«Ποιος θέλει να δει μια ταινία για έναν κόσμο που φλέγεται;»
Pulp FictionΣχετικά με αυτό το επεισόδιο
Η ταινία του Πολ Τόμας Άντερσον «Μια μάχη μετά την άλλη» αναμένεται να σαρώσει στις σημαντικές κατηγορίες των Όσκαρ. Ποιο είναι το ιδιαίτερο στίγμα των ταινιών του; Με ποια υλικά έφτιαξε ο Άντερσον το νέο (για πολλούς) αριστούργημά του;
Αυτόματη μεταγραφή — ενδέχεται να περιέχει λάθη.
ενός σημαντικού φεστιβάλ μάλιστα την πολιτική στο Spotlight και πιο συγκεκριμένα τη στάση των κατά προτίμηση γνωστών ανθρώπων του σινεμά, της τηλεόρασης, της μουσικής και του θεάτρου κυρίως των δημιουργών απέναντι στην επικαιρότητα δηλαδή ποια πλευρά πολέμου στηρίζουν και ποιον καταδικάζουν. Είμαι ο Θοδωρής Κουτσογιανόπουλος και αυτό είναι ακόμα ένα επεισόδιο της σειράς Pulp Fiction.
Για να μην χάνετε κανένα επεισόδιο, ακολουθήστε μας στο Spotify, στα Apple Podcasts και στο κανάλι της Λάιφο στο YouTube. Είναι τα podcast της Λάιφο. Για να θυμίσω τι έγινε. Η Πολωνή παραγωγός και μέλος της Κρητικής Επιτροπής στην 76η Μπελίνάλε, Εύα Πουσίνσκα, στριμώχτηκε κανονικά όταν ένας δημοσιογράφος τη ζήτησε επιτακτικά την απόψη της για την απουσία πολιτικής δέσμευσης του φεστιβάλ για τον πόλεμο στη Γάζα θεωρώντας πως η Μπελινάλε δεν συμβαίνει εν κενό, αλλά ιστορικά έχει συμπαρασταθεί στους δοκιμαζόμενους λαούς του Ιράν και της Ουκρανίας.
Είναι άδικο, διαμαρτυρήθηκε ευγενικά η Πουσίνσκα, λέγοντας πως πόλεμοι και γενοκτονίες, γίνονται και σε άλλες χώρες και διαχωρίζοντας το εκλογικό της δικαίωμα από την εργασία της, το επαγγελμά της. Σε έναν υποτικό ας το πούμε λιγμό για να σώσει τη συναδελφό του, ο Βιμ Βέντερς παρενεύει συμπληρώνοντας. Οφείλουμε να απέχουμε από την πολιτική.
Είμαστε το αντίβαρο και το αντίθετο της πολιτικής. Πρέπει να κάνουμε τη δουλειά των ανθρώπων, όχι των πολιτικών. Νιώθοντας πως βγήκε από τη δινή θέση, η ευγνώμων πραγωγός συμφώνησε και τον ευχαρίστησε. Η κατάσταση ωστόσο είναι πολύ πιο μπλεγμένη από τη διπλωματική υπεκφύγη του Βέντερς και τη διστακτικότητα των μελών της Κρητικής Επιτροπής ή και άλλων που δεν επιθυμούν να εκφράσουν πολιτική άποψη.
Οι ισορροπίες του μεγαλύτερου φεστιβάλ της Γερμανίας παραμένουν λεπτές αφού εξαρτώνται απολύτως από την κρατική επιχορήγηση και ας μην ξεχνάμε, αυτό το φεστιβάλ είχε σχεδιαστεί εξ αρχής έτσι ώστε να περιλαμβάνει μυθοπλασία και τεκμηρίωση με έντονες αναφορές στο λοκάφτομα και στον ισοπεδωτικό ρόλο του ναζισμού, στον πολιτιστικό και κοινωνικό ιστό, κάτι σαν διδακτική υπενθύμηση μιας βαρύτατης ιστορικής αμαρτίας συνειφασμένης με τον κορυφαίο κινηματογραφικό θεσμό της χώρας που αμέσως μετά τον πόλεμο στηρίχθηκε εκτεταμένα από το Hollywood και τους στάρτων Αμερικανικών Στούντιο.
Οι εποχές έχουν αλλάξει, το φεστιβάλ έπαψε να είναι ακρεφνός φιλοαμερικανικό και η μετά-Wall Berlinale που όντως δεν έχει περιορίσει όλες τις φωνές διαμαρτυρίας ζορίζεται με το φλέγον ζήτημα της επικαιρότητας σαν να έχει δοθεί άνωθεν μια σιωπηλή διρεκτή βαποχής. Οι αντίδρασες ήταν άμεση και ήρθε από 81 καλλιτέχνες, παράγοντες και δημοσιογράφους, ανάμεσα στους οποίους η Τίλτα Σουίντον, ο Φερνάντο Μερέγες, ο Χαβιέρ Μπαρδέμ, ο Άντεμ Μακέη και ερκετοί Έλληνες που έστειλαν ανοιχτή επιστολή στο φεστιβάλ καλώντας το να άρει κάθε απόπειρα λογοκρισίας να καταδικάσει απερίστροφα το Ισραήλ και τη βία προς τους άμαχους Παλαιστινίους και να υπερασπιστεί τα ανθρώπινα δικαιώματα όπως π Η τεχνική διευθύντρια της Μπελινάλ εδώ και λίγα χρόνια θυμήθηκε περιστάσεις όπου διαγωνιζόμενοι και μη είπαν αυτό που πιστεύουν και αρνήθηκε οποιοδήποτε θεσμικό ψαλίδισμα ελεύθερης έκφρασης, επισημένοντας την αμηχανία πολλών συμμετεχόντων όταν αναγκάζονται να ικανοποιήσουν τις δημοσιογραφικές ερωτήσεις πολιτικού περιεχομένου, κυρίως στις συνεντεύξεις τύπου.
Η βραβευμένη συγγραφέας Άρουν Τάτι Ρόη ακύρωσε την επικείμενη αφηξή της στο Βερολίνο επειδή της έπαιζε το σαγόνι, όπως είπε, ακούγοντας τις ανέστητες, όπως αποκάλυψε, δηλώσεις του Βιμβέντερς. Αμέσως μετά την ολοκλήρωση του φεστιβάλ η Τάτλ κλήθηκε από το Υπουργείο Πολιτισμού για να δώσει διευκρινήσεις γύρω από το επικοινωνιακό πρόβλημα που δημιουργήθηκε και κρίνεται αμφίβολη η θέση της από τους insiders Και ενώ μερικοί αποφεύγουν να τοποθετηθούν όπως το Βερολίνο, η Μισελ Γέο και ο Νιλ Πάτρικ Χάρις σίγουρα περίμενα κάτι από τον Πολ Τόμας Άντερσον το προηγούμενο Σαββατοκύριακο που ταξίδεψε στο Λονδίνο για να κερδίσει και να παραλάβει τρία μπαφτα.
Ή αμέσως μετά στη συνέντευξη τύπου για το «Μια μάχη μετά την άλλη» που πραγματεύεται ως ένα βαθμό το τρέχον πολιτικό χάσμα, ακόμα και ως φόντο στο δεσμό ενός μπερδεμένου πατέρα με την αποφασισμένη εφηβή κόρη του. Πιστός στην απόσταση που έχει κρατήσει, ο Αμερικανός σκηνοθέτης περιορίστηκε να δηλώσει πως Άντερσον λέει πως όταν τέσταρ την ταινία με τυχαίο κοινό σε διαφορετικές πόλεις της Αμερικής, την απόλαυσαν όλοι και γελούσαν είτε προβαλόταν σε κόκκινη είτε σε γαλάζια πολιτεία.
Απόδειξη πως ο κόσμος ήθελε να ψυχαγωγηθεί και δεν απογοητεύτηκε, συμπλήρωσε. Περισσότερος διευκρίνηση και όχι αμυγός αμυντικά θύμισε στο δημοσιογράφο του Βρετανικού εντύπου πως ανεξάρτητα από την επικαιρότητα γυρόφαιρνε τη μεταφορά του Βάινλαντ, του Τόμας Πίντσον εδώ και 20 χρόνια και κάποια στιγμή ήρθε η ώρα η σωστή να το γυρίσει με τον Ντικάπριο γιατί αργότερα θα έχαναν το παράθυρο της ηλικίας του συγκεκριμένου πρωταγωνιστή και ίσως να μην είχαν ούτε ο ένας ούτε ο άλλος άλλη ευκαιρία.
Το ότι ο Τραμπ ήρθε στο προσκήνιο το θεωρεί σύμπτωση γιατί οι ίδιες επικεφαλίδες θα ίσχυαν και αύριο και στο μέλλον, όπως συνέβησαν και στο παρελθόν συνεπώνους. Για τον Άντερσον σημασία είχε η ιστορία που είχε στα χέρια του και το διαρκές παρόν που πραγματεύεται κάτι σαν κοινωνική ασθένεια που αψηφά τον χρόνο και επαναλαμβάνεται.
Με δικά του λόγια το διατυπώνει ως εξής. Η ταινία δεν έχει να κάνει με το πολιτικό κλίμα. Μου πέρασε από το μυαλό αλλά γρήγορα το απορρίπτω σαν σκέψη Ποιος πάει να δει μια ταινία για τον κόσμο που φλέγεται όταν ο κόσμος φλέγεται Εγώ πάντως όχι Βέβαια όταν είδα λέει μια κυβερνητική δύναμη να καταφθάνει σε μια πόλη Και να μαντρώνει τους κατοίκους προς ίδιον όφελος αναρωτήθηκα μήπως κέρδισα το λαχείο Ναι το σκέφτηκα ότι ήταν καλή ιδέα αλλά και πάλι Η αλήθεια είναι πως ο Άντερσον έγραψε όλο το σενάριο πολύ πριν ο Τραμπ αναλάβει για δεύτερη θητεία πρόεδρος και παρακάτω στη συνέντεξη ο Αμερικάνος σκηνοθέτης δείχνει καθαρά πως δεν είναι προϊόν πολιτικής ζήμωσης ή μέλος μιας ακτιβιστικής οικογένειας αλλά παιδί του σινεμά.
Ένας κινηματογραφιστής που μεγάλωσε στην κοιλάδα του Σαν Φερνάντο, ακριβώς το σκηνικό του Λίκορ Σπίτσα, μορφώθηκε όχι από κριτικές αλλά από τεχνικά άρθρα του American Cinematographer και γαλουχήθηκε από τον Σκορσέζε τον Λούκας και κυρίως τον Σπίλμπερ που λατρεύει από το Σούγκαλαντα Εξπρές και τα Σαγόνια του Καρχαρία ως τις στενές επαφές και τον ιτή των εξωγήινων τον έχει κανονικά είδωλο και επιπλέον τον θαυμάζει μελετώντας τη μέθοδο των γυρισμάτων του εξισώνοντάς τον με επιθετικό σκηνοθέτη του ανεξάρτητου κινηματογράφου που εργάζεται σε στουντιακά πλαίσια.
Όπως και ο ίδιος φυσικά. Ο μοναδικός του εθισμός, δηλαδή του PTA, είναι ο κινηματογράφος και δεν σηκώνει κουβέντα για το πολυδάπανο φιλμ στο οποίο επιμένει γιατί θέλει να ακούει το θόρυβο και την ενέργεια της μηχανής θεωρώντας πως κάποια στελέχη ενοχοποιούν αδύναμους σκηνοθέτες πείθοντάς τους πως το ψηφιακό είναι καλύτερο επειδή είναι φτηνότερο.
καλέσει διχογνωμία γύρω από την πολιτική του ταυτότητα. Όπως είναι φυσικό, οι συντηρητικοί Ρεπουπλικανοί, τουλάχιστον κάποιοι από αυτούς, το καταδίκασαν ως υποκίνηση βίας. Ενώ μερικοί προοδευτικοί σήκωσαν ψηλά το φρύδι για την ουδετερότητά του. Αν ωστόσο το δούμε στην πραγματική του διάσταση, με το πικρό χιούμορ να περιβάλλει αξέχαρτους χαρακτήρες στην προσωπική τους αποστολή, όπως διασταυρώνονται αριστοτεχνικά σε μια σειρά από απρόπτα απίθανα κινηματογραφημένα, τότε είναι κλασικός Άντερσον στην κορυφαία στιγμή του.
Μια ταινία σχέσεων και οικογένειας, κοινότητας και κοινωνίας, πίστης και ψευδεστήσεων σε ένα ανησυχητικό αλαλούμ που μόνο ένας σπουδαίος σκηνοθέτης μπορούσε να οργανώσει και να τελειώσει έτσι στην ανισόπεδη άσφαλτο. Ας ξαναθυμηθούμε όμως ποιος είναι πίσω από την ταινία που αναμένεται να σαρώσει τα σημαντικά Όσκαρ και τι πραγματεύεται η ταινία που αποσπά το ένα βραβείο μετά το άλλο Πολύ συχνά ο Πολτόμας Άντερσον ταξιδεύει στο παρελθόν από τις αρχές του 20ου αιώνα με το Θαχυθιέμα και το Λονδίνο των Φίφτις, την Αόρα Τεκλωστή την μεταπολεμική Καλιφόρνια του Δεμάστερο, στο Λος Άντζελες και τα περιχωρά του της δεκαετίας του 70 στο εμφυτοελάτωμα και την πίτσα γλυκόριζα αντίστοιχα να μην ξεχνάμε το διαμάντι Boogie Nights ένα αριστούργημα για την αχάλινοτη καταπίεση όπου το πορνό ήταν το ελάχιστο που πραγματευόταν.
Η κλωστή που δένει τη φιλμογραφία του φαίνεται δια γυμνού αφθαλμού. Ήρωες ατελείς και μοναχικοί, κουβάρια στους πέντε ανέμους ασύνδετοι από τον κοινωνικό ιστό που σκοντάφτουν, ερωτεύονται λαχταρούν μια καλή κουβέντα, συμπόνια ή τον έρωτα που τόσο τους λείπει, τσακώνονται, ψάχνουν, μπορούν να καταλήξουν και πάλι μόνοι και ενδεείς.
Αλλά ποιος έχει να απασχίζουν, συγκινητικά όσο ο Άνταμς Άνλερ στο Πανστραν Κλαβ, για αποδοχή και έκφραση της επιθυμίας τους, με ατσαλοβηματισμό, απανοτές δεύτερες σκέψεις, αμήχανα κομικές στιγμές, βουτυγμένοι στις παρεξηγήσεις και τις αναβολές, σε καθημερινό πόλεμο κυρίως με τον εαυτό τους αποκαλύπτοντας πίσω από γραφεία, ατελιέ, στούντιο και εκκλησίες τους Τσαλατάνους, Τόμ Κρους, τη Μανώλια και φυσικά τον Χόφμανος Μάκβεθ της Αιντολογίας και τους περιπλανόμενους κυρίως το Χοακίν Φίνιξ μια αμερική μοναδικά και καλλιτεχνικά ειδωμένη που τον καθιστά έναν από τους μέτρες του σύγχρονου σινεμά πολύ σπουδαίο και οικουμενικό, περίπτωσά άρα χωρίς φιωριτούρες και κόλπα ξέρει τι κάνει εδώ και τρεις δεκαετίες και δεν έχει αστοχήσει και φέτος ήρθε η ώρα να υποκληθούμε το μια μάχη μετά την άλλη, μια εκρηκτική καθυλωτική, αστεία και εξίσου συγκινητική εκτίμηση του σύγχρονου χάους, δεν χρειάζεται να κοιτάξει πίσω για να μιλήσει για σημερινές αξίες που κρέμονται από μια λεπτή κλωστή
Το μεγάλο ερώτημα που θέτει είναι για ποια επανάσταση αξίζει να παλέψουμε. Κεντρικός αντίρωας του σχεδόν τρίωρου έπους είναι ο Μπόμ Φέργουσον, τον οποίο υποδίεται ο Λεωνάρντο Ντικάπριο. Κάποτε ήταν μέλος της αντιστασιακής ομάδας French 75 και ως πυροτεχνουργός συμμετείχε σε επαναστατικές δράσεις κόντρα σε ένα φασιστικό καθεστώς με ένα νεανικό ενθουσιασμό που κειμενόταν ανάμεσα στον ανατεπτικό ιδαλισμό και την ειδονή της παρανομίας.
Τρελά ερωτευμένος με την ορμιτική ακατάβλητη μονίμως οργισμένη Περφίδια Μπέβελι Χίλς. Το μικρό της όνομα σημαίνει δυόλου συνδυαματικά προδότρια και απίστη. Μαζί αποκτούν μια κόρη. Αυτός είναι στο πλευρό της. Η Περφίδια, δηλαδή η Τιγιάρα Τέιλορ, αυτονομείται και συνεχίζει τον αγώνα της με ακόμα φλογερότερο ζήλο, αλλά στις οδομαχίες την διεκδικεί ένας αλόκοτος στρατηγός, ο Στίβεν Λόκτζο, ο Σον Πεν, ένας παρταριστό ανδρίκελο, βαμμένος ρατσιστής που υποκύπτει στον πειρασμό της άρκας απολαμβάνοντας με σαδισμό το άπιαστο τρόπεό του.
Έτσι τελειώνει το πρώτο 20 λεπτό, μια ταινία από μόνη της, με τον PTA με γκάζια πρωτόγνωρα για τα τόσα χιλιόμετρα ήσυχου τέμπου που τον είχαμε συνηθίσει. Ένα tour de force που δεν θα κοπάσει στη συνέχεια. Ξέρεις τι είναι η ελεύθερη ελεύθερη. έχουν βάλει στο μάτι αυτών και τη Βίλα. Ο Λόγτζο ξανά προς τη δόξα τραβά ψάχνοντας βασικά την εξαφανισμένη πρεφίδια και τη γεύση της που ακόμα τον στοιχιώνει και παράλληλα έχει στο νου του να ενταχθεί σε ένα ελιτ γκρουπούσκουλο γελίων εκπροσώπων της λευκής περιοχής με σήμα τα Χριστούγεννα πιο white supremacists δεν πάει. Η επίσημη καταδίωξη είναι γεγονός και στο παιχνίδι μπαίνει με όλη του την ψυχή, ο σένσει της Βίλα, ο δάσκαλος καράτε με μια στρατιά μεταναστών στο σαλόνι του σπιτιού του και μια αποστολή ελάχιστα ορατή από τη βιτρίνα του γυμναστηρίου του που τον υποδίεται με ξεκαρδιστική σοβαρότητα ο Μπενίσιο Ντελτόρος στην καλύτερη ερμηνεία του τουλάχιστον για φέτος με το σωστό Άντερσον είχε παίξει και στην ταινία του West
στο Φινίσεν Σκυμ. Θα μπλέξουν πολλά και πολλοί με απόλυτο έλεγχο και νόημα, αντιστρόφως ανάλογο της σύντομης εμφάνισης τους στην οθόνη. Μέχρι την απαράμιλλη τρίτη πράξη, ένα ξεκαθάρισμα λογαριασμών σε ένα γύρισμα στην άσφαλτο που θα σας καρφώσει στο κάθισμα. Ένας πατέρας προσπαθεί να προστατέψει την κόρη του την ίδια στιγμή που ο κόσμος καίγεται Η μία μάχη διαδέχεται την άλλη μέχρι την επόμενη Οι αντάρτες αλλάζουν όνομα και πρόσωπο, δουλειάζουν και διστάζουν Αλλά ξυπνάνε μπροστά στην απαράλεκτη βία του δεσπότη Ότι κάπριο παίζει έξω από τον αφελή δραπέτη της μοίρας του σαν ένα αγλικό παιδί που τον έχει ξεπεράσει ο κόσμος και τον έχουν προλάβει τα γεγονότα αλλά ξέρει πολύ καλά που χτυπάει η καρδιά του.
Χωρίς να κατονομάσει γνωστά σχήματα εξουσίας και καταστάσεις οικίες στο βαρύ κλίμα που διανύουμε και κυρίως αυτό που υφίσταται η ελευθερία στις ΗΠΑ ο Αμερικάνος σκηνοθέτης κάνει κάτι πολύ πιο έξυπνο από το να εγκαλέσει εύκολα τα αριστερά αντανακλαστικά στο κοινό. Μιλά στην κοινή λογική και την απλήθικη Αποφεύγοντας πάυσεις για κηρύγματα Και κουραστικούς στόμφους Κινείται όπως ο Ταραντίνος Το κάποτε στο Χόλιγουντ Σκιαγραφεί το θέμα στην εποχή του Με πολλούς χαρακτήρες που υπηρετούν ένα συνολικότερο σκοπό Και λάμπουν σε πίβοτ σε κανς Είναι λίγο ανώφελο Να επιχειρούμε συγκρίσεις Για το ποιος είναι ο καλύτερος σκηνοθέτης Του 21ου αιώνα μιλώντας για το αγγλόφωνο σινεμά εκείνο που αποδέχεται το μεγάλο κοινό και το φέρνει στις αίθουσες και χάρη στο όνομα του δημιουργού ο Σπίλμπερ και ο Σκορσέζε δεν έχουν ξεχάσει την τέχνη τους αν και ανήκουν στον 20ο ο Ταναντίνο και ο Νόλαν εξάπτουν πάντα την περιέργεια αλλά συχνά ερωτεύονται τον εαυτό τους φαίνονται, γλιστράνε σε αναφορικούς πλατειασμούς
και τεχνικές ψυχρότητες αντίστοιχα Η διαφορά του PTA από τους άλλους μεγάλους συνοδοιπόρους του είναι η χαμελεοντική του μαεστρία να περνάει από το ένα σύμπαν στο επόμενο χωρίς αναγκαστικά και εκβιαστικά να μοστράρει την ούγια του και να μας υπενθυμίζει τις αισθητικές αρετές του. Σαν τους παλιούς, τον Ford και τον Weiler που εργάζονταν στα πλαίσια του στούντιο αλλά ασχολούνταν με την ουσία.
Ή τα ασχολείται με ένα θέμα όπως το πορνό, στο Boogie Nights, στο πετρέλαιο στο θαχηθεί αίμα, την ψυχεδέλεια στα Σέβενδη στο έμφυ του ελαττώματος ή τους παραστρατημένους ριζοσπάστες στη μάχη και είτε ζουμάρισε κοντινά πορτρέτα σφιχτά και συγκεκριμένα όπως το πατρικό κενό του Μάστερ, την αλλαγκρίναουα μαζοχιστική δυναμική του ζευγαριού στην αεροτικλωστή ή τον ερωτευμένο λοθάριο στο αύγαλτο πρόσωπο του Άνταμ Σάντλερ μας προσκαλεί να ξύσουμε κάτω από την επιφάνεια για να ανακαλύψουμε βαθύτερους δεσμούς και άλλα αισθήματα, περισσότερες σκέψεις, πιο πικρές αλήθειες, χωρίς αυτά αρέσκια, ανακουφιστικά για τόσο καταρτισμένο κινηματογραφιστή.
Είμαι ο Θοδωρής Χουτσογενόπλος και αυτό ήταν ακόμα ένα επεισόδιο της σειράς Pulp Fiction. Για να μην χάνετε κανένα επεισόδιο ακολουθήστε μας στο Spotify, στα Apple Podcasts και στο κανάλι της Λάιφο στο YouTube.
Σχόλια
Χωρίς σχόλιαΣυνδεθείτε για να συμμετάσχετε στη συζήτηση
Σύνδεση για ΣχολιασμόΔεν υπάρχουν σχόλια ακόμα