Ποιος είσαι τελικά, Πέτρο Μάρκαρη;
Ποιος είσαι τελικά;Σχετικά με αυτό το επεισόδιο
«Είμαι ο Πετράκης από τη Χάλκη». Έτσι απαντά ο Πέτρος Μάρκαρης όταν του ζητούν να συστηθεί.
Στη συνέντευξή του στον Νίκο Μωραΐτη και στη σειρά Vidcast του Skai.gr «Ποιος είσαι τελικά;», ο σπουδαίος συγγραφέας επιστρέφει στις ρίζες του: στη Χάλκη των Πριγκιποννήσων, στα καθημερινά ταξίδια με το καράβι προς την Κωνσταντινούπολη και στη μοναξιά που τον οδήγησε για πρώτη φορά στα βιβλία. Εκεί, σε ένα παλιό βιβλιοπωλείο της Πόλης, ξεκίνησε η σχέση του με τη λογοτεχνία.
Θυμάται τον Θόδωρο Αγγελόπουλο αλλά και τον φίλο του Αντρέα Καμιλλέρι, τις συζητήσεις τους στη Ρώμη και τον παράξενα «παράλληλο» βίο δύο συγγραφέων που κατέληξαν στο αστυνομικό μυθιστόρημα σε ώριμη ηλικία.
Και φυσικά, μιλά για το alter ego του: τον αστυνόμο Χαρίτο. Τον ήρωα που γεννήθηκε σχεδόν απρόσκλητος μπροστά στην οθόνη του υπολογιστή του και έγινε ένας από τους πιο αγαπημένους χαρακτήρες της σύγχρονης ελληνικής λογοτεχνίας.
Αυτόματη μεταγραφή — ενδέχεται να περιέχει λάθη.
Είναι δύσκολη η ερώτηση που βάζεις στην εκπομπή σου. Θα δυσκολευτεί πολλοίς κόσμος να σου μιλήσει. Ο καλύτερος τρόπος για να μάθεις κάποιον είναι να γνωρίσεις ποιοι άνθρωποι τον σημάδεψαν. Γιατί ο καθρέφτης μας είναι οι άλλοι. Είμαι ο Νίκος Μωράητης και σας καλωσορίσω στο ποιος είσαι τελικά. Κύριε Μάρκαρεφ, σας πω ότι είναι πολύ μεγάλη μας τιμή να σας ρωτήσω ποιος είστε τελικά.
Είμαι ο Πετράκης από τη Χάλκη. Γεννήθηκα και μεγάλωσα στη Χάλκη το τρίτο νησί των Πριγκυπωνίσεων. Εκεί τελείωσα και το δημοτικό σχολείο, το μόνο ελληνικό σχολείο που τελείωσα και έζα τα παιδικά και ένα μεγάλο μέρος των νεανικών μου χρόνων στη Χάλκη. Η Χάλκη όμως δεν ήταν μόνο ο χώρος ή το νησί που πέρασε τα παιδικά και νεανικά μου χρόνια.
Ήταν και το νησί το οποίο κατά κάποιο τρόπο καθιέρωσε και επέβαλε τη σχέση μου με τη λογοτεχνία. και αυτό δεν το ένιωθα όσο ζούσα στο δημοτικό Σιχάλκι όταν ο πατέρας μετά το τέλος του δημοτικού με έστειλε σε ένα πολύ γνωστό αυστηριακό λύκειο της Κωνσταντινούπολης για να μάθω γερμανικά και άρχισα να πηγαίνω έρχομαι καθημερινά με το πλοίο από την Κωνσταντινούπολη πίσω στη Χάλκι και γνώρισα την πόλη, όπως λέμε εμείς οι πολίτες, εκεί κατάλαβα τη μοναξιά μου.
Κάνατε ταξίδι καθημερινό μιας ώρας. Καθημερινό, μια ώρα και είκοσι λεπτά. Πήγαινα μια ώρα και είκοσι λεπτά, γύριζα. Αυτό άρχισα να το αισθάνομαι πολύ πιο έντονα όταν μεγαλώσαμε και πήγαμε από το γυμνάσιο στο Λύκειο και αρχίσαμε να μας επιτρέπανε να βγαίνουμε το μεσημέρι να τρώμε έξω. Πηγαίναμε λοιπόν με τους φίλους μου, διασχίζαμε τη μεγάλη οδό του Πέραν όπως λέμε εμείς Ρωμνοί και τρώγαμε σε ένα φασφουντάδικο περιώνυμο που το λέγανε Ατλαντίκ.
Αυτή ήταν η χαρά μου που πήγαινα, έκανα τη βόλτα μέσα στο Πέραν. Όταν όμως έμπαινα στο μάθημα το απόγευμα έλεγα μέσα μου έρχεται η ώρα της μοναξίας. Κάποια μέρα... Της επιστροφής δηλαδή στη Χάλκι. Στη Χάλκι ακριβώς. Την επιστροφή στη Χάλκι. Κάποια μέρα γυρίζαμε με τους φίλους μου. Περνούσαμε πάντα μπροστά από ένα πολύ γνωστό βιβλιοπολίτης πόλης τότε, σήμερα βιατιστικός δεν υπάρχει, το Χασέτ.
Αυτό ήταν ένα βιβλιοπωλείο γαλλικών και τουρκικών βιβλίων. Πώς μου ήρθε και είπα, θα πω, θα κάνω βιβλίο να διαβάσω, τι να κάνω. Και μπήκα μέσα, τότε τα γαλλικά μου δεν ήταν τόσο προχωρημένα και πήγα στο τμήμα που λούσε τα τουρκικά, την τουρκική λογοτεχνία. Διάλεξα μερικά βιβλία, τα πήρα μαζί μου και άρχισα να τα διαβάζω.
Η σχέση μου με τη λογοτεχνία ξεκίνησε από την τουρκική λογοτεχνία. Αυτά τα βιβλία, αυτά τα μεθυστορήματα, αυτά τα διηδήματα, αυτή την ποιήση διάβασα πρώτα. Μετά όταν προχωρήσαν οι σπουδές μου στο γερμανικό λύκειο και τελικά ο πατέρας μου ξεπέρασε την οικονομική χρεοκοπία του φόρου περιουσίας του 1942 του πολύ γνωστού. Μετακομίσαμε στην πόλη και εκεί γνώρισα και δύο βιβλιοπολία που πουλούσαν γερμανικά βιβλία και το πρακτορείο ελληνικών εφημερίδων που είχε και μια συλλογή ελληνικής λογοτεχνίας.
Και έτσι επεκτάθηκα. Αυτός είμαι. Και από εκεί και πέρα είμαι και ο Πέτρος ή ο Πετράκης Κωνσταντινούπολης. Γιατί ξεκινώντας από το νησί, όταν κατεβήκαμε και εγκαταστηθήκαμε τον χειμώνα στην πόλη, η πρώτη μου έννοια ήταν να ανακαλύψω την πόλη. Τι είναι αυτή η πόλη για την οποία όλοι μιλούν. Σε ποια ηλικία έγινε αυτή η μετακόμιση.
Ήμουνα το 1954, ένα χρόνο πριν από τα Σεπτεμβρία. Εγώ ήμουν 17 χρόνων τότε. Άρχισα λοιπόν να ανακαλύπτω την πόλη συνοικία-συνοικία και μετά το βόσπορο. Σήμερα πολλοί μου λένε ότι πώς περιγράφω τις πόλεις στα βιβλία μου. Αυτή η περιγραφή ξεκινάει από την εξερεύνηση της πόλης. Από εκεί την έμαθα. Και από εκεί έμαθα και εξοικειώθηκα με το βλέμμα της εξοικείωσης με την πόλη.
Πώς να την βλέπω. Τώρα, να ρωτήσω κάτι. Ελληνικά είπατε κάνετε μόνο στο δημοτικό. Μόνο. Μετά κάνετε τουρκικά. Τουρκικά κάνω παντού. Παντού, ναι. Έτσι καλώς. Αλλά μόνο τουρκικά μετά. Υπήρχαν τουρκικά υποχρεωτικά μαθήματα. Και γερμανικά, μπαίνουν και τα γερμανικά. Όταν μπήκα στα γερμανικά. Και έκανα γερμανικά και τουρκικά μαθήματα.
Σε όλη τη διάρκεια των γυμνασιακών και ηλικιακών σπουδών, ορισμένα μαθήματα γινόνταν υποχρεωτικά στα τουρκικά. Και πώς δεν μπήκατε στη διαδικασία, αφού η γλώσσα είναι η συγγραφική έκφραση, έτσι. να γράψεις στα τουρκικά ή στα γερμανικά και πήγατε πίσω στα ελληνικά του δημοτικού. Η αλήθεια είναι ότι κάποια στιγμή με την ιδέα να γράψω στα γερμανικά ερωτοτρόπισα.
Ήτανε όμως πέραν του δημοτικού. Οι δεσμοί μου με τη μητρική γλώσσα επειδή μεγάλωσε σε μια μειονότητα τόσο έντονοι που είπα ότι ελληνικά θα γράψω. Δηλαδή η γλώσσα ήταν για μένα ταυτότητα. Και δεν μπορούσα πολλές φορές να ξεφύγω από αυτή. Δεν γινόταν. Δεν το μετάνοσα ποτέ. Ήμουν τυχερός. Ήσαμε τώρα η Γερμανία να γλώσσει μου λένε γιατί τα μεταφράζετε στα γερμανικά τα βιβλία σας.
Και τους λέω για δύο λόγους. Συγγνώμη, μεταφράζονται αλλά δεν το κάνετε εσείς. Δεν το κάνω εγώ. Λέω για δύο λόγους. Ο πρώτος λόγος είναι ότι η γλώσσα, γραφήσαμε τις τωρήματα, είναι γλώσσα προφορική, δεν είναι γλώσσα λογοτεχνική. Επειδή δεν μπορώ και δεν ζω στη Γερμανία, αυτή η καθημερινή προφορική γλώσσα της Γερμανίας δεν μου είναι εύχριστη. Θα πρέπει να γιατρώσω στη Γερμανία για να αποκτήσω.
Την είχα ένα διάστημα, αλλά τώρα δεν την έχω πια. Και το άλλο πρόβλημα είναι ότι βαρχαίνει να αγάπησε το ίδιο μυθιστό με δύο φορές, και ελληνικά και γερμανικά. Δεν γίνεται. Αυτός είναι ο λόγος. Ωστόσο πρέπει να ομολογήσω ότι μέσω των γερμανικών και των σπουδών μου στην Αυστρία, παρόμοι δεν τις τέλειωσα ποτέ γιατί δεν ήθελα να σπουδάσω οικονομία έγινα Μπρέκτ αυτός ο πολύ γνωστός γαρμανός συγγραφέας θεατρικός και όχι μόνο ο Μπέρτολτ Πρέχτ γιατί διότι ξεκίνησα να γράφω θεατρικά έργα όταν κατέβηκα και εγκαταστηθήκα με συμπόλοι ανακάλυψα το θέατρο και το ρωτεύτηκα μετά στη Βιέννη έβλεπα απίστευτες παραστάσεις και αυτό εντάθηκε και ήρθε να γράψω θέατρο το πρόβλημά μου ήταν ότι δεν μπορούσα να γράψω τίποτα άλλο από μονόπρακτα γιατί όταν πήγαινα να γράψω ένα τρίπρακτο έργο ή έβγαινε πολύ μακρύ ή έβγαινε πολύ κοντό κάποια στιγμή που μέσα σε ταξίδια που έκανα από τη Βιέννη Πήγα στο Βερολίνο και πέρασα από το δυτικό στο ανατολικό γιατί το ήταν δικασμένο το Βερολίνο
Στο ανατολικό για μένα που δεν είχα γερμανικό διευατήριο αυτό ήταν εύκολο Πήγα και πήγα στο θέατρο του Μπρέχτ, το Bernier Ensemble και εκεί είδα την παράσταση του Αρτούρου Ουί όταν την είδα τρελάθηκα όχι μόνο από την παραστασία αλλά και από το έργο και εκεί κατάλαβα ότι η λύση μου ήταν το έργο σε εικόνες όπως το έκανα πριν όχι σε πράξεις έτσι έγραψα και την ιστορία του Άλλη Ρέτζο μετά που ανέβηκε το 1971 από το Ελεύθερο Θέατρο και είναι γραμμένη πάνω στο πρότυπο πρότυπο του επικού θέατρου.
Ο Μπρέχτ έμεινε μαζί μου. Και έμεινε μαζί μου μέχρι σήμερα. Πέραν το μεταφράσμα πολλών έργων που έχω κάνει. Έμεινε γιατί, διότι, ακόμα και σήμερα, όταν δουλεύω, εφαρμόζω την θεωρία του Μπρέχτ για την αποστασιοποίηση. Να πάω λίγο πιο πίσω. Εγώ για να γράψω ένα μυθιστόρημα πρέπει ένα γεγονός στην κοινωνία ή στην πολιτική ή στην οικονομία να με κάνει έξαλλο Όταν γίνομαι έξαλλος και βγαίνω από τα ρούχα μου λέω στον εαυτό μου Μάρκαρη τώρα πρέπει να βρεις μια ιστορία να φεγηθείς να ηρεμήσεις Όταν όμως κάθομαι να γράψω την καινούργια ιστορία του μυθιστορήματος Είμαι τελείως αποστασιοποιημένος Δεν εμπλέκομαι ούτε συναισθηματικά στο μυθιστορήμα Ούτε με τις απόψεις μου Ποτέ Είναι σαν να κάθομαι στο λυκαβητό και να γράφω Και να παρακολουθώ κάτω από την Αθήνα Αυτή είναι η απόσταση Και αυτή την τεχνική της απόστασης είναι μάθαμε από τον Μπρέχτ.
Και πώς ποτέ να μην αναμειγνύω τα προσωπικά μου συναισθήματα και τις προσωπικές μου αντιδράσεις στο κείμενο που γράφω. Αν ο Μπρέχτ είναι ο οδηγός πρώτα στο θέατρο, έτσι, δηλαδή είστε ο Μπρέχτ στο θέατρο, Ποιος συγγραφέας είστε στα μυθιστόρηματά σας, ποιος ήταν η αφορμή, οι ποιοι Αυτό είναι ενδιαφέρον, είμαι όμως από την αρχή ένας συγγραφέας Ο οποίος όσο και να σας φαίνεται παράξενο Από την αρχή συνδέθηκα με το αστυνομικό μυθιστόρημα της Μεσογείου Η αφετηρία αυτού ήταν ο Ζαν Πατρίκ Μανσέτ, ο Γάλλος, και το μυθιστόρημα του Νάντα που κυκλοφόρησε το 1959.
Μετά από εκεί άρχισα να μελετώ τους Ιταλούς συγγραφείς με πρώτο τον Λεωνάρδο Σάσα, ο οποίος είναι και ο πρώτος συγγραφέας που αποκάλυψε τις υπόγειες σχέσεις μεταξύ του ιταλικού πολιτικού συστήματος και της μαφίας. Από εκεί και μετά ανακάλυψα και άρχισα να διαβάζω πολύ έντονα έναν Ισπανό συγγραφέα, με τον Μανουέλ Βάσκεσ Μονταλμάν, ο οποίος έχει άμεση ας πούμε σχέση με τη δικτατορία του Φράγκο και τη μετά-φραγκική εποχή και κατάνοιξα σε έναν συγγραφέο ο οποίος μέχρι το θάνατό του ήταν πολύ στενός φίλος μου και αυτός είναι ο ιταλός Ανδρέα Καμιλέρη.
Με τον Καμιλέρη είχα μια πολύ στενή σχέση, η οποία οδηγούσε σε συναντήσεις μόνο όταν εγώ ήμουν στη Ρώμη, διότι είχε χάσει το φως το απογράφημα και δεν έβλεπε. Πήγαινα λοιπόν στο σπίτι και κάναμε παρέα. Και εκείνο το οποίο μου δημιούργησε πάντοτε απορία με τον Καμιλέρη, είναι πώς είχε χάσει το φως του αλλά είχε διατριήσει το χιούμορ του.
Ήταν κάτι το απίστευτο χειμωρό που είχε αυτός ο άνθρωπος. Ο Καμιλέρη μιλούσε ελάχιστα γαλλικά. Εγώ πιο λίγο ακόμα ιταλικά. Έφερα λοιπόν ένα νεαρό παλικάρι από τον εκδοτικό μου μαζί, τον Λουίτζι, για να μεταφράσει στα αγγλικά αυτά που έλεγε ο Ανδρέα και στα ιταλικά αυτά που έλεγα εγώ. Αυτό το παλικάρι είχε αποκτήσει και από τους γιους μας ένα προνόμιο.
Πρώτα ξεραινόταν σαν γέγια με αυτά που έλεγε, έλεγαμε και μετά τα μετάφραζε. Ήταν πάγιο αυτό. Και το άλλο είναι ότι καμιά φορά, ξέρετε, είναι περίεργο. Λέω τώρα με τον Καμιλέρη. Δεν μπορείς να φανταθείς με έναν άνθρωπο με τον οποίο είστε, να το πω έτσι, συνάδεσσα μυθιστόνυμια, είχατε μια τόσο κοινή, ένα τόσο κοινό και παράλληλο βίο.
Και οι δυο ξεκινήσαμε από το θέατρο. Εκείνος ως σκηνοθέτης, εγώ ως με τη συγγραφέας και μεταφραστής. Και οι δυο περάσαμε στο σενάριο. Εγώ με την ορειμία μου με τον Θόδωρο Αγγελόπουλο. Και οι δυο καταλήξαμε στο αστυνομικό σε προχωρημένη ηλικία. Εκείνος είχε χάσει το πρώτο μυθιστόνι μου όταν ήταν 53 χρόνων και εγώ 57 Εκείνος είχε χάσει από γλάφιμα και τα δυο του μάτια, εγώ έχω χάσει το ένα Το δεύτερο παλεύω ακόμα να το διατηρήσω και ως τώρα τα κατάφερα Πέραν αυτού ο οίκος παραγωγής που έκανε σειρά τα μυθιστορήματά του Κάνει τώρα σειρά τα δικά μου μυθιστορήματα Τα πρώτα έξι παίχτηκαν οι Βυστηράοι.
Όλο αυτόν τον παράλληλο βίο τον γνωρίσαμε όταν εγώ ήμουν εξ' λεπτά χρονών και εκείνος εβδομήντα εννιά. Καταλαβαίνετε. Το αλτερέγγο. Ναι. Αφού μιλούσαμε και όταν τα έκαναν το απαμβουρούσαμε. Μα και εσύ έλεγα κύριο Μακεξί, έλεγα εγώ. Αυτό ήταν. Αναφέρατε τον Θόδωρο Αγγελόπουλο Είστε ο Θόδωρος Αγγελόπουλος έτσι Είμαι ο Θόδωρος Αγγελόπουλος παρά το γεγονός Ότι κοιτάξτε να το πιάσω απαλλού Η συνεργασία μας δεν ήταν πάντα αγάπες και λουλούδια Είχαμε και διαφωνίες, είχαμε και σημεία στα οποία δεν συμφωνούσαμε για πολύ χρόνο όταν εκείνος θύμωνε μαζί μου μου έλεγε είμαστε τόσα χρόνια στενοί φίλοι είμαστε έχουμε γράψει τόσα σενάρια μαζί από μένα για το σινεμά δεν έχεις μάθει τίποτα την τελευταία συνάντηση που είχαμε και συνομιλία που είχαμε μαζί ήταν στο τμήμα ελληνικών σπουδών του Πανεπιστημίου της Βενετίας.
Εκεί ανέβηκα στο βήμα μαζί του και είπα τώρα θα πω κάτι που και ο Θόδωρος πρώτη φορά δεν το ακούσει. Με κοιτούσε ο Θόδωρος. Λέω, κάθε φορά μου λέει αυτά ο Θόδωρος Αγγελόπου και όπως είπα αυτά που είπα τώρα, ξέρετε λέω δεν είναι αλήθεια. και θα σας εξηγήσω γιατί όποιος διαβάσει προσεκτικά τα θεμιθιστορήματά μου θα διαπιστώσει ότι τα κεφάλαια θεμιθιστορήματά μου δεν είναι κεφάλαια με τη λογοτεχνική έννοια του όρου είναι πλάνα σε κάμς και εγώ την τεχνική του πλάνου σε κάμς την έμαθα από τον Αγγελόπουλο βγήκε έξω καταχαρούμενος μου λέει δεν έκανας πλάκα μαζί μου Κράτησε τα καλά σου, θα γελοποιήσαμε τη στιγμή μας, θα είμαστε κομματισμένοι απλά.
Σε ποια ταινία του συνεργάζεσαι την πρώτη φορά. Το 1971 όταν έγινε και η ιστορία του Αλή Ρέτζο, ένα βράδυ ήρθα να δω την παράσταση. Κατατύχημον και εγώ στον Θεραχήνα τον βράδυ. Γνωριστήκαμε. Μόλις γνωριστήκαμε η δεύτερη κουβέντα του ήταν Τώρα γράφω το σενάριο της δεύτερης ταινίας μου Της μέρας του 36 Θα ήθελε να συνεργαστείς μαζί μου Εγώ έμεινα Δεν είπα τίποτα και λέω βεβαίως και θα να συνεργαστώ Έτσι ξεκινήσα Και πως συνεργάζονται δύο στο σενάριο Κοιτάξτε εξαρτάται από τον τρόπο που συνεργάζεται Δεν υπάρχει κανόνας εδώ Εγώ ας πούμε το Θόδωρο Όταν ερχόταν για μια καινούργια ταινία Δεν έρχονταν ποτέ με ένα θέμα Έφερε σημειώσεις για 5-6 διαφορετικά θέματα Τα συζητούσαμε για εβδομάδες Ώστο να πει αυτό θα κάνω Να καταλήξει Όταν κατάληγε Πήγαινε αμέσως στο χώρο που είχε καταλήξει Για να γυρίσει την ταινία Και έκανε ρε περάσει όταν άρχισε να γράφει ήξερε που θα βάλει το κάθε πλάνο γι' αυτό και τα πρώτα πλάνα τα γράφει πάντα ο ίδιος μετά επενέβαινα εγώ στην επεξεργασία
συμφωνούσαμε στη δομή, συμφωνούσαμε στην ιστορία αλλά η πρώτη γραφή ήταν από εκείνον πάντα Να ρωτήσω κάτι, υπάρχει ένας συγκλονιστικός μονόλογος του Βέγγου στο βλέμμα του Οδυσσέα που για μένα είναι προφητικός είναι ότι έγινε στην Ελλάδα μετά ίσασταν συμπράξατε σε αυτό βεβαίως ναι το εραιό είναι λέει ο Βέγκος ότι το βάλαμε μετά η Ελλάδα πεθαίνει η Ελλάδα πεθαίνει λέει αλλά αφού πεθαίνει να πεθάνει γρήγορα γιατί πάρε ένα μπισκότο και φύση πάρε ένα μπισκότο Ναι.
Που τότε εγώ δεν είχα καταλάβει τι εννοούσε. Λοιπόν, μια μέρα έρθει η μη, ξέρεις, γνώρισα τον Βέγγο, μετά από... ή ξαναείδω τον Βέγγο μετά από πολύ καιρό, και γιατί τον είχα βάλει στην πρώτη ταινία ήδη, και θέλω πρώτα να τον ξαναβάλω. Λέω, να τον βάλω, πώς τον βάλουμε, αρχίσαμε να συζητάμε και βρήκαμε αυτή τη λύση. εκεί ξεκίνησε ο μονόλογος αλλά η τελευταία φράση το πάρε ένα μπισκότο είναι δική του του Φόδωρου αυτό συνέβαλε και του ήρθε πάνω στις πρόοδες των γυρίσματος στο σενάριο δεν την είχαμε βάλει όταν έκανε τις πρόοδες για το γύρισμα ξαφνικά του ήρθε και του λέει Θανάση πες και αυτό και έτσι μπήκε μόνος μου είμαι μόνος σου είσαι και εσύ έτσι του ήρθε βεβαίως για μένα για μένα προσωπικά το βλέμμα του Οδυσσέ implement είναι η καλύτερη ταινία του για μένα προσωπικά επίσης που δεν είμαι κριτικός κυνηματογράφου ή οτιδήποτε το βλέμμα του Οδυσσέ implement είναι η καλύτερη ταινία του και δεν είναι μόνο η Προφητεία που λεγεπά implement και δεύτερη και η δεύτερη
Προφητεία είναι το άγνομα του Λέλλη ξέρετε με τον Αγγελόπουλο εκείνο που είχε πολύ ενδιαφέρον ήτανε ότι από τα δυο του μάτια το ένα ήταν στραμμένο στο παρελθόν το άλλο ήταν στραμμένο στο μέλλον. Το παρελθόν είναι οι δύο τριογίες η τριογέτης ιστορίας, η τριογέτης ιοπής και το μέλλον είναι η τριογέτης συνόρων. Από τότε είχε δει το πρόβλημα το μεταναστευτικό και όταν γράφαμε μου είπε το μετανατσευτικό θα είναι το επόμενο μεγάλο πρόβλημα της εποχής μας.
Να ρωτήσω κάτι. Γιατί πιστεύετε ότι ένα μεγάλο κομμάτι του κόσμου δεν άντεχε την αργή ταχύτητα. Γιατί για μένα ας πούμε αυτά τα αργά πλάνα ήταν ο τρόπος για να μπω μέσα στο πανί. Δηλαδή εγώ τα περπάτησα τα τοπία του. Γιατί ένα μεγάλο μέρος του κόσμου δεν άντεχε αυτό. Δεν άντεχε να μπει μέσα να περπατήσει και πρέπει να ακούσει.
Εντάξει, μη σας κάνει εντύπωση. Άντε να βρείτε τώρα μία ταινία συγχρονική διάρκεια από τη σειρή της Αναγκαιρόπολης. Δεν υπάρχει καμία. Εδώ ταινία που είναι πάνω από μια μισή ώρα δεν την μπαίνω να σας αφαιρετώ. Σας το λέω πολύ, το ξέρω. Λοιπόν, τότε, ενώ σε κάποιες χώρες αυτός ο αργός ρυθμός είχε πολλή ανταπόκριση σε άλλες χώρες δεν είχε καθόλου μέσα σε αυτές ήταν και ελάτε δεν την άντεχαν γιατί διότι έχει να κάνει με τις καταβολές του κινηματογράφου που έβλεγαν πάνω ή να το πω εντός εγώ με την παιδεία την κινηματογραφική οι Έλληνες όπως και οι Τούρκοι ήταν μαθημένοι πολύ στενείς στο Χολικούρτ αυτή την αργή αφήγηση του Θόδωρου δεν την άντεχαν λάθος μέγα αλλά δεν την άντεχαν από την άλλη τα δικά σας βιβλία είναι ταχύτατα είναι αλήθεια αυτό είναι αλήθεια αυτό που λέτε εγώ δεν έχω ένα ρυθμό ο οποίος επειδή είναι και αφηγηματικός απέναντι στην όμο δεν θέλω με τον καθυστερό και δεν θέλω να το γεμίζω με σκέψεις και ερωτήσεις.
Για μένα έχει πολύ μεγάλη σημασία να σου το πω τι κάνω. Να μπορέσω να δείξω ένα πρόβλημα το οποίο είναι σε εξέλιξη στην κοινωνία, όχι όταν έχει λήξει, σε εξέλιξη και να βοηθήσω τον αναγνώστη να δει το πρόβλημα Και να θέσει τις δικές του ερωτήσεις και να δημιουργήσει τις δικές του παράλληλες ιστορίες με τις προσωπικές του εμπειρίες.
Αυτό προσπάθω να κάνω. Δηλαδή να μετατρέψω τον αναγνώτη σε έναν συναφηγητή. Εξού και ποτέ δεν τα εξηγώ όλα. Και με εκνευρίζουν και τα μυθιστολήματα που τα εξηγούν όλοι για να είμαι ειλικρινής. Άρα σε πολύ μεγάλο βαθμό, περισσότερο από όλα είσαι ο αστυνόμος χαρίτος. Ε ναι, δεν μπορώ. Είναι μεγάλη ιστορία αυτή δηλαδή. Ο αρχαιόγος Χαρίτος για μένα είναι το αλτερέκο μου.
Ναι. Και μου ήρθε μια μέρα, σας έχω πει πότε πως έχει βγει ο αρχαιόγος Χαρίτος. Έκανα... Το 1990 άρχισα να γράφω τα σενάρια μιας πολύ πετυχημένης αστυνομικής σειράς που λεγόταν η ανατομή ενός εγκλήματος για τον Αντένα. Η σειρά είχε μια τεράστια επιτυχία, πέχτηκε το 1992 και ξεκινούσε το 1993 και εδώ εγώ είχα μισοβαρευτεί από το να γράφω σενάρια.
Τελικά μείνησα με τον Διευντή, τον Δημήτρη Σούνδρη τότε το σχολεμένο και μου λέει καλά να γράψει μια σειρά ακόμα από τους 6 μήνες και μετά να το ξαναδούμε. Είχαν αν και τα λεφτά για να είμαστε κυνηγικνοί, για να μην τα λέμε όλα θεωρητικά. Και άρχισα να γράφω. Ένα πρωί, όταν έκατσε ο υπολογιστή μου για να ξεκινήσω να γράφω το σενάριο, είδα δίπλα στην οθόνη μια τριμελή οικογένεια.
Έναν άντρα, μια γυναίκα και ένα παιδί. Τότε δεν μπορούσα να ξεχωρίσω ακόμα, το παιδί ήταν κορίτσι. Μια τυπική ελληνική μικροαστική οικογένεια. Η πρώτη αντίδρασή μου ήταν τελείως αρνητική. Είπα αρκετός μικρόαστους έβαλα στη σειρά, φτάνει. Δεν έχει γεμίσει τη σειρά με μικρόαστους. Έλα όμως, που ο άντρας θα πει σματάρεις.
Κάθε πρωί τον έβαλα μπροστά μου σαν να ήταν ζωντανός. Αυτό επειδή με απασχολούσε γιατί τον βλέπω και τον είχα μέσα μου και τώρα εμφανίζεται και γιατί εμφανίζεται, άρχισε να γίνεται ένα βασανιστήριο, γιατί μου καθυστερούσε τα σενάρια. Και ξέρετε πως είναι οι τηλεόρασοι. Αρχίζουν τα τηλεφωνήματα. Καθυστερείς το σενάριο, έχουμε αγγελίσματα, πάτε να τελειώσει.
Τα ξέρετε. Ως μια μέρα, ενώ τον έβλεπα πάλι, είπα μέσα μου, αυτός για να με βασανίζει έτσι Ο αστυνομικός είναι ο οδοντίατρος. Αποκλείεται να είναι κάτι άλλο. Και το είπα το οδοντρύτη, έχω περάσει πολλά με τα οδοντία μου, γι αυτό. Η δεύτερη σκέψη μου ήταν, καλά, τώρα αν με οδοντίατρο πρωταγωγήσατε, τι θα κάνω δηλαδή. Αστυνόμος είναι. Όταν κατάλαβε ότι ήταν αστυνόμος, ήξερε το όνομά του, το επώνυμό του.
Το όνομα της γυναίκας ότι τη λένε Ανδριανή και το παιδί όταν τον κορίτσε και το έλεγαν Κατερίνα. Έτσι γεννήθηκε ο Χαρίττος. Έτσι γνώμη σας βρήκε. Λοιπόν πραγματικά έτσι γεννήθηκε και γι' αυτό το πρώτο μυθιστόρημα των νυχτερινών δελτίων περνάει κυρίως σε έναν τηλεοπτικό σταθμό. Έχει φύγει ποτέ. Τι εννοεί το Χαρίττος. Ναι.
Να φύγει ποτέ. Πότε. Όταν ξεκινάει ένα μυθιστόρημα η σκέψη μου είναι Πού θα τοποθετήσω το χαρίτο Δηλαδή όχι σε ποια πλευρά, είναι μια αστυνομία, αστυνομικός είναι Αλλά με ποια οπτική θα τη δει Και το λέω αυτό γιατί αυτός την αφηγήτησε, είναι αυτό μου εγώ Κάθε φορά που τελειώνω ένα μυθιστόρημα Λέω από μέσα μου και τι θα κάνει τώρα αυτός Πού θα πέπει ο Ιωρακάτο και προσπαθώ να δω, να βρω το επόμενο βήμα του.
Τώρα, πάντα διαβάζοντας τα βιβλία σας, είχα την εξής απορία. Πώς ένας άνθρωπος ο οποίος είναι διανοούμενος, έτσι, εσείς, μου λέτε και ο ήρωάς του, αλλά μου λέτε και το άλλτερέγκο σας, είναι ένας λαϊκός άνθρωπος. Ένας. Ένας λαϊκός άνθρωπος. Έχει μια λαϊκή σοφία, μεν, αλλά δεν πάει να είναι λαϊκός άνθρωπος. Αλλά αυτό όμως το φίλο στην σχέση μου με την αριστερά, όταν η αριστερά ήταν ένα λαϊκό κόμμα και με έμαθε να σκέφτομαι λαϊκά.
Με έμαθε να σκέφτομαι και να καταλαβαίνω τη σκέψη των απλών ανθρώπων. Αυτό ήταν. Πότε ήταν η αριστερά λαϊκό κόμμα. Εγώ την ξέρω από την ΕΔΑ. Γιατί πάντα η δική μας εικόνα της γενιάς μου ή και των νεότερων είναι ότι η αριστερά έχει μία σχέση πάντα με τη διανόηση, με την κουλτούρα Μα έχει μία σχέση με τη διανόηση αλλά στο επίπεδο το καθημερινό είχε μία διάθεση αγωνιστική και μία διάθεση να εξηγεί και να διαφωτίζει τον κόσμο με λαϊκό τρόπο.
Το είχε αυτό. Σήμερα δεν υπάρχει πια. Εντάξει, είναι άλλη ιστορία αυτή, το αμήμβομαι σε αυτό. Αλλά αυτό με βοήθησε πάρα πολύ εμένα. Το άλλο που με βοήθησε πάρα πολύ είναι η λογοτεχνία. Πάρα πολύ. Διότι θέλω να πω ότι δεν διάβαζα λογοτεχνία, ας πούμε, πώς θα σας πω, διανοουμενίστικη, για να το πω έτσι. Διάβαζα λογοτεχνία και στα γερμανικά και στα τουρκικά, η οποία έχει να κάνει με τον απλό λαό.
Ο Χαρίτος δεν είναι αριστερός. Όχι κάθε άλλο. Αλλά έχει μεγάλη σημασία η επιρροή που έχει πολλές φορές. Απλά να το ζήσεις. Απόλυτα. Και εδώ να σας κάνω και μια άλλη ομολογία. Επειδή δεν έζησα τον εμφύλιο στην Ελλάδα, είχα τη δυνατότητα να βάλω στο μυαλό μου μία ερώτηση. Γιατί μετά από τόσα χρόνια, από το τέλος εμφυλίου, δεν μπορεί ένας αστυνομικός να δημιουργήσει μία σχέση φίλες με έναν παλιό αριστερό.
Από εκεί ξεκίνησε. Να σας πω και τ' άλλο. Όταν βγαίνανε τα πρώτα βιβλία μου από το Φίλιππο Βλάχος εκδόσεις κείμενα, το εκδοτικό του ήταν σε ένα δώμα στην Μαϊμωνομιχάλη 8. Στο ισόγειο υπήρχε ένα κατάσταμα που λούσε χονδρικά. Ο ιδιοκτής του καταστήματος ήταν παλιός αριστερός που τον είχαν συλλάβει στη Χούντα και τον είχαν κλείσει στην απομόνωση.
Μια μέρα μας έλεγε μια ιστορία, μας έλεγε Είμασταν κλεισμένοι στην απομόνωση, αλλά υπήρχε ένας νέος αστυνομικός, ο οποίος ερχόταν κάθε φορά που είχε βάρδια, με πακέτα τσιγάρα και μας μίλησε να καπνίζουμε. Μας έβγαζε από την απομόνωση και μας έφυγε να κουμπάμε πάνω στο καλοριφέρι, γιατί ένα από τα βασανιστήρια ήταν να καθόμαστε ώρα σε παγωμένο νερό.
Και κάθε φορά που ακουθόρευε, έλεγε παιδιά, παιδιά μέσα γιατί τα βρω το μέλλα μου. Από εκεί ξεκίνησε ο παλιός αριστερός που είναι κρυμμένος στην απομόνωση και ο αστυνομικός που έρχεται για φορά και είναι ο Χαρίττος. Από εκεί ξεκίνησε. Ένα από τα χαρακτηριστικά σε μένα είναι ότι δεν μπλάθω ανθρώπους στην φαντασία μου. Θέλω ένα μοντέλο ανθρώπου στην πραγματικότητα, πάνω σε οποίο να χτίσω αρχιτείρα.
Κυρία. Θυμάμαι μια φορά, θα σας πω στο δεύτερο μυθιστόρημα, έχει μια σκηνή όπου χαρίζω πάει να ανακρίνει αν λείπω, έχει μια αποθήκη ρούχων, αυτός είναι ψήρας, όλο καθάριζει τα ρούχα, τα τακτοποιεί και αργεί να απαντήσει και τους πάει τα νεύρα. Όταν τελείωσα τη σκηνή, επειδή η αδερφή μου είχε χρόνια ένα κατάστημα ρούχων, της Ζεωμερή, διάβασε και πες μου αν είναι σωστά, μην έκανε καμία γκάφα.
Διαβάζει η κορ, η αδερφή μου, το σκηνή και λέει στον άντρα της, Τασό, συμπάτησες, το μυθιστόρι μας έβαλε. Εκτός από αυτά τα οποία θα μπορούσε και κανείς να υποθέσει, δηλαδή, εντάξει, θα μπορούσε να υποθέσει ο Τίστο, αστυνομός χαρίτος, ο Τίστο, Θόδωρος Αγγελόπουλος, πρόσωπα, πράγματα, ταινίες, μυθιστορήματα, τόποι. Πού είστε.
Κοιτάξτε, από μία άποψη αυτή τη στιγμή ενώ σας είπα ότι είμαι χαλκινός, αυτή θυμάθει νέος. Την Αθήνα την ξέρω μέσα και έξω λόγω του χαρίτου. Ο κύριος λόγος. Γιατί περιγράφετε σύμφωνα, περιγράφετε τους δρόμους, περιγράφετε τις διαδρομές. Από κει και ας πούμε έχω κολλήσει μία δυνατότητα να κάνω το ρεπεράς με τον σωστό τρόπο.
Και η χαρά μου πολλές φορές είναι όταν μπαίνω σε μία καινούργια πόλη να την ανακαλύψω. Είτε μιλάμε για Ισπανία, είτε μιλάμε για Ιταλία, είτε μιλάμε για τη Λατινική Αμερική όπου καμιγένω. και η πάγια αρχή μου είναι μην πηγαίνεις εσύ στην πόλη άσε την πόλη να έρθει σε εσένα γι' αυτό και περπατάω τυχαία ώσπου βρίσκω αυτό το οποίο πρέπει να παρακολουθήσω πάντα αυτό έχει πολύ μεγάλη σημασία και έχει σημασία και κάτι άλλο το μυθιστόρημα το μοναδικό που είναι εκτός Αθήνας είναι το παλιά πολύ παλιά που είναι σε Κωνσταντινούπολη.
Αλλά η Κωνσταντινούπολη που εγγράφω είναι η Κωνσταντινούπολη μέχρι τη δεκαετία του 60. Σήμερα είναι άλλη πόλη πια. Και είναι φυσικό. Εγώ έφυγα από την Κωνσταντινούπολη το 60 και ο πληθυσμός ήταν 1,5 εκατομμύριο. Τώρα είναι 21. Ε, θα αλλάξει, θα αλλάξει. Θα αλλάξει, θα καταστραφεί. Ε, σε πολύ μεγάλο Μεγάλο ποσοστό καταστρέφεται δύσκολα.
Η Αθήνα. Καταστρέφεται με την λογική των χρημάτων, με την λογική των ουρανοξιστών. Κάτσε, βλέπεις τον κεράτιο όπως το προχθές που ήμουν εγώ εκεί. Βλέπεις τον κεράτιο και βλέπεις ουρανοξίζες. Δεν πήγες στον κεράτιο μες ουρανοξίζες. Κάνατε. Είστε καλά σας. Ε, τι κάνουν. Η Αθήνα. Ε, και η Αθήνα έχει αλλάξει. Η Αθήνα όμως η μεγάλη κατ' αρπακά την πέρασε νωρίτερα, στη δεκαετία του 50.
Η πόλη την περνάει τώρα. Και δυστυχώς για την πόλη η τεχνολογία και οι απαιτήσεις έχουν αλλάξει τόσο πολύ που η καταστροφή είναι μεγαλύτερη. Πρόσωπα δικά σας, φίλοι. Τώρα πια στην πόλη μείνανε ελάχιστοι. Όχι, γενικά. Κοιτάξτε, για αυτοί οι οποίοι με επηρέασαν πάρα πολύ ως φίλοι Είναι πρώτος και καλύτερος ο Φίλιππος Βλάχος, ο πρώτης εκδότης μου Με τον Φίλιππο είχα μια σχέση τόσο στενή που σχεδόν κάθε μέρα ήμασταν μαζί Και κάθε μέρα συζητούσαμε, κάθε μέρα τα λέγαμε Και όταν του είπα ότι σκοπεύω να γράψω έναν συνομικό με κοίταξε και μου είπε αν τα καταφέρεις και γράψεις ένα αστυνομικό με αφετηρία την ιδεολογία σου θα σκίσεις.
Σήμερα κάθε φορά που με χειροκροτάει ο κόσμος εμένα με πλακώνουν τα δάκρυα και η συγκίνηση γιατί λέω δες για να το δεις. Ο δεύτερος που με επηρέασε πολύ, αλλά και τον επηρέασα πολύ, είναι δύο τα αυτά, είναι ο Αγγελόπουλος. Σας είπα ότι πήρα το πλάνο σε κάζο τον Αγγελόπουλο. Από εκεί ήρθε. Και τώρα περάζει. Και τώρα περάζει από εκεί το πήρα και πολλά άλλα.
Η τρίτη που επηρέασε όχι εμένα τόσο πολύ όσο την Ανδριανή, τη γυναίκα του Χαρίττου, είναι η μάνα μου. Κάθε φορά που πάω έξω, είτε μιλάμε για Ιταλία, είτε μιλάμε για Λατινική Αμερική, να υπογράψω βιβλία, κάποια κυρία θα έρθει και θα μου πει «Αγαπώ πολύ την Ανδριανή, είναι η ίδια η μάνα μου». «Α, λέω, αυτό σημαίνει ότι αγαπάτε και τη μάνα μου, ίδια είναι με την Ανδριανή».
Ίδια είναι όμως. Έχει αποστόμωνε τον πατέρα μου, όπως αποστόμωνε η Ανδριανή τον Χαρίτο. Όλα είναι παρομοιότυποι. Και το άλλο που είναι και σπάνιο στην αστυνομική λογική είναι η οικογένεια. Εγώ έβαλα την οικογένεια και ήρθαν και τρεις μαζί. Εκ των υστέρων κατάλαβα ότι η τομή αυτή ήταν πολύ σημαντική. Γιατί στο Νότο οι αναγνώστες ταυτίζονται περισσότερο με την οικογένεια παρά με το χαρί του.
σε αντίθεση ας πούμε με την κεντρική Ευρώπη όπου όλοι μιλάνε για το χαρίτο Πώς εξηγείτε το γεγονός ότι ουσιαστικά διάσημος συσσαγωγικά γίνατε για κάτι που κάνατε μετά τα 57 δηλαδή Αυτό είναι και η δική μου απορία ο Φύνανα Μαγουρίς δεν είναι μόνο η δική σας πώς γίνεται σε αυτά τα χρόνια που ζω τώρα να έχω ας πούμε αυτή την επιτυχία.
Δεν θέλω να πω πολλά πράγματα γιατί, εν πάση περιπτώσει, δεν μ' αρέσει να το κάνω αυτό και δεν μ' αρέσει ποτέ να περιαυτώ λόγω. Όχι, ξέρουμε την επιτυχία που έχει διεθνώς ο κύκλος αυτός. Λοιπόν, προχθές ήμουν στην πόλη και έκανα ένα, μία παρουσίαση του τελευταίου μυθιστορμουσίου για την Τουρκία που είναι το κίνημα της αυτοκτονίας.
Μίλησα και μετά υπέγραφα βιβλία Έρχεται μία κυρία γύρω στα 50 και μου λέει Κύριε Μάρκαρη ζω στην Άγκυρα Αλλά ήρθα στην πόλη για να μου υπογράψετε ένα βιβλίο σας Δεν προλαβαίνω να συνέλθω από την εκπληξή μου Έρχεται μία κοπέλα γύρω στα 25 Και μου λέει κύριε Μάρκαρη ζω στη Σμύρνη αλλά ήρθα γιατί θέλω πολύ να μου γράψεις ένα βιβλίο.
Είναι σπουδαίο. Και εκείνο το οποίο μου κάνει εντύπωση είναι ο ενθουσιασμός των Τούρκων να γνωρίζω, να γνωρίζω με τα βιβλία μου. Είναι κάτι απίστευτο. Αφού εγώ μένω έκπληκτος. Άρα και Τουρκία και Γερμανία και Ελλάδα και στις χώρες του Νότου. Στην Ισπανία γίνεται, είναι πολύ αγαπητά και διαβάζουμε πολύ το ίδιο και στην Ιταλία το ίδιο και σε πολλές χώρες της ισπανόφωνης Βατινικής Αμερικής στην Αργεντινή, στη Χιλή, στην Κολομβία τώρα και στο Περού εντάξει, τι να πω παραπάνω πάντως εγώ ήθελα να μείνω στις τρεις στην Ελλάδα, στην Τουρκία και στην Ιερμανία διότι με κάποιο τρόπο ενώσατε μέσα από το χαρί το βίο μου Σε ευχαριστώ που το λέτε.
Δεν το είχα σκεφτεί. Αληθιά. Χαίρομαι πάρα πολύ. Ευχαριστώ πάρα πολύ που μου το είπατε. Κύριε Μαρκαρή, αυτός είστε τελικά. Ευχαριστώ πολύ. Συνηθίζω να λέω ότι επειδή είναι σύντομη αυτή η κουβέντα ένα πρόσωπο σίγουρα το έχετε ξεχάσει. Θέλετε να κοιτάξετε την κάμερα και να πείτε ποιος ακόμα είστε. Σίγουρα ένα πρόσωπο δεν το θίξαμε.
Σίγουρα ένα πρόσωπο δεν το είπατε. Δεν το είπα εγώ δηλαδή. Ναι. Το μοναδικό πρόσωπο που σκέφτομαι ότι το ξέχασα είναι ουσιαστικά η καινούνια προϊσταμένη του τμήματος ανθρωποκτονιών η Αντιγόνη Φερλέκη. Αυτή η γυναίκα ταυτίζεται με εμένα όσον αφορά τον τρόπο που κοιτάμε τις γυναίκες Κι αυτή κι εγώ Και αυτό μου έκανε πολύ καλό διότι όταν το σκέφτηκα ήταν για μένα μια ανακόφηση Βρήκα μια γυναίκα να τη βάλω εκεί που πρέπει να τη βάλω Δεν μπορεί να είναι όλοι άντρες Πάνω πάνω Πα βέβαια Δεν μπορεί να είναι όλοι άντρες Κύριε Μάρκαρη ευχαριστούμε πάρα πάρα πολύ Και εγώ σας ευχαριστώ για την πρόσκληση Να είστε καλά Ευχαριστώ
Σχόλια
Χωρίς σχόλιαΣυνδεθείτε για να συμμετάσχετε στη συζήτηση
Σύνδεση για ΣχολιασμόΔεν υπάρχουν σχόλια ακόμα