Ρηγγίνα Λέζα (2/18) Γρηγόριος Ξενόπουλος
ΜυθιστορίεςΣχετικά με αυτό το επεισόδιο
Διαβάζει η Χριστίνα Μπράβου
Αυτόματη μεταγραφή — ενδέχεται να περιέχει λάθη.
Ήταν η ημέρα που η Μαρία δεχόταν Δεν ήξερε όμως Αν θα έβρισκε εκεί και τον κόντε Σολωμό Αυτό το άφηνε στην τύχη Και μια το ευχόταν Το ήθελε πολύ Και μια το απευχόταν Σαν από έναν παράξενο φόβο Μην ήταν αλήθεια ερωτευμένη Με το τρανό εκείνο αρχοντόπουλο Και φοβόταν καμιά ντισφάτα Να την εγνώριζε άξαφνα Και να μην του έκαμε καμιά εντύπωση Τι φοβερό Ή με τη γνωριμιά και με κάποια προσοχή, κάποια συμπάθεια που θα της έδειχνε ίσως και εκείνος να τον αγαπήσει αυτή τόσο πολύ που να μην μπορεί πια να ζήσει. Τι φοβερότερο.
Όχι τίποτα απ' αυτά Η Ριγκίνα δεν ήταν ερωτευμένη με τον νέο Σολωμό Αισθανόταν απλώς τη ζωηρή εκείνη επιθυμία που αισθάνονται όλα τα κορίτσια Να γνωρίσουν και από κοντά έναν άνθρωπο που τους κάνει εντύπωση από μακριά Ή ακούνε να λένε για αυτόν καλά Γι' αυτό ήταν παράξενος, ανεξήγητος ο φόβος που διαδεχόταν την επιθυμία της έμοιαζε μάλλον με προέσθημα κάποιου κακού που τίποτα δεν το δικαιολογούσε.
Θα πήγαινε όμως, το είχε αποφασίσει. Και τις στιγμές που συνερχόταν το έβρισκε τόσο γελίο να φοβάται. «Για να μην έχει ντράβαλα με τον Τζόρτζη», του είπε από την παραμονή. «Αύριο θα πάω στον Παπαγεωργόπουλου. Έρχεσαι το βράδυ και εσύ να με πάρεις». «Ευχαριστώ πολύ», της αποκρίθηκε ήρεμα ο Τζόρτζης. «Ας έρθει ο παπάκι σου, όπως ήρθε εδώ και ο παπαγεωργόπουλος».
«Μα γιατί καημένε, ξαδερφός μου είσαι, τους γνώρισες, μπορείς εξαίρετα να έρθεις». «Όχι, δεν είναι ανάγκη». «Δεν θα πας με τη θεία και μόνοι σας μπορείτε να γυρίσετε το βράδυ από εκεί ως εδώ». «Καλά, εγώ σου είπα, αφού δεν θέλεις, δεν πιστεύω όμως να μου το βγάλεις ξινό το βράδυ που θα γυρίσω». «Όχι, μη φοβάσαι, έχεις το λόγο μου».
«Πήρα την απόφασή μου. Ποτέ δεν θα σου ξαναπώ τίποτα που να σε κάμει να πεις πως ζηλεύω». «Αλήθεια. Λέξη δεν της είχε ξαναπεί ο Τζόρτζης ούτε για Μαρία ούτε για Σολωμό. Κι η Ριγκίνα έφυγε κάπως ήσυχη που δεν θα της το έβγαζε ύστερα ξινό». «Θα έρθεις να με πάρεις» ξαναρώτησε όταν χωρίζονταν. «Όχι». «Καλά. Αν δεν μπορέσει ο παπάκης μπορεί να γυρίσουμε και μόνες».
Την ώρα που έφτασαν στο Παπαγεωργόπουλου δεν είχε πάει ακόμα κανένας. Στη σάλα όπου κρεμόταν ένας μικρός Βενέτικος πολυέλεος που από τις πολλές λάμψεις, αν και σβηστός, έμοιαζε σαν αναμένος και βασίλευε μια χρυσή κονσόλα ανάμεσα στα δύο παράθυρα με σκούρο μάρμαρο και με καθρέφτη ψηλό ως το ταβάνι, Καθόταν η Μαρία με άσπρο φόρεμα και κουβέντιαζε με τον μπάρμπα της που τον είχε δεύτερο πατέρα Καταχάρηκε άμα ο μικρός υπηρέτης ένα έξυπνο μωραϊτάκι με σπιθοβόλα μαύρα μάτια Ανήγγειλε την κυραλέζενα και τη θυγατέρα της και όρμησε να της δεχτεί στο κεφαλόσκαλο Τι χαρά μεγάλη τους είπε κάτι μου έλεγε μέσα μου πως θα ερχόσαστε σήμερα «Ναι», είπε η Ριγκίνα, «δεν σου το μηνύσαμε γιατί είναι μέρα που δέχεσαι, δεν είναι».
«Βεβαιότατα, ύστερα θα έρθει και ο Κόντες ο Λεμός». «Συνόμως εξαίρεις με το δάσκαλό μου για να μου κάνει μια έκπληξη. Φαντάζομαι πως καλή μέρα διάλεξες για να έρθεις». «Πάντα για μένα θα ήταν καλή». «Μα τι έκπληξη σου ετοιμάζουν». «Ξέρω κι εγώ. Υποθέτω, δεν είμαι βέβαιη, πως θα ακούσουμε κάποιο ποίημα. Του κόντε Σολεμού. Μα ναι, ναι».
Η καρδιά της Ρυγκίνας χτύπησε από χαρά. Το θεωρούσε μεγάλη ευτυχία να ακούσει ένα ποίημα του νέου εκείνου που τον έλεγαν ποιητή, γιατί κρίνοντας από το εξωτερικό του φανταζόταν πως θα ήταν αριστούργημα. Στάθηκαν λίγο μιλώντας στο σαλότο, ένα μεγάλο σαλότο επιπλωμένο με κομψή πολυτέλεια, όπως άλλωστε και όλο το σπίτι, και πέρασαν στη σάλα, όπου κάθισαν με τον Παπαγεωργόπουλο.
Ο αγαπημένος μπάρμπας της Μαρίας ήταν ένας μεσόκοπος, ψηλός, μαυριδερός, ξεραγγιανός, με έντονο το μωραϊτικό τύπο, ακόμα και με κάποιο χρώμα στην προφορά, αν και η οικογένεια ήταν εγκατεστημένη από αιώνα σχεδόν στη Ζάκυνθο και ο ίδιος κοσμογυρισμένος. είχε ζήσει πολλά χρόνια στην Ιταλία. Κρεμασμένος από τα χείλια της ανιψιάς του που την κοίταζε στα μάτια φαινόταν πως τη θεωρούσε κάτι υπέροχο, κάτι πολύτιμο και τη λάτρευε.
Έμεινε με τις κυρίες ως ένα τέταρτο. Έπειτα σηκώθηκε λέγοντας πως έπρεπε να πάει στο κατάστημα για να στείλει στο σπίτι τον αδερφό του. Έτσι συνήθιζαν τα αγαπημένα αδέλφια. Όσο ήταν ανοιχτό το κατάστημα ποτέ δεν έμεναν στο σπίτι και οι δυο Έπρεπε να πάει ο ένας για να έρθει ο άλλος Έτσι ούτε το κατάστημα έμενε ποτέ μόνο με τους υπαλλήλους Ούτε είχα η δεμένη Μαρία στο σπίτι χωρίς τον πατέρα ή τον μπάρμπα στο πλευρό Συγκινητική οικογένεια Συνηθισμένη όμως εκείνο τον καιρό που τα αδέρφια ομονοούσαν, συνεργάζονταν και όταν ο ένας αδελφός παντρευόταν, ο άλλος έμενε ανήπαντρος και αφοσιωνόταν στα ανήψια του.
Το παπαγεωργοπουλέικο σπίτι στην Κατορούγα, καθώς ξέρουμε, κι αυτό ήταν μεγάλο και δίπατο σαν του γιατρού, πιο νιώχτιστο όμως, μόλις θα ήταν 25 χρονών, πιο στυλπνό και πιο περιποιημένο. Ήταν κυρίως έργο του Μπάρμπα, που είχε βάλει σ' αυτό όλο του το γούστο. Μα και η Μαρία μεγαλώνοντας είχε αλλάξει και συμπληρώσει πολλά. Στο μεγάλο σαλότο, στη σάλα, στο διπλανό σαλόνι γραφείο και λίγο παντού έβλεπες και καλλιτεχνικά αντικείμενα.
Εικόνες, αγαλματάκια, ξυλογλυπτικά, ξένα ή εγχώρια. Γιατί και στη Ζάκυνθο υπήρχε από καιρό μια ακμαία τέχνη που μόνο στα αρχοντικά σπίτια μπορούσες να απαντήσεις. Μα αν απ' το παπαγεωργοπουλέικο έλειπε το οικόσιμο υπήρχε όμως το χρήμα και το γούστο Οι γυναίκες δεν έμειναν πολλήν ώρα μονάχες Κατά τις πέντε πήγε ένας κύριος σε λίγο μια κυρία και τέλος ο δάσκαλος του πιάνου Τι γίνεται ο φίλος σας τον ρώτησε η Μαρία που μεταμορφώθηκε μόλις μπήκε ο νέος στη σάλα Τον είδα το μεσημέρι της αποκρίθηκε θα έρθει δίχως άλλο Μιλούσαν Ιταλικά γιατί ο Ρίκος αν και ήταν πάνω από δύο χρόνια στη Ζάκυνθο Ελληνικά δεν είχε μάθει σχεδόν καθόλου Δεν του χρειάστηκαν ώστε να τον κάνει ανάγκη Γιατί στην τάξη που συναναστρεφόταν άντρες και γυναίκες ήξεραν και μιλούσαν τα Ιταλικά στην εντέλεια Αλλά ας μην νομίσει κανένας πως αυτή η γλώσσα επικρατούσε στον τόπο Κάθε άλλο Εκτός από λίγους νιοφερμένους και μη εξελινισμένους ακόμα Ιταλούς που ήταν οι μητρικοί τους, οι ντόπιοι αριστοκράτες είτε από την Ελλάδα είχαν έρθει τα παλιά χρόνια είτε Ιταλικής καταγωγής εξελινισμένοι, τη μάθαιναν με βιβλία και με δασκάλους όπως κάθε άλλη ξένη γλώσσα.
Ο λαός δεν ήξερε παραλιγοστές λέξεις που είχαν μπει στη γλώσσα του από τον καιρό της Βενετοκρατίας και τις είχε συμμορφώσει και τις είχε κάνει πια δικές του. Το σεντιμέντο του σεντιμέντου, ηναμοράτος, ηναμοράτα, προβάρο, προβάρη. Και αυτό γινόταν σε όλα τα εφτάνισσα. Μόνο στην Κέρκυρα και μόνο στην πόλη είχε μορφωθεί μια ιταλική διάλεκτος που τη μιλούσε και ο λαός.
Μα ένας λαϊκός κορφιάτης θα ήταν αδύνατο να συνεννοηθεί σε αυτή τη διάλεκτο με έναν λαϊκό στη Ζάκυνθο ή στο Αργοστόλη Θα έπρεπε να μιλήσουν τα ρωμαίικα που ήξεραν κι τρεις Έτσι και στη σάλα του Παπαγεωργόπουλου Από τη στιγμή που μπήκε ο Ρίκος η Ιταλική επεκράτησε Η Μαρία για αγάπη του απευθυνόταν Ιταλικά και στους άλλους που με την ίδια ευγένεια στον Ξένο απαντούσαν στη γλώσσα που την ήξεραν.
«Κύρι Γίνα, Κυλέζενα και η άλλη κυρία, Στουπάθενα» την έλεγαν από καλό σπίτι και ο άλλος κύριος, ένας δικαστικός που ήταν κορφιά της. Η συνομιλία περιστρεφόταν σε πολλά και διάφορα. Ο δικαστικός είχε βέβαιες ειδήσεις από την Ελλάδα. Ο αγώνας έλεγε πήγαινε καλά. Σε πολλά μέρη οι Έλληνες τσάκισαν τους αγαρινούς και κάποιος ψαριανός καπετάνιος, ανώνυμος ακόμα, έκαψε μια τουρκική φρεγάδα. Με την ίδια χαρά τα άκουσε όλα αυτά και ο καημένος ο Ρίκος και η δική του πατρίδα βλέπετε στέναζε κάτω από τους Αυστριακούς και καταλάβαινε πολύ καλά ο εξόριστος των πόνοτων σκλάβων και τον πόθο τους για την ελευθερία.
«Μακάρι», είπε μια στιγμή, «να λευτερωθεί η Ελλάδα όλοι. Αυτό θα δώσει παράδειγμα στην Ευρώπη και θάρροσε εμάς τους Ιταλούς». Και θυμούμενος κάποιον Ιταλικό στίχο, ψηθήρισε «Αχ Ιταλία, γιατί να μην είσαι λιγότερο ωραία και περισσότερο δυνατή». Αγαπώντας την ελευθερία, ο νέος Ιταλός αγαπούσε και την Ελλάδα. Κι αυτός ο φιλελληνισμός τον έκανε ακόμα πιο συμπαθητικός στους Ζακυνθινούς, που το ελληνικό τους αίσθημα εκείνο τον καιρό ήταν τόσο ξαναμένο.
Η Ριγκίνα δεν έβρισκε πια τόσο κοινή την ομορφιά του, ούτε τόσο κενή την ευγλωτία του, και δικαιολογούσε τη Μαρία που τον είχε αγαπήσει τόσο. Αυτός, συλλογιζόταν, αν μείνει εδώ θα γίνει γλίγορα ένας τέλειος Ζακυνθινός όπως τόσοι άλλοι ξένοι Η Μαρία μπορεί να τον κάνει και ορθόδοξο ή τουλάχιστον να τον πείσει να κάνουν ορθόδοξα τα παιδιά τους και θυμόταν ένα σωρό Ιταλικές οικογένειες που εγκατεστημένες από αιώνες στη Ζάκυνθο ήταν πια ελληνικές και στη γλώσσα και στη θρησκεία και στο αίσθημα και εκείνες ακόμα που είχαν διατηρήσει το δυτικό δόγμα είχαν πια το ελληνικό αίσθημα σαν τις άλλες που είχαν έρθει από την πόλη, από την Κρήτη, από την Ήπειρο, από τη Ρούμελη, από το Μοριά.
Η Ριγκίνα πρόσεχε στην ομιλία, λάβαινε μέρος, προσπαθούσε να ψυχολογήσει τον Ρίκο από ενδιαφέρον για τη φίλη της, μα ο νους της ήταν στον άλλον. Από τη στιγμή που ο νέος Ιταλός είπε πως ο φίλος του θα ερχόταν χωρίς άλλο, τον περίμενε από στιγμή σε στιγμή. Και η ανυπομονησία της κορυφώθηκε όταν έπεσε ο ήλιος και στη σάλα χύθηκε το σύθαμπο του δειλινού.
Ήταν η ώρα που τον είχε ειδεί την αξέχαστη εκείνη η μέρα να μπαίνει στον Παπαγεωργόπουλου. Ήταν η ώρα του. Και να, άξαφνα, χωρίς να ακουστεί ούτε χτύπος στην ξόπορτα, ούτε κουδούνι, ούτε θόρυβος άλλος απ' έξω, ο μικρός υπηρέτης με τα λαμπερά μάτια διαπλάττεινε την πόρτα του σαλονιού και ανήγγειλε «Ο κόντες ο λαιμός, ο κύριος Τρούζας».
Η εμφάνιση του νέου με το μεγάλο όνομα προκάλεσε βέβαια κάποια συγκίνηση. Πάντα ένας Κόντες που έμπαινε σε ένα αστικό σπίτι ήταν επίσημο πρόσωπο που του έπρεπε κάθε διάκριση και σεβασμός. Μα η συγκίνηση της Ριγκίνας ήταν μεγάλη. Απορούσε και η ίδια γιατί η καρδιά της χτυπούσε τόσο δυνατά και γιατί αισθανόταν τόσο κρύο στα χέρια και τόση φλόγα στα μάγουλα.
Ο κόντες Σολαιμός συνοδευόταν από έναν κύριο, τον Στρούζα, καθώς τον είπε ο υπηρέτης, που κι αυτόν η Ριγκίνα δεν τον έβλεπε πρώτη φορά. Τον είχε ειδεί στο πλευρό του την αξέχαστη εκείνη ημέρα, όταν έφυγε από του Παπαγεωργόπουλου μαζί με δύο άλλους. Ο νεαρός κόντες φορούσε πάλι ολόμαυρα με άσπρα. Προχώρησε με ένα αμυδρό σοβαρό χαμόγελο. Το δυνάμωσε. Το γλίκανε ακόμα όταν έσφιξε το χέρι της Μαρίας και η Ριγκίνα τον άκουσε να της λέει ελληνικά.
«Καλησπέρα, τι κάνεις κυρά μου» Η φωνή του ήταν γλυκιά, μαλακή, μα χωρίς να μοιάζει με γυναικεία και αμέσως σχεδόν το χαμόγελό του, χωρίς να σβήσει ολότελα, ξανά γίνε αμυδρό και σοβαρό. Ο λόγος του στη Μαρία δεν έδειχνε και τόσο μεγάλη οικειότητα όσο δείχνει ίσως σε εμάς που τον ακούμε τώρα. Εκείνο τον καιρό οι Ζακυνθινοί δεν παρασυνήθησαν τον πληθυντικό και προσφωνούσαν κυρά μου και μια γυναίκα που μόλις την εγνώριζαν είτε κοπέλα είτε παντρεμένη Ο Σολωμός γυρίζοντας από την Ιταλία όχι μόνο είχε ξαναγίνει ο Ζακυνθινός που ήταν πριν φύγει αλλά και ήθελε προσπαθούσε να γίνει ακόμα περισσότερο Και γι' αυτό όταν η Μαρία και ύστερα εις του Πάθαινα κάτι του είπαν Ιταλικά φώναξε «Α, σας παρακαλώ, ελληνικά, μόνο ελληνικά, πως αλλιώς θα τα μάθει και ο αγαπητός μου Ρίκος».
«Μη ξαστοχάτε κιόλας πως κι εγώ έλειπα τόσα χρόνια στην ξενιτιά και έχω χρέος να τα ματαθυμηθώ». «Κι όμως κόντε μου», είπε ο κορφιάτης, «εγώ στοχάζομαι πως δεν θα τα ξαστόχησες ούτε μια ημέρα». «Έπειτα», πρόσθεσε ο Στρούζας γελώντας, «η ξενιτιά που είπες δεν ήταν η πρώτη σου πατρίδα». Ο Σολωμός δεν αποκρίθηκε. Η Μαρία, μεγάλη στιγμή, του παρουσίαζε τη Λέζενα και τη Ριγκίνα. Η κυρία έμεινε καθιστή. Η κοπέλα σηκώθηκε. Ο νέος κόντες υποκλήθηκε βαθιά και φίλησε το χέρι της κυρίας.
Με μικρότερη υπόκληση έσφιξε ελαφρά, έπιασε μάλλον το χέρι της κοπέλας. Μια στιγμή μόνο την κοίταξε στα μάτια, ψιθυρίζοντας το τυπικό «Μεγάλη μου τιμή» και αμέσως ξαναγύρισε στην κυρία. «Το γιατρό τον Λέζα τον έχω ακουστά», της είπε. «Έχει καλή φήμη στον τόπο». «Και στην Ιταλία μου μίλησε γι' αυτόν ένας γιατρός, παλαιός συμμαθητής του. Εσείς όμως, το χάζομαι, δεν είσαστε από εδώ».
«Πώς», έκαμε η Λέζενα. «Είμαι βορτεροπούλα. Ένας άλλος Λέζας, ξάδερφος του γιατρού, έχει ξένη». Το χαμόγελο στο πρόσωπο του νέου Κόντε δυνάμωσε. «Με συμπαθάτε», είπε. «Έκανα λάθος. Σας ενόμισα για ξένη και έχετε ένα από τα πιο ζακυνθινά ονόματα. Του Παύλου του Βορτέρα Θυγατέρα, του Μίμη. Α, μα την αλήθεια, χαίρο πολύ».
Η καημένη Ριγκίνα, ορθή σε αυτό το διάστημα, περίμενε να ξαναγυρίσει προς το μέρος της ο νέος Κόντες να πει και σε αυτήν κανέναν λόγο. Μα τίποτα. Αμέσως ύστερα ο Σολωμός τραβήχτηκε, κάθισε στην πολυθρόνα του και γύρισε στο Στρούζα λέγοντας «Η πρώτη μου πατρίδα είπες. Όχι, η πρώτη μου είναι η Κρήτη. Μην το ξαστοχάς». Η Ριγκίνα έμεινε σοβαρή Είχε ξανακαθίσει στη θέση της Στην άκρη του καναπέ Και άκουγε με έκσταση Το νέο κόντε Που τα λόγια του θα λέγες Έπεφταν πάνω της Όσι ετός επάγρος την Και νυφετός επιχώρ του Πώς η εντύπωση αλήθεια της έκανε Η ομιλία του Σολομού Η φωνή του Ο τόνος του Η χειρονομία του Και προπάντων η έκφραση της φυσιογνωμίας του Και τι όμορφη η γλώσσα του, ούτε μια λέξη ιταλική, ούτε μια λέξη πρόστιχη, χιδέα. Με το δίκιο του ο Κορφιάτης μια στιγμή φώναξε «Μα έπειτα κόντε μου, μας λες πως ξαστόχησες τη γλώσσα σου στην ξενιτιά και θέλεις να τη ματαθυμηθείς, μα εσύ να σε χαρώ, τι μιλείς καλύτερα από όλους μας».
Κι όμως, έκαμε ο Σολωμός προσπαθώντας να κρύψει το καμάρι του γι' αυτό το κομπλιμέντο που η Ριγκίνα το διάβασε στα μάτια του, όχι μόνο ότι μα τα θυμάμαι παρά και τι μαθαίνω, γιατί σας βεβαιώνω δεν την ήξερα από μικρός, μόνο τα Ζακυνθινά μας. Μα τα Ζακυνθινά μας, αν και είναι τόσο πλούσια, τόσο εκφραστικά και τόσο νόστιμα, δεν είναι ολάκερη η ελληνική γλώσσα.
Και αυτή τη μαθαίνω τώρα διαβάζοντας. «Και σαν τι διαβάζεις, Κόντε μου», ρώτησε ο Κορφιάτης. «Απούλα», φώναξε ο Σολωμός. «Η αγαπητή μας Μαρία ξέρει. Ό,τι ελληνικό βιβλίο πέφτει στα χέρια μου, το διαβάζω». Ο Κόντες Σολαιμός, είπε η Μαρία, προτιμάει τα βιβλία που είναι γραμμένα στη γλώσσα του λαού. Εγώ του έδωσα τον Ερωτόκρητο, την Εροφύλη, τη Θυσία του Αβραάμ, ακόμα και τον Μπερτόλδο και τον Μπερτολδίνο.
Φυσικά, έκαμε ο Σολομός. Αυτά είναι η γλώσσα μας, η νέα γλώσσα. Και όλα τα τραγούδια του λαού, παλιά και τωρινά. «Κόντε, τα αρχαία ελληνικά τα καταλαβαίνεις» ρώτησε εις του Πάθαινα. «Τους αρχαίους μας τους διάβασα σε Ιταλική μετάφραση» αποκρίθηκε ο Σολωμός. «Μα και το πρωτότυπο είδα πολλές φορές και δεν μου είναι τόσο ξένο».
«Και ξέρεις κυρά μου γιατί». «Πρώτο, το κυριότερο ίσως, γιατί κι εγώ δεν είμαι ξένος». Οι αρχαίοι λέγανε «Το γοργόν και χάριν έχει». Μα να σας χαρώ, ένας Ζακινθινός χρειάζεται να έχει σπουδάξει αρχαία ελληνικά για να τα καταλάβει. Δεύτερον, γιατί ξέρω τι λέει το πρωτότυπο από τη μετάφραση. Και τρίτο, γιατί μικρός δεν έλειπα από την εκκλησία.
Έμαθα απόξω προσευχές, ψαλμούς, τροπάρια, ευαγγέλια, αποστόλους που τα θυμάμαι ακόμα. Και καθώς ξέρετε, η γλώσσα που ακούμε στην εκκλησία είναι απάνω κάτω η αρχαία. «Σωστό», είπε ο Κορφιάτης. «Κόντε», ρώτησε πάλι εις του Πάθαινα, «πάς και τώρα στην εκκλησία». «Και πολύ συχνά», αποκρίθηκε ο Σολωμός. «Μ' αρέσει, μου θυμίζει, με συγκινεί».
«Ο Κόντες είναι πολύ θρύσκος», είπε ο Στρούζας. «Κι αυτό δεν το κρύβω», είπε ο Σολωμός, «το έχω από τη μάνα μου». Η Ριγκίνα αισθάνθηκε μια στιγμή τα μάτια της υγρά και για να μην ειδούν τη συγκίνησή της, σηκώθηκε και πλησίασε τη Μαρία που στεκόταν κοντά σε ένα παράθυρο. «Ο κύριος Ρίκος», της είπε σιγά, «θα στεναχωριέται που μιλούμε όλο ελληνικά».
«Ας τον να μαθαίνει», έκαμε η Μαρία. «Καλά», είπε και ο Κόντες. «Δεν μου λες πώς σου φαίνεται κι από κοντά». «Θαυμάζω την ομιλία του». «Δεν νομίζεις πως κοπιάζει λίγο να βρίσκει, να διαλέγει τις λέξεις. Ίσως, μα δεν παραφαίνεται. Μιλεί αργά, ψηλά, σχεδόν επίσημα. Κι αυτό μ' αρέσει τόσο πολύ». «Μα, πού είναι η έκπληξη» «Α, δεν μπορώ να τους πω τίποτα. Πρέπει να περιμένουμε ώστε να θελήσουν εκείνοι. Έλα, ας καθίσουμε εδώ».
Οι κοπέλες κάθισαν δίπλα-δίπλα σε δύο σκαμιά κοντά στο παράθυρο. Η διαμαντούλα και ο μικρός υπηρέτης έφεραν δύο μεγάλες λάμπες αναμένες που τις έβαλαν τη μία στη ροτόντα και την άλλη στο πιάνο. Μεγάλο πιάνο με ουρά. και οι ροίδες δεν άναψαν κανένα, ούτε από τον πολύ έλεο, ούτε από τα πολύ φώτα του τείχου. Η συνομιλία εξακολουθούσε με κέντρο πάντα τον Σολωμό.
Με την ίδια πάντα προσήλωση την παρακολουθούσε η Ριγκίνα και πολλές φορές της ερχόταν κάτι να πει κι αυτή, κάτι να ρωτήσει, για να κάνει τον Σολωμό να της αποκριθεί και έτσι να την προσέξει κάπως περισσότερο, γιατί της φαινόταν πως καθόλου δεν είχε τραβήξει την προσοχή του. Κι αυτό την πίκραινε λιγάκι. Τίποτα λοιπόν δεν είχε πει στο νέο κόντε η Μαρία για τη φίλη της και ούτε η παρουσία της δεν του έκανε καμιά εντύπωση.
Τι της έλεγαν όλοι πως ήταν όμορφη και τι λογής ήταν η ομορφιά της αφού τη γνώριζε ένας νέος σε ένα σαλόνι και δεν της έλεγε ούτε δύο λόγια εκτός από τα τυπικά. Αλλά φοβόταν να του μιλήσει πρώτη αυτή και κάθε φορά που της ερχόταν κάτι στα χείλη το κατάπινε. Μια στιγμή, χωρίς κι αυτή να ξέρει πώς, πήρε θάρρος. Μιλούσαν για τα γυναικόπαιδα του Μοριά που είχαν προσφύγει στη Ζάκυνθο.
Ο Σολωμός έλεγε πως η Επιτροπή έκανε γι' αυτά ό,τι μπορούσε και πως η αγγλική ρεζιντέντζα δεν έφερε πολλές δυσκολίες σε αυτό τουλάχιστον το ζήτημα. Τότε η Ριγκίνα τόλμησε να ρωτήσει «Είσαστε και εσείς κόντε μέλος της Επιτροπής». Ο Σολωμός γύρισε μια στιγμή προς τη φωνή. Μα είτε γιατί δεν άκουσε τι είπε, είτε γιατί δεν κατάλαβε πως απευθυνόταν σε αυτόν, ξαναγύρισε αμέσως τον Κορφιάτη και εξακολούθησε την ομιλία του.
Η καημένη η Ριγκίνα κοκκίνησε ως τα αυτιά. Η Μαρία κατάλαβε τον τρόπιασμά της και θύμωσε με τον Σολωμό. «Ε, κόντε Διονύση!» φώναξε. «Σου μιλούν από δω και δεν δίνεις απόκριση. Μα γύρισε να είδεις ποιος ερώτησε αν είσαι κι εσύ σε αυτή την επιτροπή». Σαστισμένος λιγάκι ο Σολωμός κόπηκε Γύρισε προς τη Μαρία Κοίταξε τη Ριγκίνα που του την έδειχνε με έναν μορφασμό μουμφής Και είπε απλά και σοβαρά Σκουζάτε η σινιωρίνα με ρώτησε Δεν άκουσα Όχι δεν είμαι στην επιτροπή Έχουν βάλει πιο ηλικιωμένους από μένανε Στο τέλος έγινε κάπως ψυχρός Τον είχε πειράξει φαίνεται η παρατήρηση της Μαρίας και γυρίζοντας πάλι στους άλλους ρώτησε «Τι έλεγαμε» που να ξαναμιλήσει η Ριγκίνα. Ζάρωσε στο σκαμνί της και δεν ήθελε πια ούτε να ακούσει.
Πειραγμένη, πικραμένη, προσπαθούσε να αδιαφορήσει κι αυτή αφού ο νέος κόντες έδειχνε τόση αδιαφορία Μα δεν το κατόρθωσε, σε λίγο πάλι κρεμάστηκε από τα χείλη του και δοκίμαζε όλη τη γοητεία της ομιλίας του, μα και της μορφής του Όσο τον έβλεπε, τόσο η ομορφιά του της φαινόταν μεγαλύτερη, πνευματικότερη, θειότερη Ορισμένος δεν είχε ξαναειδή τέτοιον άνθρωπο ζωντανό Της θύμιζε εικόνες, αγάλματα, θεούς, μεγάλους άντρες Ο αετός του προπάντων, εκείνη η μύτη που σχημάτιζαν μπροστά τα ανασηκωμένα μαλλιά του Και που κατέβαινε ως τη μέση σχεδόν του μεγάλου του μετόπου Της φαινόταν καθ' αυτό σαν μια θεία σφραγίδα Όσο για τα μάτια του, αυτά την τρόμαζαν Καταλάβαινε πως θα της ήταν αδύνατο να υποστεί το βλέμμα τους πολλήν ώρα Είχε παρατηρήσει μάλιστα πως και στους άλλους ήταν ανυπόφορα Όταν ατένιζε κανένα νοσολομός, μόλις δύο-τρεις στιγμές τον ατένιζε και εκείνος Έπειτα κατέβαζε τα μάτια του ή τα γύριζε σ' άλλον Αλλά περίεργο πράγμα, ο Σολωμός γύρισε και αντί να κοιτάξει τη Μαρία που μίλησε, κοίταξε τη Ριγκίνα.
«Δεν το είπα εγώ», έκαμε αυτή χωρίς να θέλει, σχεδόν με τρόμο δείχνοντας τη Μαρία. Ο Σολωμός φάνηκε διστακτικός. Ποιος το ξέρει Ίσως δεν του άρεσε να κάνει την έκπληξή του μπροστά και σε άλλη νέα και όμορφη κοπέλα εκτός από την αγαπημένη του Μαρία Ίσως ακόμα να δυσαρεστήθηκε άμα είδε στη σάλα τη Ριγκίνα και με αυτή τη δυσαρέσκεια να μην θέλησε να της δώσει εξ αρχής προσοχή Αυτές οι σκέψεις πέρασαν σαν αστραπές από το νου της Ριγκίνας και ταράχτηκε και λυπήθηκε για την κακοτυχία που την έριχνε αναπάντεχα στη δυσμένια του νέου ποιητή.
Να ντόξερε να μην πατούσε το πόδι της εκείνο το απόγευμα στον Παπαγεωργόπουλου. Καθόλου καλημέρα δεν είχε διαλέξει. Μα όχι, ο δισταγμός του Σολωμού ήταν στιγμιαίος και ίσως είχε άλλη αιτία. Κοίταξε τη Μαρία, χαμογέλασε και γυρίζοντας το νέο μουσικό του είπε Ιταλικά Κάρο Ρίκο, παίξε μας αν θέλεις την καινούρια σου σύνθεση Μαρία, τα πρώτα λόγια του τραγουδιού που δεν το ξέρεις θα τα πει ο μαέστρος Γλίγορα όμως θα πάρεις την άρια και τα άλλα θα τα τραγουδίσετε μαζί Όλα είναι γραμμένα στην ότα, είδες Η καρδιά της Ριγκίνας ήρθε στον τόπο της και πάλι την συνεπήρε η χαρά που θα άκουγε ένα του τραγούδι.
Η Μαρία άνοιξε το πιάνο, άναψε τα κεριά του ίδια, τα θιαφοκέρια που μύριζαν τόσο άσχημα είχαν αντικατασταθεί προπολού από φόσφορα πιο υποφερτά. Και ο Ρίκος κάθισε στον ταμπουρέ, απλώνοντας στο μικρό αναλόγιο ένα μεγάλο χαρτί μουσικής, όπου ύστερα από πεντέξι αράδες με νότες ήταν γραμμένο το ποίημα. Ποιος να του είχε γράψει Ο Ρίκος δεν ήξερε ελληνικά Και ήταν μεγάλη η διαφορά του γραψίματος Από τις συλλαβές που ήταν πάνω από κάθε νότα Αυτές μόνο είχε ίσως γράψει όπως μπορούσε Ως τους στίχους που ήταν από κάτω Ο ίδιος ο Σολωμός θα τους έγραψε αυτούς Με το χέρι του Και με αυτή την ιδέα Η Ριγκίνα που δειλά-δειλά είχε πλησιάσει τη φίλη της κοίταξε με συγκίνηση τα μικρά εκείνα οχτάστιχα γραμμένα τακτικά, κανονικά, μα με γράμματα κάπως δυσανάγνωστα.
Η Μαρία ορθή πίσω από το ρίκο προσιλώθηκε στην ότα, μα τη στιγμή που αντιχούσαν τα πρώτα ακόρντα φάνηκε στην πόρτα της άλλας ο Παπαγεωργόπουλος πατέρας. «Ω καλησπέρα σας» φώναξε «με συγχωρείτε που...» «Στ-στ» του έκαναν από όλες τις μεριές «Α, σκουζάτε» Σώπασε, μαζεύτηκε, περιορίστηκε να χαιρετήσει με νεύματα τους ξένους του και στάθηκε εκεί κοντά στην πόρτα να ακούσει Έμοιαζε πολύ του αδερφού του Μόνο που ήταν λιγότερο ψηλός και περισσότερο γεμάτος Και ακόμα δεν φαινόταν κοσμικός σαν τον άλλον Στη σάλα εκείνη με τα ωραία έπιπλα και τον καλό κόσμο Ο πατέρας της Μαρίας ήταν σαν ατέριαστος Ο Ρίκος είχε αρχίσει το πρελούντιο πολύ σύντομο Και ύστερα έπιασε το τραγούδι με αδύνατη κάπως φωνή τενώρου Τραγουδούσε εννοείται ελληνικά Φαινόταν όμως πως ήξερε τι έλεγαν τα λόγια εκείνα Που τα επρόφερε χωρίς δυσκολία Τα είχε μελετήσει πολύ Και με προφορά όχι ξενική Ποια είναι τούτη που κατεβαίνει ασπροεντημένη οχτωβουνό Τώρα που τούτη η κόρη φαίνεται Το χόρτο γένεται ανθιαπαλό
Κι ευτής ανοίγει τα ωραία του κάλλη Και το κεφάλι συχνοκουνεί Και ερωτεμένο να μην τα αφήσει Να το πατήσει παρακαλεί Ξανάπε μόνος του τις δύο αυτές στροφές Που η δεύτερη ήταν σα ρεφρέν Έπειτα ξανάπαιξε το πρελούντιο Και γύρισε γνέφοντας τη Μαρία Δεν χρειάστηκε αυτή περισσότερο για να πάρει την άρια Και την επόμενη στροφή την είπαν μαζί Πρίμου σε κόντο Κόκκινα κι όμορφα έχει τα χείλη Ωσάν τα φύλλα της ροδαριάς όταν χαράζει Και η αυγούλα λεπτή βροχούλα στέλνει δροσιάς Επανέλαβαν τους τελευταίους στίχους πάλι μαζί Ξαναπέζοντας το πρελούντιο ο Ρίκος της ψιθύρισε Ιταλικά Τώρα μονάχη σου Και η Μαρία με τη δυνατή και ζεστή φωνή της φωνή κοντράλτας αποτελείωσε και τον μαλλιώνεν της το ωραίο πλήθος πάνω στο στήθος λάμπει ξανθό έχουν τα μάτια της όπου γελούνε το χρώμα που είναι στον ουρανό πια είναι τούτοι που κατεβαίνει ασπροντημένοι οχτωβουνό χειροκρότησαν όλοι με ενθουσιασμό και το πήμα βρήκαν λαμπρό και τη μουσική του Ιταλού ωραία και ταιριαστή μόνο η Ριγκίνα δεν βρήκε τη δύναμη
να κουνήσει τα χέρια της έπεσε σε μια καρέκλα που βρέθηκε κοντά της σαν να μην μπορούσε πια να στέκεται ορθή και αισθανόταν πάλι τα μάτια της υγρά μα τι νοσηλεστίχη ρώτησε ο κορφιάτης αφού έπαψε ο αλαλητός δική μου αποκρίθηκε απλά ο Σολωμός Είχα υποσχεθεί στην αγαπητή μας Μαρία να την κάνω να πει κι ένα δικό μου τραγούδι Και παρεκάλεσα το μαέστρο να μου τονίσει αυτό που ακούσατε Σας άρεσε αλήθεια Πολύ φώναξε ο Στρούζας Εγώ μάλιστα κατάλαβα από την αρχή πως ήταν δικό σου Μα πία σε εισπυράρισε Η Μαρία όχι βέβαια Ούτε ξανθή είναι ούτε γαλανή Και πρόσθεσε γελώντας «Ήταν σωστό να της δώσεις να πρωτοτραγουδήσει από δικά σου τον ύμνο μιας Αλληνής. Εστιχηματίζω πως θα της κακοφάνηκε».
«Κάθε άλλο», φώναξε αναψοκοκκινησμένη η Μαρία, «καμιά πρεταντιώνα δεν είχα να εμπνεύσω τον κόντε μας. Μου φτάνει η τιμή που μου έκαμε και η τιμή που έκαμε σε όλους μας να ακούσουμε εμείς πρώτοι το ωραίο του ποίμα». Η έκπληξη ήταν θαυμάσια και τον ευχαριστώ από την καρδιά μου. «Και για μένα», τόλμησε να πει η Ριγκίνα που είχε συνέλθει λιγάκι.
«Αλήθεια, το ποίημα είναι έξοχο. Ποτέ μου δεν άκουσα ελληνικό ωραιότερο. Μοιάζει με τα καλύτερα Ιταλικά και Γαλλικά σ' αυτό το είδος». Αυτή τη φορά ο ποιητής την άκουσε. Φάνηκε μάλιστα κολακευμένος και γύρισε κάτι να της πει ίσως να την ευχαριστήσει Μα την ίδια στιγμή ο κορφιάτης του πέταξε Μια λέξη μονάχα δεν κατάλαβα κόντε μου τι πάει να πει ροδαριά Εκεί που λες κόκκινα έχει τα χείλα ως αν τα φύλλα της ροδαριάς της ροηδιάς εννοείς Ο Σολωμός άφησε τη ρυγγίνα μάρμαρο και γυρίζοντας απότομα στον Κορφιάτη είπε με κάποια πίκα «Να με συμπαθήσει η χάρη σου, τα φύλλα της ροϊδιάς αν δεν σφάλω είναι πράσινα, μόνο τα φύλλα του ανθούτης είναι κόκκινα».
«Αλήθεια» «Ο κόντες έχει δίκιο» είπε εις του Πάθαινα «η λέξη είναι όμορφη και εγώ αν και δεν την ήξερα την κατάλαβα από το νόημα» «Και από τη ρίζα» φώναξε ο Σολομός «Ναι, ναι» «Δεν μου λες όμως κόντε μου, μήπως ήταν ξανθή και γαλανή εκείνη η χωριοτοπούλα» «Όχι, όχι» χαμογέλασε ο Σολομός «Ούτε ξανθή ήταν, ούτε όμορφη» Για καμιά ζωντανή δεν έγραψα τούτους τους στίχους.
Είναι μια φαντασία. Μια οπτασία». «Οπτασία», είπε η Μαρία. «Τι οπτασία». Να, τις προάλλες πήγα στους στράνι. Ήταν μια ηλιοστάλαχτη ημέρα. Οι ωραιότερες από όσες μας έκαμε ως τώρα η άνοιξη. Στάθηκα μπροστά στον όμορφο εκείνο λόφο. Όλα ήταν πράσινα και ανθισμένα. Από πάνω ο ουρανός χρυσογάλανος. Πουλιά και λαϊδούσαν. Πεταλούδες κυνηγιόνταν από λουλούδι σε λουλούδι.
Τότες, δεν ξέρω πώς, μου φάνηκε πως είδα μια όμορφη κορασιά να κατεβαίνει, να ροβολάει την πλαγιά του λόφου. Εαυτή ήταν ασπροντημένη, γαλανή, ξανθή, με κόκκινα χύλα. Ήταν σαν την Άνοιξη. Ήταν η άνοιξη η ίδια που μου παρουσιάστηκε Και στους στίχους μου που τους έγραψα αμέσως στο σπίτι του στράνη Προσπάθησα να την παραστήσω όπως την είδα εκεί μια στιγμή Με τα μάτια της ψυχής μου «Αχ, τι ωραίο» φώναξε εις του Πάθαινα «Έτσι μάλιστα, ούτε η Μαρία μπορεί να ζηλέψει, ούτε άλλη καμιά»
Και ο Στρούζα συμπλήρωσε «Από όσες μελαχρινές θα μπορούσαν να υποθέσουν πως ο Κόντες προτιμάει τις ξανθές και γαλανές». Η Ριγκίνα χαμογέλασε χωρίς να θέλει. Γιατί κι αυτή, ακούγοντας τον ύμνο της ξανθής, είχε φανταστεί πως ο ποιητής δεν άρεσε τόσο τις μελαχρινές. Αλλά να που η Ξανθή που τον είχε εμπνεύσει δεν ήταν παρά μια οπτασία Ένας αέρας, ένας χρυσογάλανος αέρας ανοιξιάτικος Στην πραγματικότητα στη ζωή μπορούσε να του αρέσει και μια κορασιά μαυρομάτα με μαύρα μαλλιά Ο Κορφιάτης ωστόσο εννοούσε να εξακολουθήσει τις γλωσσικές του παρατηρήσεις Και άξαφνα πάλι είπε Κι άλλη μια λέξη μου φαίνεται κόντε πως δεν στέκει και τόσο καλά Το χείλα Το ξέρω πως το έβαλες έτσι για να ρημάρει με τα φύλλα Μα είναι ζακιθινό και κορφιάτικο Το χείλο τα χείλα Στην Ελλάδα όλοι λένε το χείλι τα χίλια Έτσι το έχουν και τα λαϊκά τραγούδια Και ήθελα να σε ρωτήσω Πάει ένας ποιητής να μεταχειρίζεται όχι το γενικό παρά το τοπικό «Εγώ δεν ξέρω».
Ο Σολωμός τ' άκουγε αυτά, τεινάζοντας το κεφάλι του, σαν να ντούδιναν κατά κεφαλιές. Και χωρίς να πει λέξη, πήρε τη νότα και ξαναδιάβασε από μέσα του το ποίημα προσεκτικά. Ήταν φανερό πως βρισκόταν σε κάποια στενοχώρια. Κι εκείνοι που συμπαθούσαν τόσο το νέο κόντε, τ' άχαν με τον Κορφιάτη. Δεν έπαβε πια τις άπρεπες παρατηρήσεις του».
Είχε γίνει σιωπή. Ο Σολωμός διάβαζε. Τα σουφρωμένα του χείλη και το ζαρωμένο του μέτωπο έδειχναν τη σκέψη. Προσπαθούσε ίσως να βρει ποιες από τις λέξεις ή τις φράσεις του ποίηματός του ήταν τοπικές, ζακιθινές και ποιες γενικές, πανελλήνιες. Από αυτή όμως την εξέταση που την έκανε ίσως πρώτη φορά παρακινημένος από την απρόοπτη παρατήρηση του Κορφιάτη δεν φάνηκε και τόσο ευχαριστημένος Τον άκουσαν να μουρμουρίζει λόγια αγνώριστα σαν να μιλούσε μονάχος και άξαφνα γυρίζοντας τον Κορφιάτη και υψώνοντας τη φωνή «Πράβο Σορ Πιέρο» του είπε «η παρατήρησή σου ήταν πολύ σωστή και με έβαλε σε λογισμούς μα βέβαια που ο ποιητής σε γενικά ποίηματα πρέπει να μεταχειρίζεται τη γενική και όχι τη γλώσσα του τόπου του φαίνεται όμως πως δεν ξέρω ακόμα τόσο καλά αυτή τη γενική γλώσσα ούτε στοχάστηκα πως το χείλα είναι τόσο ντόπιο αλλιώς δεν θα το έβανα «Εσύ, Σορ Πιέρο, που ταξίδεψες πολύ και είσαι και διαβασμένος, θα μου έκανες τη χάρη να μου πεις ποιες άλλες λέξεις στο ποίημα μου είναι ζακιθινές»
Οι άλλοι απορούσαν. Δεν περίμεναν, φαίνεται, από τον νέο Σολωμό να κάνει τέτοια ομολογία και να ζητήσει τέτοια χάρη. Κι όμως ο ίδιος πρωτήτερα δεν είχε ομολογήσει πως δεν ήξερε και τώρα μάθαινε την ελληνική γλώσσα. «Πολύ ευχαρίστος», είπε ο Κορφιάτης, ο μόνος που δεν είχε απορρίσει. «Μα δεν μου φαίνεται πως υπάρχουν και άλλες, εκτός από το ροδαριά και το χύλα».
«Α, για το ροδαριά δεν με νοιάζει», φώναξε ο Σολωμός. «Η λέξη είναι βέβαια ζακιθινή, μα τόσο όμορφη και ευκολονόητη που της αξίζει να γίνει γενική. Το χύλα όμως όχι. Είναι τάχα κι άλλη τέτοια». «Για να ειδώ», είπε ο κορφιάτης. Και παίρνοντας από τα χέρια του Σολωμού την νότα, διάβασε μια φορά το ποίημα και σταμάτησε σε δύο-τρία μέρη.
Το τούτη δεν του παράαρεσε. Θα προτιμούσε αυτή. Το γένεται πάλι ήταν καθαυτό Ζακυθινό. Γίνεται λένε στην Ελλάδα. Το ίδιο σχεδόν και το άνθη. Δεν το άκουσε ποτέ του. Όσο για το αυγούλα, η λέξη είπε «Ήταν κι αυτή Ζακυθινή, μα δεν παραφαινόταν» Γιατί θα ενόμιζαν πως ο ποιητής ήθελε να κάνει εκεί ένα υποκοριστικό, χαϊδευτικό σαν το βροχούλα Στη Ζακυθινή όμως γλώσσα «αυγούλα» λέγεται το γλυκοχάραμα, η χαραυγή ή πριν από την καθ' αυτό αυγή ώρα, όταν πέφτει και η δροσιά «Και με αυτό το νόημα βέβαια», έβαλε εκεί τη λέξη ο ποιητής. «Ναι», έκαμε αυτό σκεπτικός, «έχεις δίκιο. Κι όλα όσα παρατήρησες, τα αναγνωρίζω πως είναι λάθια. Τι να σου πω, αν δεν λυπόμουν την ωραία μουσική του αγαπητού μας Ρίκου, θα έριχνα αυτούς τους ελεηνούς στίχους στη φωτιά».
Φωτιά. Διαμαρτυρήθηκαν όλοι με τρόμο. Και πρώτος ο κορφιάτης. Τέτοιο ποίημα στη φωτιά. Επειδή είχε δύο τρεις λέξεις εκυνθυνές. Μα ήταν αριστούργημα. Και θα ήταν εντελώς το ίδιο αν αντί χίλα έλεγε χίλια ή αντί αυγούλα χαραυγή. Σακριλέτζιο. Έκανε με φρίκι στου πάθαινα. Προφάνω. Είπε και ο Στρούζας. Και αμέσως άρχισαν όλοι να μιλούν Ιταλικά.
Η Μαρία βρήκε την ευκαιρία να εξηγήσει στο Ρίκο τι είχε πει πρωτήτερα ο Σολωμός και ο Ιταλός έφρυξε σαν τους άλλους. Ο ίδιος ο ποιητής παρασύρθηκε και μιλούσε τώρα Ιταλικά και ήταν πολύ πιο εύγλωτος σε αυτή τη γλώσσα. Δεν φαινόταν καθόλου να δυσκολεύεται για να βρίσκει, να διαλέγει τις λέξεις, αν και κάπως αργά και επίσημα πάντα μιλούσε απρόσκοπτα σαν να διάβαζε από βιβλίο και ο Στρούζας άξαφνα του είπε στοχάζουμε πως θα σου είναι πιο εύκολο να γράφεις ιταλικούς στίχους παρά ελληνικούς γιατί ξέρεις καλά τη γενική ιταλική γλώσσα είναι αλήθεια αποκρίθηκε ο Σολωμός χαμογελώντας μα για την ώρα προτιμάω το δυσκολότερο να γράφεις ελληνικά φυσικά Σε μια γλώσσα που κι εγώ δεν την καλοξέρω και η ίδια είναι ακόμα άπλαστη. Η Ιταλική και πλασμένη είναι και τη σπούδαξα χρόνια.
Δεν θα ακολουθήσεις λοιπόν το παράδειγμα του φόσκολου Κόντε Διονύση, ρώτησε ο Κορφιάτης. Ο Σολωμός σοβαρεύτηκε πολύ. Τα μάτια του καρφώθηκαν στο κενό ονειροπόλα. Και με χαμηλότερη φωνή, με ύφος λιγότερο επίσημο από το συνηθισμένο του, είπε «Να γεννώ Ιταλός ποιητής, μα πώς μπορώ, τό μου είμαι Έλληνας». «Αλήθεια», έκαμε ο Στρούζας. «Ο φόσκολος δεν είναι τόσο». «Όχι», διαμαρτυρήθηκε ζωηρά ο Σολωμός.
«Και ο Ούγκος είναι, ένα Ζακυνθινόπουλο και τούτο σαν και μας, από δαλματό πατέρα και από μάνα Ζακυνθινιά, γεννημένος εδώ, αναστημένος εδώ, να, σε τούτη τη ρούγα, στην Οδηγήτρια, στους Αγίους Σαράντα, στον Άμμο». «Μα πήγε στην Ιταλία και κατάκατσε. Δε ματαγύρισε στη Ζάκυθό του». «Εγώ ματαγύρισα. Κι ούτε έχω στο νου μου να ματαφύγω. Τούτη είναι η διαφορά». «Αλήθεια κόντε», φώναξε με χαρά εις του Πάθαινα, «θα σ' έχουμε πάντα κοντά μας».
«Έτσι λογαριάζω», αποκρίθηκε ο Σολωμός, «αγαπάω τούτο τον τόπο όπως αγαπάει καθένας τον τόπο του. Εδώ έχω τους δικούς μου, το σπίτι μου, το χτύμα μου, τα πάντα. «Κι είναι τόσο όμορφος τόπος η Ζακυθούλα μας, ε! Πού αλλού να βρεις ψήλωμα, ακροτήρι, αργάση, σκοπό» «Μόνο στην Κέρκυρα» φώναξε ο Κορφιάτης «Όχι» φώναξε και ο Σολωμός «Την είδα και την Κέρκυρα Σορ Πιέρο, είναι πολύ όμορφη, μα η Ζάκυθο είναι άλλη»
«Κοιτάξατε ποτέ σκαλοκαίρι δειλινό από το ακρογιάλι κατά το Μοριά. Είδατε τα χρώματα που παίρνει ο ουρανός πάνω απ' τη θάλασσα κι απ' τα βουνά. Στοχάζουμε πως αυτά τα χρώματα του δειλινού σε εκείνο τον ανατολικό ορίζοντα δεν μπορεί κανένας να τα ειδεί πουθενά. Είναι μαγεία». Συμφώνησαν όλοι εκτός από τον Κορφιάτη. Κι ο Στρούζας ξαναγύρισε στο φόσκολο.
«Νόστρο πόβερο ούγγο», είπε, «βεραμέντε τιμάει σήμερα τον τόπο μας». Ποιος να μας το έλεγε τότενες που έκανε τσιμούρλες του σαν μουρλόπεδο στη Ζάκυνθο. «Θυμόσαστε αν καλά, εσείς είσαστε νέοι, θα το έχετε όμως ακουστά το κάζο στην Ουριακή». Πήγε με άλλα μουρλόπεδα σαν και δάφτων, αρχηγός μάτια μου, και ήθελε καλά και σώνη να σπάσει, να γκρεμίσει τις πόρτες του γέτου.
«Ήταν βάρβαρο», έλεγε, «νάχουμε κλεισμένους τους ουραίους σε δύο σταυρωτά καντούνια και να γράφουμε πάνω από τις πόρτες αυτής της παράξενης φυλακής. σε σταυρόι σταυρωτίδες μα οι Βενετσιάνοι δεν τα άκουγαν αυτά έπιασαν τον φόσκολο και του δώσαν της χρονιάς του τα μάτια του Σολομού άστραψαν οι Εγγλέζοι όμως τα ακούσανε φώναξε ο μικρός φόσκολος ήταν ένας μεγάλος πρόδρομος σήμερα ούτε πόρτες στο γέτο ούτε επιγραφές να ξέρα είπε ο Στρούζας τα θυμάται αυτά εκεί πέρα Αγαπάει ακόμα τη Ζάκυθό του Καμαρώνει για Έλληνας Η γίνηκε ολος διόλου Ιταλός Μη βλαστημάς Φώναξε ο Σολωμός Ο φόσκολος Μα ξαστόχησες Ή δεν έδιαβασες το ποίημα του στη Ζάκυθο Ναι πισημάει το καιρό Λεσά κρεσπόντε Ζατσίντο μίο Το πιστεύετε λοιπόν αφεντάδες Που όταν γύριζα στη Ζάκυθο ύστερα από δέκα χρόνια και αντίκρισα από το καράβι της αχτές της δεν μου ήρθε στο νου πρώτα πρώτα παρά η φράση αυτή από το ποίημα του Φόσκολου Νάτες είπα, λεσάκρες πόντε Έπειτα θυμήθηκα τα Άγια Χώματα που λέμε εμείς
ο Φόσκολος Στην Ιταλία μου μίλαγε Ζακυθινά όπως και τ' άλλα Ζακυθινόπουλα που είχα εκεί συμμαθητάδες και τι Ζακυθινά αμνιώτικα τώρα μου λέει ο Μπούρτσος που έχει μαζί του τακτική αλληλογραφία θέλει να έρθει στην Ελλάδα να πολεμήσει για την ελευθερία της η επανάσταση τον ενθουσίασε όπως εμάς όλους είναι Έλληνα σας λέω κι ας γράφει τα αριστουργήματά του Ιταλικά εσύ όμως Κόντε θα γράψεις τα αριστουργήματά σου ελληνικά δεν είναι έτσι είπε ο Κορφιάτης Ο Σολωμός δεν του αποκρίθηκε σαν να μην τον άκουσε και γυρίζοντας αμέσως στις κυρίες είπε «Θα σας πω να κεφαλιάσαμε με αυτές τις ομιλίες. Είναι ώρα μου φαίνεται να ακούσουμε και κανένα τραγούδι. Ρίκο, Μαρία».
Ο μαέστρος κάθισε πάλι στο πιάνο. «Η Μαρία τραγούδισε το τραγούδι «Σ' αγαπώ για αυτές που τόσο», το τραγούδι εκείνο του Ρώμα που είχε τραγουδήσει και στο σπίτι του Λέζα. Έπειτα άλλο, κι άλλο». Ο Σολωμός είχε σηκωθεί και τραβηγμένο σε μια άκρη, ακουμπώντας τον αγκώνα σε ένα έπιπλο, άκουγε με τα μάτια πάλι καρφωμένα στο κενό.
Θα έλεγες πως παρακολουθούσε κάποιο όνειρο. Αντίκρι, μακριά, η Ριγκίνα τον κοίταζε. Όλα όσα είχε ακούσει προ λίγο από το στόμα του, τις είχαν φανεί μεγάλα και ωραία. Η γοητεία που είχε αισθανθεί εξ αρχής μεγάλωνε στην ψυχή της όλο ένα. Ο ποιητής δεν της ήταν πια ξένος. Σε δύο ώρες που τον έβλεπε και τον άκουγε, τον είχε γνωρίσει τόσο βαθιά, ώστε της φαινόταν πως μάντευε τώρα και το όνειρό του και τη γοήτευε η σκέψη του, όπως σχεδόν και η ομιλία του.
Ούτε πικραινόταν πια που δεν την είχε παραπροσέξει Αυτή τη στιγμή της έφτανε που τον επρόσεχε τόσο εκείνη Και δεν ζητούσε τίποτε άλλο παρά να τον βλέπει Άξαφνα ανάμεσα σε δύο τραγούδια ο μικρός υπηρέτης ανήγγειλε «Ο κύριος Δρόγκας» «Πα, αυτός» Η Ριγίνα ούτε θυμόταν πια πως υπήρχε στον κόσμο και ένας Τζόρτζης Δρόγκας Τρίτος ξάδερφος που την αγαπούσε και ήθελε να την πάρει Το θυμήθηκε ακούγοντας το όνομά του και αισθάνθηκε ίκτο Ερχόταν να την πάρει Ο κακόμηρος δεν μπορούσε να βαστάξει και μολονότητης το είχε αρνηθεί, να τον Και μετά τον ίκτο κάποιος θυμός Ερχόταν αυτός, ένας Τζόρτζης δρόγκας, να την πάρει από έναν σολομό Ωστόσο ο νέος μπήκε σηκώνοντας κατά τη συνήθειά του τους ώμους και τσακίζοντας τη μέση Και η Μαρία έτρεξε να τον δεξιωθεί καθώς και ο πατέρας της Δεν τους εξένησε η παρουσία του Ήταν συνηθισμένο όταν πήγαιναν γυναίκες σε ένα σπίτι να πηγαίνει το βράδυ να τις παίρνει ένας δικός τους γνωστός ή άγνωστος αδιάφορο Άλλωστε τον Τζόρτζι τον είχαν γνωρίσει στο Λέζα και ο Παπαγεωργόπουλος και η Μαρία
Τον δέχτηκαν λοιπόν πολύ φιλικά και άρχισαν να τον συσταίνουν σε όσους δεν τον γνώριζαν. Και τότε συνέβη κάτι απροσδόκητο. Ο Σολωμός μόλις είδε εκείνο το νέο θα έλεγες πως αναγάλιασε και όταν η Μαρία τυπικά και κάπως φοβισμένα ήξερε πως ο φίλος της δεν αγαπούσε πολύ τις γνωριμίες με νέους του τον παρουσίασε ο Σολωμός πήγε κοντά του, του έδωσε το χέρι του, πράγμα που δεν το έκανε ποτέ όταν πρωτογνώριζε άνθρωπο, και του είπε πολύ ζωηρά, με έναν τόνο γεμάτο ειλικρίνεια, «Ω, χαίρομαι πολύ».
Και αφού ο νέος κάθισε εκεί που τον έβαλε η Μαρία, ο Κόντες, ορθός ως εκείνη την ώρα, κάθισε δίπλα του και άρχισε να του μιλά όχι πια με ευγένεια αλλά με ευμένεια που έκανε εντύπωση σε όλους του αρέσει του Κόντε ο ξάδερφός σου ψηθήρισε ο Παπαγεωργόπουλος στη Ριγκίνα ο κύριος Δρόγκας και ο Κόντες Σολωμός πιάσανε φιλία της είπε ύστερα και η Μαρία ναι αυτό το βλέπε η Ριγκίνα και μα την αλήθεια απορούσε τι του βρίσκε τάχα του ξαδέρφου της για να του δείξει αμέσως τόση πρεμούρα.
Μα κι ο Τζόρτζης που δεν τον εχόνευε πως μεταμορφώθηκε έτσι κοντά του η δέστον του μίλαγε σαν να μην εκτιμούσε και να μην εθαύμαζε άλλον από αυτόν που τον κορόιδευε πρωτήτερα γιατί έκανε τον ποιητή και τον πατριώτη. Ήφος που το είχε τώρα ο Τζόρτζης αγνώριστος είχε γίνει. Ποτέ η Ριγκίνα δεν τον είχε ξαναειδεί τόσο ευγενικό, τόσο γελαστό, τόσο γλυκομήλυτο, μα και τόσο πρόθυμο, ευσέβαστο, ευλαβικό.
Ενόμιζε τον ξάδερφό της πιο σκληρό, πιο αλήγιστο και της φαινόταν περίεργο πώς τον είχε κατακτήσει αμέσως το γόητρο του Κόντε και τον είχε εξευμενήσει η καταδεκτική του καλοσύνη. Στην αρχή οι δύο νέοι μιλούσαν δυνατά. Ο Σολωμός ρωτούσε τον Δρόγκα για τον πατέρα του, την οικογένειά του, τη συγγένειά του με τους λέζηδες, την κατοικία του, τις σπουδές του και τους σκοπούς του για το μέλλον.
Του έκανε δηλαδή σαν ανάκριση, μα με τόσο τάκτ και με τόσο φιλικό ενδιαφέρον, ώστε ο Τζόρτζης του απαντούσε χωρίς καμιά στενοχώρια. Έπειτα άρχισαν να μιλούν σιγά, και ενώ στην αρχή λάβαιναν μέρος στην ομιλία τους κι άλλοι, με μια πληροφορία, με έναν έπαινο, με ένα σχόλιο, στο τέλος απομονώθηκαν κι οι δυο τους και τα έλεγαν κρυφά.
Η Μαρία που οι άλλοι δεν έπαβαν να την παρακαλούν άρχισε κι άλλο τραγούδι. Τότε μόνο οι δύο εκείνοι έπαψαν τα μυστικά τους. Μα και πάλι ο Σολωμός έσκυβε κάθε τόσο και κάτι του ψιθύριζε στα αυτιά του Τζόρτζη που πότε κουνούσε επιδοκιμαστικά το κεφάλι του πότε απαντούσε με λίγα λόγια. Η Ριγκίνα που τους παρακολουθούσε όλη την ώρα καθισμένη μακριά έπεφτε από το ένα συνέστημα στο άλλο. Πρώτα ήταν η απορία γι' αυτό το αναπάντεχο, έπειτα μια ευχαρίστηση σχεδόν χαρά.
Χωρίς να ξέρει γιατί, έβρισκε πως ήταν για καλό της να συμφιλειωθεί ο ξάδερφός της με τον αντιπαθητικό του Κόντε. Και τέλος μια ζήλια. Ναι, ζήλευε γιατί την εντύπωση που περίμενε να κάνει αυτή στο Σολωμό την έκανε ο Τζόρτζης και αυτό το συνέστημα κυριάρχησε. Όταν τελείωσε και εκείνο το τραγούδι Ο Στρούζας τράβηξε με τρόπο τη γιατέκα του Σολωμού Και του είπε «Ε, κόντε, δεν είναι ώρα»
Ο Σολωμός ξαφνιάστηκε Κοίταξε γύρω του Έβγαλε το ρολόι του Ένα μεγάλο ρολόι χρυσό Χωρίς σκέπασμα μπροστά Και έκαμε ένα μορφασμό σαν να έλεγε «Πα, πώς πέρασε η ώρα» Και σηκώθηκε Κανένας δεν ετόλμησε να του πει να καθίσει ακόμα Ούτε η Μαρία Και ο Κόντες άρχισε να αποχαιρετά με χειραψίες Τελευταίον άφησε τον Τζόρτζι Και τον άκουσαν όλοι να του λέει Καθώς του έσφυγε το χέρι θερμά Καληνύχτα Είμαι ευτυχής για τη γνωριμία Και ελπίζω να γίνουμε καλοί φίλοι Όπως είπαμε Ω ζήλια η Ριγκίνα Αυτηνής μόλις της έπιασε το χέρι όπως δάκε την πρώτη φορά χωρίς καλά καλά να την κοιτάζει και τι ήταν μάτια μου αυτό που είχαν πει για καμιά συνάντηση βέβαια για φαντάσου ο Στρούζας έφυγε μαζί με το Σολωμό όπως είχε πάει η Μαρία τους ξεύγαλε ως το κεφαλόσκαλο και γυρίζοντας κάθισε δίπλα στη Ρυγίνα και τη ρώτησε σιγά τι εντύπωση της έκαμε και από κοντά ο νέος Κόντες τι από κοντά Της αποκρίθηκε γελώντας με φούρκα η Ριγκίνα. «Μήπως με πλησίασε, μήπως μου μίλησε καθόλου. Μόνο που τον είδα λίγο καλύτερα παρά εκείνη την ημέρα από το παράθυρό μου. Α, είναι ωραίος, πολύ ωραίος. Και το ποίημα του θαυμάσιο. Θα μου κάνεις τη χάρη να μου στείλεις ένα αντίγραφο».
Η Μαρία της το υποσχέθηκε. Έπειτα της είπε σταυτή «Ποιος είναι ωραιότερος, ο Κόντε Διονύσης ή ο Ρίκος» Η Ριγίνα την κοίταξε μια στιγμή σαν να της έκανε την πιο μπαλόρδα ερώτηση του κόσμου «Ακούς εκεί, μας συγκρίνεται ο κόρακας με το περιστέρι» Δεν είπες πως δεν θα ερχόσουν. Ο μπάρμπας μου με έστειλε γιατί είχε δουλειά.
Της αποκρίθηκε. Μπα, εμείς τα γυρίζαμε μονάχες. Ψέματα λες. Ο παπάκης δεν σε έστειλε. Ρώτα τον. Δεν έχω ανάγκη. Είμαι βέβαιη. Και μα την αλήθεια δεν μπορώ να το εξηγήσω. Αγάλλια αγάλλια, σας ακούνε. Τους έλεγε η Λέζενα που την είχαν στη μέση. Μα εκείνοι εξακολουθούσαν από τις δύο άκρες χωρίς να τους νοιάζει για τίποτα.
Άλλωστε ο βραδινός δρόμος ήταν σχεδόν έρημος. «Μα τι να εξηγήσεις, εσύ δεν μου είπες να έρθω». «Σου είπα όχι, μα αφού ο μπάρμπας είχε δουλειά, ήρθα. Κακά έκανα, κακά φέρθηκα». «Η θεία σπή, είδες πως με καλοδέχτηκαν όλοι και καλύτερα από όλους ο κόντες ο λαιμός». «Ναι μάτια μου, ο κόντες ο λαιμός, τώρα είναι καλός, ε». «Χαρά στο χαρακτήρα σου».
Τον αντιπαθούσες. Σου χαμογέλασε και έπεσε στα πόδια του. «Μπράβο σου». «Εγώ. Έπεσα στα πόδια του εγώ». «Σφαλάρης, κυρά μου». «Μούτρα ήθελες να του κάνω στο ξένο σπίτι. Να τον βρήσω επειδή μου μίλαγε με ευγένεια». «Αλήθεια. Ήθελα να ξέρα τι σου βρήκε. Τι λέγατε, μωρέ, το σινώρα ιδιό σας». «Είναι δική μας δουλειά τι λέγαμε το σύνορα οι δυο μας. Ναι είμαστε. Σμίξαμε, ταιριάξανε τα χνότα μας, τα είπαμε σαν νέοι. Εσύ τι ανακατεύεσαι κοπέλα».
«Άκου, άκου, ταιριάξανε τα χνότα του με τα χνότα του κόντες ο Λεμού. Ποιος το ξέρει τι κουταμάρες του έλεγες και γέλαγε με σένα ναι». «Έτσι ε, εσύ ποιος ξέρει τι κουταμάρες θα του είπες και δεν εγύρισε ύστερα να σε ειδεί». «Ναι, ναι, τώρα καταλαβαίνω το θυμό σου. Ζήλεψες». Η Ριγκίνα άκουσε μια αναλήθεια και συνήλθε. Πούνησε το κεφάλι της στάχα με ήχτο, μουρμούρησε κάτι και σώπασε.
Τίποτα άλλο δεν της είπε και ο Τζόρτζης ως που έφτασαν στο σπίτι. Εκεί εξ αδέρφη του αισθάνθηκε την ανάγκη να τον καλοπιάσει. Να του βγάλει τουλάχιστον την ιδέα πως είχε ζηλέψει για την εύνοια του Σολομού. Και άμα ξάλαξε, ο Τζόρτζης καθόταν στο σαλότο με τον μπάρμπα του, γιατί κυλέζε να ξάλαζε στην κάμαρα. Τον φώναξε «Τζόρτζη, έλα κάτι να σου πω».
Απρόθυμα τάχα, ανόρεχτα, ο νέος μπήκε στην κάμαρά της. Από μέσα του ήταν πολύ ευχαριστημένος που ο κόντες την είχε περιφρονήσει και αισθανόταν την όρεξη να αντισκάσει ακόμα γι' αυτό. Παίνοντας την άρχισε Τι είναι, σου πέρασαν οι θυμοί Και θα μου πεις τώρα πως δεν ήταν από ζήλια Ας τα στεία, του αποκρίθηκε Και κάτσε να μιλήσουμε λίγο σοβαρά Όχι μόνο δεν εζήλεψα Παρά και χάρηκα πολύ που ο Κόντες ο Λεμός σε πρόσεξε σένα Και σε έκανε να αλλάξεις την ιδέα που είχες για αυτόν Αλήθεια, πες μου τώρα Πώς σου φάνηκε, τι εντύπωση σου έκαμε Ο Τζόρτζης αφοπλίστηκε και σοβαρά τώρα είπε «Α, πολύ καλή, όσο δεν περίμενα ποτέ. Είναι ένας άνθρωπος κόμες η Ντέβε, όπως πρέπει. Έχουν δίκιο εκείνοι που τον επενάνε και άδικο εκείνοι που τον κατηγοράνε».
Τον κατηγοράνε μα τι του λένε πως είναι περήφανος και φαντασμένος πως επειδή σε έγραψε δέκα ιταλικά ποίηματα νομίζει πως είναι ο Ντάντες και τώρα γράφει ελληνικά για να γίνει ο Όμηρος. Τον κογιονάρουνε μάλιστα και μπροστά του Μερικοί που έχουν μαζί του θάρρος Λένε πως μια μέρα ένας γέρος συγγενής του του φώναξε Άσε με κι εσύ σορ κόντε με τσουστίχους σου Κι από τότε στον κύκλο τους τον λένε Ο κόντες με τσουστίχους του Τόσο καταλαβαίνουν ευτούνοι Έκαμε η Ριγκίνα με αγανάκτηση Ν' άκουγες ένα ποίημα του που το τραγούδισε η Μαρία Τονισμένο από το δάσκαλό της «Αριστούργημα, θα μου το δώσει και θα σου το διαβάσω».
«Μπορεί». Κι ο Ζαμπελάκης που έτυχε να διαβάσει μερικά Ιταλικά του, μου έλεγε στην ποτέγα πως του αρέσανε πολύ. Σώπασαν λίγο και έπειτα η Ριγκίνα ρώτησε «Τι κουβέντες έκανατε». Στην αρχή τις άκουγα, έπειτα τα λέγατε σιγά. Αυτή τη φορά ο Τζόρτζης δεν της είπε πως ήταν δουλειά δική τους και πρόθυμα, χωρίς να κρύβει καθόλου το καμάρι του, της εξήγησε.
«Με ρώταγε για τη ζωή μου, για τις ιδέες μου, για τα αισθήματά μου. Ευχαριστήθηκε πολύ άμα του είπα πως ο πατέρας μου έχει παράδες και είμαι ελεύθερος να κάνω ό,τι θέλω. Του ομολόγησα πως τα γράμματα δεν μ' αρέσουν και δεν παραδιαβάζω. Ούτε αυτό δεν τον επείραξε. Η αντρήκια ζωή, μου είπε, αξίζει όσο και η ζωή του σοφού που κάθεται κλεισμένος με τα χαρτιά του και είναι το ίδιο αν όχι και καλύτερο να πας μια μέρα στο κυνήγι παρά να διαβάσεις ένα βιβλίο θα του είπες βέβαια για τα κυνήγια σου ναι του τα είπα όλα μήπως του είπες πως θέλεις να παντρευτείς α όχι δεν με ρώτησε αν με ρωτούσε ίσως θα του έλεγα πως αγαπώ μια κοπέλα που άμα με αγαπήσει και αυτή θα την πάρω «Περίμενε», έκαμε η Ριγκίνα χαμογελώντας. «Γιατί», χαμογέλασε και ο Τζόρτζης, «μήπως τώρα που εγνώρισες τον Κόντε Σολεμό».
«Το ξέρω», ψηθήρισε ο Γιώργης, «έτσι το είπα. Αν εμένα δεν με αγαπήσεις ποτέ, δεν θα'ναι γιατί αγάπησες το κόντες ο λαιμό». «Όχι βέβαια», έκανε η Ριγκίνα ζωηρά, για να κρύψει μια ανατριχύλα που της έφερε αυτός ο λόγος. Και ο Γιώργης εξακολούθησε να της λέει τις ομιλίες του με το Σολωμό, που της θυμόταν σχεδόν με τα ίδια λόγια.
Στο τέλος εκείνη τον ρώτησε Και φεύγοντας γιατί σου είπε όπως είπαμε Τι σου είχε πει Με προσκάλεσε να πάω στο σπίτι του να τα πούμε καλύτερα Της αποκρίθηκε Α! έκαμε η Ριγκίνα εξτατική Τόσο πολύ σε συμπάθησε εσένα Ο Τζόρτζης είπε φεδρά Τόσο! Έλα μη ζηλεύεις πάλι Και πότε Την Κυριακή τα πόγιομα Θα πας «Εμπορώ να μην πάω»
Και πάλι η Ριγκίνα σώπασε και ο Τζόρτζης σηκώθηκε για να φύγει «Από τώρα» «Ήταν ίσως η πρώτη φορά που η Ριγκίνα του έκανε αυτό το κομπλιμέντο αφότου της είχε φανερώσει τον έρωτά του και απ' αυτό ο Τζόρτζης πήρε θάρρος «Είναι αργά» της είπε «Μα αναλήθεια ευχαριστέσαι να με έχεις κοντά σου γιατί δεν αραβωνιαζόμαστε να τελειώνει»
«Μα θα τελειώσει αν αραβωνιαστούμε ή θα αρχίσει» του αποκρίθηκε εκείνη. «Και φτάνει γι' αυτό να ευχαριστιέμαι να σε έχω κοντά μου» «Καλά λοιπόν» έκαμε ο Τζόρτζης μισοαστία και μισοσοβαρά «πολύ γρήγορα θα ακούσεις πως μπαρκαρίστηκα για το Μοριά» και έφυγε. Μονάχη στην καμαρά της η Ριγκίνα κάθισε σε έναν τιβάνι Όπως συνήθιζε εκείνη την ώρα Περιμένοντας να τη φωνάξουν για το δείπνο Τις άλλες βραδιές διάβαζε Έγραφε ή κεντούσε Απόψε δεν είχε όρεξη για τίποτα Αισθανόταν πολύ βαριά την καρδιά της Και είχε διάθεση να κλάψει Έμεινε συλλογισμένη ώρα πολύ Είχε ξαναθυμηθεί ένα-ένα όλα όσα είχε δει και ακούσει τα πόγια μας του Παπαγεωργόπουλου Τα μάτια της βούρκωσαν Κι άξαφνα πιάνοντας το κεφάλι της με τα δυο χέρια ξέσπασε σε λιγμούς Γιατί να πάω έλεγε Καλύτερα να μην πήγαινα Καλύτερα να μην τον εγνώριζα από κοντά ποτέ Μέσα στα τόσα της συναισθήματα κυριαρχούσε πάλι η πίκρα για την αδιαφορία Την περιφρόνηση του νέου ποιητή Είχε ονειροπολίσει να τον κάνει φίλο
Και έβλεπε τώρα πως αυτό ήταν αδύνατο Με τι τρόπο αλήθεια θα μπορούσε να τραβήξει την προσοχή του Αφού δεν τον κατόρθωσε με την παρουσία της την πρώτη φορά Ούτε είχε σκοπό να ξαναδοκιμάσει ποτέ δεν θα ξαναπήγαινε στις Μαρίας η μέρα που θα δεχόταν θα διάλεγε άλλη για να μην απαντήσει εκεί τον Κόντε Σολωμό και έκλαιγε τώρα το χαμένο της όνειρο χωρίς να ανανοηθεί και να ανησυχήσει πως αν πραγματικώς δεν είχε ονειροπολίσει παρά μια απλή φιλία τόση θλίψη ήταν υπερβολική
Σχόλια
Χωρίς σχόλιαΣυνδεθείτε για να συμμετάσχετε στη συζήτηση
Σύνδεση για ΣχολιασμόΔεν υπάρχουν σχόλια ακόμα