Skip to content
PodBase
Το μπαούλο ή τη νύφη; Αντώνης Τραυλαντώνης

Το μπαούλο ή τη νύφη; Αντώνης Τραυλαντώνης

Μυθιστορίες
Αύγουστος 20, 2026 00:24:36
Συνδεθείτε για να δηλώσετε αν σας αρέσει
Συνδεθείτε για να δηλώσετε αν σας αρέσει
Προσθήκη σε Λίστα Επεισοδίων
Αποθηκεύστε αυτό το επεισόδιο σε λίστα.
Όνομα Λίστας

Σχετικά με αυτό το επεισόδιο

Διαβάζει η Χριστίνα Μπράβου

Αυτόματη μεταγραφή — ενδέχεται να περιέχει λάθη.

Αντώνης Τραυλαντώνης Στο μικρό και χωμένο κάπως δωματιάκι κατοικούσε ένας τελειόφιτος της ιατρικής από την Ήπειρο, ο Τσούσης, όπως τον παραγκομιάζαμε. Ήταν ένας νέος πολύ ήσυχος και εργατικός και οικονόμος, αν και δεν φαινόταν για φτωχός, γιατί ποτέ του δεν καθυστερούσε τα πλυστικά της θεάς τράτενας. Ήταν όμως πολύ δειλός, όπως μας φαινόταν τουλάχιστον.

Και γι' αυτό τους καρώναμε συχνά φάρσες παλικάριά σαν να πούμε εγώ κι ο Σάββας. Τούτο το κορίτσι ήταν ως 17-18 χρονών. Παχουλό, καθαρό μελάχρινο, με μαύρα μάτια και μαύρα σγουρά και ανυπόταχτα μαλλιά. Ακούρευτα φυσικά. Καλονή σωστή για τα διψασμένα επαρχιώτικα μάτια μας. Είχε και το δικό της για καλά, γιατί και το σπίτι όλο έπαιρνε πρίκα και μετρητά φαίνονταν αρκετά και από τον τρόπο ζωής που κάνανε και από τις δοσοληψίες που είχανε με οφηλέτες, δικηγόρους και συμβολαιογράφους.

Το παιχνίδι ήταν πολύ συμφερτικό για μένα. Ο Σάββας, σαν ρεμπεσκές που ήταν, ακατάστατος, κακοντημένος, τεμπέλης, καυγατζής, δεν μπορούσε να σκεφτεί για τον εαυτό του και έβανε εμένα μπροστά. Όλο και έλεγε στη ζωντοχύρα για την περιουσία μου και το μέλλον μου. Ο Τσούσης πάλι, αν και είχε προσόντα γαμβρικά και τα ήξερε βέβαια, σαν δηλός που ήταν, δεν τολμούσε να προβάλλει για αντίζηλος. Έτσι έμεινα εγώ κύριος του πεδίου και το ψήσιμο προχωρούσε καλά, ακόμα και σε κρυφές συναντήσεις και σε αλληλογραφία ερωτική που έγραφα με τη συνεργασία του Σάβα. Τούτη δεν ξέρω αν είχε άλλον συνεργάτη από το ερωτικό επιστολάριο.

Όλα καλά, αλλά σύμφωνα με τους φοιτητικούς νόμους αφήναμε να πάρω πριν το δίπλωμά μου και ύστερα να ζητήσω με την ευλογία της μαμάς και το προσήκον μέρος της ουσίας Και για να μελετήσω ησυχότερος όταν ετελείωσαν τα μαθήματα, εγώ πήγα κάτω και ρίχτηκα πράγματι με τα μούτρα στο ρωμαϊκό, ώστε σε λίγο είχα φτάσει στο διεθνές Αλλά και η αλληλογραφία δεν έλειπε Αφού μάλιστα ο γέρος μου εκείνη την εποχή Ήταν πεσμένος με τα μούτρα στη σταφίδα Άξαφνα φτάνει ένα γράμμα από το Σάβα Φίλτατε φώτη Μόλις λάβεις την παρούσαν Να μπεις στο σιδηρόδρομο και να ρθείς Και αν έχει φύγει το τρένο Να ρθείς τηλεγραφικός Χωρίς να λυπηθείς τα έξοδα Γιατί δεν πρόκειται περί μικρού Χάνεις το κορίτσι Ο Τσούσης της έπεσε δίπλα και τα έχει τελειωμένα. Την Κυριακή έχουν επίσημους αραβώνες. Περισσότερα δεν σου γράφω. Θα είμαι κάθε βράδυ στο σταθμό. Σε φιλό Σάββας. Μη χασομεράς.

Πα διάβολε κι εγώ δεν είχα δέκα μέρες που είχα τρυφερό γράμμα της γεμάτο από αισθήματα και όρκους φοβερούς Ωστόσο ο Σάββας άχυρα δεν έτρωγε και καιρό για χάσιμο δεν είχαμε Έκλεισα τα βιβλία και το βράδυ στο τραπέζι προεξόφλησα όλη μου τη δικηγορική ευγλωτία για να πείσω τον πατέρα μου πως έπρεπε να πάω στην Αθήνα για να βρω άνθρωπο να συζητώ γιατί ο θύμιος που συμμελετούσαμε κάτω το είχε ρίξει έξω δυνατά.

Ετσέποσα μάλιστα τρακόσιας δραχμές, άλλες πενήντα από τη μητέρα και κλείστηκα νωρίς να σκεφτώ την πορεία που έμελα να ακολουθήσω. Αν και δεν μου έλειπαν οι παλμοί, πιστεύω πως δεν ήμουν ερωτευμένος γιατί θυμούμαι πως σε λίγο είχα αποκοιμηθεί. Το πρωί ξύπνησα αποφασισμένος. Θα πήγαινα στην Αθήνα και θα βρίσκα το Σάβα. Ύστερα θα βρίσκαμε μαζί τον Τζούσι Κι εγώ θα έκανα τον Μανιώδη Ο Τζούσις αν και πολυμήχανος θα δίλιαζε Εγώ θα έκανα πως είναι τάχα τέλεια δική μου Θα αντάμωνα το βράδυ και την ίδια Και θα της έλεγα ότι θα αυτοκτονούσα Ο Σάββας είχε ένα πιστόλι από τον καιρό του Αδάμ Θα το έπαιρνα κι αυτό μαζί μου αδιανό Να έχουμε και το νου μας για να μην γίνει κανένα λάθος Αν με όλα αυτά τα τραγικά ο Πάγκος έμενε στο Τζούσι Θα κάναμε με το Σάβα ένα γλέντι γερό στα πατήσια, όπου θα προσκαλούσαμε και τον αντεραστή μου.

Και ύστερα θα βρίσκα κανέναν τελειόφυτο να συζητούμε και, εδώ ήταν η αδυναμία μου, θα τελείωνα ένα σύγγραμμά μου φιλοσοφικό-οικονομικό-πολιτικο-κοινωνικό που ήταν το απαντών μου. Τον τίτλο του δεν τον είχα βρει ακόμα Αλλά θα το βάφτιζα με το Σάβα Κουμπάρο Έτσι σαν πνεύμα του ρωμαϊκού δικαίου Ή ο νόμος και η φύσης Ή το μέλλον του ανθρώπου Ή άμυνα και επιταγή Κάτι τέτοιο τέλος πάντων Κατάταξα με προσοχή τα χειρόγραφά μου Και άφησα άλλη μια φορά τη φαντασία μου να βοσκίσει ξεκαπίστρωτη Στα χειμερικά λιβάδια των ονείρων μου Εσκόπευα πριν τυπώσω το απαντών μου να το υποβάλλω για ενέσιμο διατριβή Η σχολή φυσικά θα έμενε εξτατική, ο πρίτανης θα με προσκαλούσε και σε λίγο μαζί με τη μεμβράνα θα έπαιρνα και τον τίτλο του ηφηγητού Κοντά σε αυτό το νομικό μου αριστούργημα ετοποθέτησα και κάτι πάρεργα φιλολογικά που θα μου άνοιγαν τη θύρα του Παρνασσού, των Σαλονιών και της πνευματικής αριστοκρατίας Ήταν ποίηματα, διηγήματα, επιστολές με μορφή φιλολογική, περιγραφές τόπων και ταξιδιών πραγματικών ή φανταστικών, όλα αριστουργήματα τεχνικά που χρόνια τώρα με βαφκάλιζαν με όνειρα θριάμβων φιλολογικών και κοινωνικών.

Κοντά στα χειρόγραφά μου ετοποθέτησα κάτι αγαπημένες φωτογραφίες και ένα σταυρό και ντυμένον από χέρι ακριβό και τα μισά χρήματά μου. Ύστερα η μητέρα μου έβαλε τα ασπρό ρουχά μου, το ζακέ μου το καινούριο και λοιπά Κλειδώσαμε και δέσαμε τον παούλο στερεά Το πρωί στις 6 ήμουνα στο σταθμό Στους φίλους μου είπα πως πάω να δώσω εξετάσεις Κρυφά από τον πατέρα μου επήρα εισιτήριο πρώτης θέσεως Και ξαπλωμένο στο μαλακόν καναπέ Με τα μάτια μισοκλεισμένα στις τόσες φυσικές ομορφιές τις πολύ γνωστές μου προσπαθούσα να κατατάξω τις σκέψεις μου καλά θα ήταν να προλάβω η πρίκα θα μου εξασφάλιζε την οικονομική μου ανεξαρτησία και το όνομά της θα μου άνοιγε σχέσεις είχε και ένα σωματάκι τόσο αρμονικό ο Τσούσης βέβαια δεν τάξιζε να τα χαρεί όλα αυτά από την άλλη μεριά όμως ήμουν 20 χρονών και μα την αλήθεια δεν άξιζε να σκλαβωθώ από τώρα με πανδριά Ίσως και ο γέρος μου να δυστροπούσε αν και της μάνας μου δεν θα της φαινόταν κακό Η πελατεία βέβαια κάτω στην επαρχία δεν επερίμενε ανυπόμονα εμένα

Αλλά ήμουνα συγγραφέυς και τόσο νέος ακόμα γιατί έτσι να προεξοφλήσω την τύχη μου Με αυτές και άλλες όμοια ανακατωμένες σκέψεις πέρασε το μεγαλύτερο μέρος του ταξιδιού Όσο όμως πλησιάζαμε στην Αθήνα τόσο με πολιορκούσαν στενότερα οι αναμνήσεις Ακόμα και η αίσθησης διψασμένη από τον επαρχιώτικο περιορισμό έμπαινε ζωηρά στους λογαριασμούς μου και στις φαντασιοπληξίες μας Έτσι κατάντησε φθάνοντας στο σταθμό να θέλω σοβαρά να την κερδίσω και πόσο θα γελούσαμε με τον Τζούσι αν τον την έπαιρνα μέσα από την τσέπη του Ήταν νύχτα αρκετά ψυχρή όταν στο φως του φαναριού είδα τον Σάβα να με περιμένει Δεν μου είπε λόγια πολλά Χωθήκαμε μέσα σε ένα μάξι Δώσαμε σε ένα λούστρο τη φορτοτική Ένα μπαούλο δέθηκε πίσω Και τραβήξαμε στην οδό Αγίου Κωνσταντίνου Λοιπόν, δεν χωρατεύεις Απόψε πάλι ήταν μαζί Κι ο ίδιος ο Τσούσης το διαδίδει Και πώς σου φαίνεται το σχέδιό μου Πώς σηκώ πολύ Το παίρνεις κάμποσο ελαφρά. Είναι αλήθεια. Δεν ξέρεις καημένε μου πως κερδίζεται το χρήμα και τι θα πει χρήμα έτοιμο, δουλεμένο από άλλον.

Στη θύρα ενός ξενοδοχείου το αμάξι σταμάτησε και κατέβασαν τον παούλο Πα, τι παούλο είναι αυτό Το δικό σου, είπε ο αμαξάς Αυτό παράλαβε ο λούστρος Φέρτε φως, Σάβα, φέρε φως Αλλάχτηκε το παούλο μου Και τι είναι τούτο Μια παλιοκασέλα διακονιάρικη Τι είναι τούτο, γρήγορα πάλι στο σταθμό Αύριο αδελφέ μην κάνεις έτσι Δεν χάνεται το παούλο σου Δεν έχεις φορτοτική Ετόλμησε να παρατηρήσει ο Σάββας Τι λες αδερφέ Τον παούλο μου να χάσω Γλίγορα πίσω στο σταθμό Δεν γίνεται κύριε Κάτι λάθος στάχεται Δεν μπορεί να χάθηκε τον παούλο σας Μου είπε με κοινική αδιαφορία ο σταθμάρχης Όταν εφτάσαμε στο σταθμό Λάθος λέει Στον παούλο μου λάθος Δεν ξέρω εγώ τον παούλο μου Τι έγινε Που έμεινε Πως μπορεί να αλλάχθηκε Ο σταθμάρχης ανασήκωσε τους ώμους και έσφιξε τα χείλη σαν να μου έλεγε.

Ξεφορτώσουμε γιατί πεινώ. Και τώρα τι μπορεί να γίνει. Τώρα τίποτε. Αύριο περάστε από εδώ να τηλεγραφήσουμε μήπως έμεινε σε κανέναν σταθμό. Ξέρω κι εγώ. Μα δεν μπορεί. Δεν θα γίνε λάθος. Το παραδώσατε στο σταθμό του πύργου. Τώρα ήταν η σειρά μου να κάμω σχήμα αδειμονίας. Αλλά με τούτο δεν ευρίσκονταν τον Παούλο. «Αύριο ελάτε το πρωί», είπε πάλι ο σταθμάρχης, «να εξετάσω με καλύτερα». Και γυρίζοντας τις πλάτες του, εξακολούθησε να τακτοποιεί τα εισιτήρια.

Μια ιδέα. από τους γονείς μου, τα φορέματά μου, τα χρήματά μου, τις αγαπημένες μου φωτογραφίες και τον ακριβό μου σταυρό. Και απάνω από όλα αυτά, τα χειρόγραφά μου, τους πνευματικούς μου κόπους, τους καρπούς της εργασίας μου, τα δείγματα της αξίας μου, τα κοιμήλια του παρελθόντος και τον σπόρο του μέλλοντός μου, τα μάτια μου, τα χέρια, τα πόδια που θα με έφερναν στη δόξα, στην ευτυχία, στη ζωή μου την πραγματική.

Και αν άξαφνα το πήρε κανένας ξένος και έφυγε τη νύχτα από τον Πειραιά Αν ο κάτοχος αυτής της παλιοκασέλλας βρήκε συμφέρο να το κρύψει και να παραβιάσει την κλειδονιά του Αν... Ποφριχτές εικόνες με πολιορκούσαν Όταν ο Σάββας, κρύον και υδρωμένον και σχεδόν ανέστητον Με έσπρωξε πάλι στο αμάξι και γυρίσαμε στο ξενοδοχείο Μάταια ζητούσε να με ενθαρρύνει Μάταια ήθελε να γυρίσει αλλού το νου μου Και προσπαθούσε να ελαττώσει τη ζημία από το χάσιμο Λέγοντας ότι για δυακόσια ψωροδραχμές και μια φορεσιά ρούχα δεν αξίζει τον κόπο να πεθάνομαι Χω! Ο Σάββας δεν ήξερε τα έργα μου, τα περιπόθητα χειρόγραφά μου Στα ξενοδοχεία, του είπα, να πάμε στα ξενοδοχεία και χωρίς να περιμένω την έγκρισή του παράγγειλα στον αμαξά να αρχίσει την περιοδία τράβα σε όλα τα μικροξενοδοχεία και θα βγει ο κόπος σου στη Μεγάλη Βρετανία δεν θα είχε βέβαια καταλύσει ο κάτοχος της παλαιοκασέλας και άρχισε η τρομερή η γεμάτη αγωνία περιοδίας σε όλα τα κουτσοξενοδοχεία και τα χάνια της Οδού Αθηνάς, της Οδού Αιώλου και της Οδού Ερμού

από το μοναστηράκι και κάτω Ανεβοκατεβήκαμε σκάλες στενές, σκοτεινές, ρυπαρές Ξυπνήσαμε γκαρσόνια νησταλέα που βλαστημούσαν κρυφά και φανερά Με μια ερώτηση στερεότυπη για να ακούμε την ίδια στερεότυπη απάντηση Όχι κύριε, κανείς ή ένας ήρθε μα δεν έφερε μπαούλο Σε κάθε ανέβασμα μια ελπίδα φώτιζε την ψυχή μου Σε κάθε κατέβασμα η απελπισία μου γινόταν πιο σκοτεινή Νηστικός, διψασμένος, άϊπνος, εξαντλημένος όπως ήμουνα κατάντησε να παθαίνω παρακρούσεις να παίρνω για εντυπώσεις τα πλάσματα της φαντασίας μου να βλέπω σχεδόν οράματα καταστροφής και να εξαγριώνεται περισσότερο το απελπισμένο μου πρόσωπο Τέλος, ύστερα από τρεις σχεδόν ώρες αφού πλήρωσα στον αμαξά ό,τι του βάσταξε η ψυχή να μου ζητήσει και ο καθένας ξέρει τι βαστάει η ψυχή ενός αμαξά σε τέτοιες μάλιστα περιστάσεις, γύρισα πάλι στο ξενοδοχείο μου και ντυμένος ξαπλώθηκα στο κρεβάτι να αναπαύσω το βασανισμένο λείψανό μου.

Ένας ψεύτικος ύπνος ανάρκη εβάρυνε τα βλέφαρά μου, ενώ στο νου μου ανακατώνονταν βασανιστικές σκέψεις, όνειρα, οράματα φοβερά. Έβλεπα πως είχα χάσει τον παούλο μου Πως το έβλεπα κάπου μακριά Αλλά δεν μπορούσα να το φτάσω Πως ένα χέρι που δεν ήταν το δικό μου Ένα χέρι χοντρό και ροζασμένο Σαν χέρι κλαδευτή ή ξυλοκόπου Ζητούσε να βιάσει την κλειδονιά του Και εκείνη άπιστη υποχωρούσε στην πρώτη στροφή ενός κλειδιού ξένου Να τα αγαπημένα μου πραγματάκια Μια λεπτή ευωδία απλώθηκε από τα μάτσα της Λουίζας που είχε ρίξει μέσα η μητέρα μου Και τι όμορφα που ήταν τοποθετημένα Απάνω απάνω ένα μεγάλο προσώψι φλοκωτό Ύστερα τα πουκάμισα της κόλλας Παρακάτω τα μαύρα μου ρούχα Ύστερα τα βιβλία μου Ένα ένα τα αφαιρούσε το χοντρό ροζασμένο χέρι Και τα άδεινε σε άλλα χέρια το ίδιο χοντρά Μούτρα πρόστιχα γελούσαν από τη χαρά τους Και στόματα χιδαία λέγανε κι από μία κοροϊδία Αχ, να και τα χειρόγραφά μου Αγαπημένα ακριβά χειρόγραφα Καθρέφτη του νου μου και της καρδιάς μου

Πολύτιμο από την ύπαρξή μου κομμάτι Σιγά, να μην τα ανακατώσετε Χω, πώς τα έκαναν ανω κάτω οι κακούργοι Και πώς τα κοιτάζουν με κτηνώδη Με χερέκα και περιέργεια Θα ήτανε λέω εγώ κανένας δικηγόρος που έπαιρνε μαζί του τις δικογραφίες Να βάλτα στο μαγεριό για προσάναμα Να και κάντρα και ένα σταυρός Βάλτα στην κάμαρα του γαμβρού μας Ωστόσο η νύχτα περνούσε Και η πρωινή δροσιά με βύθησε σε ύπνο βαθύ αληθινόν Και σε αυτόν όμως τον ύπνο η φαντασία μου ακολούθησε τον ίδιο δρόμο Πάει η νύφη Πάει ο Τσούσης, πάει ο Σάββας και το ταξίδι. Και ποιος λογάριαζε τις διακόσιας ψωροδραχμές. Αλλά σαν η φύσης να είχε αποκάμει από τον άγριο δρόμο, τώρα στον αληθινό μου ύπνο, τα όνειρα πήρανε μία στροφή ημερότερη.

Μου φαινόταν πως ταξίδευα και πάλι ζητώντας το χαμένο μπαούλο Κατέβαινα σε κάθε σταθμό, σε κάθε στάση και ρωτούσα με προσοχή Το τρένο περίμενε να με πάρει Ταξίδευα πάλι για τον πύργο Στα Μέγαρα, στην Κόρινθο, στην Πάτρα, το αναζήτησα μάταια Στο Μιντιλόγλι, στο Ναϊ Βασίλη, έχασα άδικα καιρό και κόπο Η αγωνία της χθεσινοβραδινής περιοδίας μου ξαναρχόταν και στο όνειρό μου, αλλά δεν έχανα την ελπίδα. Εφτάσαμε να και στην Αμαλιάδα. Κατέβηκα και πάλι στο σταθμό και ζήτησα το σταθμάρχη. Μα τι τον θέλω το σταθμάρχη. Ω, να τον παούλο μου, είναι εδώ.

Την αγμόσα μέτρη της χαράς με ξύπνησε και έκοψε το ευτυχισμένο μου τ' όνειρο Ήμουν ακόμα ιδρωμένος κι ήμουν ακόμα στην Αθήνα Πικρό, πολύ πικρό ήταν το ξύπνημα κι όμως δεν το αισθάνθηκα τόσο Παράξενο μα την αλήθεια συνέστημα να εξακολουθεί η ψυχική διάθεσης από το όνειρο Κι όταν ακόμα ξυπνήσεις και ειδείς πως ήταν όνειρο Παράξενο αλλά τέλεια αληθινό τουλάχιστον για μένα Ένα όνειρο βαρύ αφήνει στην ψυχή μου και όλη την άλλη ημέρα την απίχυση της δυσθυμίας του Ενώ ένα ευχάριστο γλυκό όνειρο μου χαρίζει και για την άλλη ημέρα τη φεδρότητα ή τη γαλήνη Χτύπησε η θύρα μου και πριν πω εμπρός ο Σάββας ήτανε μέσα Τι γίνεται βρε παιδί το βρήκες τον Παούλο «Στον ύπνο μου θα το βρίσκα», είπα ενώ έριχνα λίγο νερό στα μάτια μου. «Τι ώρα είναι, προφθάνω το σιδηρόδρομο. Παιδί, βρες ένα αμάξι για το σταθμό».

«Θα φύγεις λοιπόν με τα σωστά σου», με ρώτησε ο Σάββας κάπως επιπληκτικά. «Ρωτάς, αμέσως τώρα». Και άκουσε, «έχω μια παράξενη ιδέα. Το μπαούλο μου έμεινε στην Αμαλιάδα. Το είδα στον ηρώ μου και είναι αλήθεια». δεν είσαι στα σωστά σου πά είναι αλήθεια ήταν ολοφάνερο το όνειρό μου γιατί αυτή η ακριβολογία στον τόπο χωρίς άλλο είναι μια αμυδρία ανάμνησης το μάτι μου θα το πήρε χωρίς να το αντιληφθώ συνειδητά και στον ύπνο μου ξανά ζησε η κοιμισμένη αυτή εντύπωσης αυτή είναι η θεωρία των ονείρων και είμαι βέβαιος ότι θα το έβρω εκεί είμαι βέβαιος σου λέω Κι εγώ είμαι βέβαιος πως θα χάσεις και τα αυγά και το καλάθι Πως αφήνεις το γάμο και πας για παλιούρια Πως το γύφτο τον έκαναν βασιλιά κι αυτός κοίταζε τα ρίκια Πως ο Τσούσης αύριο την παίρνει Κι εσύ θα μείνεις με την εξήγηση των ονείρων σου Μείνε τουλάχιστον δύο μέρες κι ύστερα πας για τον παούλο Με αλυσίδες να με δέσεις δεμένο Κι αλήθεια είσαι για τις αλυσίδες Κάμε όπως θέλεις Είπα και ελάλησα αμαρτίαν ουκ έχω.

Πήκα πρώτος πρώτος στο τρένο αφού ερεύνησα όλες τις γωνιές του σταθμού και έκαμα νέα ανάκριση στους υπαλλήλους. Και ο πρωινός παπ της εποχής εκείνης άρχισε τους ατελείωτους σταθμούς του. και τι δεν θα έδινα για να κατεβαίνω και να ρωτάω σε κάθε κουτσοχώρι μα το τρένο μόνον στο όνειρό μου μπορούσε να με περιμένει κι όμως στο βάθος της ψυχής μου έκρυβα τη βεβαιότητα ότι το μπαούλο μου είναι στην Αμαλιάδα τόσο που σιγά σιγά εκόπασε ο πυρετός της ανυπομονησίας μου και με στοικότητα περίμενα να φτάσω μες στην Αμαλιάδα και φτάσαμε Αμαλιάς τρία λεπτά Με έφταναν αυτά Κατέβηκα και μπήκα στο σταθμό Πού είναι ο κύριος σταθμάρχης Μα τι το θέλω το σταθμάρχη Ω, να το το μπαούλο μου Αυτό είναι εδώ Δεμένου, ορθό Με κοίταζε γελαστό το αγαπημένο μου μπαούλο Το ψάξα, το χάιδεψα Εβεβαιώθηκα Ήταν αυτό Ακέρυο, ανέγγιχτο Όπως το είχα «Α, ήρθατε! Κατάλαβα πως θα ερχόσαστε. Το γνώρισα πως ήταν δικό σας και το κράτησα εδώ.

Μα πού είναι του άλλου η Κασέλα, γιατί τον εβάσταξα με το στανιό. Στο σταθμό είχε γίνει λάθος». Αυτά μου είπε ο σταθμάρχης, ένα λεβεντό παιδό που δεν θα ξεχάσω ποτέ την ανδρή και ομορφιά του και το συμπαθητικό, μα σαν συμβολικό όνομά του. Όλοι τον έλεγαν «Κύρι Σωτήρη». «Ήταν τόση η χαρά μου, τόση η ευγνωμοσύνη μου, ώστε δεν κατόρθωσα να αρθρώσω ούτε ένα ευχαριστώ. Ετηλεγράφησα στο Σάβα να στείλει την κασέλα και έφυγα την άλλη μέρα για τον πύργο. Τώρα πώς δικαιολόγησα στον πατέρα μου όλη αυτή την ιστορία και τι πίστεψε από όσα του αρμάθιασά συνάρτητα και εξωφρενικά δεν ξέρω. Δεν θυμούμε πια. Ένα μόνο θυμούμε».

Ότι στο τραχή και συνήθως αγέλα στο πρόσωπό του φάνηκε ένα χαμόγελο φανερής ελεηνολογίας του μοναχογιού του. Ύστερα από λίγες ημέρες έλαβα το τελευταίο γράμμα του Σάβα. Μου έλεγε ότι έστειλε την παλιοκασέλα στη διεύθυνση που του είχα τηλεγραφήσει και πρόσθετε «Δεν ξέρω πόσο πρέπει να σε λυπηθώ. Βρήκες λες τον παούλο σου και είσαι ευχαριστημένος.

Ωστόσο ο Τσούσις έκαμε χθες τους αραβώνες του Και σε δύο εβδομάδες κάνει τους γάμους του Και παίρνει το όμορφο κορίτσι Και μαζί με αυτό την μπρίκα της Συ να χαίρεσαι τον παούλο σου Παούλο μου χαριτωμένο Μια ζήλια κάπως ηλική με έπιασε τότε Και για μια στιγμή μου φάνηκε πως μετανιώνω Άνοιξα όμως τον παούλο μου Έδωκα μια περασιά στο αβάφτιστο ακόμα νομικό μου αριστούργημα και ξαναβρήκα πάλι τη γαλήνη μου, τη χαρά μου, την ελπίδα μου.

Πέρασαν από τότε χρόνια και χρόνια. Την είδες λίγο πριν στον πράτσο του αντρός της. Η περιουσία της τον βοήθησε να σπουδάσει στην Ευρώπη, να εγκατασταθεί εδώ και να αποκτήσει μεγάλη πελατεία. Έγινε ειδικός νευρολόγος. Αυτή είδες πόσο είναι ακόμα θελκτική γυναίκα. Έχει δύο μεγάλα παιδιά και με έχει βέβαια λησμονήσει. «Εγώ ταξιδεύω ακόμα με το ίδιο μπαούλο και έχω πάντα σε αυτό φυλαγμένα τα συγγράμματά μου, χειρόγραφα πάντα».

Έτσι ήθελε η τύχη και ό,τι ήθελε το πέτυχε τόσο εύκολα με μόνο το άλλαγμα ενός αριθμού. «Τι λες, να πάω καμιά μέρα να με εξετάσει ο Τσούσης»

Σχόλια

Χωρίς σχόλια

Συνδεθείτε για να συμμετάσχετε στη συζήτηση

Σύνδεση για Σχολιασμό

Δεν υπάρχουν σχόλια ακόμα

Πίσω 15 δευτ.
Play
Μπροστά 30 δευτ.
00:00:00
00:00:00