Skip to content
PodBase
Το Ζακυθινό μαντήλι. Γρηγόριος Ξενόπουλος

Το Ζακυθινό μαντήλι. Γρηγόριος Ξενόπουλος

Μυθιστορίες
Αύγουστος 30, 2026 00:26:42
Συνδεθείτε για να δηλώσετε αν σας αρέσει
Συνδεθείτε για να δηλώσετε αν σας αρέσει
Προσθήκη σε Λίστα Επεισοδίων
Αποθηκεύστε αυτό το επεισόδιο σε λίστα.
Όνομα Λίστας

Σχετικά με αυτό το επεισόδιο

Διαβάζει η Χριστίνα Μπράβου

Αυτόματη μεταγραφή — ενδέχεται να περιέχει λάθη.

Έλεγαν ακόμα πως με το βελόνι της μπορούσε να παραστήσει στο πανί ως και τον καπνό του τσιγάρου, ως και το χνούδι του ροδάκινου. Κι αυτό ίσως υπερβολικό, μα το βέβαιο είναι πως δεν υπήρχε πιο άξια κεντίστρα στον τόπο της ούτε σε άλλους τόπους πολλούς. Και το δείξε με το μαντήλι εκείνο, που όποιος το βλέπε δεν μπορούσε να πιστέψει πως το είχαν κάνει χέρια ανθρώπου.

Τόσο φίνο, τόσο τακτικό ήταν το κέντισμα που άσπριζε σαν το χιόνι στο διάφανο και πιο σκούρο φόντο της μπατίστας και χωρίς να είναι πιο πολύ μεγάλο από ένα συνηθισμένο γυναίκιο μαντήλι είχε πάνω του ένα πλήθος ζωγραφιές Στη μέση το δωδεκάθεος ένα όμορφο γκρούπο με την Ήριδα, με την Ήβη και με το Γανιμίδη Και ολόγυρα, ανάμεσα στις αμπελόβεργες μιας γυρλάντας που σχηματίζανε τόσες κορνιζίτσες, άλλα πρόσωπα μυθολογικά, πάνες, συλληνούς, σάτηρους, νύμφες, έρωτες, τρίτονες.

Η κεντήστρα είχε μιμηθεί σχέδια Ιταλών ζωγράφων της αναγέννησης, μα το μαγικό της Βελόνη τα είχε ξεσηκώσει τόσο πιστά και τόσο ζωντανά απάνω στο πανί, ώστε όσοι κοίταζαν τα χαριτωμένα εκείνα προσωπάκια των θεών έλεγαν πως θα μιλήσουν. Όσο δούλευε ακόμα, η Κλάρα, από καλλιτεχνική ιδιοτροπία, δεν έδειχνε το μαντήλι σε κανέναν.

Ούτε καλά καλά στους ποιτικούς Σαν τέλειωσε όμως και έμεινε ευχαριστημένη Πρώτη πρώτη αυτή η ίδια χωρίς δυσκολία το έβγαζε Να το θαυμάζουν οι αρχόντισες και οι αρχοντοπούλες Που σύχναζαν στο ανοιχτό ναδαλαϊκό Έτσι η φήμη του μαντιλιού άρχισε να ξαπλώνεται στα αρχοντικά Και πολλές που είχαν καιρό να κάνουν βίζιτα στην Αδαλίνα πήγαν τώρα μόνο και μόνο για να ειδούν το θαυμαστό χειροτέχνημα της κόρης της κι ας έκαναν πως ούτε το ξέραν.

Παλιές ψυχρότητες, έχθρες ακόμα, ξεχάστηκαν για αγάπη του μαντιλιού και όχι μόνο γυναίκες πήγαιναν να το βλέπουν παρά και άντρες. Ξέβγαινε από τα όρια ενός απλού γυναικείου εργόχειρου ενός κεντήματος από τα συνηθισμένα. Ήταν σωστό καλλιτέχνημα, άξιο να το ειδεί. να το θαυμάσει μαζί με την εύκολη κοντέσα του και ο κόντες ο δύσκολος, ο σοβαρός, που είχε δίπλωμα από την Πάντοβα και είχε γυρίσει όλα τα μουσεία της Ιταλίας.

Τι θα γινόταν όμως το περίφημο αυτό μαντήλι, για ποιον δουλεύτηκε πέντε ολάκαιρα χρόνια. Θα το κρατούσε η Κλάρα στην πρίκα της, θα το χάριζε σε καμιά από τις πέντε αγαπημένες αδελφές της, θα το έστελνε αφιέρωμα σε καμιά εκκλησιά σε καμιά Παναγιά για να το βλέπει κάτω από ένα γυαλί ο κόσμος τους αιώνες κανείς δεν ήξερε ούτε η ίδια η Κλάρα όταν την ρωτούσαν έλεγε πως το είχε κάνει για δική της μόνο ευχαρίστηση και χωρίς κανέναν σκοπό και όταν την συμβούλευαν τούτο ή εκείνο κοκκίνιζε και απαντούσε αφήστε θα η δούμε Αλλά εκείνον ίσα ίσα τον χρόνο πήγε στη Ζάκυνθο να περάσει το καλοκαίρι της η μεγάλη κυρία που ήταν Ζακυνθινιά Επειδή στα σαλόνια άλλος λόγος δεν γινόταν παρά για το μαντήλι γρήγορα έμαθε γι' αυτό ενδιαφέρθηκε και γύρεψε να το ειδεί Μια συγγέννησά της φιλενάδα της Ναδαλίνας την πήγε στο αρχοντικό και το είδε Και τόσο της άρεσε που φώναξε «Μα αυτό είναι για τη βασίλισσα». «Μα κι εγώ έλεγα να το χαρίσω της βασίλισσας», είπε αμέσως η Κλάρα κοκκινίζοντας διπλά από τις άλλες φορές που της συμβούλευαν οι κυρίες.

Μην ήταν αλήθεια το μυστικό της, ο κρυφός της πόθος Μα κι αν ήταν πρέπει να της γεννήθηκε κατόπιν Γιατί τον καιρό που είχε αρχίσει να κεντά το μαντήλι Βασίλισσα δεν ήταν ακόμα στην Ελλάδα Και μόλις πριν από ένα χρόνο Ο Γεώργιος ο πρώτος είχε φέρει την ύφη από τη Ρωσία Η μεγάλη κυρία άρπαξε το λόγο με χαρά Τότε να μου το δώσεις, της είπε Σαν θα γυρίσω στην Αθήνα να της το πάω Η μεγαλειοτάτη λείπει σε ταξίδι Μα το Σεπτέμβρη θα γυρίσει Τότε θα πάω κι εγώ Και πώς θα το χαρεί τέτοιο δώρο Α, είναι μεγάλη ευτυχία Να κάνει κανείς μια ευχαρίστηση στη βασίλισσά μας Είναι τόσο καλή, τόσο όμορφη Σωστός άγγελος Μάλιστα, αποκρίθηκε η Κλάρα Όταν θα φύγετε για την Αθήνα Θα σας το δώσω Αμέσως πάρθηκε αυτό στον τόπο και οι φήμοι, οι έγλοι του μαντήλιού μεγαλώσανε Ήταν πια το μαντήλι, το βασιλικό μαντήλι Δώρο στη νέα βασίλισσα, την αγγελόμορφη και την αγγελόκαρδη που της άξιζε Μα θα φεύγει από τον τόπο το καλλιτέχνημα και έπρεπε να το ειδούν όσοι και όσες δεν ευτύχησαν ακόμα

Ήταν κάτι γριές αρχόντισες που δεν έβγαιναν ποτέ από τα παλάτια τους Ήταν κάτι γέροι κόντιδες καρφωμένοι στις πολυθρόνες από ρευματισμούς Και η Κλάρα για να ευχαριστήσει και εκείνες και αυτούς αποφάσισε να βγάλει το μαντήλι σε περιοδία Η Μετριοφροσύνη δεν την άφηνε να το συνοδέψει η ίδια Αν και με μεγάλο κόπο και φόβο θα το εμπιστευόταν σε ξένα χέρια Τα χέρια όμως της μικρής αδελφής της Γιούλιας και επιτίδια ήταν και προσεκτικά Έβαλε λοιπόν το μαντήλι σε ένα μεγάλο μακρουλό καρυδένιο κουτί Δημένο μέσα με γαλάζια μεταξωτή βάτα Με το ίδιο κουτί θα το έστελνε και της βασίλισσας Και το παρέδωσε στη Γιούλια που κι αυτή το παρέδωσε στη Διαμαντίνα Μια μεσόκοπη δουλεύτρα του Ναδαλέικου να αντιστοκρατεί μόνο στο δρόμο Έτσι έκανε το μαντήλι την καλλιτεχνική του περιοδία Η διαμαντίνα στο δρόμο το κρατούσε κάτω από τη μασχάλη της Μισοσκεπασμένο με τα κρόσια του μποξά της Και η Γιούλια με το κοντό της φουστάνι Το μικρό της καπέλο και το κάπως αγορίστικο ύφος της

Πήγαινε από δίπλα και δεν το είχανε από τα μάτια τη στιγμή Κάπου κάπου μάλιστα το άγγιζε και με το γαντωμένο της χεράκι Σαν να το υποστήριζε Και έλεγε σιγά της διαμαντίνας «Βάσ' τα το καλά, το νου σου». Όταν έφταναν έτσι ως το αρχοντικό που θα ντόδιχναν, η Γιούλια χτυπούσε ζωηρά το κουδούνι ή τον παταδούρο της βαριάς ξόπορτας με τα ανάγλυφα στολίδια.

Άφηνε τη διαμαντίνα να ανέβει πρώτη τις πλατιές μαρμαρένιες σκάλες. Αυτή την ακολουθούσε σαν φύλακας και άμα βρισκόταν στο κεφαλόσκαλο, της έπαιρνε το κουτί από τα χέρια και έμπαινε στο σαλόνι όπου περίμεναν το θάμα. Εκεί ξεκλείδωνε το κουτί, ξεδίπλωνε με ευλάβεια το μαντήλι διπλωμένο στα δυο και το κρατούσε από τις δύο άκρες, μπροστά στο θαυμασμό και στην έκσταση των σπιτικών.

Όταν κανένα πρόσωπο το πλησίαζε πάρα πολύ, η Γιούλια απομάκρυνε το κέντρισμα αμέσως με ένα αυθόρμητο κίνημα των χεριών, Μα όταν απλωνόταν και κανένα χέρι, κανένα δάχτυλο, τότε οπιστοχωρούσε ο Λάκερη και φώναζε «Α, μην το αγγίζετε». Και το τολμηρό χέρι, το αφθάδικο δάχτυλο, συμμαζευόταν ευθύς με τη συνέστηση, με την τροπή σχεδόν μιας ιεροσιλίας.

Ωστόσο η Γιούλια απαντούσε πρόθυμα στις ερωτήσεις και χωρίς να τη ρωτούν ακόμα, εξηγούσε τις παραστάσεις του Μαντιλιού. Αυτή είναι η θεά η Αφροδίτη Εδώ ο Ήφαιστος Εδώ ο Γανιμίδης που κερνάν έκταρ τους θεούς Αυτή είναι η Ήβη Αυτός με τα τραγίσια πόδια είναι σάτηρος Οι Κένταυροι Μισή άλογα και μισή άνθρωποι Βλέπετε Ο Ζάκυνθος Ο γιος του Δαρδάνου Που πρωτόχτισε πόλη στο νησί μας Τον έβαλε κι αυτόν εδώ στην άκρη Έτσι σαν σφραγίδα για να φαίνεται πως το μαντήλι είναι ζακιθινό.

Πέντε χρόνια, μάλιστα πέντε χρόνια σωστά το κεντούσε. Η μεγάλη κυρία θα φύγει σε τρεις μέρες και θα το πάρει μαζί της να το χαρίσει από μέρος της Κλάρας στη βασίλισσά μας που είναι νύφη. Ε, το είδατε, να το φυλάξω τώρα. Ε, με συγχωρείτε πολύ, έχω να πάω κι αλλού. Η Γιούλια δεχόταν τους θαυμασμούς των σπιτιών και τα συγχαρήκια για την αδερφή της που τιμούσε τον τόπο.

Ευχαριστούσε ευγενικά. Αποχαιρετούσε διαχειρτικά μαζί και περήφανα. Ετοίμαζε στο αναμεταξύ το πολύτιμο κουτί για το δρόμο. Το παράδεινε στη διαμαντίνα που περίμενε απ' έξω κουβεντιάζοντας με τις δουλεύτρες του αρχοντικού που κι αυτές έβγαζαν κάπου κάπου το κεφάλι τους από την πόρτα του σαλονιού να ειδούν αν ήταν βολετό λίγο θάμα έτσι από μακριά σαν όνειρο και έφευγε βιαστικά για να πάει κι αλλού.

Πήγαινε σε όσα σπίτια πρόφτενε ως το βράδυ. Έπειτα την άλλη μέρα τα ίδια και την άλλη. Τρεις μέρες βάσταξε αυτή η περιφορά του Μαντιλιού από αρχοντικό σε αρχοντικό της χώρας για αγάπη εκείνων που δεν έβγαιναν έξω και είχε καταντήσει θέα μας συνηθισμένο στο φόρο, στην Καινούρια, στην Κάτο και στην πλατεία Ρούγα η διαμαντίνα των αδαλίδων με το μακρουλό κουτί κάτω από τη μασχάλη μισοσκεπασμένο από τα κρόσια του μποξά της και η μικρή γιούλια με το αγορίστικο ύφος δίπλα της προσεκτική όλοι έμαθαν σε λίγο πως μέσα στο κουτί εκείνο ήταν το περίφημο μαντήλι της Κλάρας δώρο νηφιάτικο για τη βασίλισσα και όσοι δεν το είχαν δει και δεν μπορούσαν να το ειδούν ενώ άκουγαν τόσα και τόσα ζήλευαν εκείνους που το είδαν και από τη ζήλια τους κορόιδευαν λίγο την πομπή.

Έτσι κάποιος ένα απόγευμα από το ισόγειο του καζίνου είπε «Κάμετε το σταυρό σας, περνάει του Αγίου το χέρι». Και αλήθεια, έμοιαζε πολύ. Έτσι και του Αγίου το χέρι έβγαινε κάποτε στο δρόμο μέσα σε ένα ασημένιο κουτί που το κρατούσε ένας καλόγερος κάτω από τη μασχάλη του μισοσκεπασμένο από το φαρδωμάνικο τουράσου ενώ δίπλα του πήγαινε ένας άλλος σαν τιμητική συνοδεία από την εκκλησιά ως κάποιο σπίτι όπου ένας άρρωστος περίμενε να τον σταυρώσουν με το θαυματουργό λείψανο και όσοι απαντούσαν την πομπή έβγαζαν το καπέλο τους και έκαμαν το σταυρό τους Ναι, η παρομοίωση ήταν πετυχημένη Κανένας όμως από όσους είχαν δει το μαντήλι δεν εσκέφτηκε να γελάσει με τον λόγο του ζηλιάρη Ζηλιάρη, γιατί και εκείνο το θεωρούσαν σαν ένα θάμα υπομονής και τέχνης, σαν κάτι ιερό, που άξιζε μα την αλήθεια να σταυροκοπηθεί κανείς μπροστά του.

Έτσι, τις τρεις εκείνες ημέρες, το είδαν όσοι μπόρεσαν, όσοι πρόφτασαν, στα αρχοντικά, πρώτα και δεύτερα, που τα τριγύρισε η Γιούλια. Και την τέταρτη η ίδια η Γιούλια με τη διαμαντίνα πάλι το πήγε στο αρχοντικό της Μεγάλης Κυρίας και της το παράδωσε μαζί με ένα γράμμα σε περγαμινή με το άρμα των Αδαλίδων, γράμμα της Κοντεσίνας Κλάρας για τη Βασίλισσα Όλγα.

Και το ίδιο φθινοποριάτικο δειλινό το Ζακυθινό Μαντήλη έφευγε από τη Ζάκυνθο για πάντα με το βαπόρι που είχε πάρει η Μεγάλη Κυρία για να γυρίσει στο παλάτι της Αθήνας. Με τον καιρό γινόταν θρηλυκό. Από τα αρχοντικά σπίτια, πρώτα και δεύτερα, η φήμη του είχε περάσει στα νοικοκυρόσπιτα, είχε κατεβεί στα χαμόσπιτα, είχε απλωθεί στα μαγαζιά, στα εργαστήρια, στους καφενέδες, στις ταβέρνες, παντού.

Το Ζακυθινό μαντήλι το είχε πάρει ο λαός. Εκείνοι που το είδαν, οι ζηλευτοί, το παράστεναν όπως μπορούσαν σε εκείνους που δεν το είδαν και που δεν χόρτεναν να ακούνε γι' αυτό Και όπως συμβαίνει πάντα σε τέτοια, οι καλοφάνταστοι και οι ψεφτάκοι πρόσθεταν από κάτι στις ζωγραφιές του Εκείνοι μάλιστα που δεν είχαν είδει καθόλου το μαντήλι, παρά το ήξεραν από περιγραφές, πρόσθεταν τα περισσότερα Άλλος έλεγε πως είχε και τη Γιγαντομαχία, άλλος τον Προμηθέας τον Κάφκασο, άλλος την Ακρόπολη με τον Παρθενώνα και άλλος την πόλη με την Αγία Σοφιά Κάποιος βεβαίωσε πως το φόντο της εικόνας του Ζάκυθου διακρινόταν ανάαιρα και όλη η πόλη που είχε χτίσει Κάποιος επρόσθεσε πως στην πόλη φαινόταν και η εκκλησιά, το ψηλό καμπαναριό και η λιτανεία ακόμη του Αγίου Κάποιος ισχυρίστηκε πως τις άκρες ήταν κεντισμένα και τα εμβλήματα των εφτά νησιών Και κάποιος τέλος ορκίστηκε ίσως και για να μπαρτζολετάρει πως φαινόταν κάπου και η τούρλα του σκοπού Και σε έναν κύκλο από αστέρια η μορφή του λομπάρδου

Οι γυναικούλες πάλι αντικαθιστούσαν πρόθυμα τους μυθολογικούς θεούς με τις δικές τους λατρείες Από το 12ο δεν έμενε παρά η Αφροδίτη και ο Έρωτας με τη Σαΐτα του Ο Δίας όμως είχε γίνει Παντοκράτορας, ο Απόλλωνας Χριστός και η Ήρα Παναγιά Τις γωνιές του Μαντιλιού δεν ήταν λέει παρά εξαφτέρυγα, σεραφείμ και χερουβείμ Ενώ στη μέση του φάνταζε η τετραπλή εικόνα της γέννησης, της βάφτισης, της σταύρωσης και της Ανάστασης Έτσι με την προστήκη του καθενός ανάλογη προς τη φαντασία του και την κλίση Το Ζακυθινό Μαντήλι τα είχε όλα Ουρανό, γη και Ζάκυθο Κανένας από τους απλοϊκούς δεν ρωτούσε πως ήταν δυνατόν να τα χωρεί όλα αυτά ένα γυναίκιο νηφιάτικο μαντιλάκι Το έπαιρναν για θάμα Και ένα θάμα τα χωρούσε όλα Και το πολύ πολύ που μπορούσαν να σκεφτούν για να συμβιβάσουν κάπως το ασυμβίβαστο ήταν και το βεβαίωναν πολλοί πως οι ζωγραφιές στο Μαντήλι ήταν τόσο μικρούτσικες, ψιλοκεντισμένες που έπρεπε κανείς να τις κοιτάζει με φακό.

Οι περισσότεροι όμως προτιμούσαν το θάμα. Αυτό τα εξηγούσε καλύτερα. Και όπως πάλι συμβαίνει πάντα σε τέτοια στα λαϊκά σπιτάκια άρχισαν να λένε ένα σωρό υπερφυσικά για το σπετάκολο Μαντήλι. Αυτός προπάντων ο θρύλος πιστευόταν γενικά. Η Παναγιά λέει ονήριασε την Κλάρα την Αδαλοπούλα που ήταν μια πεντάμορφη και θεοφοβούμενη αρχοντοπούλα πρώτη ανάμεσα στις κεντίστρες και της είπε πως για να δοξάσει τον τόπο της και να δοξαστεί έπρεπε να κεντήσει ένα μαντήλι έτσι και έτσι που να έχει απάνω αυτό και αυτό.

Βίλιασε λέει η κοπέλα και ρώτησε Μα πως μπορώ εγώ η ανάξια δούλη σου να κεντήσω τέτοιο μαντήλι Μη σε νοιάζει, της είπε η Παναγία Κι εγώ θα σε βοηθήσω Το μου θα με βοηθήσει η χάρη σου, της αποκρίθηκε η κοπέλα Θα επιχειρήσω Και το κέντισμά σου θα το χαρίσω στην εκκλησιά τη φανερωμένη σου Όχι, της είπε η Παναγία Ώσπου να το τελειώσεις, ο βασιλιάς θα έχει φερμένη από τη Ρουσία μια πάγκαλη βασίλισσα.

Όργα θα τη λένε. Κι αυτήν εις θα το χαρίσεις. Κάθηκε η Παναγία. Και στο ξύπνο της λέει, η Κλάρα καταπιάστηκε αμέσως να φτιάσει το μαντήλι. Και ντούσε, και ντούσε, και ντούσε. Βδομάδες, μήνες, χρόνια. Και ήρθε στιγμή που απόστασε, που ζαλίστηκε, που τα έμπλεξε και δεν ήξερε πώς να τα ξεμπλέξει Άφησε το κέντρισμα στη μέση και πέφτοντας να κοιμηθεί προσευχήθηκε Παναγία μου, μου έταξες πως θα με βοηθήσεις Βοήθα με τώρα να αποτελειώσω το μαντήλι σου γιατί εγώ δεν μπορώ άλλο Και σαν ξύπνησε την αυγή πήγε λέει να πιάσει το κέντρισμά της και το βρήκε τελειωμένο Όπως της το είχε τάξει η ίδια η Παναγία της το τέλειωσε εκείνη τη νύχτα Έτσι έγινε εκείνο που γίνε και γι' αυτό το βλέπει κανένας και λέει πως δεν το πιάσε χέρι ανθρώπου Και περνούσαν τα χρόνια και το θρηλικό μαντήλι ξαναρχόταν στις ομιλίες των Ζακυθινών Ζακυθινών. Το θυμόνταν ολοένα πιο σπάνια μα και ολοένα πιο φανταστικά.

Είχε αρχίσει πια να το σκεπάζει σαν ένας πέπλος από ένα μυστήριο. Έλεγαν πως η βασίλισσα στην Αθήνα το είχε βάλει σε ολόχρηση κορνίζα και το είχε κρεμάσει στην καλύτερη σάλα του παλατιού για να το βλέπουν οι παλατιανοί και οι μεγαλουσιανοί. Κι άλλοι πάλι πως το είχε σαν εικόνισμα στην εκκλησιά του παλατιού και του άναβε ακίμητο καντήλι.

Ήμουν μικρό παιδί όταν το μαντήλι της Ναδαλοπούλας έφυγε από τη Ζάκυθο. Θυμούμε αμυδρά πως ήρθε μια μέρα και στο σπίτι μας να το είδε η μητέρα μου που κι αυτή στα νιάτα της ήταν φημισμένη και ντίστρα και από τη μητέρα μου κρατώ τη σωστή περιγραφή του μα δεν μπορώ να ορκιστώ πως το είδα κι εγώ ή κι αν το είδα δεν θα μπόρεσα βέβαια να καταλάβω τίποτα. Κι αφού μεγάλωσα όμως, ακόμα στη Ζάκυθο μιλούσαν για το μαντήλι.

Κι άξαφνα, μια μέρα, δέκα χρόνια τουλάχιστον μετά την αναχώρησή μου, στην αυλή της γειτονικής μας ταβέρνας, από ένα παράθυρο του σπιτιού μας, άκουσα και το ραψοδό που το τραγουδούσε. Ήταν ένας τυφλός, σαν τον Όμηρο, όχι όμως ητιάνος, παρά νεροκουβαλητής. Ήξερε να κάνει στίχους δικούς του και να τους λέει με το δικό του τρόπο είτε στη βρύση την ώρα που γιόμιζε το βαρέλι του, είτε στις μπασίες των σπιτιών όπου πήγαινε να τα διάσει είτε στην ταβέρνα όπου κολάτσιζε με λίγο ψωμοτήρι και ένα καρτεζίνι κρασί Πολλές φορές ακούγοντας το Ζακυνθινό αυτόν ραψοδό ήταν ακριβώς η εποχή που πρωτογνωριζόμουν με τα ομυρικά έπει και τα ομυρικά ζητήματα. Συλλογίστηκα πως έτσι ρυθμικά και μισοτραγουδιστά θα ζωντάνευε ο Όμηρος στις ραψοδίες του.

Ήθελα να μπορούσα να σας δώσω εδώ με νότες μια ιδέα της τραγουδιστής αυτής απαγγελίας αλλά θα προσπαθήσω να το κάμω χωρίζοντας το δεκαπεντασύλαβο στις συλλαβές που ετώνιζε περισσότερο ο Ζακυθινός Ραψοδός. Να, παραδείγματος χάρη πως έλεγε τους στίχους Αυτούς από τον Ερωτόκρητο Τ' άμαθες αρετούσα μου Τα θλιβερά μαντάτα Που ο κύρις σου με εξόρισε Στις ξενιτιάς τη στράτα Η μελωδία δεν γράφεται Ο ρυθμός όμως είναι αυτός Και τόσο μου είχε καρφωθεί Ώστε χωρίς να το θέλω Με τον ίδιο τρόπο μου άρεσε Να απαγγέλω τους ομυρικούς στίχους Που πήγαιναν λαμπρά Σαν δεκαπεντασύλαβοι Και δεν μπορούσε να μου βγει πως ο βυζαντινός πολιτικός στίχος, ο σημερινός δεκαπεντασύλαβος, δεν είναι παρά η εξέλιξη του ηρωικού εξάμετρου, απαράλλακτα όπως και ο λαϊκός ραψοδός, που ήξερε να ψάλει έτσι τα σπουδαία του τόπου του και της εποχής του, δεν ήταν παρά η συνέχεια του ομήρου.

Αλλά φανταστείτε την έκπληξή μου, το θάμπος μου, τη χαρά μου, όταν την ημέρα εκείνη, από το στόμα του τυφλού νεροκουβαλητή άκουσα το τραγούδι του Ζακυθινού Μαντιλιού που δεν ήταν παρά μια μικρογραφία του ΣΥΓΜΑ της Ηλιάδας μια περιγραφή της ασπίδας του Αχιλέα. Όχι μόνο λοιπόν το ίδιο μέτρο, ο ίδιος ρυθμός, η ίδια μουσική παρά και η ίδια έμπνευση, η ίδια φαντασία.

Και βέβαια που ο Ζακυθινός Ραψοδός ούτε την ομυρική ασπίδα είχε διαβάσει ποτέ του ούτε τίποτα άλλο παρόμοιο είχε ακούσει. Το μοντέλο το βρήκε μέσα στην ψυχή του, κρυμμένο, φυλαγμένο βαθιά από τα χρόνια τα παλιά. Όπως βρίσκουν μέσα τους τόσο άλλα μοντέλα, τόσο άλλοι ραψοδοί του ελληνισμού που κάνουν το δημοτικό τραγούδι να μοιάζει με το ομοιρικό σαν αδέλφη και τους πιο αυστηρούς κριτές να κηρύττουν πως η ποίηση δεν έχει χαθεί από την Ελλάδα ούτε την εποχή που δεν είχε ακόμα αναδείξει παρά δημοτικά άσματα και σολομό.

Άλλες φορές είχα ακούσει το ραψοδό μας να λέει το τραγούδι του μεγάλου Ναπολέοντα που τον εσύγχιζε όμως και με τον Ναπολέοντα τον τρίτο του Καποδίστρια, του Όθωνα, του Γιάννου, του Ανδριωμένου και του Λουμπάρδου. Μα την ημέρα εκείνη κάποιος στην ταβέρνα του είπε «Δημητρό άστα αυτά, το μαντήλι να μας πεις το καινούριο σου και θα σε κεράσω μια κούπα βερντέα».

«Μα αυτούνο δεν το λέω ακόμα», χαμογέλασε ο ραψοδός, «γιατί δεν το έχω ακόμα βγαλμένο ούλο». «Και πώς το πες ψέστη βρύση, πες το ατέλειο το δεν πειράζει». «Ε, το μου το θέλετε, εβίβα παιδιά». «Γεια σου Δημητρό, χρυσόστο με». Και ο τυφλός νεροκουβαλητής άρχισε και τέλειωσε το τραγούδι του Μαντιλιού που πολλούς τους στίχους τους αυτοσχεδίαζε ίσως εκείνη τη στιγμή.

Αλλά να το ολάκερο το τραγούδι αυτό, το κορύφωμα της λαϊκής δόξας του Μαντιλιού όπως τουλάχιστον κατάφερα να το θυμηθώ ύστερα από τόσα χρόνια και να το συμπληρώσω. Αρχοντοπούλα πάνσοφη και ντίστρα ξακουσμένη Τον γονικόν το κάφκιμα του τζάντε μας καμάρι Παίρνει πανάκι και κλονά βελόνι και ψαλίδι Και κλέται στο παλάτσο της να φτιάξει ένα μαντήλι Νιστορισμένο πλουμιστό που άλλο να μην υπάρχει Για να το στείλει χάρισμα της ρήγησας της όργας Που αυτή η Ρουσία κατέβηκε στο θρόνο της Ανθήνας και κάθεται καμαρωτής του Γιώργιου την πάντα και στο μαντήλι της σκεντά χίλιο λογιών ξομπλίδια χίλιο λογιών στορίσματα τον ουρανό με τ' άστρα τον ήλιο, τον αυγερινό την μπούλια, το φεγγάρι και κάτουθε σκεντάει της γης μουλες της πολιτείας τη Φράντζα, την Αούστρια, Ρουσία και η Γκλιτέρα την Παρμπαριά, το Τούνεζι που είναι οι αραπάδες και της Ανθήνας το βουνό και το νησί της Κρήτης και την Κωνσταντινούπολη με την Αγιά Σοφία κεντάει και την Παρέδησο την Κόλαση κεντάει τούτοι με τους πρωτόπλαστους

κίνη με τον Κάη και τον Χριστό τον Αναστά που πάει να τον γλιτώσει μα μες στη μέση ανιστορεί το ξακουσμένο τζάντε κόρα, χωρία και βουνά με θάλασσα ένα γύρο Κάστρο, Ακροτήρι και Σκοπό και την Πλατεία Ρούγα Και τις μεγάλες εκκλησιές με τα Καμπαναρία Τη Λιτανεία του Αγίου μας και του Νιπηταφίου Ακόμα και την Γλώρια του Μεγαλοσαββάτου Και εντάει και την επίδειξη του Κωνσταντίνου Μπάρδου Όπου άφησε μεμόρια στο μέσα κι όξο κόσμο Κι εκείνα που γεννήκανε τότες με το γαρζόνι Το κιάσο που του κάμανε στο προαπάντισμά του παντιέρες, ζαχαρόκουκα, φιόρα και περιστέρια κι αν και εντισμένα του τα δω σαν ζωντανά εφαινόνταν τα φιόρα μου σχοβόλαγαν μίλαγαν οι ανθρώποι αχούσαν τα καμπαναριά και τα πουλιά πετάγαν με γλυκοκελαηδίσματα απάνω από το τζάντε τόσο που η όργα η ρίγησα το μου είδε το μαντήλι έκαμε δώδεκα σταυρούς και έκραξες αστισμένη Δεν είναι χεροτέχνημα θέ μου, τούτο είναι θάμα Χίλια καλά στη ζήση της και στα χρυσόχερά της Τσαρχοντοπούλα στης καλής που το φτιασε για μένα

Ήταν το διήγημα του Γρηγορίου Ξενόπουλου Το Ζακυθινό Μαντήλι Στο μικρόφωνο η Χριστίνα Μπράβου

Σχόλια

Χωρίς σχόλια

Συνδεθείτε για να συμμετάσχετε στη συζήτηση

Σύνδεση για Σχολιασμό

Δεν υπάρχουν σχόλια ακόμα

Πίσω 15 δευτ.
Play
Μπροστά 30 δευτ.
00:00:00
00:00:00