπο χλωμό

Και γιατί η χρυσή είχε το ύφος ανθρώπου που τον πιάνουν στα πράσα Ε όχι φτάνει πια Αυτή τη φορά ο Τόνης τα μιλούσε Χρυσή ρώτησε αυστηρά Τι έκρυψες εκεί μέσα Τίποτα αποκρίθηκε η μικρή με ένα βλωσιρό βλέμμα Κάτι έκρυψες Ξανάπε ο Τόνης. Μόλις άκουσες πως ήρθα, το πέταξες στο σιρτάρι και το έκλεισες με βία. Τι ήταν αυτό που δεν έκανε να το ειδώ εγώ. Τίποτα. Άνοιξε λοιπόν εκείνο το σιρτάρι. Δεν έχω ανάγκη να ανοίξω κανένα σιρτάρι. Μην έλαβες κανένα γράμμα. Γράμμα. Δεν λαβαίνω εγώ γράμματα. Καμιά φωτογραφία λοιπόν.

«Ε, με αυτό πήγαινε πολύ». Η Χρυσή έπαιζε τώρα δά με την κούκλα της. Πολεμούσε να της κάνει ένα νηφικό φόρεμα σαν το δικό της. Κι άμα σ' άκουσε, ντράπηκε να την ειδείς και... «Έλα Χρυσή, άνοιξε τον κομό, να ιδιωτώνεις τι του έκρυψες». «Όχι». «Ναι σου λέω, δεν ανοίγω». Το πείσμα της Χρυσής, το περήφανο, το ακατάδεχτο, βάσταξε ακόμα λίγο.

Μα έπειτα έπεσε και ανοίγοντας με θυμό το σιρτάρι έβγαλε την κούκλα και τα κουκλόπανα και τα πέταξε όλα πάνω στο τραπέζι σαν να του τα πετούσε στα μούτρα. Ορίστε! Ο Θεέ μου! Αυτό ήταν! Ο Τόνης ντροπιάστηκε για την άδικη υποψία του και μετάνιωσε για τα κακά του λόγια και για να κρύψει φαίνεται τα ταπεινωτικά αυτά συναισθήματα καμώθηκε χαρά και ενθουσιασμό.

«Α, τι όμορφη κούκλα, τρέλα είναι, για να τη δω». Την πήρε στα χέρια του, την κοίταξε στα μάτια, γαλανά ήταν και τα μάτια της μεγάλης κούκλας. Την ξάπλωσε στην αγκαλιά του, την ξανασήκωσε ψηλά. «Μα τι όμορφη που είναι, ξέρεις, μ' αρέσουνε και μένα οι κούκλες. Έλα, πάμε μέσα να την τίσουμε μαζί». Με την κούκλα πάντα στα χέρια Πέρασε στη διπλανή σάλα Και η Χρυσή Σε ένα επιτακτικό γνέψιμο της θειάς Πήρε τα κουκλόπανα Και τον ακολούθησε Διατηρούσε ακόμα το μουζοντούρο της Αλλά της άρεσε που ο Τόνης Αγαπούσε τις κούκλες σαν κι αυτήν Και από μέσα της Άρχισε να μαλακώνει «Είδες τι ωραίο φόρεμα μου κάμουν»

Του είπε Καθώς κάθονταν μαζί στον καναπέ «Το ξέρω», της αποκρίθηκε το φόρεμά σου, «με τον πατέρα σου δεν ψωνίσαμε το μεταξωτό και δεν μου δείξες χτες το φιγουρίνι. Μόνο έλα τώρα να ειδούμε το φόρεμα που κάμε στις κούκλας. Της πάει καλά, μου φαίνεται. Βοήθα». Τον βοήθησε για να ντύσει την κούκλα με το καινούριο φουστάνι για δοκιμή γιατί δεν ήταν τελειωμένο και έπειτα ξανάρχισε τους θαυμασμούς του.

«Μα τι χαριτωμένη κουκλίτσα, ποτέ μου δεν ξαναείδα. Είναι μεγάλη κοπέλα, όχι μωρό, μπεμπέκα σαν τις άλλες. Είδες, είδες τι όμορφο μουτράκι, ψυχή μου». Και φίλησε την κούκλα στο μάγουλο. Η Χρυσή δεν μπόρεσε πια να βαστάξει, γέλασε. Της φάνηκε τόσο αστείο, μα και όμορφο, να φυλά ένας άντρας ένα μάγουλο αποβαμμένη πορσελάνα. «Γιατί γελάς», της είπε εκείνος, «μήπως κι εσύ δεν τη φιλείς».

και εξακολούθησε να παίζει με την κούκλα δεν το έκανε με σκοπό για να πικάρει την αραβωνιαστικιά του απέναντίας στην αρχή θέλησε να την ευχαριστήσει με αυτό να την ικανοποιήσει για εκείνη τη σκηνούλα έπειτα το βρήκε γούστο παίζουν καμιά φορά και οι μεγάλοι με ένα όμορφο παιχνίδι σαν παιδιά και στο κάτω κάτω παιδί δεν ήταν και ο Τόνης σήκωνε και κατέβαζε τα χεράκια της κούκλας. Την έβαζε να καθίσει.

Την έκανε να στέλνει φιλιά. Κολλούσε το μάγουλό της στο μάγουλο της χρυσής και κάθε τόσο τη φιλούσε. Μα! Να ήμουν κι εγώ έτσι όμορφη, έκαμε μια στιγμή η χρυσή. Αλήθεια, ζήλεψες, την πείραξε εκείνος. Όχι, καθ' αυτό δεν είχε ζηλέψει η χρυσή. Έβρισκε όμως τώρα πως ο Τόνης το παράκανε. «Φτάνει πια με την κούκλα», του είπε σε λίγο, «δεν τη βαρέθηκες καημένε».

Τότε μόνο ο Τόνης ανανοήθηκε και του μπήκε η ιδέα να την πειράξει, να την κάνει να ζηλέψει πιο πολύ. Και άρχισε πάλι να γλυκομιλά της κούκλας, να τη χαϊδεύει, να την αγκαλιάζει και να τη φυλά στα αλήθεια. Η Χρυσή τον κορόιδευε, εκείνος στη δουλειά του. Του μιλούσε, τον ρωτούσε, δεν της αποκρινόταν. Τον έσπροχνε με το χέρι Την έσπροχνε κι εκείνος με το πόδι Άσε με λοιπόν Πήγαινε μέσα να σου προβάρουν το φόρεμα Τραβήχτηκε σαν αποσβολωμένη Τον κοίταξε βλοσιρή Μια στιγμή τα γαλανά της μάτια βούρκωσαν Δεν ήξερε πια τι να πει και τι να κάνει Επιτέλους Χωρίς να το θέλει κι αυτή Χωρίς να το καλοσκεφτεί Έτσι σαν να την κινούσε κάτι από μέσα της άλλο από τη θέλησή της και τη σκέψη της, όρμησε.

Του άρπαξε απότομα την κούκλα, την πέταξε με θυμό στην αντικρινή πολυθρόνα και πέφτοντας μονομιά στην αγκαλιά του του είπε «Εμένα θέλω να αγκαλιάζεις και να φυλάς, όχι αυτή την ψεύτικη». Είχε ξυπνήσει η γυναίκα. Το μεγάλο ένστικτο μέσα της μιλούσε. Και ο Τόνης για πρώτη φορά σφίγγοντας και φυλώντας τη μικρή που μεγάλωνε στην αγκαλιά του συλλογιζόταν η Σφεντόνα έσκασε ήταν έτοιμη να με βρήσει και να με διώξει μα έπεσε στην αγκαλιά μου Από την ευτυχισμένη εκείνη ημέρα Μεγάλη Δευτέρα ήταν η Χρυσή δεν ξαναθυμήθηκε την κούκλα της είχε για να παίζει τον Τόνι ωστόσο το περιστατικό ο Μισομαθεύτηκε στη γειτονιά και στη χώρα και για πολύν καιρό κατόπιν διηγόνταν με γέλια πως η μοναχοκόρη του Μούρκου ήταν τόσο μικρή όταν ο πατέρας της την πάντρεψε για το φόβο των Ιουδαίων, ώστε από τα κοψίδια του νηφικού της έντισε νύφη και την κούκλα της.

Ήταν το διοίκημα του Γρηγορείου Ξενόπουλου η κούκλα της νύφης. Στο μικρόφωνο η Χριστίνα Μπράβου

Σχόλια

Χωρίς σχόλια

Συνδεθείτε για να συμμετάσχετε στη συζήτηση

Σύνδεση για Σχολιασμό

Δεν υπάρχουν σχόλια ακόμα

Πίσω 15 δευτ.
Play
Μπροστά 30 δευτ.
00:00:00
00:00:00