Νυφόπετρες | Λευτέρης Ζούρος | Εκδόσεις Επίκεντρο #2.34
Τα podcasts στο ΕπίκεντροΣχετικά με αυτό το επεισόδιο
Ο Λευτέρης Ζούρος, ομότιμος καθηγητής Εξελικτικής Βιολογίας στο Πανεπιστήμιο Κρήτης και αντεπιστέλλον μέλος της Ακαδημίας Αθηνών, γνωστός για το επιστημονικό και εκλαϊκευτικό του έργο, χτυπά για πρώτη φορά την πόρτα της λογοτεχνίας. Οι «Νυφόπετρες» είναι ένα βιβλίο απολαυστικής μυθοπλασίας, που συνδυάζει την ορθολογική παρατήρηση της φύσης, τη συλλογική μνήμη και τη λογοτεχνία, ισορροπώντας ανάμεσα στην οικομυθοπλασία, την ηθογραφία και τον υπαρξιακό στοχασμό. Γραμμένο σε μια ζωντανή, χυμώδη δημοτική, εμπλουτισμένη με το λεσβιακό ιδίωμα, απευθύνεται στους συνομήλικους της εντεκάχρονης ηρωίδας του, τη Στυλιανή, καλλιεργώντας χωρίς διδακτισμό την αγάπη για το φυσικό και πολιτισμικό περιβάλλον. Παράλληλα όμως συναντά και τους μεγαλύτερους αναγνώστες, που θα εκτιμήσουν τους συμβολισμούς, τις αλληγορίες και τα υπαρξιακά του ερωτήματα.
Παρουσιάζει ο Θάνος Καψάλης.
Αυτόματη μεταγραφή — ενδέχεται να περιέχει λάθη.
του εκδοτικού οίκου επίκεντρο. Αγαπητοί φίλοι, το βιβλίο που θα παρουσιάσουμε σήμερα φέρει τον τίτλο «Νηφόπετρες» και έχει υπότιτλο «Ο μύθος που νίξε την βουλντόζα». Συγγραφέας του είναι ο Λευτέρης Ζούρος, ομότιμος καθηγητής εξελικτικής βιολογίας στο Πανεπιστήμιο Κρήτης και αντεπιστέλλων μέλος της Ακαδημίας Αθηνών. Ο Ζούρος, στο πλαίσιο της μακράς και διεθνώς αναγνωρισμένης ταδιδρομίας του, έχει παραγάγει ένα πλούσιο έργο στην επιστημονική και κλαϊκευμένη δοκιμογραφία που περιστρέφεται γύρω από την εξελιχτική βιολογία.
Αυτή τη φορά όμως επιχείρησε να κάνει κάτι άλλο. Χτύπησε για πρώτη φορά την πόρτα της λογοτεχνίας και εκείνη του την άνοιξε διάπλατα για να υποδειχτεί ένα βιβλίο αμυγούς και απολαυστικής μυθοπλασίας. Όπως εξομολογείται ο Ζούρος στον πρόλογο του βιβλίου του, κρατούσε για χρόνια στα χέρια του ένα ζυμάρι. Ένα ζυμάρι καμωμένο από τις αναμνήσεις του στη γη των παιδικών του χρόνων, αλλά και τις επιρροές των αναγνωσμάτων του.
Του βιβλίου του Ρίτσαρτ Μπάχ, ο Γλάρος Ιωνάθαν και των βιβλίων των μεγάλων αιωλαίων πεζογράφων όπως η Βενέζης Κόντοβλου Μυριβίλης. Ζούρος την οικομυθοπλασία, την ηθογραφία και τον υπαρξιακό στοχασμό. Η ιστορία εκτελήσεται σε ένα φανταστικό χωριό ενός νησιού του βορειοανατολικού Αιγαίου με πρόδειλες αναφορές στη Λέσβο και στον κόσμο της Ρατήμηρη Βήλη.
Στο νησί δεσπόζουν δύο βράχοι μέσα στη θάλασσα. Είναι υφόπετρες. Γύρω από αυτούς τους βράχους, στους οποίους συχνάζει το απειλούμενο είδος του γεώγλαρου, έχει κτιστεί ένας τοπικός θρύλος. Των θρύλων αυτών η γιαγιά Ρηνιό τον μεταδίδει στη μικρή εγγονή της, την έξυπνη και φιλοπερίεργη Στυλιανή. Δύο πνιγμένες αδελφές, η Κλειό και η Θάλια, σώθηκαν από μια γοργόνα, έζησαν αιώνες σε ένα υποθαλάσσιο παλάτι και τελικά πετρώθηκαν εκεί όπου βρίσκονται σήμερα οι δύο βράχοι.
Παράλληλα όμως με αυτή την προφορική μυθολογική εκδοχή, οι κάτοικοι του χωριού πληροφορούνται για την υποστημονική εξήγηση. Η φέστηα, τεκτονικές πλάκες, συνήθειες φωλιάσματος, δυναμική πληθυσμού του απειλούμενου είδους και άλλα είναι εξηγήσεις που δίνουν η Ζωάνα και ο Σωτήρης, ένα ζευγάρι επιστημόνων που εργάζεσαι στη σκάλα το επίνιο του χωριού.
Οι δύο εκδοχές συνεπάρχουν στο βιβλίο, όπως άλλωστε συνεπάρχουν σε κάθε κοινωνία οι μύθοι των προφορικών παραδόσεων και η ερθολογική γνώση. Και δεν συνυπάρχουν απλώς, συνομωτούν κατά κάποιο τρόπο, ώστε οι βράχοι να διατηρήσουν τελικά την οικολογική και πολιτισμική αυταξία τους. Όταν ένα μεγάλο έργο τουριστικής ανάπτυξης απειλήσει τη σκάλα με αξιοποίηση και τις νηφόπετρες με ισοπαίδωση, η τοπική κοινότητα θα αντιληφθεί ότι ο θόρυβος, τα σκουπίδια και η ανθρώπινη εισβολή θα σημάνουν τον οριστικό αφανισμό του αγιόγλαρου.
Και τότε η κοινότητα θα αφυπνιστεί, θα κινητοποιηθεί και θα αποτρέψει την οικολογική καταστροφή. Ο βασικός θεματικός άξονας που διατρέχει την αφήγηση δηλώνεται εμφανώς από τον υπότιτλο του βιβλίου. Ο μύθος που νίξεται η Μπουλντόζα. Η μαραλόγια, η σύγκρουση ανάμεσα στη συλλογική μνήμη που αντιστέκεται και σε μια κακώς εννοούμενη ανάπτυξη που απειλεί να καταστρέψει τον φυσικό αλλά και συμβολικό πλούτο ενός τόπου.
Παράλληλα όμως με αυτόν συντρέχουν και άλλοι υπό τη μορφή συσχετισμών και γενικότερα αναλογιών τις οποίες η διπλή ιδιότητα του επιστήματος στοχαστή μπόρεσε να χαράξει. Για παράδειγμα, εις την εξέλιξη, όρο τον οποίο ο συγγραφέας επιστρατεύει από την εξελιχτική βιολογία για να επισημάνει την παράλληλη εξέλιξη ανάμεσα στη γλώσσα και στις μεταβαλώμενες κοινωνικές συνθήκες που πρέπει η γλώσσα αυτή να εκφράσει.
Ή η έννοια του οικολογικού «παύλα εξελιχτικού αδιεξόδου» στο οποίο οδηγείται ένα είδος όταν καταστρέφεται ο βιοτοπός του ή όταν υποχρόνονται να τον εγκαταλείψει. Ο συγγραφέας, αναφερόμενος τον αγιόγλαρο που θα απειληθεί με εξάλληψη αν καταστραφούν τα ράχτα, όπως λέγονται στην τοπική διάλεκτη «Ο Απόκριμμνη Βράχη», φέρνει στη μνήμη του αναγνώστη τον ξεριζωμό και την ιστορική μοίρα των προσφυγικών πληθυσμών της Μικράς Ασίας.
Όμως ο συγγραφέας, είπαμε, είναι και επιστήμονας. Έτσι, όταν βάζει το σωτήρι να ρωτά την Τζοάνα αν η προδιάθεσή της παράει πραγματικότητα, την οδηγεί στο συμπέρασμα ότι οι γεώγλαρες της περιοχής αποτελούν ένα νέο υποείδος, το κάνει για να επισημάνει κάτι σημαντικό, ότι η διανοητικά έντιμος παρατηρητής των φυσικών ή των κοινωνικών φαινομένων πρέπει πάντα να διακατέχεται από την αμφιβολία αν πιστεύει αυτό που βλέπει ή αν βλέπει αυτό που πιστεύει.
Αυτοί λοιπόν οι συσχετισμοί λειτουργούν στο κείμενο του Ζούρου ως μικρές ψηφίδες που δίνουν στην αφήγηση συνοχή και στοχαστικό βάθος. Αν το βιβλίο του Ζούρου οθεί προς ένα στοχασμό για τα θέματα που διαπραγματεύεται, αυτό δεν σημαίνει πως είναι ένα βιβλίο βαρύ και δυσκίνητο, στο οποίο η ακαδημαϊκή ιδιότητα του συγγραφέα έχει βάλει τη σφραγίδα στο ύφος του κειμένου.
Άλλωστε, στον πρόλογο του βιβλίου, ο συγγραφέας ξεκαθαρίζει πως έχει αφήσει πίσω του, έχει βαρεθεί για την ακρίβεια, τον καιρό της αυστηρής επιστημονικής γραφής, την οποία με συνέπεια υπηρέτησε στα άθρα και στα βιβλία του. Και πράγματι είναι έτσι. Το βιβλίο ξαφνιάζει για την αμεσότητα και τη ρέουσα αφηγηματική χάρη της γλώσσας του.
Πρόκειται για μια ζωντανή και χυμόδη δημοτική η οποία εμπλουτίζεται με το λησβιακό ιδίωμα που ο αναγνώστης θα το συναντήσει στους διαλόγους των χαρακτήρων, στα αντικείμενα της καθημερινότητάς τους και στις δραστηριότητες του ετήσιου κύκλου του αγροτικού και θαλασσινού του σβίου. Ο συγγραφέας στον πρόλογο του βιβλίου σημειώνει ότι δεν μπόρεσε να βάλει όσο θα ήθελε τη γλώσσα των σημαντικών αιωλαίων συγγραφέων στη διοίκησή του.
Νομίζω όμως ότι κάνει λάθος. Ακόμα κι αν στο βιβλίο δεν υπήρχε ούτε μία ονομαστική αναφορά σε αυτούς, ο αναγνώστης θα αντιλαμβανόταν ευθύς πόσο η γλώσσα τους τον έχει επηρεάσει. Η επίδραση αυτή άλλωστε δεν εκδηλώνεται ως τήρα μίμηση του ύφους και του ήθους τους. Ειδικά στις παραγράφους του βιβλίου στις οποίες ο Ζούρος περιγράφει το φυσικό τοπίο της Λέσβου ανακαλείται ακέραια η μεγάλη αιωλική λογοτεχνική παράδοση.
Ζούρος απευθύνεται και σε ένα πολύ ευρύτερο κοινό. Το κοινό των μεγαλύτερων αναγνωστών που θα εκτιμήσουν τους συμπολισμούς, τις αλληγορίες και τα επαρξιακά ερωτήματα που διατρέχουν τις σελίδες του. Επιτρέψτε μου να κλείσω την παρουσίαση του βιβλίου με μια προσωπική κατά κάποιο τρόπο αναφορά. Ως βιολόγος δεν παραξενεύομαι διόλοι ότι ο συγγραφέας κατάφερε να μορφοποιήσει με τόση επιτυχία το ζυμάρι που κρατούσε για χρόνια στα χέρια του.
Ο Ζούρος, κατά τη διάρκεια της αντιδρομίας του, θεράπευσε μια κατά βάση ιστορική και αφηγηματική επιστήμη. Και η επιστήμη αυτή, η εξελιχτική βιολογία, μαθαίνει σε όποιον τη μελετά τι αξίζει να αλλάξει, αλλά και τι αξίζει να διατηρηθεί για να μεταφερθεί αυτούσιος στην επόμενη γενιά.
Σχόλια
Χωρίς σχόλιαΣυνδεθείτε για να συμμετάσχετε στη συζήτηση
Σύνδεση για ΣχολιασμόΔεν υπάρχουν σχόλια ακόμα