Skip to content
PodBase
Η Ηχώ του Χρόνου - Telling Stories (S03 Episode 16)

Η Ηχώ του Χρόνου - Telling Stories (S03 Episode 16)

Telling Stories : Η ιστορία όπως δεν την ξέρατε!
Ιούνιος 21, 2026 00:34:56 Σεζόν 3 Επεισόδιο 16
Συνδεθείτε για να δηλώσετε αν σας αρέσει
Συνδεθείτε για να δηλώσετε αν σας αρέσει
Προσθήκη σε Λίστα Επεισοδίων
Αποθηκεύστε αυτό το επεισόδιο σε λίστα.
Όνομα Λίστας

Σχετικά με αυτό το επεισόδιο

Από τη φιλοσοφία τηςΑρχαίας Ελλάδας μέχρι τα "μουσικά σκουπίδια" του 1935, και από τους Βαυαρούς μουσικούς του Όθωνα μέχρι το δημοτικό εργατικό τραγούδι της επιβίωσης...


Πόσο εύκολα αλλάζει το ακουστικό τοπίο μιας χώρας; Πόσο βαθιά αντικατοπτρίζει η μουσική μας τον τρόπο που ζούμε, που σκεφτόμαστε και που εξελισσόμαστε;


♪ Με αφορμή την Παγκόσμια Ημέρα Μουσικής, βουτάμε στην ιστορία των ήχων που διαμόρφωσαν την ελληνική ταυτότητα. Ακούστε σήμερα ένα ξεχωριστό και άκρως επίκαιρο αφιέρωμα γεμάτο ιστορίες, μελωδίες και ανατροπές που θα σε κάνουν να δεις (και να ακούσεις) τα πράγματα διαφορετικά.


♪ Σε αυτή την ηχητική διαδρομή, ξεφυλλίζουμε και ζωντανεύουμε τα σπάνια κείμενα των:


• Θόδωρου Συναδινού
• Ιωάννη Μανιουδάκη
• Ιωσήφ Παπαδόπουλου-Γκρέκα
• Πάνου Σπάλα

🎧 Βάλε τα ακουστικά σου, πάτα το play και ανακάλυψε πώς το παρελθόν μας συνεχίζει να τραγουδάει στο παρόν μας.


Κάνε follow το podcast για να μη χάνεις κανένα επεισόδιο και μοιράσου το με κάποιον που αγαπάει τη μουσική και την ιστορία!

Επιμέλεια - Παρουσίαση: Τάσσος Ζιάκκας

Επικοινωνία - Συνεργασίες: [email protected]

Αυτόματη μεταγραφή — ενδέχεται να περιέχει λάθη.

και το σημερινό μας επεισόδιο δεν θα μπορούσε παρά να είναι γεμάτο μουσική και βέβαια γεμάτο ιστορίες. Θα ξεκινήσουμε με ένα ταξίδι πίσω στο χρόνο για να δούμε πώς αντιλαμβανόμασταν τη μουσική στην Ελλάδα μερικές δεκαετίες πριν. Και για να το πετύχουμε αυτό θα χρησιμοποιήσουμε ως οδηγό ένα κείμενο ενός σπουδαίου ανθρώπου του πνεύματος του μεγάλου θεατρικού συγγραφέα και κριτικού Θεόδωρου Συναδεινού.

Το 1935, ο Θεόδωρος Συναδεινός δημοσιεύει ένα άρθρο στην εφημερίδα «Ελληνικό μέλλον». Σε αυτό επιχειρεί μια σύντομη αλλά ουσιαστική ιστορική ανασκόπηση της μουσικής στην Ελλάδα. Το εντυπωσιακό και ίσως λίγο ανησυχητικό είναι το πού καταλήγει. Ήδη από τότε, το 1935, ο συγγραφέας κρούει τον κόδωνα του κινδύνου για τα μουσικά σκουπίδια, όπως τα αποκαλεί, με τα οποία τροφοδοτείται ο μέσος Έλληνας.

Μιλά για την πτώση της αισθητικής, για την ευκολία της εφήμερης διασκέδασης και για την απομάκρυνση από την ποιότητα Αν ξεκινήσουμε από την αρχή, πως το τραγούδι, και όταν λέμε τραγούδι, εννοούμε πλατύτερα την όλη μουσική σε όλες τις τεχνικές της εκδηλώσεις είναι ένα από τα μορφωτικά μέσα που με αυτό τα διάφορα πολιτισμένα έθνη επιδιώκουν την όλη διαπαιδαγώγηση και ψυχική εκλέπτηνση των μεγάλων λαϊκών μαζών, είμαστε υποχρεωμένοι, προκειμένου για την Ελλάδα, να ομολογήσουμε πως το μέσον αυτό ποτέ του δεν μπήκε σε εφαρμογή στην Ελλάδα και πως ένας από τους λόγους, ο κυριότερος που είμαστε άμμουσι εμείς οι Έλληνες, γιατί είμαστε άμμουσι, είναι και αυτός.

Σε μια μου σύντομη μελέτη που σε αυτήν εξέταζαν και κατά πόσον είμαστε μουσικά μορφωμένοι, έλεγα κοντά στα άλλα. Αν εξετάσουμε την αιτία όλων των κακοδαιμονιών που κάτω από αυτές κυλιέται η Ελλάδα, θα δούμε πως είναι μια και αυτή, το ότι δεν αγαπήσαμε την Ελλάδα. Δεν σκεφτήκαμε ποτέ σαν Έλληνες. Ό,τι κάναμε και ό,τι κάνουμε, το κάναμε ή το κάνουμε ξεκινώντας από τη σκέψη όχι τι πρέπει να κάνουμε για την Ελλάδα, αλλά να εφαρμόσουμε κάθε τι που γίνεται έξω από την Ελλάδα και στην Ελλάδα.

Ο τρόπος και οι μέθοδοι έτσι της όλης διαπαιδαγώγησής μας όχι δεν υπήρξαν από μιας αρχής σύμφωνη με την ψυχική μας διάθεση, την πνευματική μας αντοχή, τον χαρακτήρα μας και την ιδιοσυγκρασία μας, αλλά έγινε αναφορμή να δημιουργηθεί ένας κικαιώνας, μια σύγκρουση, μια σαλατοποίηση μέσα στην ψυχή μας και το πνεύμα μας, ώστε χωρίς να το καταλάβουμε και να το θέλουμε να βρεθούμε μιαν ημέρα στερημένοι από πολλές ανώτερες ψυχικές απολαύσεις που μία από αυτές είναι και η μουσική.

Μας κλέψανε το τραγούδι. Έτσι το ελληνικό κράτος προκειμένου να σκεφτεί για τη διδασκαλία της μουσικής στα σχολεία δεν αρκέστηκε μόνο στο να αντιγράψει με τον πιο κακό τεχνοτρόπο το τι γινότανε με το ζήτημα αυτό στην Ευρώπη αλλά πήρε αυτούσια και τα τραγούδια που μαθαίνουν τα γαλλόπαιδα και ιδίως τα γερμανόπαιδα, έβαλε πάνω σε 7 άριθμους αγκατανόητους και πολλές φορές ηλίθιους στίχους στην ελληνική γλώσσα γραμμένους και προσκάλεσε τα δυστυχισμένα ελληνόπουλα να γευθούν από την άγευστη αυτή σαλάτα.

Αλλά το τραγούδι δεν είναι μόνο μέσο διασκέδασης, αναψυχής και ξεκούρασης των παιδιών. Είναι, πρέπει να είναι και μέσο που με αυτό να εκλεπτείνεται και να ομορφαίνει η ψυχή τους. Είναι πνευματική τροφή από τις πιο χυμώδεις. Είναι ανάγκη. Αναγκαστικά, επομένως, το τραγούδι κάθε λαού φέρνει τη σφραγίδα του τόπου που γεννήθηκε.

Γιατί σε ενάντια περίπτωση, και η ενάντια αυτή περίπτωση εφαρμόστηκε δυστυχώς από μιας αρχής στα σχολεία μας, καλώντας το παιδί να τραγουδήσει τραγούδι που όχι μόνο η ποιησή του αλλά και η μουσική του είναι ξένη και αγκατανόητη γι' αυτό τον αγκάζουμε να έρθει σε σύγκρουση προς τα ψυχικά του συναισθήματα. Και συνέπεια μιας τέτοιας σύγκρουσης είναι να γεννηθεί λίγο-λίγο μια απέχθεια μέσα στην ψυχή του παιδιού προς τη μουσική και τέλος να εξελιχθεί σε άμμους.

Αντιλαμβάνομαι το ερώτημα που έρχεται στα χείλη των ακροατών. Τι είναι αυτά που λέτε κύριοι? Υπάρχει τουλάχιστον σήμερα μωρό μέσα στην κούνια του, παιδιά του δημοτικού σχολείου, κορίτσια που μόλις αρχίζουν να διαγράφονται οι καμπύλες του σώματός τους, νέοι της δουλειάς, νέες των σαλονιών, όρημοι κύριοι, υπερόρημες κυρίες που να μην τραγουδάνε.

Αυτή η διαπληκτισμή των κοψών κυρίων και κυριών και των λαϊκών μαζών μπροστά στα ταμεία των θεάτρων που αυτοδιαφημίζονται ως πρατήρια πνεύματος και μουσικής δεν είναι τάχα μια απόδειξη της αγάπης που τρέφει το κοινό στη μουσική. Και αυτό το σωτοβοτσάρισμα των θαμώνων των κοσμικών κέντρων πολυτελείας που παρακολουθεί την ορχήστρα σαν εκτελή τα διάφορα φόξ και ταγκό Δεν είναι τάχα και αυτό μια απόδειξη της μουσικότητας του πολλού κόσμου.

Αντί λοιπόν να πανηγυρίσουμε, είναι ανάγκη να μεταβληθούμε σε κάβες που κλαίνε το χαμό των παιδιών τους. Στην εκτίμησή μας για την ποιότητα και ποσότητα της φιλομουσίας μας, δεν πρέπει να μας παρασέρνουν εξωτερικές εκδηλώσεις που στερώνται κάθε εξωτερικής και ουσιαστικής αξίας. Η μουσική είναι η μόνη τέχνη που συνδέεται με τις περισσότερες πράξεις της κοινωνικής μας ζωής.

Η μουσική μας παρακολουθεί από τη γέννησή μας μέχρι το θάνατό μας. Με τραγούδια κοιμίζει το μικρό της παιδί ή η μητέρα. Με τραγούδια ξεπροβωδίζουμε τον αγαπημένο μας στην τελευταία του κατοικία. Με τραγούδια επικοινωνούμε με το Θεό μας, οποιοςδήποτε κι αν είναι Αυτός. Με τραγούδια ξυπνάμε και τονώνουμε το πολεμικό μας μένος.

Στα γλέντια ζητάμε τη χαρά. Με τραγούδια συνοδεύουμε τα γλένδια μας και καταπραείνουμε τις λήπες μας. Επιδρώντας την ανθρώπινη ευαισθησία, η μουσική είναι φυσικότατο να προκαλεί ενθουσιασμούς και συγκινήσεις που να στερούνται όμως σημασίες, γιατί δεν αναπηδάνε μέσα από ένα μεγάλο ψυχικό συγκλονισμό, αλλά από την επίδραση ενός φευγαλαίου και μακρινού περάσματος, μιας μεγάλης υπεργήινης δύναμης.

Όμως εκείνο που κυρίαξει πνά το άκουσμα της μουσικής, κάθε μουσικής, είναι ο έρωτας. Να λοιπόν το μεγάλο μυστικό των ενθουσιασμών, των χειροκροτημάτων, των επεφημιών και των ιστερικών κραυγών στο άκουσμα μιας μουσικής, οποιασδήποτε ποιότητας, προσέλευσης και εθνικότητας και αν είναι αυτή. Τα πλήθη κατακτούνται και οδηγούνται περισσότερο και καλύτερα με τα πάθη, παρά με τις ιδέες.

Με τη συγκίνηση ευκολότερα, παρά με την αλήθεια. μέσα της διέστησής μας, χωρίς να έχουμε ανάγκη από το πνεύμα. Η μουσική και ο έρωτας είναι οι φυσικές αρμονικότητες όλων των αυθόρμητων παραφορών μας. Έχουν κοινά τα στοιχεία της προέλευσής τους. Ας θυμηθούμε ακόμη τα λόγια που ο Τολστόη βάζει στο στόμα του Μποζονιζεύς τη σονάτα του Κρόιτζερς.

Ισχυρίζονται, λέει, πως η μουσική ανυψώνει την ψυχή συγκινώντας την. Ανοησία. Ψέμα. Η ενέργεια της μουσικής πραγματικά είναι ισχυρή, αλλά δεν ανυψώνει καθόλου την ψυχή. Ούτε την ανυψώνει, ούτε την ταπεινώνει. Την διαγύρει. Πώς να σας εξηγήσω. Η μουσική με φέρνει σε σημείο που να λησμονήσω όλα. Τον ίδιο μου τον εαυτό, την αληθινή μου κατάσταση.

Με κάνει να πιστεύω σε ό,τι δεν έχω πίστη. Να αισθάνομαι ό,τι δεν εννοώ. Μου προσδίνει δύναμη που δεν έχω. Ώστε θα με ρωτήσετε με όλο το δίκιο σας, αυτά όλα που λέγονται και που γράφονται πως η μουσική εκλεπτείνει την ψυχή και ομορφαίνει το πνεύμα του ανθρώπου είναι λόγια κενά. Κάθε άλλο, όταν ο Σόπεν Άουαρ που πέρασε τη ζωή του βλέποντας την πίσω από τα μαύρα γυαλιά της απεσιοδοξίες και που την διαιώνιση της ανθρωπότητας την αντιλήφθηκε σαν έγκλημα, έλεγε πως μονάχα η μουσική αξίζει στον κόσμο αυτό.

Την προέλευσή της δεν την απέδιδε σε κάποιον άγγελο που έπασχε μαζί με τους ανθρώπους. Βέβαια, δεν παραλογιζόταν. Αλλά από μουσική σε μουσική υπάρχει μεγάλη διαφορά. Η μουσική όταν δεν μας συγκινεί, μας ερεθίσει. Όταν η ψυχή μας μένει αδιάφορη στο άκουσμά της, προθυμοποιείται ο αισθησιασμός μας να της πει το καλός όρισες.

Και η ψυχή του ανθρώπου για να ενδιαφερθεί για τη μουσική, πρέπει να προετοιμαστεί κατάλληλα, δηλαδή να μορφωθεί. Και μουσική μόρφωση δεν αποτελεί για τον πολλοί κόσμο οι συμφωνικές συναυλίες και η εκτέλεση των διαφόρων ορατορίων. Γιατί πρώτο μένει τέτοιου είδους μουσικές απολαύσεις είναι μονοπολιακό προνόμιο των λίγων πλουσίων.

Και δεύτερο γιατί αφήνουν να συγκίνηται η μεγάλη λαϊκή ψυχή που για τη μουσική της μεθοδική διαπαιδαγώγηση δεν σκέφτηκε ποτέ κανείς. Έτσι, ο πολλής λαός, οι λαϊκές μεγάλες μάζες, εγκαταλειμμένες από κάθε κρατική ή ιδιωτική αντίληψη, πλημμυρίζουν ασφυκτικά κάθε βράδυ τα ελαφρά μουσικά θέατρα για να ακούσουν τι. Κοπρολογίες, βομολοχίες, προστιχές, ανοησίες, βλακίες, κακοήθειες, συνδυασμένες από μελωδίες που στερούνται ευγένειες, συγκίνησης και περιεχομένου.

Τα περισσότερα από τα λεγόμενα ελαφρά μουσικά θέατρα δεν είναι τίποτε άλλο παρά κέντρα που μέσα σε αυτά οργιάζει ο αισθησιασμός κατά τον ελεηνότερο τρόπο. Ένα από τα αποτελέσματα του Μεγάλου Πολέμου είναι και η εξαφάνιση του υγιούς ρομαντισμού. Ο ρεαλισμός έγινε καβαλάρι σε όλα και σαν τέτοιος παρασύρει στο δρόμο του κάθε ωραίο, κάθε κομψό, ευγενικό, ψυχικό, πνευματικό.

Που είναι τα τραγούδια του παλιού καλού καιρού. Τραγουδούσαν και τότε τον έρωτα. Ποτέ τους όμως δεν επέτρεψαν στον έρωτα να τραγουδήσει για αυτούς. Οι συνθέτες που ήσαν ένας και ένας, ποτέ τους δεν σπατάλησαν την έμπνευσή τους πάνω σε στίγους ανόητους ή ανήθικους. Και όταν λέμε ανήθικους εννοούμε μη ωραίους. Γιατί στην πραγματική τέχνη, ανήθικο είναι ό,τι δεν είναι ωραίο.

Αφήνουμε για λίγο το 1935 και τον Θεόδωρο Συναδεινό και άλλατε να ταξιδέψουμε ακόμα πιο πίσω στον χρόνο. Εκεί που μπήκαν οι βάσεις για όλα. Είναι ώρα να γνωρίσουμε ποια ήταν πραγματικά η επίδραση της μουσικής στους αρχαίους Έλληνες. Γιατί για εκείνους η μουσική δεν ήταν απλώς μια διασκέδαση, ένα χόμπι ή μια εφήμερη απόλαυση.

Ήταν κάτι πολύ βαθύτερο. Ένα εργαλείο διαμόρφωσης του χαρακτήρα, της ψυχής και της ίδιας της δημοκρατίας. Σε αυτό το σημείο του ταξιδιού μας δεν θα βαδίσουμε μόνοι. Οδηγός μας θα είναι το κείμενο ενός σπουδαίου δασκάλου της μουσικής, του Ιωάννη Μανιουδάκη. Υπάρχει μια παλιά ρίση που λέει ότι η μουσική έχει τη δύναμη να μαγεύει ακόμα και το μυαλό των θεών ή των πνευμάτων.

Αν κοιτάξουμε τον κόσμο μας, κάθε χώρα έχει τα δικά της ιδιαίτερα γεωγραφικά χαρακτηριστικά. Κάθε φυλή έχει το δικό της χρώμα και κάθε εθνικότητα τη δική της γλώσσα. Κι όμως, ανάμεσα σε όλες αυτές τις διαφορές, υπάρχουν δύο πράγματα κοινά για όλη την ανθρωπότητα, χωρίς καμία απολύτως εξαίρεση. Η φύση και η μουσική. Η μουσική επιδρά άμεσα στην καρδιά του ανθρώπου.

Εξευγενίζει το πνεύμα του και ηρεμεί την ψυχή του. Συνηθίζεται να λέγεται ότι όσοι αγαπούν πραγματικά τη μουσική έχουν μια εκφύσιος, ευαίσθητη και εκλεπτισμένη προσωπικότητα καθώς διαθέτουν οξυμένες αισθήσεις και υψηλό αισθητικό κριτήριο. Με απλά λόγια ο μουσικός είναι ένας πραγματικός ποιητής και μάλιστα ένας ποιητής που υπηρετεί την ίδια την τέχνη του Θεού Απόλλωνα.

Ο Μέγας Αλέξανδρος και η μουσική του παιδεία Η ιστορία μας διδάσκει ότι ο Μέγας Αλέξανδρος ακολουθώντας το κλασικό σύστημα της ελληνικής εκπαίδευσης έλεβε μια ολοκληρωμένη μουσική μόρφωση. Με την επιθυμία του πατέρα του του Φιλίππου, διάφοροι σπουδαίοι δάσκαλοι του έμαθαν τα βασικά μαθήματα της εποχής, ανάμεσα στα οποία ξεχώριζε η μουσική.

Ο μεγάλος φιλόσοφος Αριστοτέλης, στον οποίο ο Φίλιππος εμπιστεύτηκε τη συνολική ανατροφή και τον καταρτισμό του νεαρού Αλέξανδρου, ενίσχυσε ακόμη περισσότερο την αγάπη του μαθητή του για τη μουσική, καθώς και ο ίδιος ο Αριστοτέλης μελετούσε σε βάθος τη φιλοσοφία της τέχνης αυτής. Χάρη σε αυτή την παιδεία, τέχνες όπως η μουσική, η ζωγραφική, η γλυπτική και η αρχιτεκτονική γνώριζαν μεγάλη άνθηση κατά τις ημέρες του μεγάλου στρατιλάτη ο οποίος ήταν ένας δίκαιος κριτής και ένας γενναιόδωρος προστάτης των τεχνών Μάλιστα η αγάπη του για τη μουσική ξεπερνούσε μερικές φορές ακόμα και τα αυστηρά βασιλικά πρωτόκολλα Λέγεται ότι μια μέρα ο Φίλιππος τον μάλωσε επειδή σε μια γιορτή τραγουδούσε με πολύ τέχνη και πάθος, λέγοντάς του «Δεν τρέπεσαι να τραγουδάς έτσι σαν επαγγελματίας».

Ένας βασιλιάς αρκεί μόνο να ακούει και να απολαμβάνει τους μουσικούς. Ωστόσο ο Αλέξανδρος χρησιμοποιώντας τη μουσική με σωστό και μετρημένο τρόπο, απέδειξε ότι η τέχνη δεν εμποδίζει τα μεγάλα κατορθώματα, ανατρέποντας τις προκαταλήψεις της εποχής. Ένα χαρακτηριστικό παράδειγμα της ευαισθησίας του συνέβη όταν μετά από μια σκληρή μάχη κατέστρεψε ολοσχερό στην πόλη των Διβών και υποδούλευσε τους κατοίκους της.

Από αυτή την καταστροφή εξαίρεζε και προστάτευσε μόνο τους απογόνους του σπουδαίου μουσικού και ποιητή Πινδάρου, αφήνοντας ανέγκυχτο το σπίτι του, στο οποίο υπήρχε η επιγραφή «Μην γέτε τη στέγη του Πινδάρου του μουσικού». Ο Μέγας Αλέξανδρος χρησιμοποίησε τη μουσική ως ένα σπουδαίο εργαλείο για το εκπολιτιστικό του έργο.

Ήταν οπαδός της σοβαρής και ηθικής μουσικής και όχι της ανάλαφρης ή ερωτικής. Πριν εξτρατεύσει στην Ασία, επισκέφθηκε την Τροία για να τιμήσει τους ήρωες προγόνους του. Όταν κάποιοι ντόπιοι του προσέφεραν ως πολύτιμο κοιμήλιο τη λύρα της Πάρεδος, Εκείνος αρνήθηκε περήφανα λέγοντας «Δεν θέλω τη λύρα ενός ανθρώπου που έφερε την καταστροφή με τις ερωτικές του μελωδίες.

Θέλω τη λύρα του Αχιλέα που ήμνησε τα κατορθώματα των γενναίων ανδρών». Ξεκινώντας για την Ασία με ένα στρατό δεκάδων χιλιάδων ανδρών, ο Αλέξανδρος φρόντισε να έχει μαζί του ένα ειδικό σώμα καλλιτεχνών, κυρίως ποιητών και μουσικών. Η αναχώρησή του από τη Μακεδονία ήταν τόσο επιβλητική που ενθουσίασε ολόκληρο το στράτευμα.

Κατά τη διάρκεια της εκστρατείας, οι μουσικοί και οι ποιητές εμψύχωναν τους στρατιώτες στις δύσκολες πορείες και έκαναν τους κόπους τους πιο ανάλαφρους με τα κατάλληλα πατριωτικά τραγούδια. Το πιο σημαντικό όμως είναι ότι το έργο αυτών των καλλιτεχνών βοήθησε στην πνευματική κατάκτηση και τον εκπολιτισμό των ασιατικών λαών.

Η Ασία μπορεί να είχε πλούτη, χρυσάφι και πολύτιμους λίθους αλλά οι άνθρωποι της ζούσαν σε μια κατάσταση που οι Έλληνες θεωρούσαν βαρβαρική Οι Έλληνες μουσικοί και ποιητές πέτυχαν ένα σπουδαίο ανθρωπιστικό έργο Οι πλατείες και τα δημόσια κτίρια των Ασιατικών πόλεων μετατράπηκαν σε σχολεία και πολιτιστικά κέντρα όπου διδασκόταν η ελληνική γλώσσα και η ελληνική μουσική Όπως αναφέρει με υπερηφάνεια ο φιλόσοφος Πλούταρχος, ο Αλέξανδρος έφερε τον πολιτισμό στην Ασία σε ζημίο που ακόμα και τα παιδιά των Περσών τραγουδόσαν τις τραγωδίες του Ευρυπίδη και του Σοφοκλή.

Η αρχαία Ελλάδα είχε παράδοση στη χρήση της μουσικής για την ανύψωση του ηθικού. Στη Σπάρτη, για παράδειγμα, οι εμβατήριοι ρυθμοί παρακινούσαν τους πολεμιστές σε ανδρεία και περιφρόνησε του θανάτου κατά της ώρας της μάχης. προστατευτικούς σκοπούς. Όταν έπρεπε να ταξιδέψουν για μεγάλο χρονικό διάστημα, έπαιρναν μαζί τους μουσικούς οι οποίοι με τις κατάλληλες μελωδίες ηρεμούσαν τα πνεύματα, μείωναν τις εντάσεις και απομάκρυναν τις κακές σκέψεις.

Η αντίληψη των αρχαίων για την ηθική επίδραση της μουσικής διαφέρει πολύ από τη σημερινή, καθώς εκείνοι τη θεωρούσαν τον πιο λαμπρό στολισμό του πολιτισμού τους. Η μουσική ήταν στενά συνδεδεμένη με τη θρησκεία, την ηθική και την πολιτεία. Οι πρόγονοι μας τη χρησιμοποίησαν ως το πιο ισχυρό παιδαγωγικό εργαλείο για την εκπαίδευση των νέων, καθώς πίστευαν ότι προσφέρει προστασία στους θείους και ανθρώπινους νόμους.

Από την αρχαία Ελλάδα κάνουμε ένα μεγάλο άλμα στον χρόνο και προσγειωνόμαστε στον 19ο αιώνα, σε μια εποχή που όλα στην Ελλάδα ξαναγεννιούνται από τις τάχτες τους. Όταν η Αθήνα ανακηρύχθηκε επίσημα πρωτεύουσα του νέου ελληνικού κράτους, ήταν μια πόλη που προσπαθούσε να βρει την ταυτότητά της. Και μαζί με την πολιτική και την κοινωνική ζωή, αλλάζε ριζικά και το ακουστικό της τοπίο.

Τότε λοιπόν για πρώτη φορά οι κάτοικοι αυτής της μικρής ακόμα πόλης άκουσαν κάτι εντελώς ξένο για τα μέχρι τότε δεδομένα τους. Τους ήχους μιας οργανωμένης ορχήστρας πνευστών οργάνων. Την ορχή στραφτή αποτελούσαν βαβαροί μουσικοί οι οποίοι είχαν φτάσει στη χώρα ως τμήμα της στρατιωτικής συνοδείας του νεαρού βασιλιά Όθωνα Ελάτε λοιπόν φίλοι μου να γνωρίσουμε πως η Αθήνα εκείνης της εποχής ήρθε σε επαφή με τη δυτική μουσική πως αντέδρασαν οι Εθνέοι στους πρωτόγνωρους αυτούς ήχους και πως άρχισε να διαμορφώνεται η αστική μουσική κουλτούρα της πρωτεύουσας Οδηγός μας σε αυτό το συναρπαστικό ταξίδι θα είναι το κείμενο ενός σπουδαίου μουσικολόγου του Ιωσήφ Παπαδόπουλου Γκρέκα.

Όταν η Αθήνα έγινε η επίσημη πρωτεύουσα του ελληνικού κράτους, οι κατοικίτες άκουσαν για πρώτη φορά οργανική μουσική από μια μπάντα πνευστών. Αυτή την μπάντα αποτελούσαν βαβαροί μουσικοί, οι οποίοι ανήκαν στη στρατιωτική συνοδεία του νεαρού βασιλιά Όθωνα. Εκείνη την εποχή το μοναδικό πιάνο ή κλειδοκύμβαλο όπως το έλεγαν τότε που υπήρχε στην πόλη έβγαζε έναν ήχο μάλλον αδύναμο που θύμιζε έντονα το γνωστό μας σαντούρι.

Αν εξαιρέσουμε λοιπόν αυτούς τους λίγους ξένους μουσικούς που έφεραν τις ευρωπαϊκές τάσεις από το εξωτερικό, η μουσική για τον υπόλοιπο πληθυσμό της Αθήνας ήταν πολύ περιορισμένη. Η μουσική ανατροφή περιοριζόταν μεταξύ μερικών δημοτικών τραγουδιών και του αισθηματικού σεφτίμαμαν, του νοσηρού για ρε και του κουτσαβάκι κουέλι για λεμ.

Σημαντικό ρόλο στην καλλιέργεια του μουσικού αισθήματος των Αθηναίων έπαιξαν οι ξένοι θείες ημεροδράματος που άρχισαν να επισκέπτονται την πόλη. Παράλληλα δημιουργήθηκαν διάφοροι τοπικοί καλλιτεχνικοί όμιλοι, μουσικά σωματεία και φιλορμονικές εταιρείες όπως η Ευτέρπη, ο Ορφέας και ο Όμιλος των Φιλομούσων, που είχαν ως σκοπό να φέρουν τη μουσική πιο κοντά στον απλό λαό.

Μέχρι τότε η διασκέδαση του κόσμου ήταν σε αρκετά πρωτόγονη κατάσταση. Ο κόσμος διψούσε για μουσική και θέαμα και επειδή δεν υπήρχαν κατάλληλοι γόροι, κατέβηκε σε διάφορα αυτοσχέδια κέντρα διασκέδασης. και όπως γράφει χαρακτηριστικά ένας χρονογράφος της εποχής, οι θαμόνες έμεναν με ανοιχτό το στόμα παρακολουθώντας τις παραστάσεις σε αυτά τα λαϊκά καφενεία.

Πώς έδενε η ατμόσφαιρα μέσα στα οδικά καφενεία. Η εφημερίδα Αλήθεια το 1873 περιγράφει ένα τέτοιο καφενείο κοντά στην Ιερά Οδό. Τα μουσικά όργανα ήταν άθλια και έπαιζαν με τέτοιο τρόπο που ξεκούφαιναν τους θαμόνες. Ένα από τα πιο διάσημα κέντρα της εποχής βρισκόταν στην πλατεία που σήμερα γνωρίζουμε ως πλατεία Ομονίας Εκεί πριν να αρχίσει να λειτουργεί ο σιδηρόδρομος για το Λαύριο η περιοχή ήταν υποβαθμισμένη και γεμάτη σκουπίδια Όμως με τον καιρό η πλατεία άλλαξε όψη και εκεί άνοιξαν τα πρώτα μεγάλα και οργανωμένα οδικά καφενεία Στη θέση ενός από αυτά μάλιστα χτίστηκε αργότερα το ιστορικό ξενοδοχείο Έλατος Ο κορυφαίος κριτικός της εποχής, Θεόδωρος Βελιανίτης, μας δίνει μια πολύ ζωντανή εικόνα για το πώς ήταν η ατμόσφαιρα μέσα σε αυτά τα καφενεία.

Στο κέντρο της πόλης, μέσα σε μια αίθουσα γεμάτη από τους καπνούς των αργυλέδων και τις φωνές των ανθρώπων, ακουγόταν η ανατολίτικη μουσική του σαντουριού. Στο κέντρο της πόλης, μέσα σε μια αίθουσα γεμάτη από τους καπνούς των αργυλέδων και τις φωνές των ανθρώπων, ακουγόταν η ανατολίτικη μουσική του Σαντουριού. Μια εύσωμη τραγουδίστρια από την Αρμενία μάγευε το κοινό με τα γεμάτα πάθος και παράπονο τραγούδια της.

Δίπλα στο Σαντούρι ένας άλλος μουσικός έπαιζε πιάνο. Το πρόγραμμα είχε τεράστια επικοινία. Από το θρηντικό σκοπό της Αρμένισσας περνόζαν αμέσως το ιταλικό τραγούδι Σαντα Λουτσία συγκινώντας τους θεατές. Η διασκέδαση σε αυτά τα καφενεία δεν ήταν πάντα ήρεμη. Όταν η τραγουδίστρια τελείωνε το κομμάτι της, επικρατούσε πανδαιμόνιο.

Ο κόσμος ενθουσιαζόταν τόσο πολύ που άρχιζαν να πέφτουν βροχή τα ραβιά ή μαγκούρες πάνω στα τραπέζια, ενώ οι φουνές και οι ζωτογραφιές ξεσήκωναν το μαγαζί. Στο τέλος της βραδιάς, μια Ιταλίδα καλλιτέχνηδα κατέβαινε από την εξέδρα κρατούντας ένα δίσκο για να μαζέψει τη χαρτούρα, το φιλοδόρημα δηλαδή από τους σταμόνες, οι οποίοι συνεπαρμένοι από το ποτό και τη μουσική, έδιναν ό,τι είχαν.

Με τα χρόνια αυτά τα λαϊκά ακούσματα, τα μακρόσυρτα ανατολήντικα τραγούδια, οι άριες των Ιταλικών θειάσων και οι καντάδες αναμίχθηκαν. Μέσα από αυτή την ιδιαίτερη συνάντηση πολιτισμών γεννήθηκε το παλιό αθηναϊκό τραγούδι, βάζοντας τα θεμέλια για την νεότερη ελληνική μουσική δημιουργία. Το σημερινό μας ταξίδι στις διαδρομές της ελληνικής μουσικής φτάνει σιγά-σιγά στο τέλος του.

Ταξιδέψαμε στην αρχαιότητα, γνωρίσαμε την οθονική Αθήνα και τώρα ήρθε η ώρα να κλείσουμε το αφιέρωμά μας επιστρέφοντας στις ρίζες της ίδιας της επιφίωσης του λαού μας. Θα αποχαιρετιστούμε με αποσπάσματα από το έργο ενός εξαιρετικού μελετητή, του Πάνους Πάλλα και τη σπουδαία του έρευνα για το ελληνικό δημοτικό εργατικό τραγούδι.

Ο Πάνος Πάλλας μας δείχνει πως το τραγούδι στην ελληνική επαρχία και στα αστικά κέντρα ήταν ένα ζωντανό μέσο βιοπορισμού του Έλληνα. Ήταν ο τρόπος να αντέξει το μόκθο της καθημερινότητας, να εκφράσει το παράπονο της ξενιτιάς, τον ιδρώτα του χωραφιού ή της φάμπρικας και να μετατρέψει την επιβίωση σε τέχνη. Μέσα από αυτούς τους στίχους και τους ρυθμούς, ο λαός μας βρήκε τη δύναμη όχι απλώς να ζήσει, αλλά να κρατήσει την αξιοπρέπειά του όρθια.

Οι μουσικοί φίλες και φίλοι είναι τελικά όλα αυτά μαζί. Η ιστορία μας, η παιδεία μας, οι επιρροές μας και ο καθημερινός μας αγώνας. Σας ευχαριστώ θερμά για την ακρόαση. Να είστε καλά, να ακούτε όμορφες μουσικές και τα λέμε πολύ σύντομα με ένα νέο επεισόδιο. Χαίρετε. και τα τραγούδια εκείνα που σχετίζονται με τον παράγοντα της δουλειάς, μιας και η τελευταία στάθη και η πρωταρχική αφορμή της γεννήσεώς τους.

Δημιουργός και των τραγουδιών αυτών, όπως και όλων των λαϊκών μας τραγουδιών, είναι ο ίδιος ο λαός. Και η διαφορά τους από τις άλλες λαϊκές μας μελωδίες βρίσκεται μονάχα στην αιτία που τα γέννησε, καθώς και στο σκοπό στον οποίο αποβλέπουν. στο να κάνουν δηλαδή πιο ξεκούραστη και πιο άνετη τη δουλειά. Ρυθμικά εργατικά Μιμητικά εργατικά μπορεί να πούμε τα τραγούδια εκείνα που σύγχρονα με το τραγούδισμά τους ερμηνεύουν και τις κινήσεις που προϋποθέτει μια ορισμένη δουλειά τη στιγμή που γίνεται.

Η μίμηση είναι μια ψυχοφυσική λειτουργία που είτε από κληρονομικότητα είτε από προσωπική πείρα έσπρωγνε πάντα τους ανθρώπους από τα μικρά τους ακόμα χρόνια στο να μιμούνται διάφορες κινήσεις από τη γύρω του ζωή. Η σπορά, η καλλιέργεια γενικά, το κυνήγι, η κοπηλασία αναπτύξανε τη μιμητική δραστηριότητα του ανθρώπου που ήταν αρκετή και μόνη της για να τον φέρει σε επαφή με τους συνανθρώπους του και για να τον κάνει όσο πέρναγε ο καιρός να αποκτήσει συνείδηση της κοινωνικής σύνθεσης και της γύρω του ζωής.

Την ύπαρξη κατά πρώτο λόγο του ρυθμού ακολούθησε Μιρέα και τον Τίσιμό του με λόγια που θα έκαναν ευχάριστη την ατμόσφαιρα της δουλειάς. Και αυτό έγινε. Ακατάληπτες στην αρχή και νοητές ύστερα μπήγαν οι λέξεις. Και στις δύο όμως περιπτώσεις η ρυθμική κίνηση δεν ξέφευγε ούτε στο παραμικρό από το ρυθμό της δουλειάς. Έτσι και το αποτέλεσμα που έβγαινε ίσως να ήταν καλύτερο και ο κόπος και ο χρόνος δεν αποφαινόταν σε εκείνους που δούλευαν.

«Να είναι αβύρα! Τι θα πουν όλα αυτά!» Δεν έχουν κανένα νόημα, μα σημαίνουν πολλά. Τόσα που να σημεριζόμαστε τη γνώμη των μελετητών και αισθητικών που υποστηρίζουν ότι τα πρώτα τραγούδια ήταν εργατικά και γενικότερα ότι η ποιήση ήταν το αντιφέγγισμα της συνολικής ρυθμικής εκδήλωσης των ανθρώπων. Ο κοινός πόδος και οι κοινές επιδιώξεις ξεχυλίσανε αυθόρμητα από τα στόματα και γίνονταν κοινός σκοπός.

σκοπός που απηχούσε γενικά τις καθολικότερες απόψεις των ανθρώπων που ζούσαν κάτω από τις ίδιες βιωτικές συνθήκες. Τραγούδια που ο ρυθμός τους να εκφράζει και μια ανάλογη εργασία, που ο ρυθμός με αλλαλόγια και ρυθμική κίνηση του εργάτη να συμβαδίζουν κατά έναν τρόπο αρμονικό, υπάρχουν αρκετά στη λαϊκή μας ανθολογία. Έμφυτη είναι η ανάγκη του εργαζομένου για να κινηθεί με ρυθμό.

Γνωρίζοντας μάλιστα ότι ο ρυθμός είναι και αυτός ένα ψυχοφυσικό μας στοιχείο που είναι στενά συνειφασμένο με την ίδια την ύπαρξή μας ολόκληρο το σώμα μας ζει και κινείται ανάμεσα σε χώρο και σε χρόνο κατά τρόπο αρμονικό Η φυσική ανάγκη λοιπόν που έσπρωγνε τους ανθρώπους που δούλευαν κάτω από τις ίδιες συνθήκες είτε στη στεριά βρίσκονταν είτε στη θάλασσα για να εκδηλωθούν και κατά έναν τρόπο για να εναρμονίσουν τις κινήσεις τους με τις κινήσεις που προϋπόθεται η διεξαγωγή της δουλειάς τους στάθηκε η πρωταρχική αιτία για τη δημιουργία του ρυθμικού εργατικού τραγουδιού.

Ο ρυθμός ποικίλει ανάλογα με τη δουλειά που εκφράζει και δεν είναι και τόσο άσχετος με το βαθύτερο και πρωτόγωνο ένστικτο του ατόμου. Με τη διαφορά ότι για να γίνει συνήθιση το ένστικτο αυτό έπρεπε απαραίτητα να βρει και μιαν ανάλογη μια συγκεκριμένη πράξη για να ντυθεί και να εναρμονιστεί με τον κοινό της ορισμένης δουλειάς ρυθμό.

Η υποταγή λοιπόν της αφθόρμητης, της υποσυνείδητης και πρωτόγονης ρυθμικής εκδήλωσης στην εκδήλωση της συνειδητή, έχει σαν αποτέλεσμα τη διαμόρφωση του εργατικού τραγουδιού σαν ένα είδος ομαδικού ξεχειλίσματος ρυθμικού, που τόσο άνετη και υποφερτή έκανε τη δουλειά. Στο τραγούδι «Άλεθε μήλο μου άλεθε, βγάλε τα λεύρια σου ψηλά, τα πίτουρά σου τραγανά», ο ρυθμός και οι ρυθμικές κινήσεις της Μιλωνούς συμβαδίζονται κατά τρόπο αρμονικό.

Τα παιδιά πάλι όταν παίζουν και γυμνάζονται στις τραμπάλες, εναρμονίζουν τις κινήσεις με το ρυθμό του γνωστού παιδικού τραγουδιού «Τράμπα τραμπαλίζομαι, πέφτω και τσακίζομαι, και βαρώ το γόνα μου και φωνάζει η νόνα μου». Στα λαϊκά νανουρίσματα, το ζευγάρωμα του ρυθμού και της ρυθμικής κίνησης είναι πολύ αρμονικό. Οι γυναίκες του λαού μας, όπως και κάθε λαού, νιώσανε από μιας αρχής την αξία του νανουρίσματος, του τραγουδιού του ρυθμικού με άλλα λόγια, που γινόταν η αφρομή και το κοίμησμα του παιδιού τους να πετυχαίνουν και χρόνο για τις άλλες τους δουλειές να κερδίζουν.

Γιατί έτσι το δίχως άλλο έχουν τα πράγματα. Η αιτία που γέννησε το είδος του νανορίσματος, εκτός από το μητρικό φίλτρο, είχε και έχει στο βάθος της για σκοπό την επίτευξη κάποιας δουλειάς. Και η δουλειά στην προκειμένη περίπτωση, όσο κι αν αυτή ξεφεύγει από τις άλλες και βρίσκεται σε παραπανιστό ηθικό επίπεδο, ήταν το μόρομα και το κοίμισμα του παιδιού.

Έπρεπε όμως απαραίτητα ο σκοπός του τραγουδιού να εναρμονίζεται με την κίνηση του χεριού. Διαφορετικά το επιδιωκόμενο αποτέλεσμα ήταν αδύνατο να επιτύχει. Υπάρχει και μια άλλη κατηγορία αυτοσχέδιων έμετρων τραγουδιών που λέγονται από τις γυναίκες του λαού μας όταν αυτές θέλουν να διασκεδάσουν τα μικρά παιδιά τους. Εύκολα μπορεί να μαντέψει κανείς ότι πίσω από τα αφελή αυτά τα αργουδάκια βρίσκεται η πρώτη ασυνείδητη μορφή της οργανικής ανάγκης που νιώθει ο άνθρωπος για να κινηθεί με ρυθμό και για να ψυχαγωγηθεί.

Το ότι λοιπόν η ανάγκη της ψυχαγωγίας είναι μια ανάγκη φυσική το διαπιστώνουμε ακόμη και από την ευχαρίστηση που εκδηλώνουν τα νήπια στο άκουσμα των τραγουδιών. Τα βλέπουμε να σκυρτούν από τη χαρά τους. Δεν καταλαβαίνουν φυσικά τα λόγια του τραγουδιού τα παιδιά. Ρυθμίζουν όμως ασυνήθιτα τις κινήσεις του κορμιού τους με το σκοπό που ακούνε.

Οι πολυτραγουδημένοι πάλι από τη λαϊκή μας μουσαψαράδες, την ώρα που ανασέρνουν τα δίχτυα τους από τη θάλασσα, έχουν έναν ιδιαίτερο τρόπο ρυθμικού βαδίσματος. Με μικρά βήματα προς τα πίσω που δεν ξεπερνούν σε αριθμό τα 9 ή 12 και κινούμενοι ανάμεσα σε χώρο 3 μέχρι 5 μέτρων, μετρούν πισωπλατώντας όλοι στους και με ρυθμό 1, 2, 3 και σταματούν.

Αυτό γίνεται τέσσερις φορές, με χρυσό του δηλαδή συμπληρωθούν τα 12 βήματα. Οπότε ο τελευταίος της ομάδας προς τη στεριά λύνει τον κρόκο και πηγαίνοντας ξανά στην ακροθαλασσιά, αρπάζει πάλι το σκηνή, ρίχνει το κορμί του προς τα πίσω και ξαναβοηθάει στο ανάσυρμα των δίχτυών. Κατά αυτόν τον τρόπο τραβιούνται τα δίχτυα χωρίς να υπάρχει και φόβος να σπάσουν από το βάρος.

Παράλληλα ρυθμίζεται και η ταχύτητα κατά τρόπο που τα ψάρια να μπαίνουν στη διχτυοσακούλα Σωστή η ερωτελεστία δηλαδή Στα μεγάλα καϊκιαπάλης, στις μπρατσέρες και ιδιαίτερα στις κούνες που τα μανιά τους είναι μεγάλα και βαριά όταν θελήσουν να ανοίξουν τα μανιά πιάνουν τα σκηνιά τρεις, τέσσερις ή και πέντε ναύτες Και για την περίσταση αυτή έχουν οι ναυτικοί μας το ρυθμικό τους τραγούδι που τους κάνει πιο άνετοι και πιο υποφερθεί την ασχολία τους αυτή.

Λέει ο καπετάνιος και οι ναύτες του απαντούν. «Παλικάρια, είσα γάμπια!» «Καπετάνιο, φάε φασόλια, πιες νερό!» «Είσα γάμπια, δεν μπορώ!» «Παλικάρια, είσα γάμπια!» «Καπετάνιο, φάε φασόλια, πιες κρασί!» «Πάει κι η γάμπια μοναχή!» Τραγούδια της δουλειάς να ζεις για να σε πάρω, να κοσκινίζεις μάλαμα να πέφτει το χρυσάφι, τα πυκνοκοσκινίσματα να δίνεις τις βαΐστρες.

Το τραγούδι αυτό, το τόσο παραστατικό και ζωντανό, παίρνει την έμπνευσή του από τη γεωργική δουλειά και ανήκει στη σειρά των λεγόμενων βαΐτικων, των τραγουδιών δηλαδή που ψέλνουν τα παιδιά τη γυριακή των βαΐων. Τέτοια τραγούδια που να αντλούνε την έμπνευσή τους από τη δουλειά βρίσκονται πολλά στην ανθολογία της λαϊκής μουσας.

Και αυτά όπως και όλα τα άλλα τα συναντούμε κυρίως στον Γκάμπο και αναφέρονται όλα τους στις αγροτικές δουλειές όπου και το λυρικό στοιχείο είναι η επικρατέστερο και η διάθεση πιο αγνή. Τον Άγιο Βασίλειο που όλοι μας τον ξέρουμε σαν άνθρωπο των γραμμάτων ο λαός μας τον θέλει και άξιο ζευγολάτη και παραστάτη του στις επίπονες γεωργικές του απασχολήσεις.

και δεν είναι τυχαίο το γεγονός που γίνεται ο Άγιος Βασίλειος Ευγολάτης και όχι κανείς άλλος. Είναι γνωστό ότι τα γεννήματα που σπέρνονται από τον Νοέμβρη αρχίζουν κατά την περίοδο της πρωτοχρονιάς να βρίσκονται στο ανέβασμά τους, να βγαίνουν στην επιφάνεια της γης και να χρειάζονται την ευλογία και του Αγίου αλλά και του Χριστού.

Προχωρώντας στο ξετύλιγμα των τραγουδιών της κατηγορίας αυτής, βρίσκουμε πολλές συναισθηματικές πτυχές του λαού μας. Μια από αυτές που είναι και αρκετά αποκαλυπτική σε ό,τι αφορά τουλάχιστον τη θέση που πήρε από μιας αρχής ο λαός αυτός απέναντι των τεμπέληδων, υπογραμμίζεται αδρότατα με αρκετά λαϊκά τραγούδια, ακόμα και με παροιμίες.

Πάντα ο ελληνικός λαός δεν είχε σε υπόληψη τους τεμπέληδες, τους απρόκοφτους και αχαΐρευτος, καθώς τους λέει. Την αντικοινωνική στάση τους την καυτηρίαζε απαράλλαχτα σαν τον ποιητή της θεογονίας και των έργων και ημερών. Και όχι τόσο με καυστικά επιτίμια και αφορισμούς, αλλά με ηρωνία. Με ηρωνία αρκετά καυστική και τις περισσότερες φορές και απασμένη.

«Οι κακές μου οι συνειφάδες ακαμάτρα με φωνάζουν» «Και εγώ γνέθω ότι ληγδιάζω πέντε μήνες πέντε αδράχτια» «Πέντε μήνες πέντε αδράχτια» Πότε τάγνεσαι η καημένη. Αλλά και η τεμπέλα που περιμένει στην τούρλα του Σαββάτου για να κάνει τις δουλειές της, ενώ όλες τις άλλες ημέρες της εβδομάδας καθόταν, στολίσεται και αυτή μια χαρά από τις ομόφυλές της.

Πότε πρόκαψε η καημένη το Σαββάτο που σημαίνει. Έξυπνο όμως είναι για το «Η έλεπου είχε εργατιά και εκείνη ακριδολόγαγε». Τη Δευτέρα βάζει πλύση και την Τρίτη τα στραγγίζει. Την Τετάρτη πάει τα πλόνη και την Πέμπτη τα μαζώνει Την Παρασκευή μπαλώνει, το Σαββάτο σιδερώνει Και την Κυριακή ερώτα, κάνετε γυναίκες ρόκα Κάνουμε δεν κάνουμε, σήμερα σκολάζουμε Ο λαός μας δεν ξεχνάει ακόμη και εκείνες που δεν ξέρουν από νοικοκυριό Σαν δεν ήξερες να υφάνεις, Δημητρούλαμ, Τρούλαμ, Τρούλαμ Σαν δεν ήξερες να υφάνεις, τα μασούρια τι τα φάνεις «Πάρε με στον αργαλιό σου, Δημητρούλαμ, Τρούλαμ, Τρούλαμ, πάρε με στον αργαλιό σου για το σκάσιμο το αντρό σου, να σου βάνω τα μασούρια, να σου λέω και τραγούδια».

Η λαϊκή παροιμία «Μπαλωματής ξεκάρφουτος και ράφης ξυλωμένος» αναφέρεται βέβαια σε εκείνους τους τεχνίτες που παραμελούν τον εαυτό τους αντί να τον εμφανίζουν σαν υπόδειγμα στους άλλους. Τραγούδια που για θέμα τους να έχουν το κυνήγι συναντούμε αρκετά στη λαϊκή μας ανθολογία Όλα τους όμως έχουν πάρει ένα περίβλημα συμβολικό Αναφέρονται βέβαια στις ασχολίες του κυνηγιού και στα συνεργάτου Μα πάντα σχεδόν το θύραμα προσωποποιείται με ένα ωραίο ζευγάρι μάτια ή και με μια ακριβή παρθένα Χαρακτηριστικό και αυτό της καλλιεργημένης αισθαντικότητας του λαού μας που και την πιο ασήμαντη και πεζή ασχολία θέλει πάντα να την καλύπτει με το λεπτό τίμα του ιδανισμού.

Από μια εσωτερική παρόρμηση οδηγημένος ο λαός μας χρησιμοποίησε το τραγούδι του όχι μόνο για να του κάνει πιο άνετη τη δουλειά του και για να του εξασφαλίζει μεγαλύτερη αποδοτικότητα αλλά και για κάποιον άλλον πιο πρακτικό σκοπό. Το μεταχειρίστηκε σαν πραγματικό στοιχείο ζωής που είναι και για την επαγγελματική του εξυπηρέτηση σαν μέσο βιοπορισμού και κοινωνικής γενικότερα συντήρησης.

Λέει βέβαια το μακρόσυρτο και ιδιόρυθμο τραγούδι του ο Αγωγιάτης για να ξεχνά το δρόμο του, όπως το λέει άλλωστε και ο Μιλωνάς και ο Κοπηλάτης και ο Θεριστής και εκείνος που ολονίζει και που τριγάει και που πατάει στο λίνωτα στα φίλια. Το λέει ακόμη και εκείνος που πολεμάει και σαν τραγούδι άρτιο αλλά και σαν πολεμική αιχή για να πάρει κουράγιο, να ενθουσιαστεί αυτή έπαιξε και παίζει φυσικά σπουδαίο ρόλο το αφελέστατο αυτοσχέδιο λαϊκό τραγούδι.

Άλλη μια αφορμή για να επανελειφθεί το πόσο απαραίτητο στοιχείο για τη ζωή, αλλά και για την άμεση κοινωνική μας συντήρηση, είναι το τραγούδι. Τραγουδιστά διαλαλούν τα είδη τους και με στίχους αυτοσχέδιους οι γυρολόγοι. Ζητούν τη συνδρομή του έναρθρου λόγου και χωρίς να το καταλαβαίνουν ίσως γίνονται στιχουργοί προκειμένου να εξυπηρετηθούν.

Και καμιά φορά τα πρόχειρα και οι αφελή τραγούδια τους μένουν. Δεν πρέπει να ξεχνάμε και τον Τελάλη. Από τον Τελάλη, από το επάγγελμά του δηλαδή, βγήκε και ο Διάλαλος. Με έβγαλες Διάλαλο που λένε οι κοιμανιάτες. Οι μετεωρολογικές παρατηρήσεις που έχει κάνει γενικά ο λαός μας αποτελούν εξεχωριστό κεφάλαιο για τη λαογραφία μας.

Ειδικά εδώ μας ενδιαφέρουν οι παρατηρήσεις εκείνες που έχουν άμεση σχέση με την καλλιέργεια της γης και γενικότερα με τη δουλειά. Χωρίς καμιά αστρονομική γνώση ο λαός αυτός διδάχτηκε από την πύρα του ποιες καιρικές συνθήκες τον βοηθούν για την καλλιέργεια των χωραφιών του και ποιες τον τζεμιώνουν. Διατυπωμένες οι παρατηρήσεις του αυτές σε τραγούδια ή και σε παροιμίες αποτελούσαν και αποτελούν ένα είδος πατροπαράδοτης γεωπονικής και αστρονομικής επιστήμης Και το σπουδαιότερο, το απόσταγμα της μακροχρόνιας αυτής παρατήρησης δεν αντιμάχεται σχεδόν ποτέ την επιστημονική αλήθεια Αλλά μήπως και η επιστήμη δεν είναι το αντιφέγγισμα της μακροχρόνιας πείρας Σιώνει πέφτει το Γενάρη, φαν χαρές τον αλωνάρη Γενάρη μην ακλάδευε, φεγγάρι μην ξετάζεις Του Γενάρη το ζευγάρι, διάβολος θέ να το πάρει Όποιος θέ να βαμβακώσει, το Γενάρη να οργώσει Ο βλεβάρης κι αν βλεβήσει, καλοκαίρι θα μυρίσει Μάρτης άβροχος, μουστος άμετρος Αν ρίξει ο Μάρτης δυο νεράκι, ο Απρίλης άλλο ένα

Χαρά στον Ετωγεωργό που έχει πολλά σπαρμένα Αν οι βροχές του Μαρτίου και του Απριλίου είναι ωφέλιμες για τη γεωργία οι βροχές όμως του Μαγιού είναι βλαβερές. Ο λαός μάλιστα υπερθεματίζοντας τις παίρνει για κατάρα. Στον καταραμένο τόπο το Μάιμ είναι αβρέχει. Αλλά και η θάλασσα την εποχή αυτή είναι τόσο ταραγμένη και ύπουλη ώστε τον αυτόν οι γυναίκες το Μαγιό πριλοχυρεύουν.

Για τον Αύγουστο ο Αλωνάρης ταλωνίζει κι Αύγουστος τα ξεχωρίζει. Για τον Σεπτέμβρη που κοινώς λέγεται και τριγητής «Δόξα να έχει η στριγητή μου που είδα και την προκοπή μου». Το χειμώνα όταν οι δουλειές στα χωράφια σταματάνε και οι αγρότες κάθονται κοντά στο παραγόνι για να ζεσταθούν, λένε παραμύθια για να σκοτώνουν την ώρα τους.

Λένε διάφορες ιστορίες, μα δεν ξεχνούν να να πούνε και διάφορα ενίγματα και παροιμίες εμπνευσμένες από τον κύκλο της δουλειάς τους. Χαρακτηριστικό είναι το γεγονός ότι σχεδόν για όλες τις περιπτώσεις Κλείνοντας τον κύκλο των τραγουδιών αυτών, έχουμε να παρατηρήσουμε και αυτό, πως η ανάπτυξη των τραγουδιών γενικά της δουλειάς στάθηκε παράλληλη με τη δημιουργία των κοινωνικών σχέσεων που καλλιεργήθηκαν μετά την απολύτρωση του γένους μας.

Η λευτεριά επέτρεψε στο τραγούδι να εκδηλωθεί και να κυκλοφορήσει αβίαστος στις πόλεις και τα χωριά, αγκαλιάζοντας νέα ενδιαφέροντα με καινούργιες δυνατότητες. Οι άνθρωποι που κατέβηκαν από τα βουνά για να χαράξουν τα χωράφια τους, για να κοβαλήσουν τα νεράκια, για να αγκαλιάσουν τη γη και τη ζωή, άρχισαν σιγά-σιγά να βλέπουν με άλλο μάτι τα γύρω τους και να τα εξυπνούν.

Κατά αυτόν τον τρόπο, το τραγούδι άρχισε να γίνεται όργανο των μερικότερων απόψεων των ανθρώπων και να ανταποκρίνεται στις αμεσότερες ψυχικές του ανάγκες. παρατήρησε με άλλα λόγια τον καθολικότερο χαρακτήρα και την υψηλοφροσύνη που έχει στα χρόνια της κλαβιάς και έγινε πιο υποκειμενικό λυρικό. Με τον ειδικότερο χαρακτήρα που πήρε στάθηκε πια στην επέκταση του τραγουδιού της επικής εποχής και στις πιο πολλές περιπτώσεις παίρνει όπως είδαμε την έμπνευσή του από τη δουλειά.

Μπορεί να μην έχει το χνούδι και τη δροσιά του κλέφτικου τραγουδιού Δεν έχει όμως και την καταθλιπτική μελαγχολία του τελευταίου. Όπου γίνεται κλαψιάρικο, το κλάψιμό του είναι συγκρατημένο. Στο κλαίφτικο τραγούδι κλαίνει η μύθη, στο καθημερινό λαϊκό οι άνθρωποι. Εκείνο που γενικότερα σαν καταστάλαγμα βγαίνει από όλη αυτή τη σύντομη ανασκόπηση, είναι το γεγονός ότι ο λαός μας ανέκαθεν έδινε την προεπούμενη σημασία και θέση που ταιριάζουν στο παράγοντα της δουλειάς.

Αιτίες άλλες που οφείλονταν λιγότερο ίσως σε κλιματολογικά και περισσότερο σε ιστορικά και κοινωνικά γεγονότα μπορεί να νεκρώνανε κάθε τόσο όχι την εργατικότητα αλλά το ενδιαφέρον για τη δουλειά του λαού αυτού Η εντύπηση πως οι Έλληνες είναι τάχα λαός τεμπέλικος και με νοοτροπία ανατολίτικη έχει φυσικά τις ρίζες της στα χρόνια της χλαβιάς Πέφτει όμως εύκολα η γνώμη ευτεία από τα ίδια τα τραγούδια της δουλειάς που για την προκειμένη περίπτωση, όπως και για άλλες, στέκονται σαν ακαταμάχητα επιχειρήματα της εργατικότητας του λαού μας.

Σχόλια

Χωρίς σχόλια

Συνδεθείτε για να συμμετάσχετε στη συζήτηση

Σύνδεση για Σχολιασμό

Δεν υπάρχουν σχόλια ακόμα

Πίσω 15 δευτ.
Play
Μπροστά 30 δευτ.
00:00:00
00:00:00