Ep. 16- Ο εξορκιστής δεν ήταν απλά ένα βιβλίο.
Ψιλά ΓράμματαΣχετικά με αυτό το επεισόδιο
Το 1949, στις Ηνωμένες Πολιτείες, μια παράξενη υπόθεση ενός νεαρού αγοριού θα καταγραφεί στα ημερολόγια καθολικών ιερέων και, χρόνια αργότερα, θα εμπνεύσει μία από τις πιο διάσημες ιστορίες τρόμου όλων των εποχών.
Παράξενοι θόρυβοι. Αντικείμενα που φέρονταν να μετακινούνται μόνα τους. Σημάδια στο σώμα. Και μια σειρά εξορκισμών που, σύμφωνα με τις μαρτυρίες της εποχής, κράτησαν εβδομάδες.
Ήταν πραγματικά δαιμονική κατοχή; Μια υπόθεση που διογκώθηκε μέσα από αφηγήσεις και φήμες; Ή υπήρχε μια πολύ πιο ανθρώπινη εξήγηση πίσω από όλα αυτά;
Στο νέο επεισόδιο των «Ψιλών Γραμμάτων», αφήνουμε για λίγο τη Regan MacNeil και επιστρέφουμε στην υπόθεση που ενέπνευσε τον William Peter Blatty να γράψει τον «Εξορκιστή».
Ακολουθούμε την ιστορία του αγοριού που έμεινε γνωστό με τα ψευδώνυμα Roland Doe / Robbie Mannheim, όσα υποστήριξαν ότι είδαν οι άνθρωποι που βρέθηκαν κοντά του και τις τελετές εξορκισμού που ακολούθησαν — αλλά και όσα μάθαμε αργότερα και κάνουν την «αληθινή ιστορία» πολύ πιο περίπλοκη από τον μύθο.
🎙️ Ψιλά Γράμματα — εκεί όπου πίσω από τις ιστορίες που όλοι γνωρίζουμε, κρύβονται εκείνες που ελάχιστοι έχουμε ακούσει.
Αυτόματη μεταγραφή — ενδέχεται να περιέχει λάθη.
Βασίλισσα από το πένθος, βυθισμένος στην κατάθλιψη μετά το θάνατο της μητέρας του, που ψάχνει επεγνωσμένα μια απάντηση στο αν υπάρχει ζωή μετά τον θάνατο. Μπροστά του, πάνω στο ξύλο, βρίσκονται 29 δακτυλογραφημένες σελίδες. Είναι ένα αντίγραφο από όρει των αρχείων που η Καθολική Εκκλησία κρατούσε κλειδωμένο σε υπόγεια χρηματοκιβώτια για 20 χρόνια.
Το απαγόρευσαν να το πάρει μαζί του. Το απαγόρευσαν να το φωτοτυπήσει. Μπορεί μόνο να το διαβάσει εκεί, κάτω από άκρα μυστικότητα. Ο Μπλάτι απλώνει το χέρι του και γυρίζει την πρώτη σελίδα. Τα μάτια του καρφώνονται στις ψυχρές, ιατροδικαστικές σχεδόν καταγραφές, ενώ στη σουίτη ιερέα από το 1949. Διαβάζει για έναν 14χρονο αγόρι Διαβάζει για ένα κρεβάτι που τραντάζεται με μανία στο σκοτάδι Για αντικείμενα που ύπτανται Για βαθιές ματωμένες πληγές που εμφανίζονται στο δέρμα του παιδιού και σχηματίζουν λέξεις Για μια απόκοσμη γριλιστή φωνή που βρίζει σε γλώσσες που το παιδί δεν διδάχτηκε ποτέ Όσο οι ώρες περνάνε και η νύχτα βαθαίνει, ο μπλάτι νιώθει τον αέρα στο δωμάτιο να παγώνει Το δέρμα του ανατριχιάζει Καταλαβαίνει ότι αυτό που κρατάει στα χέρια του δεν είναι ένα σενάριο φαντασίας Είναι το χρονικό μιας αληθινής κόλασης Αυτές οι 29 σελίδες επρόκειτο να γεννήσουν το πιο τρομακτικό βιβλίο και την πιο σοκαριστική ταινία όλων των εποχών, τον Εξορκιστή.
Όμως αυτή η ιστορία κρύβει μια αλήθεια που το Χόλιγουτ δεν μας είπε ποτέ και δεν είναι άλλη από μια αλήθεια που συνδέει το απόλυτο σκοτάδι ενός δαιμονισμού με τα αστέρια. Ας φύγουμε όμως από το 2026 που βρισκόμαστε και ας πάμε λίγο πίσω για να ξεκινήσουμε την αφήγησή μας. Κάπου στην καρδιά της ιστορίας μας. Έχουμε φτάσει λοιπόν τώρα στο 1973.
Τότε στους κινηματογράφους ολόκληρου του κόσμου συνέβη κάτι που είχε ξαναγίνει στην ιστορία της έβδομης τέχνης μονάχα με τον Χίτσκοκ. Άνθρωποι σχημάτιζαν ατελείωτες ουρές μέσα στο καταχείμωνο, περιμένοντας ώρες για ένα εισιτήριο. Όταν όμως έμπαιναν στην αίθουσα, η ατμόσφαιρα άλλαζε. Άνθρωποι λιποθυμούζαν στα καθίσματα.
Άλλοι έτρεχαν προς την έξοδο μετά στις εμετού. Ανήκαν οι να αντέξουν τις εικόνες. Κάποιοι πάθαιναν κρίσεις πανικού. Ούρλιαζαν ή έκλαιναν τα μάτια τους για να μην βλέπουν. Οι κινηματογράφοι αναγκάζονταν να έχουν ασθενοφόρα και διασώστες παρκαρισμένους έξω από τις εισόδους Η ταινία Ο Εξορκιστής του William Friedkin βασισμένη στο ομότιτλο βιβλίο Άλλαξε για πάντα την pop κουλτούρα και τον τρόπο που αντιλαμβανόμαστε το τρόπο Όμως στην αρχή της ταινίας όπως και στο εξόφυλλο του βιβλίου Υπήρχε μια συγκεκριμένη φράση που πάγωνε το αίμα τόσο των θεατών όσο και των αναγνωστών.
«Βασισμένο σε αληθινά γεγονότα» έλεγε. Για δεκαετίες ο κόσμος πίστευε ότι η ιστορία της μικρής Ρίγκαν Μαγνήλ, του κοριτσιού που το κεφάλι γύριζε 360 μοίρες, που αιωρούνταν πάνω από το κρεβάτι και μιλούσε με τη φωνή του ίδιου του διαβόλου, Ήταν απλά ένα εξαιρετικά νοσηρό και ευφιές αποκοίημα της φαντασίας του συγγραφέα William Peter Blatty.
Όμως η αλήθεια είναι πολύ διαφορετική. Είναι μια ιστορία πολύ πιο γήινη, πολύ πιο περίπλοκη, αλλά ταυτόχρονα βαθιά σκοτεινή. Ο πραγματικός εξορκιστής δεν ήταν καν κορίτσι. Δεν ζούσε σε ένα πλούσιο σπίτι στο Τζόρτσταουν με μια διάσημη μητέρα ηθοποιώ Ήταν ένα 14χρονο αγόρι από μια εργατική οικογένεια στο Μέριλανδ που το 1949 πέρασε μια αδιανόητη κόλαση η οποία καταγράφηκε σε επίσημα απόρριτα ημερολόγια ισουητών ιερέων Σήμερα θα ανακαλύψουμε μαζί αυτή την υπόθεση Θα ξετυλίξουμε τον Ήμα από την αρχή. Θα δούμε ποιος ήταν ο συγγραφέας William Peter Blatty, ποιο τεράστιο προσωπικό δράμα και ποιες υπαρξιακές αναζητήσεις τον οδήγησαν σε αυτή την ιστορία, πώς κατάφερε να σπάσει τη σιωπή της καθολικής εκκλησίας για να μάθει τα γεγονότα και τελικά τι συνέβη πραγματικά σε εκείνο το αγόρι.
Ένα αγόρι του οποίου η ταυτότητα παρέμεινε από τα σφράγγιου στο μυστικό για πάνω από 70 χρόνια μέχρι τον θάνατό του το 2020 Αποκαλύπτοντας μια διπλή ζωή που κανείς δεν μπορούσε να φανταστεί Πάρτε λοιπόν μια βαθιά ανάσα, χαμηλώστε τα φώτα αν τολμάτε, αγκαλιάστε ότι αγαπάτε και ελάτε μαζί μου Ξεκινάμε Για να καταλάβουμε πως γεννήθηκε ο εξορκιστής πρέπει πρώτα να διεισδύσουμε στο μυαλό και τη ζωή του δημιουργού του Ο William Peter Blatty δεν ήταν ένας τυπικός παραδοσιακός συγγραφέας τρόμου Δεν ήταν ένας Stephen King της εποχής του Μέχρι να γράψει το συγκεκριμένο βιβλίο ο Blatty ήταν κυρίως γνωστός στο Hollywood για τις κομμωδίες του Είχε γράψει σενάρια για ξεκρατηστικές ταινίες είχε συνεργαστεί με τον Blake Edwards στις ταινίες του Ροσπάνθυρα, όπως το SR in the Dark, και είχε μια καριέρα γεμάτη χιούμορ, ελαφρότητα και πολλές έξυπνες ατάκες.
Πώς λοιπόν ένας άνθρωπος του γέλιου και της κωμωδίας στράφηκε ξαφνικά στο απόλυτο σκοτάδι της ανθρώπινης ψυχής και του μεταφυσικού τρόμου. Για να το απαντήσουμε αυτό πρέπει να γυρίσουμε πίσω στα παιδικά του χρόνια Ο Μπλάτι γεννήθηκε το 1928 στη Νέα Υόρκη Οι γονείς του ήταν Λιβανέζοι μετανάστες που έφτασαν στην Αμερική αναζητώντας μια καλύτερη τύχη Αλλά η μοίρα τους έπαιξε σκληρό παιχνίδι Η ζωή του Βίλιαμ ήταν μια διαρκής μάχη για επιβίωση Ο πατέρας του, ανίκανος να αντέξει το βάρος των οικονομικών δυσκολιών, εγκατέλειψε την οικογένεια όταν ο Βίλιαμ ήταν μόλις 6 ετών. Έτσι, ο μικρός μεγάλωσε αποκλειστικά με τη μητέρα του, τη Φράνσις.
Η Φράνσις Μπλάτι ήταν μια προσωπικότητα ανεπανάληπτη και αναμφίβολα πολύ δυνατή. Ήταν μια βαθιά, σχεδόν φανατικά θρησκευόμενη καθολική γυναίκα, η οποία πάλευε καθημερινά στους δρόμους της Νέας Υόρκης, πουλώντας σπιτικό ζελέ και άλλα χειροποίητα γλυκάκια προκειμένου να εξασφαλίσει ένα πιάτο φαγητό για το παιδί της. Ήταν τόσο φτωχοί που αναγκάστηκαν να αλλάξουν σπίτι και γειτονιά πάνω από 20 φορές καθώς τους έκαναν έξωση επειδή δεν είχαν να πληρώσουν τον οίκη Η σχέση του William με τη μητέρα του ήταν στενή Εκείνη ήταν ολόκληρος ο κόσμος του και ήταν εκείνη που το εμφύσησε από την πιο τρυφερή του ηλικία μια βαθιά ριζωμένη πίστη στο πνευματικό κόσμο αλλά μαζί με αυτή και έναν έντονο αρχαίγωνο φόβο για τον Θεό, τον διάβολο, την αμαρτία και την τιμωρία.
Το μεγάλο καθοριστικό σημείο καμπής στη ζωή του Μπλάτι ήρθε όταν κατάφερε χάρη σε υποτροφίες να φοιτήσει στο Πανεπιστήμιο Georgetown. Το Georgetown ήταν και είναι ένα αυστηρό αριστοκρατικό καθολικό ίδρυμα που διευθύνεται από το Τάγμα των Ισουητών στην Washington. Ήταν το έτος 1949. Ο Μπλάτι ήταν φοιτητής, μόλις 21 τότε, και καθόταν σε μια καφετέρια της Πανεπιστημιούπολης όταν το μάτι του έπεσε σε ένα άρθρο της εφημερίδας The Washington Post.
Το άρθρο, χωμένο στις εσωτερικές σελίδες, είχε έναν τίτλο που του τράβηξε αμέσως την προσοχή. Ιερέας απελευθερώνει αγόρι 14 ετών που θεωρούνταν κατηλημένο από τον διάβολο διάβασε Το δημοσίευμα ήταν σύντομο αλλά περίεχε λεπτομέρειες που προκαλούσαν ανατριχίλα Περιέγραφε μια υπόθεση εξορκισμού που είχε διαρκέσει εβδομάδες Κατά τη διάρκεια της οποίας συνέβαιναν πράγματα που αψηφούσαν τους νόμους της φυσικής Αντικείμενα πετούσαν στον αέρα, έπιπλα μετακινούνταν μόνα τους και το παιδί μιλούσε και καταλάβαινε λατινικά, μία γλώσσα που δεν είχε διδαχθεί ποτέ στη ζωή του.
Αυτή η είδηση καρφώθηκε στο μυαλό του Μπλάτι και δεν έφυγε ποτέ. Για ένα νεαρό φοιτητή που εκείνη την περίοδο πάλευε με τις δικές του εσωτερικές υπαρξιακές αμφιβολίες που αναρωτιόταν αν η θρησκεία είναι απλώς ένα παραμύθι για να παρηγορεί τους αδύναμους αυτή η ιστορία ήταν μια παράδοξη, σοκαριστική απόδειξη. Σκέφτηκε κάτι πολύ απλό αλλά βαθύ.
Αν ο διάβολος είναι πραγματικός, αν υπάρχουν δυνάμεις του σκότους που μπορούν να εισβάλλουν στον υλικό μας κόσμο, τότε αυτό σημαίνει αυτόματα ότι και ο Θεός είναι πραγματικός. Σημαίνει ότι υπάρχει πνευματική ζωή μετά τον θάνατο. Ωστόσο, παρόλο που η ιστορία τον σημάδεψε, πέρασαν 20 ολόκληρα χρόνια μέχρι να αποφασίσει να καθίσει και να γράψει το βιβλίο.
Γιατί άργησε τόσο, τι ήταν αυτό που τον όθησε δύο δεκαετίες μετά να επιστρέψει στον Τζορτζ Ντζιν και να ανοίξει αυτόν τον φάκελο. Η απάντηση κρύβεται στη μεγαλύτερη τραγωδία της ζωής του. Το 1967 η λατρεμένη του μητέρα πέθανε ξαφνικά. Ο Μπλάτι καταρακώθηκε. Βυθίστηκε σε μια βαριά μαύρη κατάθλιψη. ένιωθε απόλυτα μόνος και ορφανός έψαχνε απεγνωσμένα ένα σημάδι, μια ελπίδα, μια βεβαιότητα ότι η ψυχή της μητέρας του δεν είχε χαθεί στο μηδέν αλλά ότι ζούσε κάπου, σε μια άλλη διάσταση ήθελε να γράψει κάτι που θα λειτουργούσε ως μια κραυγή πίστης κάτι που θα αποδείκνει εστον ίδιο του τον εαυτό αλλά και σε έναν κόσμο που γινόταν όλο και πιο ηλιστικός ότι ο πνευματικός κόσμος είναι υπαρκτός.
Θυμήθηκε λοιπόν εκείνο το παλιό άρθρο της εφημερίδας από το 1949. Αποφάσισε να αφήσει στην άκρη της κωμωδίες και να ξεκινήσει μια δημοσιογραφική και πνευματική έρευνα που θα άλλαζε τη ζωή του. Ο Μπλάτι ήταν ένας άνθρωπος με κοφτερόμυαλο. Ήξερε πολύ καλά ότι αν έγραφε απλώς μια φανταστική ιστορία τρόμου, ο κόσμος θα τη διάβαζε και θα τη ξεχνούσε Για να καταφέρει να αγγίξει τις ευαίσθητες χορδές του κοινού και να μεταδώσει το μήνυμα που ήθελε έπρεπε το βιβλίο του να βασιστεί σε ακλόνητα, πραγματικά στοιχεία Έπρεπε να κάνει μια βαθιά έρευνα, σαν detective Έτσι επέστρεψε εκεί που ξεκίνησαν όλα, στο Πανεπιστήμιο Georgetown Άρχισε να χτυπάει τις πόρτες των αισιοειτών ιερέων Ζητώντας πληροφορίες για την υπόθεση του 1949 Όμως βρέθηκε αντιμέτωπος με έναν τείχο σιωπής Η καθολική εκκλησία είναι από τη φύση της εξαιρετικά μυστικοπαθής Προσεκτική και συντηρητική όσον αφορά το ζήτημα των εξορκισμών Δεν δίνει στοιχεία σε δημοσιογράφους ή συγγραφείς θέλοντας να αποφύγει τον εντυπωσιασμό, τη γελιοποίηση ή την έκθεση των ανθρώπων που ενεπλάκησαν.
Ο Μπλάτι όμως δεν τα παράτησε. Μετά από πολλές προσπάθειες κατάφερε να κερδίσει την εμπιστοσύνη του πατέρα Τόμας Μπέρμιγχαμ, ο οποίος ήταν καθηγητής του και πνευματικός του σύμβουλος στο πανεπιστήμιο. Ο Μπέρμιγχαμ κατάλαβε ότι τα κίνητρα του Μπλάτι δεν ήταν φτηνά. δεν έψαχνε απλώς για ένα σκανδαλωθηρικό θέμα, αλλά ότι τον ενδιέφερε πραγματικά και έψαχνε την αλήθεια.
Μέσω του Μπέρμιγχαμ ο Μπλάτι κατάφερε να έρθει σε επαφή με τον πατέρα William Bounder, τον άνθρωπο που είχε ηγηθεί του πραγματικού εξορκισμού το 1949 στο Σεντ Λουίς. Ο πατέρας Bounder ήταν ένας ηλικιωμένος, σοβαρός ιερέας, ο οποίος κουβαλούσε τα σημάδια εκείνης της εμπειρίας για όλη του τη ζωή. Όταν ο Μπλάτι τον συνάντησε, ο Μπάουντελ ήταν κατηγορηματικός.
«Δεν πρόκειται να σου αποκαλύψω ποτέ το πραγματικό όνομα του αγοριού, ούτε το που βρίσκεται σήμερα. Η οικογένεια έχει υποφέρει αρκετά και το παιδί έχει δικαίωμα σε μια κανονική, ήρεμη ζωή». Ο Μπλάτι συμφώνησε και υποσχέθηκε να σεβαστεί την ανωνυμία του θύματος. Τότε ο Μπάουντερν έκανε μια κίνηση που άλλαξε την πορεία της λογοτεχνίας.
Έδωσε στον Μπλάτι πρόσβαση σε ένα έγγραφο που ελάχιστα μάτια είχαν δει μέχρι τότε. Το απόρριτο, λεπτομερές, καθημερινό ημερολόγιο που κρατούσε ένας άλλος ιερέας που ήταν παρόν στις συνεδρίες. Ο πατέρας Ρέιμοντ Μπίσοκ. Ήταν οι 29 δακτυλογραφημένες σελίδες γραμμένες με τη ψυχρή αντικειμενική γλώσσα ενός χρονικού Ήταν μια καταγραφή ώρα με την ώρα, μέρα με τη μέρα όλων όσων είχαν συμβεί μέσα σε εκείνα τα κλειδωμένα δωμάτια Ο Μπλάτι κλείστηκε σε ένα δωμάτιο και διάβασε αυτό το ημερολόγιο λέξη προς λέξη, ξανά και ξανά Όπως εξομολογήθηκε αργότερα, υπήρχαν στιγμές που ένιωθε το δέρμα του να παγώνει και τα χέρια του να τρέμουν από αυτά που διάβαζε.
Κατάλαβε ότι η πραγματικότητα ξεπερνούσε κάθε φαντασία. Για λόγους προστασίας της οικογένειας, αλλά και για να δώσει μια διαφορετική δυναμική στη πλοκή του, ο Μπλάτι πήρε μερικές συγγραφικές αποφάσεις. Αποφάσισε στο βιβλίο του να αλλάξει το φύλλο του παιδιού, έτσι το 14χρονο αγόρι έγινε η 12χρονη Ρέγκαν Μακνίλ. Μετέφερε επίσης τη δράση από το Μέριλανδ και το Σεντ Λούις στη γνώριμη σε αυτόν και πιο ατμοσφαιρική περιοχή του Τζόρτσταουν, δίπλα στο Πανεπιστήμιο.
επιστήμια. Όμως σχεδόν κάθε τρομακτική, σοκαριστική λεπτομέρεια που είδαμε στην ταινία ή διαβάσαμε στο βιβλίο, από το κρεβάτι που τρανταζόταν με μανία μέχρι τα μηνύματα που εμφανίζονταν σα πλήγες στο δέρμα του παιδιού, όλα προέρχονταν απευθείας από εκείνες τις 29 σελίδες του απόρριτου ημερολογίου των Ιησουητών. Και τώρα ήρθε η ώρα να αφήσουμε τον συγγραφέα λίγο πίσω και να ταξιδέψουμε στον χρόνο και συγκεκριμένα στο έτος 1949 στο Cottage City του Maryland μια ήσυχη μεσοαστική προαστιακή περιοχή στα επίσημα έγγραφα και στα αρχεία της εκκλησίας το αγόρι αναφερόταν για δεκαετίες με τα ψευδόνυμα Roland Toe ή Robbie Mannheim σήμερα μετά από δημοσιογραφικές έρευνες που ολοκληρώθηκαν πρόσφατα, γνωρίζουμε το πραγματικό όνομα του αγοριού.
Ήταν ο Ρόναλτ Έντουιν Χάνκελερ. Ο Ρόναλτ γεννήθηκε το 1935 και ήταν μοναχοπέδι μιας γερμανικής καταγωγής οικογένειας Λουθυρανών. Ήταν ένα παιδί, μάλλον κλειστό, εσωστρεφές, μοναχικό, που δεν είχε πολλούς φίλους στη γειτονιά και περνούσε τον περισσότερο χρόνο του στο σπίτι με τους γονείς του και τους μεγαλύτερους συγγενείς του.
Λόγω αυτής της μοναξιάς, ο Ρόναλτ είχε αναπτύξει μια εξαιρετικά στενή, σχεδόν εξαρτημένη σχέση με μια θεία του, τη θεία Χάριετ. Η Χάριετ δεν ήταν μια συνηθισμένη θεία. Ήταν μια γυναίκα που δήλωνε πνευματίστρια. ενδιαφερόταν για τον αποκρυφισμό, τη μεταθανάτια ζωή και τους τρόπους επικοινωνίας με τους νεκρούς. Εκείνη ήταν που εισήγαγε τον 13χρονο τότε Ρόναλτ στον κόσμο του μυστηρίου.
Του έμαθε να χρησιμοποιεί τον πίνακα Βίτζα, το γνωστό ξύλινο παιχνίδι με τα γράμματα της αλφαβήτου και τον δείκτη που χρησιμοποιείται σε πνευματικές συνεδρίες για να καλούνται οι νεκροί. Για τον Ρόναλτ αυτός ο πίνακας έγινε μια διασκεδαστική αλλά και συναρπαστική διέξοδος από την ανιαρή καθημερινότητά του Τον Ιανουάριο του 1949 η θεία Χάριετ πέθανε ξαφνικά από μια ασθένεια Ο θάνατός της ήταν ένα τεράστιο σοκ για τον νεαρό Ρόναλτ Ένιωσε ότι έχασε το μοναδικό του στήριγμα Τον άνθρωπο που τον καταλάβαινε Απελπισμένος, πληγωμένος και βυθισμένος στο πένθος Ο έφηβος κλείστηκε στο δωμάτιό του Πήρε τον πίνακα ούιτζα που του είχε χαρίσει η θεία του Και άρχισε να τον χρησιμοποιεί για ώρες ολόκληρες Όλο μόνοχος στο σκοτάδι Προσπαθώντας μανιωδός να επικοινωνήσει με το πνεύμα της Να της μιλήσει, να πάρει μια απάντηση ότι είναι καλά Και τότε σύμφωνα με τις μαρτυρίες των γονιών του άρχισαν να συμβαίνουν τα πρώτα περίεργα, ανεξήγητα φαινόμενα.
Στην αρχή τα πράγματα φαίνονταν σχεδόν ασήματα. Ήταν απλώς ήχοι. Ήχοι από ξύσιμο, σαν ήχια που σέρνονταν πάνω σε ξύλο. Έμοιαζαν να βγαίνουν μέσα από τους τείχους και από το πάτωμα του δωματίου του αγοριού. Οι γονείς του πιστεύοντας ότι το σπίτι είχε γεμίσει ποντίκια ή τροκτικά κάλεσαν αμέσως εξολοκρευτές. Οι ειδικοί έψαξαν το σπίτι σπιθαμί προς σπιθαμί, άνοιξαν τρύπες στους τείχους, έβαλαν παγίδες, αλλά δεν βρήκαν το παραμικρό ίχνο ζώο.
Σύντομα όμως, οι ήχοι έγιναν πιο δυνατοί, πιο έντονοι και πιο βιαίοι. Μετατράπηκαν σε βαριά χτυπήματα, σαν κάποιος να χτυπούσε με σφυρί τα έπιπλα. και μετά η κατάσταση ξέφυγε από κάθε έλεγχο. Το κρεβάτι του αγοριού άρχισε να τραντάζεται και να δονείται με απίστευτη μανία, σαν να βρισκόταν σε εξέλιξη ένας τοπικός σεισμός, ακόμα και όταν ο Ρόναλτ προσπαθούσε απλώς να κοιμηθεί.
Αντικείμενα του σπιτιού, όπως κρυστάλλινα βάζα, βαριές καρέκλες, βιβλία και θρησκευτικές εικόνες, άρχισαν να ύπτανται, να πετούν κυριολεκτικά μέσα στο δωμάτιο και να καρφώνονται στους τοίχους σαν να τα πετούσε με δύναμη ένα αόρατο, οργισμένο χέρι. Το πιο τρομακτικό και αδιανόητο όμως συνέβη στο ίδιο το σώμα του παιδιού.
Στο δέρμα του Ρόναλτ, στο στήθος, στην πλάτη και στους μυρούς άρχισαν να εμφανίζονται ξαφνικά βαθιές, αιματηρές γρατζουνιές. Οι γρατζουνιές αυτές δεν ήταν τυχαίες. Σχημάτιζαν γράμματα και ολόκληρες λέξεις, σαν κάποιος να τις χάραζε με ξηρά αφή εκ των έσω. Οι γονείς του είδαν με τα μάτια τους να σχηματίζεται η λέξη «χέλ», «κόλεση» και η λέξη «λούις».
Η οικογένεια σε κατάσταση απόλυτου πανικού υπέθεσε ότι η λέξη «λούις» ήταν ένα μήνυμα, μια κατεύθυνση. Στο Σεντ Λουίς του Μιζούρι έμεναν οι στενοί συγγενείς τους, καθώς και οι άλλοι αδερφοί της μητέρας του Πίστεψαν λοιπόν ότι έπρεπε να πάρουν το παιδί και να φύγουν από αυτό το στοιχειωμένο σπίτι αναζητώντας βοήθεια εκεί Πριν όμως πάρουν την απόφαση να ταξιδέψουν, οι γονείς έκαναν αυτό που θα έκανε κάθε λογικός άνθρωπος Απευθύνθηκαν στην επιστήμη Πήγαν τον Ρόναλτ σε δεκάδες γιατρούς, παθολόγους, νευρολόγους, ψυχιάτρους και ψυχολόγους στα μεγαλύτερα νοσοκομεία της περιοχής Το παιδί υποβλήθηκε σε σωρία εξετάσεων, αλλά όλες οι σωματικές και εγκεφαλικές του λειτουργίες ήταν απόλυτα φυσιολογικές Κανείς επιστήμονας δεν μπορούσε να δώσει μια λογική ιατρική εξήγηση για τις πληγές που εμφανίζονταν από το πουθενά ή για τα αντικείμενα που κινούνταν γύρω του Απελπισμένοι στράφηκαν στη δική τους θρησκεία Κάλεσαν στο σπίτι τον θηρανό πάστορα της ενορίας τους, τον Λόρενς Μπέρντ
Ο Πάστορας Μπέρτ, ένας σκεπτικιστής που δεν πίστευε σε δαίμονες και φαντάσματα, δέχτηκε να περάσει μια νύχτα στο δωμάτιο του αγοριού για να παρακολουθήσει την κατάσταση. Αυτό που έζησε εκείνο το βράδυ, τον σημάδεψε για πάντα. Είδε με τα ίδια του τα μάτια το κρεβάτι του παιδιού να σηκώνεται μερικά εκατοστά από το πάτωμα.
άκουσε τους απόκοσμους θορύβους του και είδε μια βαριά ξύλινη πολυθρόνα να ανατρέπεται μόνη της έντρομος μάζεψε τα πράγματα του όσο πιο γρήγορα μπορούσε κοίταξε τους γονείς και τους είπε με ειλικρίνεια δεν μπορώ να σας βοηθήσω αυτό που συμβαίνει εδώ ξεπερνά τις δικές μου δυνάμεις πηγαίνετε στους καθολικούς ιερείς αυτοί έχουν τη γνώση τα τελετουργικά αλλά και την εμπειρία να αντιμετωπίσουν τέτοιες καταστάσεις.
Η οικογένεια μάζεψε τις βαλίτσες της και ταξίδεψε εσπεζμένα στο Σεντ Λουίς. Εκεί ήρθαν σε επαφή με την καθολική κοινότητα και η υπόθεση έφτασε στα αυτιά του πατέρα William Bounder. Ο Bounder αφού μελέτησε τα στοιχεία και είδε την κατάσταση του παιδιού ζήτησε επίσημα την άδεια από τον αρχαίο επίσκοπο του Σεντ Λουίς για να ξεκινήσει την διαδικασία του μεγάλου εξορκισμού.
Σύμφωνα με το Rituale Romanum, το επίσημο εγχειρίδιο της εκκλησίας που χρονολογείται από το 1614, η άδεια δόθηκε και αυτό που ακολούθησε ήταν μια μακρά, εξαντλητική και ψυχικά ισοπεδωτική περίοδος. Η διαδικασία κράτησε πάνω από δύο μήνες. Συνολικά, πραγματοποιήθηκαν περισσότεροι από 30 εξορκισμοί Οι περισσότεροι από τους οποίους έλαβαν χώρα στο σπίτι των συγγενών αλλά και στο νοσοκομείο Αλέξιαν Μπράδελς, του Σεντ Λούις σε ένα ειδικά διαμορφωμένο κλειδωμένο δωμάτιο με κάγκελα στα παράθυρα Σύμφωνα με το λεπτομερές ημερολόγιο του πατέρα Μπίσοπ, ο Ρόναλτ άλλαζε ολοκληρωτικά Μεταμορφωνόταν σε κάτι άλλο Μόλις η Ιερής άρχιζαν να παγκέλνουν τις προσευχές στα λατινικά.
Το πρόσωπό του παραμορφωνόταν από συσπάσεις, τα μάτια του γυρίζαν προς τα πίσω και από το στόμα του έβγαινε μία βαθιά, απόκοσμη, σχεδόν ζωώδης φωνή που γρήλιζε. Ήταν μία φωνή που δεν αντιστοιχούσε σε καμία περίπτωση στις φωνητικές χορδές ενός 14χρονου παιδιού. Το παιδί άρχισε να βρίζει και να χλεβάζει τους ιερείς, χρησιμοποιώντας χιδέες εκφράσεις Αλλά το πιο εντυπωσιακό ήταν ότι τους απαντούσε σε άπτες τα λατινικά Όταν οι ιερείς τον ρωτούσαν κάτι, εκείνος καταλάβαινε την γλώσσα και ανταπέδιδε τις προσβολές Παρά το γεγονός ότι ως παιδί Λουθυρανών δεν είχε πάει ποτέ σε καθολική εκκλησία Και δεν είχε διδαχθεί ποτέ ούτε μία λατινική λέξη στο σχολείο του Επιπλέον, ο Ρόναλτ παρουσίαζε μια κατανόητη, υπερφυσική σωματική δύναμη.
Κατά τη διάρκεια των κρίσεων, χρειαζόταν η συνδρομή τριών, τεσσάρων ή και πέντε όριμων δυνατών ανδρών για να καταφέρουν να τον κρατήσουν καθυλωμένο πάνω στο κρεβάτι, ώστε να μην αυτοτραυματιστεί ή να μην επιτεθεί στους γύρω του. Σε μία από τις πιο βίαιες συνεδρίες που έλαβε χώρα στις αρχές Μαρτίου το αγόρι κατάφερε με έναν αδιανόητο ελιγμό να ελευθερώσει το ένα του χέρι από τους σημάδες που το κρατούσαν δεμένο Με μία στραπιά κίνηση έσκησε το στρώμα άρπαξε ένα από τα αιχμηρά μεταλλικά ελαττήρια που βρίσκονταν στο εσωτερικό του και επιτέθηκε στον πατέρα Μπέρναντ Έλκμαν, έναν από τους βοηθούς ιερείς.
Του κατάφερε ένα βαθύ φρικτό τραύμα, σκίζοντας το χέρι του ιερέα από τον ώμο μέχρι και τον καρπό. Η αιμορραγία ήταν ακατάσχετη και ο ιερέας μεταφέρθηκε σπεσμένα στα επίγοντα, που του έγιναν δεκάδες ράμματα. Το δέρμα του παιδιού συνέχιζε να πληγιάζει. Κατά τη διάρκεια των προσευχών, οι πληγές άνοιγαν ξανά και ξανά, μάτωναν και σχημάτιζαν φρικιαστικές ανάγλυφες εικόνες.
Οι ιερείς κατέγραψαν με λεπτομέρεια ότι ήταν το ανάγλυφο πρόσωπο μιας δαιμονικής μορφής, με κέρατα και παραμορφωμένα χαρακτηριστικά, να σχηματίζεται με πρισμένες, κατακόκκινες γραμμές πάνω στο στήθος του παιδιού. Ο Ρόναλτ αντιδρούσε με απόλυτο μίσος σε οτιδήποτε ιερό Μόλις οι ιερείς τον ράντιζαν με αγιασμένο νερό ή πλησίαζαν στο μέτωπό του ένα λείψανο Εκείνος άρχισε να φτύνει με απίστευτη μανία, ταχύτητα και ακρίβεια Πετυχαίνοντας τους ιερείς στα μάτια από απόσταση πολλών μέτρων Η τελική δραματική μάχη δόθηκε στα μέσα Απριλίου του 1949 Στη ψυχιατρική πτέρυγα του νοσοκομείου των Αλέξεν Μπράδερς Οι ιερείς ήταν πλέον εξαντλημένοι Τόσο σωματικά όσο και ψυχικά Έχοντας περάσει εβδομάδες χωρίς ύπνο Προσευχόμενοι συνεχώς μέσα σε ένα βδομάτιο που μύριζε όπως κατέγραψαν Θιάφη και σύψη Ο πατέρας Μπάουντερν, συγκεντρώνοντας τις τελευταίες του δυνάμεις, πήρε ένα μενταγιόν που περιείχε μια εικόνα του Αρχαγγέλου Μιχαήλ και ανάγκασε το αγόρι να το φορέσει στον λαιμό του.
Ο Ρόναλτ άρχισε να ουλιάζει με μια φωνή που έκανε τους στίχους του νοσοκομείου να τρίζουν, φωνάζοντας ότι ο σατανάς είναι ο κυριός του και ότι δεν θα τον άφηνε ποτέ ελεύθερο. Ξαφνικά το βράδυ της 18ης Απριλίου, στις 11 το βράδυ ακριβώς, η ατμόσφαιρα στο δωμάτιο άλλαξε απότομα Το σώμα του Ρόναλτ τεντώθηκε, έγινε σκληρό σαν σίδερο Η γριλιστή δαιμονική φωνή ξαφανίστηκε Ανταυτής μια νέα φωνή βγήκε μέσα από το στόμα του Ήταν μια φωνή μεγαλοπρεπής, καθαρή, γεμάτη εξουσία και δύναμη που αντιχούσε σαν σάλπιγγα Η φωνή αυτή που οι ιερείς πίστεψαν ότι ανήκε στον ίδιο τον Αρχάγγελο Μιχαήλ διέταξε «Σατανά φύγε από αυτό το σώμα τώρα, σε διατάζω στο όνομα του Ιησού Χριστού να αποχωρήσεις»
Αμέσως μόλις υπόθηκαν αυτές οι λέξεις ακούστηκε ένας εκοφαντικός τρομακτικός θόρυβος μέσα στο δωμάτιο Μαρτυρίες από το προσωπικό του νοσοκομείου ανέφεραν ότι ακούστηκε ένας ήχος σαν πυροπολισμός ή σαν έκρηξη κεραυνού Ο οποίος συγκλώνησε ολόκληρο τον όροφο και έγινε αισθητός ακόμα και στους κάτω ορόφους Αμέσως μετά το σώμα του Ρόναλτ χαλάρωσε Έπεσε μαλακά πίσω στα μαξιλάρια του Άνοιξε τα μάτια του Κοίταξε γύρω του το δωμάτιο Είδε τους ιερείς που έκλαιγαν από συγκίνηση και τους γονείς του Και είπε με την κανονική του φωνή, την παιδική του φωνή, γεμάτος απορία Έφυγε, νιώθω καλά, πού βρισκόμαστε Από εκείνη ακριβώς τη στιγμή ο Ρόναλτ Χαν Κέλλιρ δεν θυμόταν απολύτως τίποτα από όσα είχαν συμβεί τους προηγούμενους τρεις μήνες της ζωής του Η κόλαση είχε πια τελειώσει Μετά από αυτό το συγκλονιστικό σημείο η ιστορία αφήνει το σκοτάδι της εκκλησίας και αποκτά δική της πνοή και μάλιστα αισιόδοξη Τι να πέγινε άρα για το αγόρι του εξορκιστή Πώς εξελίχθηκε η ζωή του μετά από μια τέτοια τραγματική εμπειρία
Σε αντίθεση με τη ταινία του Hollywood όπου η ιστορία τελειώνει με έναν δραματικό θάνατο και μια αίσθηση μόνιμης απειλής η πραγματική ζωή του Ρόναλτ Χάγκελερ ακολούθησε μια πορεία που κανείς δεν θα μπορούσε να προβλέψει Το αγόρι θεραπεύτηκε πλήρως επέστρεψε στο Μέριλαντ, συνέχισε το σχολείο του και αποδείχθηκε ότι διέθετε ένα εξαιρετικά κοφτερό εφιές μυαλό, μαθηματικό για την ακρίβεια.
Σπούδασε αεροναυπηγική και μηχανολογία και τη δεκαετία του 1960, σε μια εποχή που η Αμερική ζούσε τον πυρετό του διαστήματος, ο Ρόνελτ προσλήφθηκε από την Άσα. Ναι, σωστά ακούσατε. Το παιδί που κάποτε θεωρούνταν ότι είχε καταληφθεί από τον διάβολο, Έγινε ένας από τους κορυφαίους μηχανικούς συστημάτων της διαστημικής υπηρεσίας των Ηνωμένων Πολιτειών Ο Ρόναλτ εργάστηκε σκληρά στο θρηλυκό πρόγραμμα από όλων Ήταν ένας από τους ανθρώπους που σχεδίασαν και επέβλεψαν τα συστήματα θέρμανσης και προστασίας των διαστημικών καψουλών συμβάλλοντας άμεσα με τις γνώσεις τους στη τεχνολογία που επέτρεψε στον Neil Armstrong και στον Buzz Aldrin να πατήσουν το πόδι τους στο φεγγάρι του 1969.
Άν όντως το πάτησαν, αλλά αυτό είναι για άλλο επεισόδιο. Κατά τη διάρκεια της καριέρας του στην NASA, ο Ronald κατοχύρωσε μάλιστα και αρκετές δικές του επίσημες πατέντες για τεχνολογικές καινοτομίες. Φοβόταν ότι θα τον περνούσαν για τρελό, ότι θα έχανε την ασφάλεια της εργασίας του και ότι η ιδιωτική του ζωή θα γινόταν βορά στα μέσα ενημέρωσης.
Παντρεύτηκε, έκανε παιδιά, έζησε μια ήρεμη ζωή και συνταξιοδοτήθηκε κρατώντας το μυστικό του κλειδωμένο στο πιο βαθύ σιρτάρι του μυαλού του. Η πραγματική του ταυτότητα αποκαλύφθηκε στο ευρύ κοινό από τους δημοσιογράφους της εφημερίδας The Guardian μόνο μετά τον θάνατό του, ο οποίος συνέβη το 2020 σε ηλικία 86 ετών μετά από εγκεφαλικό επεισόδιο.
Όπως είναι φυσικό και ευτυχώς, οι επιστήμοι, οι γιατροί και οι ορθολογιστές ερευνητές έχουν μια πολύ διαφορετική, καθαρά γίνει εξήγηση για το τι συνέβη πραγματικά το 1949. Πολλοί σύγχρονοι ψυχίατροι και ιστορικοί που μελέτησαν τις 29 σελίδες του ημερολογίου των ιερέων υποστηρίζουν ότι ο Ρόναλ δεν ήταν σε καμία περίπτωση δαιμονισμένος αλλά ένα παιδί που υπέφερε από σοβαρές, μη διεγνωσμένες ψυχικές ασθένειες.
Η πιο διαδεδομένη θεωρία αναφέρει ότι ο 14χρονος έπασχε από μια οξία μορφής χιζοφρένειας ή από μια σοβαρή εκδήλωση της συνδρομής του ΡΕΤ, η οποία προκαλεί βίαια ακούσια τικ, σπασμούς και κραυγές. Υποστηρίζουν ότι η ικανότητά του να μιλάει λατινικά ήταν απλώς μια περίπτωση ξενογλωσίαση ή εχολαλίας όπου το παιδί παπαγάλιζε και επαναλάμβανε θρησκευτικές φράσεις και ψαλμούς που άκουγε καθημερινά από τους ισουήτες ιερείς κατά τη διάρκεια των ατελείων των ορών του εξορκισμού Όσο για τις περιβόητες γρατζουνιές στο δέρμα του, οι ερευνητές τονίζουν ότι ο Ρόναλτ ήταν ένα παιδί σε κατάσταση ιστερίας και βαθιάς συναισθηματικής διαταραχής λόγω του θανάτου της θείας του και ότι προκαλούσε ο ίδιος τα τραύματα στον εαυτό του, κρυφά, χρησιμοποιώντας τα νύχια του ή μικρά αιχμηρά αντικείμενα.
Για τα έπιπλα που μετακινούνταν, κάποιοι μάρτυρες που είχαν βρεθεί στο σπίτι εκείνη την περίοδο Είχαν αναφέρει ότι ο Ρόναλτ ήταν απλώς ένα εξαιρετικά επιδέξιο, κακομαθημένο παιδί Που έβρισκε τρόπους να κλωτσάει ή να σπρώχνει κρυφά τα τραπέζια και τις καρέκλες Όταν οι γονείς του είχαν την προσοχή τους στραμμένη αλλού Προκειμένου να τραβήξει το ενδιαφέρον και τη συμπόνια τους Τι ήταν λοιπόν στην πραγματικότητα ο εξολκιστής Ήταν ένα πνευματικό μεταφυσικό θαύμα Μία αληθινή μάχη ανάμεσα στις δυνάμεις του φωτός και του σκότους Ή μήπως ήταν μια τραγική ψυχιατρική περίπτωση ενός διαταραγμένου εφήβου Η οποία διονκώθηκε και παραμορφώθηκε από τη θρησκευτική ιστερία Και την άγνοια μιας άλλης αποχής Για τον συγγραφέα William Peter Blatty η επιστημονική απάντηση δεν είχε καμία απολύτως σημασία Το βιβλίο του ενώ στην αρχή πήγαινε προς την παταγώδη αποτυχία έγινε τελικά παγκόσμιο best seller πουλήσε εκατομμύρια αντίτυπα Η ταινία δε κέρδισε δύο βραβεία Oscar και έγραψε ιστορία
αλλά το σημαντικότερο κέρδος για τον ίδιο ήταν προσωπικό Μέσα από αυτήν την έρευνα, μέσα από τις σελίδες αυτού του ημερολογίου Ο Μπλάτι κατάφερε να νικήσει την κατάθλιψή του Βρήκε ξανά την πίστη του Κατάφερε να πείσει τον εαυτό του ότι η μητέρα του δεν είχε χαθεί για πάντα Ότι υπάρχει κάτι ανώτερο, κάτι πνευματικό πέρα από το φθαρτό υλικό μας σώμα Ο Μπλάτι έφυγε από τη ζωή το 2017 Έχοντας αφήσει πίσω του μια πολιτισμική κληρονομιά που ακόμα και σήμερα, τόσες δεκαετίες μετά, μας κάνει να κοιτάμε πίσω από την πλάτη μας και να ανάβουμε τα φώτα πριν κοιμηθούμε.
Η ιστορία του Ρόναντ Χάνκελερ μας δείχνει με τον πιο ξεκάθαρο τρόπο ότι μερικές φορές η πραγματικότητα της ζωής είναι πολύ πιο περίπλοκη, πολύ πιο βαθιά και πολύ πιο ενδιαφέρουσα από τη λαμπερή μυθοπλασία του Χόλιγουντ ή τις όμορφες, αν και creepy, λέξεις ενός βιβλίου. Ένα γόρι που ξεκίνησε από το απόλυτο σκοτάδι, τον φόβο και την απομόνωση ενός δωματίου στο Μέριλαντ, κατάφερε τελικά να νικήσει τους δικούς του δαίμονες, να στρέψει το βλέμμα του προς τον ουρανό, να αγγίξει τα αστέρια και να βοηθήσει την ανθρωπότητα να κάνει το μεγαλύτερο άλμα της, να πατήσει στο φεγγάρι.
Αυτή ήταν η σημερινή ιστορία. Και είναι αφιερωμένη σε όσους έχουμε χάσει κάποιον Πενθούμε και ψάχνουμε κάτι να κρατηθούμε Η απάντηση βρίσκεται πάντα μέσα μας Ίσως και στα αστέρια Σας ευχαριστώ θερμά που ήσασταν μαζί μου και σε αυτό το επεισόδιο των ψηλών γραμμάτων Αν σας άρεσε η σημερινή μας αναδρομή Μην ξεχάσετε να κάνετε follow και να αφήσετε μια κριτική Ή μερικά αστέρια στην πλατφόρμα που με ακούτε Βοηθάει το podcast να μεγαλώσει Μέχρι το επόμενο επεισόδιο να είστε προσεκτικοί και να διαβάζετε πάντα μα πάντα τα ψηλά γράμματα πίσω από κάθε βιβλίο που κλείνει η πραγματικότητα ξεκινά και είναι πολύ χειρότερη Καλή συνέχεια!
Σχόλια
Χωρίς σχόλιαΣυνδεθείτε για να συμμετάσχετε στη συζήτηση
Σύνδεση για ΣχολιασμόΔεν υπάρχουν σχόλια ακόμα