Ρηγγίνα Λέζα (1/18) Γρηγόριος Ξενόπουλος
ΜυθιστορίεςΣχετικά με αυτό το επεισόδιο
Διαβάζει η Χριστίνα Μπράβου
Αυτόματη μεταγραφή — ενδέχεται να περιέχει λάθη.
Κι αλήθεια, αυτοί οι δυο ήταν και μισοσυγγενείς, ήταν και μισοαραβωνιασμένοι. Ο νέος δηλαδή, τρίτος ξάδερφος της νέας, την είχε ερωτευτεί από καιρό και τώρα την παρακαλούσε να του δώσει την άδεια να την γυρέψει. Μα η νέα χωρίς να τον απελπίζει δεν το αποφάσιζε. Του έλεγε πως δεν ήξερε ακόμα αν τον αγαπούσε κι αλλιώτικα παρά σαν ξάδερφο και τον παρακαλούσε κι εκείνη να περιμένει.
«Στάσου καημένε, μη βιάζεσαι, έχουμε καιρό, δεν μας πήραν πάλι τα χρόνια» με το δίκιο της δα, γιατί δεν είχε κλείσει ακόμα τα είκοσι και ήταν λεπτή, λιγερή, εθέρια, με κρινόλευκο πρόσωπο, ζωγραφιστός σαμπαναγιάς όπου με όλα τα πελώρια εκείνα μαύρα, ολόφωτα μάτια επικρατούσε η έκφραση της καλοσύνης Στα μάγουλα φαινόταν πάντα ένα αχνό ρόδινο χρώμα που κάπου κάπου ζοήρευε. Μα συνήθως η γαλήνη της παρθενικής ψυχής καθρεφτιζόταν και στο πρόσωπο και στο κορμί όλο. Ατάραχο κι αυτό με κινήματα ήρεμα, απλά.
Ο νέος, λίγα χρόνια μεγαλύτερος, ήταν μάλλον κοντός και γεμάτος. Στιβαρός όμως, καλοδεμένος, ευκίνητος, βαθημελάχρινος, με παχιά κόκκινα χείλη, με σγουρά μαύρα μαλλιά και με ένα σγουρό επίσης μουστάκι. «Ω, και εσύ με τα στρουφουλίδια σου», του έλεγε καμιά φορά εξ αδέρφη του, που ζήλευε ίσως λιγάκι, γιατί τα δικά της μαλλιά ήταν κάπως αραιά και ολόησια.
Το πρόσωπό του, με τα αδράπη θέματα, είχε πολύ αντρίκια την έκφραση και τα αμυγδαλωτά του μαύρα μάτια κοίταζαν πότε με περιπάθεια και πότε με ηρωνία. Στους θυμούς μόνο θα γίνονταν φοβερά. Όμορφος, όχι και τόσο, άντρας όμως σωστός και με κάτι το παλικαρίσιο επάνω του, το αντάμικο, σηκώματα των ώμων, λυγίσματα της μέσης, τσαλιμάκια, που πολλά ζεκίνθινα άρχοντόπουλα το είχαν εκείνο τον καιρό, αν και ο νέος εκείνος δεν ήταν από καθ' αυτό αριστοκρατική οικογένεια, λιμπροντόρο, άρμα, τίτολα και ταρέστα, παρά από μεγαλοαστική με μπόλικους παράδες.
Το ίδιο και η νέα. Ο πατέρας της ήταν γιατρός, μα κι αυτός χωρίς περγαμηνές. Μόνο η μητέρα της ήταν αρχοντοπούλα και γι' αυτό η νέα θεωρούσε το σπίτι της πολύ ανώτερο από το σπίτι του τρίτου ξαδέρφου της. πεζός και ας το πούμε καθαρά λιγάκι παρακατηνός. Δεν του άρεσε να διαβάζει, δεν καταλάβαινε τίποτα από γράμματα και από τέχνη.
Δεν είχε παρά ένα μέτριο φυσικό γούστο, ολος διόλου ακαλλιέργητο. Και όταν βρισκόταν σε κύκλο γραμματισμένων, στον κύκλο του μπάρμπα του του γιατρού παραδείγματος Χάριν, σώπαινε σα βλάκας. Πάλι όμως δεν μπορούσε να πει πως δεν την τραβούσε η λεβεντιά του, η αντρίκια του χάρη Ούτε πως δεν την συγκινούσε ο έρωτάς του που τον καταλάβαινε δυνατό Γι' αυτό έμενε αναποφάσιστη Γι' αυτό περίμενε να ειδεί τι θα νικούσε μέσα της στο τέλος Το όχι ή το ναι Ένα αμάξι ακούστηκε στο πλακόστρωτο Και η νέα σηκώθηκε και έσπρωξε τη γρήλια για να ειδεί Τίποτα, ένα καροντσίνο που περνούσε αδιανό Ξαναμπήκε και καθώς καθόταν είπε Γιατί σώπασες, γιατί άφησες τη κιθάρα να κρέμεται, παίξε και τίποτα άλλο Μηχανικά ο νέος ανέβασε την κιθάρα που κρεμόταν στα γονατά του Έβαλε απάνω της και το άλλο του χέρι και ετοιμάστηκε να χτυπήσει τις χορδές Μα το μετάνιωσε, το χέρι του έμεινε στον αέρα και ψιθύρισε «Δεν έχω όρεξη. Καλά καημένε, Τζόρτζι», έκαμε η νέα ξαναρχίζοντας το κέντυμά της, «εκείνο το σπανιόλικο ή την αρμίντα». «Όχι», είπε ο νέος με πείσμα και πέταξε την κιθάρα στην άλλη άκρη του καναπέ.
Εκείνη δεν είπε τίποτα Μια ματιά του έριξε μόνο Και ξακολούθησε να κεντάει Μα σε λίγο ξανασηκώθηκε Είχε ακούσει στο πλακόστρωτο ένα γνώριμό της τακουνάκι Ήταν μια χαριτωμένη κοντεσίνα που καθόταν λίγο παραπάνω Και περνούσε σχεδόν κάθε μέρα την ίδια ώρα με τη μητέρα της Για περίπατο στην πλατεία ή για βίζητα «Τζόρτζι, Τζόρτζι!
«Έλα να είδεις τι όμορφη που είναι σήμερα η Ματίλντι» «Δεν θέλω, την ξέρω» έκαμε ο νέος Εκείνη παρακολούθησε λίγο την Κοντεσίνα Ήταν πραγματικώς η πιο όμορφη κοπέλα της Ζακυνθινής Αριστοκρατίας Και έπειτα το μάτι της σταμάτησε σε μία αυτοχοντημένη γριά Που έσαιρνε από το χέρι ένα αγοράκι χλωμό και αδύνατο Φαινόταν ξένη, δυστυχισμένη που λες και είχε βγει με το σούρουπο για να ζητιανέψει.
«Κυρά, θες τίποτα» τη ρώτησε. «Ο Θεός» της αποκρίθηκε υγριά. Της πέταξε ένα μικρό ασημένιο νόμισμα που το πήρε από ένα πορτοφολάκι απειθωμένο στο παράθυρο και ξαναμπήκε λέγοντας με ήκτο. «Γιόμησε η χώρα από φτωχά μωραήτικα γυναικόπαιδα». «Μην τα λυπάσαι» είπε ο Τζόρτζης. είναι επιτροπή που φροντίζει για δάφτα τι να τους κάνει η επιτροπή είπε η νέα που είχε ξαναπιάσει το κέντυμά της χάσανε τα σπίτια τους τους δικούς τους την καλοπέρασή τους και εδώ κοιμούνται σε αποθήκες σε στάβλους και τρώνε ο Θεός το ξέρει τι τους δίνουν και τρώνε και ποιος τους φταίει έκαμε ο Τζόρτζης τα κεφάλια τους ποιος τους είπε να τα βάλουν με κοντζά τουρκιά μια φούχτα ανθρώπη δεν το ξέραν τι θα πάθαιναν μα ήταν σκλάβοι ω, αν το εξετάσεις καλά και εμείς σκλάβοι είμαστε μα μπορούμε να τα βάλουμε με την Αγγλία για να λευτερωθούμε θα χαθούμε σώπα και τους Μωραήτες θα τους βοηθήσει η Ρωσία μην το πιστεύεις τώρα ούτε εκείνοι το πιστεύουν πια και κοιτάζουν να βοηθηθούν μοναχοί τους
δεν έπρεπε να τους βοηθήσουμε και εμείς αδέλφια μας δεν είναι Έλληνες δεν είμαστε όλοι Και αυτό θα γίνει Ήρθε εδώ ένας μωραίτης καπετάνιος Και μαζώνει εθελοντές Ε δεν θα πας κι εσύ Την παλικάριά σου θα μπορούσες να τη δείξεις καλύτερα εκεί Παρά εδώ στον άμμο Να σου πω Ριγκίνα Αν απελπιστώ από σένα Θα πάω στον πόλεμο να σκοτωθώ για την ελευθερία Ωραία ιδέα Θα σε είχα καλό να πήγαινες πριν απελπιστής «Α, ώστε σκοπεύεις να με απελπίσεις»
«Δεν ξέρω, μα εγώ αν ήμουν άντρας θα πήγαινα σε αυτόν τον καπετάνιο να με γράψει» «Έχει παράδες» «Άκουσα πως του δίνουν πλούσιοι οι πατριώτες μας, Ρόμιδες κι άλλοι» «Κάνουν άγια» «Μα σκοτίνιασε εδώ μέσα, δεν βλέπω άλλο να κεντάω» «Έλα, θα μου παίξεις κιτάρα» «Όχι» «Όχι». «Τότε βγαίνω στο παρεθύρι. Αν θέλεις έλα κι εσύ να βλέπουμε μαζί».
«Ναι, τα μεγάλα σπετάκολα. Μα αλητανία θα περάσει. Μασκαράτα η επίδειξη». Ωστόσο ο Τζόρτζης σηκώθηκε, πλησίασε ράθυμα το παράθυρο και έσκυψε πλάι στη Ριγκίνα να βλέπει από την άλλη γρήλια. Το παράθυρο ήταν αρκετά πλατή Μα πάλι ο νέος σε πρόσεχε να μην την αγγίξει Ούτε κατά λάθος Πρωτήτερας αξάδερφος είχε μεγάλη ελευθερία μαζί της Μόνο αφότου ήθελε να γίνει αραβωνιαστικός Αφότου της φανέρωσε τον έρωτά του Δεν τολμούσε να της πιάσει καν το χέρι Εκείνη όμως είχε μαζί του την πρώτη της αφέλεια Σημάδηκε αυτό πως δεν τον αγαπούσε ερωτικά Και να σε λίγο καθώς έσκυβε από τη γρήλια ακούμπησε το χέρι της στην πλάτη του Τον έσπρωξε για να σκύψει κι εκείνος περισσότερο και τον ρώτησε Ποιος είναι αυτός ο νέος που μιλεί με τη γριά μωραΐτισσα Θα το γνωρίζω Ο γιος του Ταμπακέρη έκαμε με κάποια περιφρόνηση ο Τζόρτζης Πατριώτης μάτια μου κι αυτός Α του Σολεμού ψηθήρισε η Ριγκίνα «Έλυπε μου φαίνεται. Ναι, στην Ιταλία. Γι' αυτό. Μα είναι καιρός που γύρισε. Ιδιότροπος, δεν παραβγαίνει. Είναι μάτια μου και ποιητής».
Και εξακολούθησαν να βλέπουν τον νέο, που σταματημένος στο δρόμο, λίγο πιο πέρα από το παράθυρό τους, μιλούσε με τη γριά μωραήτισσα. Μια στιγμή τον είδα να της βάζει στο χέρι κάτι, ίσως κανένα τάλυρο, έπειτα να σκύβει και να χαϊδεύει τα μαλλιά του παιδιού Ένας ηλικιωμένος, καλοδημένος κι αυτός, που δεν φαινόταν όμως άρχοντας, τον παρέστηκε με σεβασμό Ο γιος του Ταμπακέρη, όπως τον είπε ο Τζόρτζης, ή του Σολεμού, όπως τον είπε η Ριγκίνα, γιατί έτσι πρόφεραν στη Ζάκυνθο το Σολωμός, ήταν τότε μόλις 22-23 χρονών.
Μπορούσε όμως να τον πάρει κανείς και για τριάντα Την όταν πολύ σοβαρά για νέο Μαύρα ρούχα, άσπρη τραχυλιά, άσπρη γραβάτα, άσπρα γάντια Κανένα χτυπητό χρώμα, κανένα φανταχτερό στολίδι Και το ωραίο του πρόσωπο έδειχνε μια πρόημη οριμότητα και εμβρήθεια Τα μάτια του προπάντων τόσο σκούρα γαλανά ώστε να φαίνονται μαύρα και το μεγάλο του μέτωπο, όπου τα ανασηκωμένα μαλλιά και αυτά τόσο σκούρα καστανά ώστε να φαίνονται μαύρα, έδιναν στη φυσιογνωμία του την πνευματική εκείνη έκφραση που τον ξεχώριζε από όλους τους νέους της τάξης του στον τόπο.
Από το σύνολό του αναδεινόταν μια μεγάλη ευγένεια Μα και αυστηρότητα, χριστότητα και καλοσύνη Έβλεπες που λένε το Αρχοντόπουλο από χίλια μίλια Όλα αυτά χτύπησαν τη Ριγκίνα με τις πρώτες ματιές Ποτέ στη ζωή της δεν θα είδε άνθρωπο που να της έκαμε τόση εντύπωση Έπαψε να μιλάει και αθέλητα προσιλώθηκε στο νέο εκείνο παρακολουθώντας κάθε του κίνημα προσπαθώντας ακόμα και να ακούει την ομιλία του με τη γριά.
Μια στιγμή ο Τζόρτζης κάτι της είπε. Δεν του αποκρίθηκε, δεν τον άκουσε καν. Ωστόσο η ομιλία με τη γριά τελείωσε. Ο νέος Σολωμός γύρισε στον ηλικιωμένο που τον παράστηκε. Του είπε λίγα λόγια και ξεκίνησαν μαζί. Παραπάνω σταμάτησαν πάλι απ' έξω από ένα μεγάλο σπίτι Ο νέος χτύπησε την πόρτα Κι άμα του άνοιξαν, ο ηλικιωμένος υποκλήθηκε βγάζοντας το καπέλο του ως κάτω Ενώ ο νέος, σηκώνοντας απλά το χέρι για χαιρετισμό, πήκε στην ανοιχτή πόρτα που κλείστηκε ευθύς Μονάχος ο ηλικιωμένος εξακολούθησε τον δρόμο του προς τα απάνω Και η Ριγκίνα, σαν να συνήλθε από την έκστασή της, ξανάρχισε να μιλά με τον Τζόρτζι.
«Είδες, στον Παπαγεωργόπουλο μπήκε. Ναι, θα πια σε φαίνεται φιλία με τη Μαρία. Αυτή ξέρεις, βουρλίζεται για ποιητάδες και μουσικούς. Το ξέρω. Λένε μάλιστα πως είναι η Ναμοράτα με τον Ιταλό που τη μαθαίνει πιάνο. Βλέπεις, εσύ όμως δεν είσαι με εκείνον που σε μαθαίνει κιτάρα». «Αρα, μα εγώ δεν βουλίζουμε για μουσικούς, ούτε για ποιητάδες. Δεν ξέρω, δεν εγνώρισα ακόμα κανέναν ποιητή. Θα ήθελες να γνωρίσεις τώρα τούτον εδώ»
«Το Σολεμό δεν είναι τις θέσεις μου τέτοιες γνωριμίες. Πα, πως η θυγατέρα του Παπαγεωργόπουλου. Η Μαρία είναι πιο λεύτερη. Ο πατέρας της θέλει να ζει σαν αρχοντοπούλα. Δέχεται, κάνει συναναστροφές, τραγουδάνε στο σπίτι της, τραγουδάει και η ίδια. Εγώ ζω περιορισμένα». «Και δεν είναι καλύτερα». «Μπορεί. Να σου πω πώς τον λένε». «Νιόνιο». «Μα άκουσα πως θυμώνει άμα τον φωνάζουν έτσι». «Διονύση θέλει». «Κόντε Διονύση».
«Έχει αδέρφια». «Έναν αδερφό μόνο, λίγο μικρότερο». «Τον Μίμη». «Έτσι όμορφος είναι κι εκείνος». «Όμορφος». «Όμορφος αλήθεια σου φάνηκε τούτος εδώ». Η Ριγκίνα χαμογέλασε. «Τι, δεν είναι», ψηθήρισε. «Σώπα καημένη, μια κεφάλα τόση σε ένα κορμί τυποτένιο. Έπρεπε να έχει λίγο μπόι ακόμα. Και η μύτη του, τι άσκημη. Δεν τον είδες καλά».
Η Ριγκίνα γέλασε. «Τον είδα πολύ καλά», είπε. «Μα μου φαίνεται πως είσαι ζηλιάρης. Να μην πω για άνθρωπο καλό γιατί δεν θέλεις τη ζωή σου. Ιδίωμα που το έχεις καημένε». Ο Τζόρτζης δεν αποκρίθηκε. Τέντωσε το αυτί του σαν άκουσε από μακριά κάτι αγνώριστο και ήθελε να καταλάβει τι είναι. «Για άκου», είπε σε λίγο. «Τραγούδι και πιάνο. Από του Παπαγεωργόπουλου θα είναι». «Ναι», έκαμε ζωηρά η Ριγκίνα. «Τραγουδάει η Μαρία». «Και την ακούει ο Κόντε Διονύσης», είπε κάπως σαρκαστικά ο Τζόρτζης. «Μα τι τραγούδι είναι αυτό. Πρώτη φορά το ακούω».
«Δεν ακούγεται καλά». «Ελληνικό», πήρε το αυτί μου δυο-τρία λόγια. «Μα αυτός ο σκοπός, πρωτάκουστος». «Θα είναι σύνθεση του δασκάλου της και ίσως σε στίχους του Κόντε». Στάθηκαν για να ακούσουν όσο μπορούσαν. Και άμα έπαψε το τραγούδι, η Ριγκίνα άφησε το παράθυρο και κάθισε στον καναπέ, σχεδόν στα σκοτεινά. Ήταν σαν αφηρημένη, σαν μελαγχολική. Στον Τζόρτζι που μπήκε κι αυτός και κάθισε αντικρίτη σε καρέκλα δεν αποκρινόταν καθόλου.
Και μια στιγμή ο νέος της είπε «Πού έχεις το νου σου, μου φαίνεται πως εσύ τώρα ζηλεύεις, ζηλεύεις τη Μαρία, ναι, ναι, που μπορεί να τραγουδάει και να την ακούει ο Κόντε Διονύσης, ποιος τη χάριτισε» Και πάλι δεν του αποκρίθηκε Συνήλθε όμως Πήρε από δίπλα της την κιθάρα Κι ύστερα από λίγα ακόρντα Άρχισε να παίζει ένα βάλσι Μα πριν το τελειώσει Έπιασε μια πόλκα Έπειτα ένα τραγούδι από το τέλος Παίξιμο άταχτο Κομματιαστό Απορριμήνει σέντσες Σαν να ήταν μονάχη Και να θέλε να συνοδέψει τις σκέψεις της με μουσική Ο Τζόρτζης σαν να κατάλαβε πως ήταν περιττός είπε «Να φύγω». Τον άκουσε αυτή τη φορά και έκαμε αφήνοντας την κιθάρα. «Γιατί, όχι».
Την ίδια στιγμή μπήκε στη σάλα μια ηλικιωμένη κυρία, υψηλή, ισχνή, με άσπρα μαλλιά καμωμένα κότσο, που είχε στην κορυφή του μια χτένα κοκαλένια σαστέμα. «Σκοτάδια καθόσαστε παιδιά μου» είπε «Δεν γυρεύεται φως» και φώναξε «Παναγιώτα φέρε τη λάμπα» Η δουλεύτρα έφερε αναμένη μια κομψή λάμπα του λαδιού από άσπρο φαρφουρί Η ηλικιωμένη κυρία κάθισε στη σάλα με τα παιδιά Άρχισε μια ομιλία που δεν τη γουστάριζε ο Τζόρτζης καθόλου και σε λίγο αυτό σηκώθηκε και αποχαιρέτησε «Πάω λίγο στην πλατέα. Καληνύχτα θεία. Καληνύχτα Ριγκίνα».
Αφού κατέβηκε τη σκάλα ο νέος, η ηλικιωμένη κυρία είπε στη Ριγκίνα «Σαν μου τρομένος μου φάνηκε. Σου είπε πάλι τίποτα και τον απόρπισες» «Ναι, σχεδόν». «Τι να σου πω παιδί μου, κάμε ό,τι θέλεις, ό,τι σου λέει η καρδιά σου. «Μα αν τυχόν η καρδιά σου σου πει το ναι, εμείς δεν θα πούμε όχι. Ο Τζόρτζης είναι καλός και η συγγένεια που έχουμε δεν είναι εμπόδιο».
«Ρώτησα με τρόπο τον Πάπα Σεραφείμ. Είναι αποθυλικό, είπε. Δεν πειράζει». «Μα δεν είναι μόνο η συγγένεια. Είναι και άλλα πολλά». «Α, δεν ξέρω. Σου είπα, κάνε ό,τι θέλεις». «Του πατέρα μου το είπες. Όχι να σε χαρώ. Δεν είναι ανάγκη να το μάθει ακόμα ο πατέρας σου και μπορεί να μην το μάθει ποτέ». «Καλά, αφού σου κάνει τόση αντιπάθεια ο Τζόρτζης».
Η Ριγίνα δεν αποκρίθηκε. Η μητέρα της δεν ξαναμίλησε. Η μια πήρε πάλι το κέντυμά της κάτω από τη λάμπα. Οι άλλοι ένα βιβλίο. Και βυθίστηκαν και οι δύο σιωπηλές. Άξαφνα σαν κάτι να άκουσε Η Ριγκίνα σηκώθηκε πάλι και πήγε στο παράθυρο Ναι, από του Παπαγεωργόπουλου αντιχούσε πάλι τραγούδι Η Μαρία ή άλλη τραγουδούσε κάτι αγνώριστο Ο Ιταλός δάσκαλος θα καθόταν στο πιάνο Και ο νέος κόντες, ο γιος του Σολεμού Θα άκουγε από την καλύτερη θέση Της φαινόταν πως τον έβλεπε Καθισμένο μονάχος στον καναπέ ή σε μια πολυθρόνα Και ζήλευε Ναι, ο Τζόρτζης είχε δίκιο Ζήλευε τη Μαρία που είχε τέτοιο φίλο Ζήλευε τη θυγατέρα του Παπαγεωργόπουλου Που μπορούσε να δέχεται στο σπίτι της το νέο Σολωμό και να του τραγουδάει Τι θα έδινε αν μπορούσε και εκείνη Και είχε περισσότερα δικαιώματα από τη Μαρία Ο πατέρας της ήταν γιατρός, ο Ντοτόρος ο Λέζας με τ' όνομα, η μάνα της Βορτεροπούλα, από τα πρώτα σπίτια του τόπου.
Ενώ ο πατέρας και ο μπάρμπας της Μαρίας δεν ήταν παραεμπόροι, σαν το πατέρα του Τζόρτζη. Ας είπε πρωτήτερα πως δεν ήταν για τέτοιες σχέσεις αυτοί. Ήταν περισσότερο από τη Μαρία. «Μα γιατί ήθελε τόσο να έχει φίλο το νέο Σολωμό» «Επειδή ο Τζόρτζης της είπε πως ήταν ποιητής και πατριώτης» «Και γι' αυτό βέβαια» «Τέτοια προτερήματα δεν ήταν συνηθισμένα ανάμεσα στους νέους της τάξης του»
«Ούτε κανένα Ζακυνθινό Αρχοντόπουλο θα μιλούσε έτσι καταδεχτικά με μια φτωχιά αγριά μωραΐτισσα» «Ή θα σκυβε να χαϊδέψει το αχτένι στο εγκονάκι της» Μα στη Ριγκίνα είχε επιβληθεί προπάντων η μορφή εκείνου του νέου Όπως της παρουσιάστηκε μπροστά της Είδε, μάντεψε ένα ανέκφραστο μεγαλείο Αυτή η εντύπωση την έκανε να ρωτήσει το όνομά του Και το όνομα που άκουσε, αν και τόσο γνωστό, τόσο μεγάλο στον τόπο Δεν πρόσθεσε τίποτα Γιατί πως ήταν αρχοντόπουλο το είχε καταλάβει αμέσως Ο μαυροφόρος εκείνος νέος ήταν η ευγένεια προσωποποιημένη Τι σήμαινε αν λεγόταν Ρώμας, Μπούρτσος, Λούντζης ή Σολεμός Ό,τι είχε γυρίσει από την Ιταλία Ε βέβαια όλα τα αρχοντόπουλα εκεί πέρα έκαναν τα στούντιά τους Τώρα έλεγαν πως ήταν και ποιητής Μπορεί Από τη μορφή του κάθε μεγάλο, κάθε υψηλό μπορούσε κανείς να περιμένει Ούτε τον ύμνο στην ελευθερία είχε γράψει ακόμα Ούτε το τραγούδι της φαρμακωμένης Εξαίρετα όμως μπορούσε να ήταν κι αυτός ένας κορνάρος Ένας βιλαράς ή ένας μαρτελάος
Και ξυπνάδα είχε και αισθηματικότη και καλοσύνη Όλα αυτά φαίνονταν Και ο Τζόρτζης είπε πως ήταν και πατριώτης Πρώτα απ' όλα όμως θα ήταν ένας άνθρωπος Και αυτός ο άνθρωπος χωρίς τίποτε άλλο Τράβηξε τόσο τη ριγκίνα μόλις τον είδε Και τον είδε κάμπος η ώρα εκεί στο δρόμο Λίγο πιο πέρα από το σπίτι της Θα μπορούσε να πει όλα του τα σουσούμια Και όλες τις μηνούτσιας του ντυσίματός του Μια στιγμή μάλιστα τη χτύπησε και το φως των ματιών του μια στιγμή που ο νέος τα γύρισε κατά τη γρήλια της.
Θεέ μου, τι όμορφα μάτια που είχε και τι όμορφος που ήταν ο ίδιος ο Λάκερος. Κεφάλα, μπα, καμιά δυσαναλογία δεν έβλεπε στο σύνολό του η Ριγκίνα και αν υπήρχε δεν την άφηνε να την ειδεί το φως που χινόταν από τα μάτια. Ε, αυτό το φως η Ριγκίνα το βλέπε καλά. Ο Γιώργης δεν μπορούσε να το είδει. «Χω, ας πάει στο καλό και ο Γιώργης. Τι ήταν αυτός μπροστά στο γιο του Σολεμού, ένας χοντράνθρωπος».
«Άντρα σου λέει. Και με αυτό. Ο άντρας δεν πρέπει να είναι μόνο δύναμη. Ή καλύτερα η δύναμή του δεν πρέπει να είναι μόνο ηλική. Ο νους, το πνεύμα, η ψυχή. Αυτά κάνουν το ανδρικό μεγαλείο. Κι ο κακόμηρος ο Τζόρτζης δεν είχε παραμούσκουλα. Ένας παρακατηνός τελείωνε. Μπορεί αυτή να μην έπαιρνε άνθρωπο σαν το γιο του Σολεμού.
Μπορεί και να μην της άξιζε τόσο. Μα ούτε σε Τζόρτζη δρόγκα θα καταδίκαζε τον εαυτό της η Σόβια. Θα έπεφτε πολύ. «Ε, Ριγκίνα, δεν μπαίνεις πια από το παρεθύρι. Κάνει ψύχρα. Δεν είναι ακόμα θεριστής». Η φωνή της μητέρας της την έβγαλε από τους λογισμούς της. «Τώρα», αποκρίθηκε. «Αλήθεια, η εσπέρα έπεσε ψυχρή. Όλα τα παράθυρα είχαν κλείσει. Δεν έβλεπες παρά γρήλες σκοτεινές ή τζάμια φωτισμένα από μέσα».
Μα όσο φανταζόταν το νέο Σολωμό εκεί, στο σαλόνι του Παπαγεωργόπουλου, κοντά της, δεν ήθελε να κλείσει κι αυτή, πριν τον ιδεί πάλι να φεύγει. Πήκε, έριξε στους ώμους της μια μπέρτα και γύρισε στο παράθυρο Ακόμα! Άσε με, μου πονεί λίγο το κεφάλι Θέλω αέρα, δεν θα κρυώσω Θα σε ιδεί ο πατέρας σου τώρα που θα γυρίσει Και αμποδάτε φωνές Δεν θα με ιδεί έγνια σου Βυθίστηκε πάλι στους λογισμούς της και περίμενε Τα τραγούδια του Παπαγεωργόπουλου είχαν πάψει Στο σαλόνι τώρα θα κουβέντιαζαν Θα λέγαν για την επανάσταση Για τα διωγμένα γυναικόπεδα Για τον Μωραήτη Καπετάνιο Που ήρθε να μαζόξει εθελοντές Μπορεί να λέγαν και αστεία Μπαρτσολέτες Να γελούσαν Και βέβαια δεν θα μέναν ακόμα πολύ Στου Παπαγεωργόπουλου Αλλά Μωραήτηκα Διπνούσαν νωρίς Ο δρόμος ήταν σχεδόν έρημος Λιγοστεί οι διαβάτες, νοικοκυραίοι που είχαν ξεκινήσει από τώρα για τα σπίτια τους, ψωνισμένοι για το δείπνο Ένα παιδί πέρασε διαλαλώντας μελωδικά ζεστά στραγαλάκια και ένα άλλο ψημένα κουκιά Και τα δύο μπήκαν για να πουλήσουν σε μια ταβέρνα, εκεί παρακάτω, που η κόκκινη παντγερούλα της, φωτισμένη από το αντικρινό φανάρι, έγραψε με ψαλιδισμένο άσπρο πανί ένα μεγάλο είκοσι
«Α, κρότος πόρτας. Ναι, είναι εκείνος. Βγαίνει. Φεύγει προς τα πάνω». Στο μισόφωτο του δρόμου η μαύρη του κομψή σιλουέτα ξεχωρίζει καθαρά Η Ριγκίνα νομίζει πως τον βλέπει όσο και πρωτήτερα που ήταν σχεδόν η μέρα Μα δεν είναι μόνος, άλλοι δύο έχουν βγει μαζί του Ένας πολύ ψηλός, ίσως τον κάνει τον ψηλό του καπέλο Και ένας κοντός, πιο κοντός από το γιο του Σολεμού Βάζουν τον ψηλό στη μέση και γοργοπερπατούν Η Ριγκίνα δεν έχει μάτια παρά για εκείνον Τι θαυμάσιο βήμα Μα δεν το χαίρεται πολύ Η παρέα στρίβει στο πρώτο καντούνι αριστερά Για να βγει βέβαια στην πλατεία Ρούγα Και από εκεί να εξακολουθήσει το δρόμο της προς τον φόρο Και η οπτασία χάθηκε Και η Ριγκίνα μπήκε Κλείνοντας το παράθυρο πριν γυρίσει ο πατέρας της και την ιδί Δόξα σοι ο Θεός Έκαμε η μητέρα Σου πέρασε κάνε το κεφάλι Η Ριγκίνα χαμογέλασε χωρίς να απαντήσει Και ξαπλώθηκε στην πολυθρόνα Με το κεφάλι ψηλά Με τα μάτια στο κενό Μια παράξενη χαρά την κυρίευε Μαζί με κάποια ανησυχία Καταλάβαινε άραγε
Προαισθανόταν Πως από την ημέρα εκείνη Άρχιζε για αυτήν μια καινούρια ζωή από μέρα σε μέρα, ήταν να τον γνωρίσει. Και τώρα δεν το έβρισκε ούτε τόσο ατέριαστο, ούτε τόσο δύσκολο. Εγνώριζε από χρόνια τη γειτόνισά της τη Μαρία. Πολλές σχέσεις δεν είχε βέβαια μαζί της, εξαίρετα όμως μπορούσε να πιάσει, να καλλιεργήσει. Φτάνει να κάνει την αρχή.
Η θηγατέρα του Παπαγεωργόπουλου θα το θεωρούσε και τιμή της. Ας είχε φίλο και έναν Σολωμό. Πάντα άλλο είναι ένας άντρας, ένας νέος Κι άλλο μια κοπέλα της ηλικίας της από ανώτερο σπίτι Με αυτό το σκοπό την πρώτη Κυριακή πήγε στην εκκλησιά Αν και δεν λειτουργιόταν τακτικά όπως η μητέρα της Ήταν σχεδόν βέβαιη πως εκεί στο γυναιτήκι της οδηγήτριας Θα συναντούσε και τη Μαρία Και να, μόλις ανέβηκε πριν αρχίσει ακόμα η λειτουργία Την είδε που είχε πάρει κιόλας τη θέση της μπροστά στο καφάσι Ακουμπώντας λίγο πλάγια Με τον ένα αγκώνα στο πλατή του πεζούλη Έτρεξε και τη χαιρέτησε με διάχυση Καλημέρα Μαρία μου Καλημέρα Ριγκίνα μου Τι κάνεις κυρά μου Ωραία, εσύ Κερό έχω να σε ειδώ στην εκκλησία Ναι, σήμερα με φαγώθηκε η μητέρα μου Όβριά θα καταντήσεις εσύ Την αμαρτία μου τη λέω Η λειτουργία με κουράζει λίγο. Μακριά να σε χαρώ. Μπα, και γιατί δεν έρχεσαι από τη μέση. Το ίδιο είναι. Κι εγώ πολλές φορές φτάνω στο βαγγέλιο. Να σου πω, το ίδιο θα κάνω κι εγώ. Σε ευχαριστώ για την καλή συμβουλή. Δεν θέλω να φαίνουμε αδιάφοροι ενώ είμαι θρήσκα.
Λοιπόν πως περνάς Είσαι βλέπω μια χαρά Αν καλά πότε εσύ δεν ήσουνα Καμιά απορία δεν έκαναν της Μαρίας Τα κομπλιμέντα της Λεζοπούλας Αυτό τον καιρό ήταν τόσο ευτυχισμένη Ή να πούμε καλύτερα τόσο ψηλά ανεβασμένη Που ενόμιζε πως της ανήκαν και της προσφέρονταν τα πάντα Και τούτο όχι για τη φιλία του νέου Σολομού παρά για τον έρωτα του δασκάλου της.
Της φαινόταν πως είχε κάνει τη μεγαλύτερη κατάκτηση του κόσμου από τη στιγμή που ο ρήκος της είπε το σ' αγαπώ. Ένας νέος τόσο όμορφος, ένας πιανίστας τόσο μεγάλος, ένας κομποζιτόρος τόσο έξοχος και το κυριότερο μια ψυχή τόσο εγγελική. Τον λάτρευε από την πρώτη μέρα που τον γνώρισε, από δύο χρόνια. Και να τώρα την ελάτρευε κι εκείνος Δικός της σε ζωή και σε θάνατο Η χαρά έλαμπε στο πρόσωπο της Μαρίας Και όλο γελούσε, γελούσε Ενώ συνήθως ήτανε μελαγχολική Η ευτυχία τη γέμιζε ακόμα καλοσύνη Αγκάλιασε τη Ριγκίνα, τη φίλησε και της είπε Αμ' εγώ την απο για σένα Ας είναι εκείνο που λέω πάντα Ο άγγελος, το στολίδι του τόπου μας το καμάρι της γειτονιάς μας τίποτα μπροστά σου δεν είμαι εγώ Αυτό κατάβαθα η Μαρία μπορεί να μην το παραδεχόταν ωστόσο δεν απείχε πολύ από την αλήθεια η Ριγκίνα και σαν ομορφιά και σαν υπόσταση ήταν πολύ ανώτερη Όσοι τη γνώριζαν τη θεωρούσαν πραγματικώς ένα από τα στολίδια του τόπου αλλά και η θηγατέρα του Παπαγεωργόπουλου ήταν κι αυτή μια πολύ όμορφη κοπέλα
μελαχρινή, μαυρομάτα, δασίμαλλη, θερμή κι ακόμα είχε μια μόρφωση σπάνια για Ζακυνθοπούλα εκείνου του καιρού γιατί μετρημένες ήταν εκείνες που δεν περιορίζονταν στα κολυβογράμματα παρά εξακολουθούσαν να έχουν δασκάλους στο σπίτι και μεγάλες να καλλιεργούν μια κλίση να ικανοποιούν μια φιλομάθεια να σπουδάζουν γλώσσες, φιλολογίες, μουσική να είναι σε θέση να μιλούν με σοφούς, να έχουν γνώμη, να συζητούν.
Και στην Αριστοκρατία βέβαια ήταν πολλές μορφωμένες. Εκεί όμως επικρατούσε το εξωτερικό λούστρο. Μόνο σε γυναίκες της μεγαλοαστικής τάξης μπορούσε να απαντήσει κανείς τη συστηματική, τη βάσιμη μόρφωση, το φόντο. Και ο λόγος ίσως είναι που οι γυναίκες αυτές, μακριά κάπως από την κοσμική ζωή, είχαν περισσότερο καιρό να μορφώνονται.
Οπωσδήποτε ένα ζακινθινό σαλόνι του καιρού εκείνου, όπου μαζεύονταν και αριστοκράτησες και μεγαλοαστές, δεν είχε καμία διαφορά από ένα σαλόνι της Φλωρεντίας ή της Πάδοβας, όπως έγραψε τότε ένας ξένος περιηγητής. Ήταν ακριβώς η εποχή που ζούσε στη Ζάκυνθο και ο Σολωμός νέος αφότου γύρισε από την Ιταλία, ωσότου έφυγε για την Κέρκυρα, από τα είκοσι του περίπου ως τα τριάντα.
Και από τις Ζακυνθοπούλες που γνώρισε τότε εκεί, αυτά τα στολίδια του τόπου, η Ριγκίνα Λέζα έμελε να μπει στην ψυχή του βαθύτερα. Έτσι κουβέντιαζαν οι δύο κοπέλες στο γυναιτήκι της οδηγήτριας ανανεώνοντας τη φιλία που είχαν σαν γειτόνισσες από χρόνια Η Λέζενα μιλούσε πιο κάτω με άλλες όταν αντίχησε το πρώτο ψάλσιμο Ο χορός, ένας θαυμάσιος χορός γιατί η οδηγήτρια ήταν πλούσια αριστοκρατική εκκλησία και διατηρούσε τους πιο καλήφωνους ψαλτάδες μελωδούσε αργά το έναρκτήριο πνεύμα Άγιον επελεύσετε επί σε άφησαν την ομιλία τους στη μέση πήραν τις θέσεις τους κοντά κοντά και από τα πυκνά καφάσια που δεν ήταν ίσια παρά με κομψά τόξα σχημάτιζαν μπροστά τους βαθουλώματα έσκυψαν και επισκόπησαν την εκκλησιά δεν ήταν ακόμα γεμάτη οι ενορείτες μαυροφορεμένοι στέκονταν ολόγυρα στα στασίδια. Λιγοστή ήταν όρθιη στη μέση. Και μόνον άντρες. Γυναίκα ούτε μια. Εκείνο τον καιρό και οι πιο γριές παρακολουθούσαν τη λειτουργία αθέατες από το γυναικονίτη.
Πολύ αργότερα μερικές ηλικιωμένες αρχόντισσες έκαμαν την επανάσταση να φανούν κάτω στα στασίδια και σιγά σιγά τις μιμήθηκαν και αρχόντισσες και λαϊκές και ηλικιωμένες και νέες. Ήταν όταν οι πιο προοδευτικοί παπάδες είχαν αρχίσει να φωτίζουν τις εκκλησίες όχι μόνο με καντήλια και κεριά αλλά τη σκάνδαλο και με λάμπες πετρελαίου.
Ο χορός εξακολουθούσε. Αυτό το πνεύμα συλλειτουργείς εσύ πάσα στα σημέρα στη ζωή σου. Ένας κακοντημένος διάκος με ξανθή γενιάδα βγήκε από το ιερό και στάθηκε μπροστά στη μεσιανή θύρα. Ο χορός. Υπερευλογημένη Θεοτόκε, άνοιξον ημίν την θύραν του ελέου σου. Αμέσως η μεσιανή θύρα άνοιξε διάπλατη και μπροστά στην Αγία Τράπεζα φάνηκε ένας κάτασπρος, χρυσοστόλιστος γέρος παπάς. Ο διάκος με φωνή τενώρου. Ευλόγησον δέσποτα.
Και ο παπάς με το γεροντικό, το σπασμένο λιγάκι μπάσο του. Ευλογημένη η βασιλεία του πατρός. Μέσα από το ιερό ένα παιδί με φωνή πριμαντώνα στη διαπασόν. Μέγα το όνομα της Αγίας Τριάδος. Σταυροκοπήματα παντού. Η λειτουργία άρχιζε. Μια ωραία στιγμή. Η Ριγκίνα έκαμε και αυτή το σταυρό της. Και έπειτα, γυρίζοντας τη Μαρία, ψηθήρισε. «Τι δροσερή φωνή που έχει αυτό το παιδί!» «Αλήθεια», αποκρίθηκε η Μαρία. «Μα εγώ τρελαίνουμε για το διάκο μας», λέει ένα Ευαγγέλιο μουρλια.
Έτσι σιγομιλούσαν. Η Ριγκίνα τους προσκάλεσε. «Δεν ανεβαίνετε να πιούμε τον καφέ». «Όχι, Χρυσή μου», είπε η Μαρία. «Μου κακοφαίνεται πολύ, μα μας περιμένουν στο σπίτι. Ένιασου όμως και μια μέρα από τούτες θα σου έρθω. Σου δίνω το λόγο μου. Να κάτσουμε και να τα πούμε ολάκαιρο απόγευμα». «Αλήθεια» έκαμε καταχαρούμενη η Ριγκίνα «μα να μου το μηνήσεις να μην εύγω, ναι ναι θα σου το μηνήσω».
Κορίστηκαν. Η Ριγκίνα πετούσε με τα πουλιά. Η γνωριμιά της με το νέο Σολομό πλησίαζε. Τι καλά που το είχε σκεφτεί. Ω, γρήγορα θα ξημέρωνε η ευτυχισμένη ημέρα που θα πήγαινε και αυτή να επισκεφτεί τη φίλη της και θα έβρισκε στο σαλόνι της και εκείνον. Την τετάρτη το πρωί η Διαμαντούλα, μια αγριά χωριάτισσα που υπηρετούσε χρόνια στον παπα Γεωργόπουλου, πήγε στο σπίτι του γιατρού με το μήνυμα.
«Καλημέρα της αφεντιάς σας, πολλά πολλά χαιρετίσματα από την κυρά μου, τη Σώρα Μαρία» και μου είπε «έχετε την ευχαρίστηση να έρθει το απόγευμα να σας κάνει τη βίζητα» «Άντζη, με τα χαράς, την περιμένουμε» Έτσι ήταν η εθιμοτυπία εκείνο τον καιρό στην αστική τάξη Οι πρώτες τουλάχιστον βίζητες γίνονταν με μήνυμα Μα και οι κατοπινές πολλές φορές Γιατί οι γυναίκες αυτής της τάξης δεν έβγαιναν τόσο συχνά Το έκαναν δουλειά για να ντυθούν και να ξεκινήσουν για μία βίζητα Και φυσικά θα τους κακοφαινόταν πολύ να μην βρουν τη φιλινάδα τους στο σπίτι Γιατί και εκείνη είχε διαλέξει τη μέρα για την ίδια δουλειά Μα και τα σπίτια εκείνο τον καιρό και σε αυτή την τάξη δεν ήταν πάντα συγυρισμένα για να δέχονται βίζητες Έτσι και στο σπίτι ακόμα του γιατρού που ήταν σχεδόν αριστοκρατικό Πολλά χρειάστηκε να κάμουν μετά το μήνυμα Και ταπέτο στρώθηκε στη σάλα μπροστά στον καναπέ Ένα στενό μακρό ταπέτο με πολύχρωμα κουρελάκια τσόχας που δεν το έστρωναν κάθε μέρα και το καλό σκέπασμα μπήκε στο τραπέζι της μέσης, μια μεγάλη ροτώντα καρυδένια και λουλούδια στα βάζα και κάτι εργοχειράκια εδώ και εκεί.
Χωριστά το πλύσιμο, το σκούπισμα, το τρίψιμο, το γυάλισμα σε όλο το σπίτι, από τους μπρούτζους της ξόπορτας και τις πλάκες του ιντρόιτου, ίσια με τα πόμολα, τις λάμπες, τα καντιλέρια και τα ασημένια σερβίτσια. Κατά τις τέσσερις το απόγευμα, τη συνηθισμένη ώρα για τέτοιες βίζητες, τα πάντα ήταν έτοιμα Η Λέζενα και η Ριγκίνα, τουαλεταρισμένες, κάθονταν στο σαλότο, στο χολ σαν να λέγαμε σήμερα, περιμένοντας την επισκέπτρια Ο Λέζας έτοιμος για έξω, στεκόταν ορθός, γελίζοντας με τον πράτσο του το ψηλό του καπέλο Η Παναγιώτα συγυρισμένη κι αυτή τον παράστηκε με τον μπαστούνι του στο χέρι. Χοντρό μπαστούνι γιατρού, μαύρο με κυτρινοπό κοκαλένιο χερούλι. Ήταν πιο ψηλός από τη γυναίκα του και τη θυγατέρα του και τις δύο ψηλές. Αδύνατος, σβέλτος, με γκρίζα κοντάμπαρ μπετόνια χωρίς μουστάκι και με γλυκιά αγαθή φυσιογνωμία.
«Δεν κάθεσε μια στιγμή, αλληβίζω μου», του είπε η Λέζενα, «να χαιρετήσεις κι εσύ τη Μαρία. Θα ευχαριστηθεί». «Είναι αργά», αποκρίθηκε ο γιατρός φορώντας το καπέλο του και παίρνοντας από τα χέρια της δουλεύτρας τον Παστούνη. «Με περιμένουν στο Φισκάρδι για συμβούλιο. Δεν μπορώ να πάω όποτε θέλω. Μου κακοφαίνεται πολύ, μα τη Μαρία μπορεί να την ειδώ στο γυρισμό. Γεια σας».
Η Ριγκίνα σηκώθηκε και κατά τη συνήθειά της τον ξέβγαλε με ένα φιλί. Έπειτα γύρισε και ξανακάθισε αφού έριξε μια ματιά στο μεγάλο ρολόι της σάλλας. «Και πέντε», είπε, «όπου να'ναι έφτασε». Και να, σε λίγο ακούστηκε το κουδούνι της ξόπορτας. «Άνοιξε γλίγορα, Παναγιώτα!» Μα η δουλεύτρα είχε ανοίξει κιόλας, τραβώντας από το κεφαλόσκαλο ένα σκηνή.
Έπειτα ροβόλησε τη σκάλα για να ανεβάσει τη Μαρία που την είχε ειδεί να μπαίνει στο ιντρόιτο. Η Λέζενα και η Ριγκίνα τη δέχτηκαν στο σαλώτο με αγκαλιάσματα, φιλιά και κομπλιμέντα. και αμέσως την έμπασαν στη σάλα και τη θρόνιασαν στον καναπέ. Δίπλα της εκάθισε η Λέζενα για τιμή αυτό, αντίκριτης, μα πιο κοντά της, η Ριγκίνα για οικειότητα αυτό και άρχισαν να λένε τούτα κείνα.
Όπως η Ριγκίνα και η Μαρία σήμερα φορούσε ανοιχτόχρωμη τουαλέτα, προχτές στην εκκλησία είχε σκούρα με μεγάλο πουφ. Εξέλιξη η ξεψύχισμα του παλιού κρινολίνου που είχε καταντήσει ένα στενό εξόγκωμα μόνο από πίσω Με μικρό ολοστρόγγυλο καπελίνο, ύστερα το έβγαλε Και με μαργαριταρένιο γιορτάνι στον αρκετά ανοιχτό λαιμό «Τι όμορφη που είναι η Πολωνέζα σου και τι όμορφα που σου πάει» την κομπλιμεντάρισε η Ριγκίνα «Βλέπεις μαμά που λες πως η Πολωνέζα δεν είναι για κοπέλες. Πώς φορεί η Μαρία»
Αλήθεια, η Πολωνέζα, ζακέτα με σάτι και πολύ μακριά, πάνω σε φούστα του ίδιου χρώματος αλλά ανοιχτότερου τόνου Τέργιαζε καλύτερα σε νέες κυρίες παρά σε ντομιτσέλες Μα η Μαρία είχε πολλές ελευθερίες και μια από αυτές ήταν και να ντύνεται όπως της άρεσε Η συνομιλία τους όσο ήταν στη σάλα και οι τρεις δεν είχε για τη Ριγκίνα ίσως ούτε και για τη Μαρία πολύ ενδιαφέρον. Αφού βγήκε όμως το γλυκό και το ροζόλι πρώτο πάντα τραταμέντο η Λέζενα σηκώθηκε και είπε «Σας αφήνω τώρα να μιλήσετε οι δυο σας σαν κοπέλες και έτσι τα πείτε με τα βλεπόμαστε».
Η διάκριση αυτή ήταν πολύ συνηθισμένη τότε. Όταν πήγαινε στο σπίτι η κυρία, η κόρη την άφηνε να τα πει με τη μητέρα της. Και όταν πήγαινε κόρη, έκανε το ίδιο η μητέρα. Άλλωστε οι βίζητες αυτές βαστούσαν τόσο πολύ σωστές αρμένικες, ώστε οι γυναίκες είχαν όλο τον καιρό να μιλήσουν και μαζί και χωριστά. Η Ριγκίνα άρχισε με ένα φιλί που η Μαρία της το γύρισε διπλό. Ήταν το καλύτερο προήμιο για μια εμπιστευτική συνομιλία που την ήθελαν ίσως και οι δυο.
«Είσαι ευτυχισμένη Μαρία μου» ρώτησε πρώτη η Ριγκίνα. «Ναι» αποκρίθηκε με έμφαση άλλη. «Μα φαίνεσαι, το είδα προχτές και στην εκκλησιά, πως λάμπουν τα μάτια σου. Ποτέ δεν έλαμπαν έτσι». «Εγώ το είπα αμέσως. Κάτι καλό, πολύ καλό θα τη συμβαίνει». «Είσαι λοιπόν». Αντί να της απαντήσεις αυτή την ερώτηση, η Μαρία αγκαλιάζοντάς την απότομα, της έκαμε μιαν άλλη.
«Αγαπάς». Η Ριγκίνα τα χάσε μια στιγμή. Καμογέλασε. Έπειτα σοβαρεύτηκε. Και τέλος πρόφερε σιγά. «Όχι». «Μου λες αλήθεια». Ξαναρώτησε η Μαρία. «Μα ναι, γιατί να σου λέγα ψέμα. Τώρα μπορεί να μην αγαπάς. Άλλοτε όμως δεν αγάπησες ποτέ». «Ποτέ». «Ε, τότε δεν ξέρεις τι θα πει ευτυχία». «Ίσως. Ναι, ναι. Άλλη ευτυχία δεν υπάρχει στον κόσμο από την αγάπη. Κι εγώ δεν το ξέρα. Δεν το φανταζόμουν. Μα το έμαθα. Το είδα τώρα».
«Να αγαπάς και να σ' αγαπούν. Αυτό είναι». «Κι αν σ' αγαπούν χωρίς να αγαπάς κι εσύ. Ω, αυτό είναι δυστυχία. Και τη γνώρισα, ξέρεις, δύο-τρεις φορές στη ζωή μου. Μ' αγάπησαν άνθρωποι που μου ήταν αδύνατο να τους αγαπήσω. Θεέ μου, πόσο κακό μου έκανε όταν τους έβλεπα, όταν τους άκουγα, όταν διάβαζα τα γραμματά τους». «Μα αλήθεια, γιατί μου έκαμες τέτοια ερώτηση»
«Σ' αγαπά κανένας που δεν τον αγαπάς κι εσύ» Η Ριγκίνα είχε θυμηθεί τον Τζόρτζι μα δεν υπήρχε λόγος να μιλήσει γι' αυτόν στη Μαρία «Όχι, αλλά επειδή είπες να αγαπάς και να σ' αγαπούν, αυτό είναι ευτυχία» «Ώστε αυτό είναι τώρα και δική σου» «Γιαυτό σε βλέπω και μου φαίνεσαι πως αεροπλές» «Γι' αυτό, Ριγκίνα μου, γι' αυτό».
Αγαπούσα έναν άνθρωπο που ενόμιζα, φοβόμουν, πως δεν θα με αγαπήσει ποτέ. Τόσο νέο, τόσο όμορφο, τόσο άξιο. Εμένα έλεγα θα γυρίσει να κοιτάξει αυτός. Ποιος ξέρει σε ποια έχει δώσει την καρδιά του από όλες εκείνες που τη διαμφισβητούν. Θεέ μου, τι δυστυχισμένοι που ήμουν. Πολύ χειρότερα και από τότε που με αγαπούσαν χωρίς να αγαπώ Κι όμως ήμουν γελασμένη Σ' αγάπησε Ναι, μ' αγαπούσε μάλιστα κι εκείνος αφού του με γνώρισε όπως κι εγώ Μα δεν μου το έλεγε Δύο χρόνια τώρα φαντάσου Όπως δεν του το έλεγα κι εγώ Θα σου το έδειχνε όμως Ούτε Εγώ μπορεί να του το έδειχνα Εκείνος όμως όχι Γι' αυτό είχα το φόβο. Φιναλμέντε ποιος έκανε την αρχή. Εγώ έβαλα τον φόβο στην πάντα και του το είπα καθαρά. Με μια λέξη μόνο. Με τη μεγάλη λέξη που τα λέει όλα.
Είχα πάρει ξέρεις την απόφασή μου και γι' αυτό δεν με ένοιαζε Αν μου έλεγε όχι θα πέθαινα Θεέ μου τόσο δυνατά λοιπόν τον αγαπούσες Και τη ζωή σου ακόμα θα θυσίαζες αν τυχόν εκείνος ήταν δοσμένο σε άλλην Ναι έτσι δυνατά αγαπάμε εμείς οι γυναίκες Ψέματα Οι άντρες όχι Κι οι άντρες καμιά φορά Μα εμείς για πάντα Έναν θα αγαπήσουμε στη ζωή μας, μα αιώνια Μια στιγμή η Ριγκίνα ξαναθυμήθηκε τον Τζόρτζι Αν την αγαπούσε κι αυτός τόσο δυνατά που να πέθαινε όταν θα του έλεγε το οριστικό της όχι Αλήθεια, αυτό ήταν μια μεγάλη δυστυχία Έμεινε συλλογισμένη χωρίς να θέλει Και το καθαρό της μέτωπο σκιάστηκε από ένα σύννεφο «Τι έχεις» τη ρώτησε η Μαρία που το παρατήρησε «Τι συλλογέσαι έτσι μελαγχολική»
Η Ριγκίνα συνήλθε και χαμογέλασε «Ε, τίποτα» είπε «Καθόλου, συλλογιζόμουν» «Με συγχωρείς ε» «Ποιος να νεάραγε ο ευτυχισμένος» Η Μαρία την κοίταξε στα μάτια. Ήταν φαίνεται αποφασισμένη να της τα εκμυστηρευτεί όλα γιατί την έκρινε άξια. Και με ένα χαμόγελο τη ρώτησε. «Δεν ξέρεις τάχα. Δεν άκουσες τίποτα. Εγώ ξέρω καλά πως η γειτονιά το ψιθυρίζει. Όχι δηλαδή πως ξέρει τίποτα θετικό, αλλά έτσι υποθέτει, μαντεύει. Τίποτα δεν έφτασε στα αυτιά σου».
«Λοιπόν, ναι», είπε η Ριγκίνα. «Άκουσα κι εγώ να λένε για... με το δάσκαλό σου στο πιάνο. Αυτός είναι». Τα μάτια της Μαρίας έλαμψαν σαν να τον είδε μπροστά της. «Ναι, αυτός». Αυτός. Να το διαψεύδεις εσύ άμα σου το λένε γιατί δεν είναι ακόμα καιρός. Να ξέρεις όμως πως είναι αλήθεια. Πες μου, τον γνωρίζεις. Ναι, λίγο. Τον βλέπω καμιά φορά όταν έρχεται στο σπίτι σου. Μια-δυο φορές τον απαντήσαμε και στο περίπατο, στον δρόμο του αργασιού.
«Αλήθεια, είναι πολύ όμορφος νέος και στη μορφή του φαίνονται και ο νους και η καρδία του. Έχεις δίκιο να είσαι περήφανη για την αγάπη σου». Ο ενθουσιασμός της Ριγκίνα δεν ήταν πολύ ειλικρινής. Τίποτα το εξαιρετικό δεν έβρισκε στο νεαρό δάσκαλο του πιάνου. Απέναντίας της φαινόταν κοινότατος και μάλλον πρόστιχος, τύπος καλοφτιασμένου Ιταλού σαν αυτούς που πλημμυρούσαν τότε τη Ζάκυνθο, η περισσότερη πολιτική εξόριστη.
Και όλοι τους σχεδόν, νέοι ή ηλικιωμένοι, ήταν λογάδες, φαμφαρώνοι, υπερβολικοί, καθόλου σοβαροί οι ανώτεροι άνθρωποι. Η ερωτευμένη όμως, που ενόμιζε πως κι άλλοι έβλεπαν με τα δικά της μάτια, κατευχαριστήθηκε και πάλι αγκάλιασε τη Ριγκίνα και τη φίλησε με παραφορά. «Τι καλή που είσαι, πόσο σ' αγαπώ και τι καλά που έκαμα να σου ανοίξω την καρδιά μου».
Και εξακολούθησε να ανοίγεται, να λέει για την αγάπη της και τα σχέδια που έκανε μαζί τώρα με το Ρίκο για το μέλλον. Μόλις θα τα κατάφερνε να γυρίσει στην Ιταλία θα την έπαιρνε και θα γύριζαν μαζί. Ο πατέρας της και ο μπάρμπας της έλπιζε πως δεν θα είχαν αντίρρηση γιατί πολλές φορές της είπαν πως θα της έδιναν όποιον θα διάλεγε αυτή.
Αν πάλι ο Ρίκος δεν τα κατάφερνε σε ένα-δύο ακόμη χρόνια Θα τον έπαιρνε ως τότε και θα έκαναν το σπίτι του στη Ζάκυνθο Η Μαρία είχε καλή πρίκα Και ο Ρίκος αμουσικός κέρδιζε αρκετά στο μικρό μα τόσο φιλό μου σωτόπου Μιλώντας πάντα σηκώθηκαν Άρχισαν να τριγυρίζουν το σπίτι Η Μαρία ήθελε να τα ξαναειδεί όλα που είχε τόσον καιρό Και καταστάλαξαν στην κάμαρα της Ριγκίνας μεγάλη, αρκετά πλούσια βαλμένη με ένα γαλάζιο κρεβάτι και με ένα χρυσό καντήλι κρεμασμένο στη μέση όπου κλείστηκαν για να τα λένε καλύτερα Μια στιγμή η Μαρία είπε κάτι για τα κονσέρτα που γίνονταν στο σπίτι της και η Ριγκίνα επωφελήθηκε για να τη ρωτήσει Αλήθεια, της προάλλης λέγατε ένα τραγούδι που ο σκοπός του μου άρεσε πολύ «Ελληνικό ήταν, εταυτή μου πήρε λίγα λόγια. Τον αέρα που αναπνέεις, ό,τι υπάρχει γιατί υπάρχεις. Θυμάσαι ποιο σου λέω»
«Ω ναι» έκαμε ζωηρά η Μαρία. «Είναι ένα πολύ όμορφο ελληνικό τραγούδι, απ' τα καλύτερα ερωτικά που ξέρω» Και το τόνισε για αγάπη μου ο Ρίκος. «Θέλεις να σου το πω. Ακούς εκεί, θα μου κάνεις χάρη» Της έδωσε την κιθάρα και η Μαρία ακομπανιάροντας η ίδια τραγούδησε σώτο βότσε τους στίχους αυτούς. Σ' αγαπώ για αυτάς που τόσο σε στολίζουν αρετάς.
Σ' αγαπώ για τη μαγεία που τριγύρω σου σκορπάς. Σ' αγαπώ για τα εντελή σου. Σ' αγαπώ για τα ατελή. Για παν ό,τι είναι δικό σου. Σ' αγαπώ για τις εσύ. Και με σένα αυτούς τους τόπους αγαπώ που κατοικείς, τον αέρα που αναπνέεις και το χώμα που πατείς. Κι ό,τι υπάρχει, διότι υπάρχεις, διότι ζεις εις την ζωήν. Αγαπώ την πλάσιν όλη, αφού βρίσκεσες αυτήν.
Η Ριγκίνα μαγεύτηκε. Και μάτιν αλήθεια δεν είχε άδικο γιατί το ποίημα αυτό με όλη την ισοσχολαστική του γλώσσα έχει σπάνια λυρική έξαρση και μουσικότητα. «Θαυμάσιο» είπε «μήπως είναι του νέου Κόντε Σολεμού» «Όχι» αποκρίθηκε η Μαρία «και ο νέος Κόντε Σολεμός είναι ποιητής και καλός μάλιστα, μα αυτό που άκουσες τώρα είναι του Κανδιάνου Ρώμα».
Μου το έδωσε χειρόγραφο ένας φίλος μας, συγγενής του, και μου άρεσε τόσο, γιατί μου φάνηκε, μη γελάσεις, πως το έγραψα εγώ για το ρίκο μου. Ανάμεσα στα άλλα είναι έτσι γραμμένο που δεν ξέρεις αν το λέει άνδρα σε γυναίκα ή γυναίκα σε άντρα. Του άρεσε πολύ και του κόντες ο Λεμού. Ποιήματα δικά του δεν ξέρεις, δεν του ετώνησε κανένα ο καλός σου.
Για την ώρα όχι, τώρα του τονίζει ένα που εγώ όμως δεν το ξέρω, μου το κρατούν μυστικό Και την πρώτη φορά που θα συγκεντρωθούμε θα το τραγουδήσει ο Ρίκος για να το μάθω Τι ευτυχισμένη που είσαι να δέχεσαι τέτοιους ανθρώπους στο σπίτι σου Μια φορά μόνο είδα τον Κόντε Σολαιμό από μακριά, μα μου έκανε εντύπωση Φαντάσου μόνο που τον είδα να κάνει ελεημοσύνη σε μια αγριά μωραΐτισσα από τις εξόριστες και να χαϊδεύει τόσο καταδεχτικά το εγγονάκι της Ύστερα από όσα μου είπε γι' αυτόν ο ξαδερφός μου κατάλαβα πως δεν θα είναι συνηθισμένος άνθρωπος Πες μου εσύ που τον γνωρίζεις από κοντά τι είναι «Πω, έκαμε με καινούριο ενθουσιασμό η Μαρία, μα αλλιώτικο από εκείνον που την είχε παραφέρει πρωτήτερα για το ρίκο της. Ό,τι και να σου πω γι' αυτόν θα'ναι λίγο. Τέλειος άνθρωπος, αλλά νότα μπαίνε, όχι για έρωτα».
Η Ριγίνα χαμογέλασε. «Γιατί, δεν είναι ένας όμορφος νέος. Και πολύ. Μα έχει πάνω του κάτι που σου εμπνέει ένα μεγάλο σεβασμό και σε κρατεί σε απόσταση. Δεν είναι σαν τον Ρίκο που ώρες-ώρες μοιάζει παιδί. Το λες επειδή τον εγνώρισες ερωτευμένη. «Μπορεί. Μου φαίνεται όμως πως την ίδια εντύπωση θα σου έκανε αν τον εγνώριζες κι εσύ που δεν είσαι ερωτευμένη».
«Αλήθεια, πώς τον εγνώρισες» «Εκείνος το ζήτησε. Μερικοί φίλοι μας είχαν την καλοσύνη να του πουν για μένα καλά και όσα ακόμα δεν έχω. πως αγαπώ την ποιήση και τη μουσική, πως καταλαβαίνω από ωραίο της τέχνης, πως διαβάζω, πως συζητώ και τους παρακάλεσε να τον φέρουν στο σπίτι να γνωριστούμε. Πότε έγινε αυτό. Είναι πάνω κάτω έξι μήνες.
Κι ο Ρίκος σου δεν εζήλεψε. Χα, ο καημένος δεν ζηλεύει. Είναι τόσο βέβαιος για την αγάπη μου. Έπειτα καταλαβαίνει κι αυτός πως δεν θα μπορούσα ποτέ να αγαπήσω εγώ τον κόντες ο λαιμό Θα γίνατε όμως καλοί φίλοι ε Ω αδερφική Με κτιμά και με αγαπά όσο δεν παίρνει Μιλούμε σαν να γνωριζόμαστε αφότου γεννηθήκαμε Με προσέχει πολύ και μαντεύει και το ελάχιστο που μου συμβαίνει Από την αρχή μάντεψε πως αγαπούσα το ρίκο και πως βρισκόμουν σε στενοχώρια μη ξέροντας τις διαθέσεις του.
Και με παρηγορούσε, με ενθάρρυνε, μου έλεγε πάντα να ελπίζω. Αόριστα εννοείται με υπενιγμούς, με διφορούμενα. Εγώ όμως καταλάβαινα πως είχε καταλάβει. Επιτέλους εξηγηθήκαμε. Εγώ δηλαδή βλέποντας το ενδιαφέρον του, τη συμπόνια του, του τα είπα όλα. Και ήταν ο μόνος ως σήμερα που εκτός από το ρίκο ήξερε το μυστικό μου Τώρα το ξέρεις και εσύ Δεν πιστεύω να μετανιώνεις που μου το εμπιστεύτηκες Κάθε άλλο είμαι και πολύ ευχαριστημένη Ο Σολαιμός είναι πάντα ένας άντρας Και τη γυναίκα μόνο η γυναίκα την καταλαβαίνει στην εντέλεια Αγαπητή μου Ριγκίνα θέλω να βλεπόμαστε συχνά Θα μου κάνεις τιμή και ευχαρίστηση αν ήθελες να έρχεσαι στο σπίτι μου τις μέρες που δέχομαι. Θέλω να γνωρίσεις και τον Ρίκο, να τον ψυχολογήσεις και να μου πεις την ιδέα σου για αυτόν. Θέλω πολύ.
Τα αμυδρά κοκκινάδια στα μάγουλα της Ριγκίνας ζωήρεψαν. «Τιμή και ευχαρίστηση για μένα», είπε. «Στο σπίτι σου θα κάνω ίσως και τη γνωριμία του Κόντε Σολεμού, που με ενδιαφέρει τώρα περισσότερο, αφού κι εσύ που τον γνωρίζεις από κοντά, λες πως είναι τέλειος άνθρωπος». Εννοείται, ο κόντες ο λαιμός δεν λείπει ποτέ σχεδόν από τις συναναστροφές μας και θα ευχαριστηθεί πολύ να γνωρίσει μια νέα σαν και σένα.
Η καλοσύνη σου, μόνο που εγώ δεν κάνω συναναστροφές για να έρχεται και στο σπίτι μου, δεν σημαίνει θα βλεπόσαστε στο δικό μου. Αλήθεια, θα είμαι πολύ ευτυχής όταν σε ειδώ να θεωρείς το σπίτι μου σαν δικό σου. Υποθέτω πως οι γονείς σου δεν θα έχουν τις σκουριασμένες ιδέες μερικών εδώ στον τόπο μας Και θα σε αφήνουν να συναναστρέφεσαι και κυρίους που δεν έτυχε να τους γνωρίζουν κι αυτοί Να είναι οικογενειακοί φίλοι Βεβαιότατα ευτυχώς οι γονείς μου δεν έχουν τέτοιες ιδέες Αν ζω κάπως περιορισμένα το θέλω εγώ Δεν μου παρά αρέσει ο κόσμος Ίσως γιατί στα σαλόνια που πήγα ως τώρα δεν απάντησα σωλεμούς Σου το λέω ειλικρινώς Είναι ο μόνος άνθρωπος που είδα από μακριά Και επεθύμησα να τον γνωρίσω και από κοντά Και όχι βέβαια γιατί είναι μόνο ένας όμορφος νέος Α όχι Η ενδιαφέρουσα συνομιλία κόπηκε εδώ Γιατί τη στιγμή αυτή κατέφτασε ο Τζόρτζης Τακτικότατος κάθε απόγευμας του γιατρού και οι κοπέλες πέρασαν πάλι στη σάλα όπου τις περίμενε και η Λέζενα.
Σε λίγο γύρισε και ο γιατρός από τις βίζητές του. Πήγε και ο Παπαγεωργόπουλος για να πάρει τη θυγατέρα του. Έτσι έγινε ένα μικρό προβέγγερο με γενικές ομιλίες πάνω στα κοινότερα θέματα της ημέρας, πολιτικά προπάντων, όπως συμβαίνει όταν είναι μαζί άντρες και γυναίκες, νέοι και ηλικιωμένοι. Και ως που έφυγαν οι ξένοι ούτε η Μαρία μπόρεσε να ξαναμιλήσει για τον Ρίκο ούτε η Ριγκίνα για τον Κόντε Σολωμό.
Σε όλο αυτό το διάστημα ο Τζόρτζης ήταν κάπως δίστημος. Μιλούσε βέβαια με τον Παπαγεωργόπουλο, ο πατέρας της Μαρίας δεν ήταν από εκείνους που τους άκουγε μόνο σωπαίνοντας. έπαιξε και λίγη κιθάρα όταν τον παρακάλεσαν γιατί είχαν ακούσει πολλά για την τέχνη του αλλά δεν είχε καθόλου διαχύσεις δεν έκανε πολλά κομπλιμέντα και στιγμές στιγμές φάνηκε συλλογισμένος αφηρημένος πως το έπαθε αυτή να σου κάνει τη βίζητα ρώτησε ύστερα την ξαδέρφη του γιατί έκανε η Ριγκίνα σου φάνηκε παράξενο παράξενο όχι βέβαια Μα λιγάκι ξαφνικό.
Είναι απλούστατο. Με τη Μαρία ειδωθήκαμε την Κυριακή στην οδηγήτρια. Και φύγαμε μετά τη λειτουργία μαζί. Την προσκάλεσα να ανεβεί να πιούμε έναν καφέ. Δεν μπορούσε γιατί την περίμεναν. Μου είπε σχέθη όμως πως θα ερχόταν καμιά μέρα να με ειδεί. Και ήρθε σήμερα. Θα σου το μείνεις γιατί είδα πως την περίμενες. Ναι, μου μείνεις το πρωί.
Περίεργο. Πάλι. «Μα τι το περίεργο βρίσκεις αυτά. Γιατί δεν μου τα είπες». «Πότε». «Από το πρωί που μου μήνυσε, εσύ δεν ήρθες παρά τώρα». «Καλά αυτό, γιατί όμως δεν μου είπες πως ειδωθήκατε στην εκκλησία, πως την προσκάλεσες για καφέ και που σου υποσχέθηκε να έρθει για βίζητα». «Μα δεν ήρθε λόγος, δεν ήταν και τίποτα σπουδαίο να σου το αναγγείλω». «Α, γι' αυτό». «Σου κάνω τη χάρη να το πιστέψω». «Τζόρτζι, τι θες να πεις, νομίζεις πως είχα λόγο να σου το κρύψω». «Δεν ξέβρω». «Πες μου τώρα, έχεις σκοπό να της ανταποδώσεις τη βίζητα γλίγορα».
«Σε παρακαλώ, δεν θα σου αποκριθώ σ' αυτό. Αν δεν μου πεις πρώτα τι εννοούσες με το «σου κάνω τη χάρη να το πιστέψω»» Ο Τζόρτζης έμεινε λίγες στιγμές άφωνος. «Μα πήρε φαίνεται την απόφασή του». «Ναι, θα σου πω. Εγώ ό,τι σκέπτομαι το λέω. Στην εκκλησιά είχες να πας καιρούς και ζαμάνια. Πώς σου ήρθε ξαφνικά να πας την περασμένη Κυριακή. Ούτε γιορτή ήταν ούτε μνημόσυνο. Και άλλες φορές βέβαια θα απάντησες στο γυναικονίτη τη θυγατέρα του Παπαγεωργόπουλου γιατί αυτή λειτουργέται τακτικά. Γιατί μόνο προχτές καταδέχτηκες, ναι καταδέχτηκες, να φύγεις μαζί της και να την προσκαλέσεις για καφέ. Σ' αυτά θέλω να μου αποκριθείς.
Η Ριγκίνα τίναξε το κεφάλι της ψηλά. Τα κοκκινάδια στα μάγουλά της ζωηρά όλο το βράδυ ζωήρεψαν ακόμα. «Τι ανάγκη να σου αποκριθώ» είπε. «Για να ρωτάς εσύ θα πει πως κάτι υποθέτεις και εγώ τώρα πρέπει να σε ρωτήσω τι είναι αυτό. Όχι, εσύ να μου πεις. Μα εγώ σου είπα, όλα αυτά είναι απλούστατα και έγιναν τυχαία. Εσύ νομίζεις, υποθέτεις πως έγιναν με σκοπό, έτσι»
«Καλά, αποκρίσου μου λοιπόν στην πρώτη μου ερώτηση. Πότε θα ανταποδώσεις τη βίζητα στη Μαρία» «Όποτε θέλω. Αφού ήρθε πρέπει να πάω κι εγώ». «Πότε, δεν ξέρω ακόμα» Απότομα ο Τζόρτζης είπε «Ίσως θα διαλέξεις κανένα απόγευμα που θα είναι εκεί κι ο Κόντες ο λαιμός» Η Ριγκίνα γέλασε με το στανιό «Μα πες το λοιπόν, γιατί δεν το λες στο σινώρα»
«Έχεις την ιδέα πως όλα αυτά τα έκαμα, τα επροκάλεσα, τα εσχεδίασα για να γνωρίσω το κόντες ο λαιμό και θα το αρνηθείς» έκαμε ο Τζόρτζης σχεδόν απειλητικά. Η Ριγκίνα θύμωσε. «Ούτε θα το αρνηθώ ούτε θα το επιβεβαιώσω. Δεν έχω να σου δώσω λόγο. Κάνω ό,τι θέλω. Πατέρα σε έχω ή αδελφό». Ο ξάδερφος δεν έχει κανένα δικαίωμα να ρωτάει και μάλιστα να ανακρίνει.
Η ανάκρισή σου με πικάρισε και τα μούτρα σου πρωτήτερα. Απαντά στο σπίτι μου μια κοπέλα, μια γειτονοπούλα, μια φίλη μας και δεν της κάνεις ούτε ένα κομπλιμέντο. Είναι σωστό, τι θα υποθέσει και εκείνη. Σαρκαστικά ο Τζόρτζης αποκρίθηκε. Φοβήθηκα μη ζηλέψεις. Η Ριγκίνα άναψε. «Χω, ξέρεις καλά πως εγώ δεν ζηλεύω και προπάντων πως δεν ζηλεύω εσένα. Εσύ είσαι ζηλιάρης και μα την αλήθεια ανυπόφορος. Καταλαβαίνεις τι κάνεις τώρα, δεν το καταλαβαίνεις. Να σου το πω εγώ, μου κάνεις σκηνή, με βρίζεις μόνο με την ιδέα πως μπορεί αύριο, πηγαίνοντας του Παπαγεωργόπουλου, να τύχει να γνωρίσω και το κόντες ο λαιμό. Μα είναι κατάσταση αυτή».
Ο Τζόρτζης σηκώθηκε και άρχισε να σουλατσάρει. Συλλογιζόταν ίσως αν έπρεπε να της μιλήσει έξω από τα δόντια ή να τα γυρίσει και να την καλοπιάσει για να μην τα χαλάσει για πάντα. Η Ριγκίνα σώπαινε, τον άφηνε, περίμενε. Αλλά δεν έμελε να μάθει ποτέ τι είχε στο νου του εκείνη την ώρα ο Τζόρτζης. Σώπαιναν ακόμα και οι δυο όταν ξαναμπήκε στη σάλα ο γιατρός.
«Γιατί κουντραστάρατε παιδιά μου» τους είπε «Σας άκουγα που μιλούσατε λίγο ζωηρά» «Έλεγα του Τζόρτζι» αποκρίθηκε αμέσως η Ριγκίνα «πως πρέπει αφού είναι παλικάρι να πάει εθελοντής να πολεμήσει στο Μοριά με τα αδέρφια μας, μα δεν θέλει» «Όχι για το Θεό» φώναξε ο γιατρός «η Αγγλία δεν ευνοεί καθόλου την επανάσταση των Ελλήνων και αυτοί που θα πάνε, κρυφά βέβαια, να πολεμήσουν, θα βρούνε τον πελά τους και οι οικογένειές τους ακόμα θα υποφέρουν.
Ο Τζόρτζης θα κάνει πολύ καλά να κάτσει στα αυγά του και σε παρακαλώ, Ριγκίνα, μην του σηκώνεις τα μυαλά». Μιλιά ο Τζόρτζης. Κρυφοδάγγωνε τα χείλη του και συλλογιόταν. «Τι φοβάμαι εγώ αυτή τη γνωριμία με τον νιό ποέτα. Τώρα είναι που δεν θα μου πει ποτέ το ναι». Από το άλλο μέρος μιλώντας η Ριγκίνα συλλογιόταν. Γιατί να θυμώσω έτσι, μ' αγαπάει ο κακόμηρος και φοβάται. Και ημέρωνε από μέσα της λίγο λίγο και τον λυπώταν.
Σχόλια
Χωρίς σχόλιαΣυνδεθείτε για να συμμετάσχετε στη συζήτηση
Σύνδεση για ΣχολιασμόΔεν υπάρχουν σχόλια ακόμα