Πώς ο λόγος έγινε παιδεία - Telling Stories (S03 Episode 19)
Telling Stories : Η ιστορία όπως δεν την ξέρατε!Σχετικά με αυτό το επεισόδιο
Πώς γεννήθηκε η γραφή και ποιο ήταν το πραγματικό τίμημα της μάθησης μέσα στους αιώνες;
‣ Στο νέο επεισόδιο εξετάζουμε την εξέλιξη της εκπαίδευσης.
• Η γέννηση του αλφαβήτου: Από τις ζωγραφιές των βράχων στην απόλυτη αρμονία της ελληνολατινικής γραφής.
• Το αρχαιοελληνικό ιδεώδες: Η διαμόρφωση του «καλού κἀγαθού» πολίτη, ο ρόλος των δούλων-παιδαγωγών και τα δημόσια κηρύγματα.
• Η ιστορία της πειθαρχίας: Η σωματική τιμωρία ως εκπαιδευτικό μέσο από τη Σπάρτη και το Βυζάντιο έως τους νεότερους χρόνους.
★Κάνε follow το podcast "Telling Stories" για να μη χάνεις κανένα επεισόδιο και μοιράσου το με κάποιον που αγαπάει την ιστορία!
Επιμέλεια - Παρουσίαση: Τάσσος Ζιάκκας
Αυτόματη μεταγραφή — ενδέχεται να περιέχει λάθη.
Γνωρίζατε ότι πίσω από κάθε μεγάλο ιστορικό γεγονός υπάρχει και μια ιστορία. Μια απόφαση που άλλαξε τον κόσμο. Ένα κρυφό πάθος. Ένα λάθος που κόστησε τα πάντα. Το podcast Telling Stories φέρνει το παρελθόν στο παρόν. Ακούστε ανέκδοτες ιστορίες, τραγικές αποφάσεις και κρυμμένα μυστικά διακεκριμένων ιστορικών προσώπων που διαμόρφωσαν τον κόσμο μας.
Επιμέλεια παρουσίαση Τάσος Ζιάκας. βρείτε το podcast Telling Stories στο Spotify. Telling Stories. Η ιστορία όπως δεν την ξέρατε. Φίλοι μου καλησπέρα. Είμαι ο Τάσος Γιάκας και ακούτε το podcast Telling Stories. Σήμερα η εκπομπή μας είναι αφιερωμένη στο πιο θαυμαστό, το πιο ζωντανό και καθοριστικό εργαλείο της ανθρώπινης ιστορίας.
Στη γλώσσα, τη γραφή και φυσικά στον τρόπο με τον οποίο αυτή περνούσε από γενιά σε γενιά. Για να καταλάβουμε όμως πώς η γλώσσα γίνεται παιδεία, πρέπει να πάμε πίσω στο χρόνο και να δούμε πώς ξεκινούσε το ταξίδι της μάθησης εκεί όπου γεννήθηκε η σκέψη. Γι' αυτό θα ξεκινήσουμε το ταξίδι μας από την ίδια την αφετηρία, τη γέννηση της γραφής.
Θα ταξιδέψουμε 4.000 χρόνια πίσω, για να γνωρίσουμε μία ιδιοφυία της οποίας το όνομα δεν μάθαμε ποτέ, αλλά της οφείλουμε τα πάντα. Τον άνθρωπο που συνέλαβε την ιδέα του αλφαβήτου. Θα δούμε πώς η ανθρώπινη ανάγκη για επικοινωνία ξεκίνησε από αμήχανες ζωγραφιές στους βράχους, πέρασε από περίπλοκα ιδεογράμματα των Κινέσων και την σφινοειδή γραφή για να φτάσει τελικά στη φυνικική σύλληψη και στην απόλυτη αρμονία του ελληνολατινικού αλφαβήτου.
Θα ανακαλύψουμε γιατί το γράμμα α κρύβει μέσα του το κεφάλι ενός βοδιού, το β της στέγη ενός πιτιού και το γ το λεμό μιας καμήλας. Καλή ακροάση! Ξεφιλίζοντας την ιστορία της ανθρωπότητας για παιδιά, του κορυφαίου Αυστριακού ιστορικού Ernst Gobrich, διαβάζουμε πως πριν από 4.000 χρόνια, ένας άγνωστος ημίτης εφεύρε το αλφάφι του.
Δεν ξέρουμε ποιος είχε πρώτος αυτή την ιδέα. Μπορούμε μονάχα να φανταστούμε πως υπήρξε ένας άνθρωπος με ασυνήθιστες ικανότητες αφηρημένης σκέψεως. Ήταν ο Αϊνστάιν της εποχής του. Στα σκοτεινά βάθη του παρελθόντος, σε έναν κόσμο που μόλις είχε αρχίσει να κινείται και με αδεύευε εκλονιζόμενα βήματα στο δίσβατο δρόμο του πολιτισμού, κάποιος είχε πρώτος την ιδέα να εγμαλωτήσει τους ρευστούς ανθρώπινους φθόγγους, να τους σταθεροποιήσει και να τους διαιωνίσει με ένα σύστημα οικαστικών συμβόλων.
Αν είχε ζήσει μερικές χιλιάδες χρόνια αργότερα, αυτός ο άγνωστος μεγαλοφυΐς εφευρέτης ίσως θα γινόταν ένας μεγάλος μαθηματικός. παρίσταναν το ίδιο γεγονός που ήθελαν να αφηγηθούν. Αλλά το σύστημα αυτό έχει το θεμελιώδης μειονέκτημα ότι για να γίνει νοητό, είναι απαραίτητο ο αναγνώστης να ξέρει περίπου εκ των προτέρων τι θέλει να πει ο σχεδιαστής.
Γιατί αλλιώς ένα και το αυτό σχέδιο μπορεί να ερημνευτεί κατά διαφόρους τρόπους. Για παράδειγμα, οι ερυθρόδρεμοι Ντακώτα, για να σημειώσουν μια επιδημία ευλογίες, χαράζαν στους κορμούς των δέντρων μικρές ανθρώπινες μορφές με το σώμα γεμάτο τελείες που παρίσταναν τα σπυριά. Είναι φανερό πως ένα τέτοιο σύστημα δεν μπορεί να χρησιμοποιηθεί παρά μόνο ως υπόμνηση για όσους γνωρίζουν ήδη το γεγονός, όπως ο κόμπος που δένουμε στο μαντήλι μας χρησιμεύει για να μας θυμίζει κάτι που μόνο εμείς γνωρίζουμε.
Μετά τη ζωγραφική, η γραφή πέρασε από το στάδιο των ιδεογραμμάτων. σημασία. Αυτός που εγγράφει με ιδεογράμματα δεν ευευρίσκει τα σχέδια για την ώρα που γράφει, αλλά χρησιμοποιεί σχέδια συγκεκριμένης μορφής που έχουν χρησιμοποιηθεί κιόλας από άλλους. Αρχικά τα ιδεογράμματα χρησιμεύαν μόνο για την έκφραση συγκεκριμένων ουσιαστικών.
Σπίτι, καρέκλα, τραπέζι. Αλλά σιγά σιγά άρχισαν να εκφράζουν και πιο δύσκολες έννοιες. Τα αφηρημένα ουσιαστικά. Έχει επίσης και τη ρηματική σημασία ομιλό. Για τις αφηρημένες έννοιες χρησιμοποιούνται συμβολικά συστήματα. Στην κινεζική γραφή, η συνένωση των ιδεογραμμάτων για τη γυναίκα και το παιδί σχηματίζει το χαρακτήρα «χαο», ο οποίος σημαίνει «καλό», αντανακλώντας παραδοσιακές κοινωνικές αξίες.
Αυτό το λογογραφικό σύστημα γραφής, που χρησιμοποιείται αδιάλειπτα μέχρι σήμερα, είναι απόλυτα εναρμονισμένο με τη δομή της κινέζικης γλώσσας, η οποία χαρακτηρίζεται από άκλητες λέξεις και βασίζεται στη σειρά των λέξεων και σε βοηθητικά μόρια για να δηλώσει χρόνο ή αριθμό. Αν και συχνά θεωρείται ότι τέτοια συστήματα δυσκολεύουν την απόδοση γλωσσών με πλούσια μορφολογία, όπως αυτές με πτώσεις και ρηματικές καταλήξεις, η ιστορία αποδεικνύει το αντίθετο.
Γλώσσες όπως η Ιαπωνική με ιδιαίτερα περίπλοκο κλητικό σύστημα κατάφεραν να εντάξουν δημιουργικά τους κινέζικους χαρακτήρες στη γραφή τους, συνδυάζοντάς τους με φωνητικά στοιχεία. Κατόπιν η γραφή πέρασε σε ένα πιο εξελιγμένο στάδιο. Στο ιδεόγραμμα που εξέφραζε μία βασική έννοια, άρχισαν να προστίθενται άλλα σημεία, τα οποία δήλωναν τις μεταβολές των καταλήξεων.
Η σφινοειδής γραφή της Μεσοποταμίας βασίζεται εν μέρη σε αυτό το σύστημα και σήμερα ακόμα η Ιαπωνική γραφή χρησιμοποιεί ιδεογράμματα που εκφράζουν τη βασική έννοια με διάφορα σημεία για τις καταλήξεις. Κάποτε περίπου 3.000 χρόνια π.Χ. στη Μεσοποταμία, οι άνθρωποι ανακάλυψαν ότι μπορούσαν να απλοποιήσουν τη γραφή συνδυάζοντας αυτά τα σημεία των καταλήξεων που είχαν συλλαβική αξία.
Έτσι δημιουργήθηκε η εξελιγμένη συλλαβική γραφή των Βαβυλωνίων. Το σύστημα αυτό έχει το σημαντικό πλεονέκτημα ότι χρειάζεται λιγότερα σύμβολα. Ενώ για να εκφράσουμε την καθημερινή ομιλία με την ιδεογραφική γραφή θα πρέπει να απομνημονεύσουμε περίπου 3.000 διαφορετικά ιδεογράμματα, με τη συλλαβική γραφή αρκούν 100 σύμβολα.
Το τελευταίο και αποφασιστικό βήμα προς την απλοποίηση έγινε περίπου στο τέλος της δεύτερης χιλιετηρίδας π.Χ. από τους συμμετικούς λαούς που κατοικούσαν ανάμεσα στη Συρία και την Παλαιστίνη. Ήταν ένα μεγαλοφιές έβριμα. Ίσως πρώτοι οι Φήνικες σκέφτηκαν να εκφράσουν κάθε ξεχωριστό ήχο της ανθρώπινης φορής με το ιδεόγραμμα μιας λέξεως που αρχίζει από αυτόν τον ήχο.
Από τους Φήνικες πήραν οι Έλληνες όχι μόνο τα ιδεογράμματα, αλλά και τα ονόματα των γραμμάτων. Ας πάρουμε το ιδεόγραμμα που σημαίνει βόδι. Το βόδι λέγεται άλεφ στη σημαντική γλώσσα. Στην ελληνική το άλεφ έγινε άλφα και αν κοιτάξουμε το άλφα θα δούμε ότι μοιάζει με ένα αναστραμμένο κεφάλι βοδιού με δύο κέρατα. Το β προέρχεται από το σημαντικό bet που σημαίνει σπίτι.
Το σχήμα του β, αν το κοιτάξουμε πλαγιαστό, είναι δύο θολωτές στέγες σπιτιού. Το γ είναι το σημαντικό γιμελ, που σημαίνει καμήλα. Το σχήμα του γ είναι ένα ιδεόγραμμα που παριστάνει το λαιμό και το κεφάλι μιας καμήλας. Έτσι γεννήθηκε το αλφάβητο. Και από τη στιγμή εκείνη η γραφή έγινε προσιτή σε όλους, ενώ πριν ήταν το προνόμιο μιας κλειστής κάστας ιερέων.
Το πρώτο σημαντικό αλφάβητο είναι αρκετά διαφορετικό από το ελληνικό, αλλά μερικά σύμβολα όπως το α, το ε, το μ, το ό, το τ, δεν έχουν πολύ μεταβληθεί επί τα από 4.000 χρόνια. Το ρωμαϊκό αλφάβητο είναι μια εξέλιξη του ελληνικού. Αλλά και όλα τα άλλα αλφάβητα που χρησιμοποιούνται σήμερα, ακόμα και το αραβικό που φαίνεται τόσο διαφορετικό εκ πρώτης όψεως, προέρχονται από το αλφάβητο που εφεύρε κάποιος ημίτης πριν από 4.000 χρόνια.
Υπήρξε πραγματικά ένας εφευρέτης ή μήπως το αλφάβητο εξελίχθηκε σιγά-σιγά. Είναι δύσκολο να απαντήσουμε, αλλά ο αφηρημένος χαρακτήρας αυτής της εφευρέσεως μας κάνει να πιστεύουμε μάλλον ότι το αλφάβητο υπήρξε μεγαλοφυής ιδέα ενός και μόνο ανθρώπου. Δεν θα μάθουμε ποτέ το όνομα του άγνωστου αυτού εφευρέτη, αλλά η ανθρωπότητα του οφείλει αιώνια ευγνωμοσύνη.
Αφού λοιπόν το αλφάβητο έκανε τη γνώση προς ειτή, περνάμε τώρα στο πώς οι αρχαίοι προγονεί μας οργάνωσαν την εκπαίδευση. Θα μεταβερθούμε στις αίθουσες της Αθήνας, στη Σικελία, στην Ιωνία, αλλά και στις αυστηρές αγέλλες της Σπάρτης. Θα δούμε πως οι Έλληνες δεν αναζητούσαν τη γνώση για απλή ηλικία ωφέλεια, αλλά για τη διάπλαση του καλού καγαθού πολίτη.
Θα μιλήσουμε για το περίφημο νους υγιής εν σώματη υγιή, για τη βαθιά παιδαγωγική σημασία της μουσικής και της γυμναστικής, αλλά και για το πώς το ίδιο το θέατρο και τα δημόσια κηρύγματα λειτουργούσαν ως το μεγαλύτερο σχολείο της Δημοκρατίας. Οι αρχαίοι Έλληνες αγαπούσαν τη μάθηση και την επιστήμη, ενώ θεωρούσαν τη γνώση ως το πιο ακατάβλητο αγαθό.
Ο Σόλων, όπως λέγεται, συνέταξε ειδικούς κανονισμούς για τις σχολές αυτές Σχολεία υπήρχαν και στη Σικελία από τον 7ο αιώνα π.Χ. Ο Χαρόνδας ο νομοθέτης της Κατάνης, όπως αναφέρει ο Διόδωρος η Κελιώτης, υποχρέωσε τους πολίτες να μαθαίνουν στα παιδιά τους γραφή και ανάγνωση, με την πόλη να πληρώνει τους μισθούς των δασκάλων.
Στις ακτές της Ιωνίας, ήκμαζαν από τις αρχές του 5ου αιώνα π.Χ. σχολεία που είχαν ιδρυθεί από παλαιότερα χρόνια. Ο Παυσανίας μνημονεύει το διδασκαλείο της Αστιπάλαιας. Εκεί το 496 π.Χ. συνέβη ένα τραγικό δυστύχημα. Ο Κλεωμίδης ο Αστιπάλαιος, ο περίφημος πυγμάχος της εποχής, σκοτώνοντας τον αντίπαλό του Ίκος στον αγώνα της Επιδαύρου, στερήθηκε την Ίκη από τους Ελαινοδίκες, επειδή σκότωσε τον αντίπαλό του με αντικανονικό χτύπημα, παραβιάζοντας τους κανόνες του αθλήματος.
Από τη λύπη του τρελάθηκε και ανατρέποντας τον Κίωνα που βάσταζε την οροφή του διδασκαλείου της Αστιπάλαιας σκοτώθηκε μαζί με τους μαθητές του Παρόμοιο σχεδόν δυστύχημα συνέβη και σε ένα σχολείο της Χίου όπως μας διηγεί το Ηρόδοτος Λίγο πριν από την αυμαχία της Λάδης, ενώ τα παιδιά μάθαναν γράμματα στο σχολείο τους έπεισε η σκεπή και από τα 120 παιδιά σώθηκε μόνο ένα Μάθαιναν λοιπόν οι Έλληνες γιατί αγαπούσαν τη μόρφωση αλλά θεωρούσαν ευτελές και δολικό να επιδιώκουν γνώσεις μόνο για ηλική ωφέλεια Ταυτόχρονα όμως θαύμαζαν ιδιαίτερα το σώμα Δεν μπορούσαν να βανταστούν ισορροπία φυσικών δυνάμεων χωρίς τέλειο σώμα Φρόντιζαν να διαπλάσουν γερό μυαλό σε γερό σώμα Δεν υπήρχε πόλη χωρίς παλέστρα και γυμνάσιο Ο ωραίος και γερός στο σώμα και στην ψυχή ήταν καλός καγαθός.
Όταν τα παιδιά έφταναν στα 7 χρόνια, ο λικούργος στη Σπάρτη τα υποχρέωνε να ακολουθήσουν την υποχρεωτική αγωγή υπό την υποπτία της πολιτείας της Αγέλλες. Εκεί τα παιδιά των πλουσίων ανατρέφονταν και διδάσκονταν όπως των φτωχών. Ο Πλούταρκος διηγείται πως ο καθένας δεν μπορούσε να ζει εκεί όπως ήθελε. Αλλά όπως στο στρατόπεδο, ήταν υποχρεωμένοι στη Σπάρτη να έχουν ορισμένες ασχολίες, να τρώνε ορισμένο συζήτημα και να φροντίζουν για τις κοινές υποθέσεις.
Ο Πλάδων επίσης καλλιεργούσε στους Αθηναίους την ιδέα πως ο πατέρας δεν έπρεπε να ανατρέφει τα παιδιά όπως αυτός ήθελε, αλλά όπως συνέφερε στην πολιτεία. Εκείνο που προπάντων δίδασκαν στα παιδιά ήταν να γίνουν χρήσιμα στην πολιτεία. Ο πολίτης μάθαινε όχι μόνο όσα τον ενδιέφεραν προσωπικά ή όσα μελλοντικά θα τον ωφελούσαν, αλλά εκείνα που θα τον προετοίμαζαν να διαδραματίσει ενεργό ρόλο στον κοινό αγώνα.
Γι' αυτό και η πολιτεία υπέβλεπε και τις ελάχιστες λεπτομέρειες της αγωγής. Και τούτο γιατί οι Έλληνες πίστευαν πως όταν σε μια πόλη όλοι οι πολίτες διαπαιδαγωγηθούν σωστά, θα γίνουν ενάρετοι, πράγμα που θα συντελέσει στην ευτυχία της πολιτείας. Κατά τον 5ο αιώνα π.Χ. όλοι οι αγωγοί των αίων ήταν γράμματα, μουσική και γυμναστική, όπως λέει ο Πλάτων.
Τα γράμματα δίδασκε ο γραμματιστής, τη μουσική ο κιθαριστής και τη γυμναστική ο παιδοτρίβης. Έτσι, η πνευματική μόρφωση αποτελούνταν από δύο μέρη. Τα γράμματα και τη μουσική, που συχνά όμως τα χαρακτήριζαν με μία μονάχα λέξη, μουσική. Τότε η λέξη σήμαινε τις φιλολογικές και μουσικές μαζί σπουδές. Στα χρόνια του Πλάτωνα η μουσική ήταν το σύνολο των επιστήμων και των τεχνών που αφορούσαν τη διάπλαση της ψυχής.
Σκοπός της διδασκαλίας της μουσικής ήταν να αναπτύξει στους νέους το αίσθημα της τάξιος, του ρυθμού, να προλάβει τα πάθη και να κάνει σε αυτούς αγαπητοί την αρμονία και την ηθική και στο φυσικό βίο. Η μουσική λοιπόν απεικόνιζε την ηθική αγωγή. Κάποτε η Γερουσία και οι έφοροι της Σπάρτης παρήγγελαν στο μιλήσιο ποιητή Τιμόθεο που άκμασε τον 4ο π.Χ. αιώνα να αποκαταστήσει τις χορδές της Λύρας στον κανονικό ρυθμό γιατί υποστήριξαν στο μήνυμά τους οι προσθήκες που είχαν γίνει για ποικιλία τόνων διεύθυραν τη μουσική.
Η σωματική αγωγή αποτελούνταν από τη γυμναστική και την αγωνιστική. Τα παιχνίδια, η χορή, το κολύμπι, τα γυμνάσια, οι άθλοι, οι αγώνες αποτελούσαν το σύνολο της γυμναστικής και αγωνιστικής τέχνης και επιστήμης που αφορούσε τη διάπλαση του ανθρώπου. Σκοπός της αρχαίας ελληνικής γυμναστικής δεν ήταν να κάνει τους νέους αθλητές, αλλά να τους χαρίσει ρόδενη χρειά και υγεία.
Μέλη υγιή και ευκίνητα, παρασκευή για τον πόλεμο και τις αγροτικές εργασίες, σώμα γεωρό και δυνατό που να μην διακρίνεται από μείον ισχυρούς, αλλά από γραμμές αρμονικές, από πνεύμα αγώνιμο σε στρατηγήματα, ψυχή τολμηρή, σόφρονα και καρτερική. Οι γονείς, οι δάσκαλοι και ο παιδαγωγός φρόντιζαν στην Αθήνα, εκτός από όσα τους μάθαιναν στο σχολείο, να γίνουν τα παιδιά ντροπαλά και να μιλούν μονάχα για να απαντούν, αλλά και τότε με ευλάβεια.
Στο σχολείο και στη Μαλέστρα έπρεπε τα παιδιά να κάθονται φρόνιμα, να πηγαίνουν ήσυχα στο δρόμο τους και να μην κοιτάζουν κανένα κατά πρόσωπο, όπως αναφέρουν ο Πλούταρχος και ο Λουκιανός. Η είσοδος στην αγορά ήταν απαγορευμένη, ούτε στα δικαστήρια πήγαιναν. Τα πήγαιναν όμως τα παιδιά στο θέατρο για να παρακολουθήσουν όχι μόνο τη διδασκαλία τραγωδιών, αλλά και κομμωδιών.
Εκεί δεν ωφελούνταν και ψυχαγωγούνταν μονάχα. Μάθαναν ακόμα, πριν εμφανιστούν ηθοποιείς στη σκηνή από τον Κίρικα, ποια βραβεία είχε απονείμει ο Δήμος σε εκείνους που ήθελε να τιμήσει. Ο Εσχήνης, μάλιστα στο λόγο του κατακτησιφόντος, υποστηρίζει πως όχι μονάχα οι παλέστρες, ούτε τα διδασκαλία, ούτε οι μουσικοί παιδεύουν τους νεότερους, αλλά πολύ περισσότερο τα δημόσια κηρύγματα.
Με αυτά εννοούσε τα δημόσια ψηφίσματα που διάβαζε ο Κίρικος στο θέατρο, μνημονεύοντας τις τιμές που απένει με η πολιτεία στους άξιους πολίτες της. Παρνάμε τώρα σε μια πτυχή της εκπαίδευσης που οι νεότεροι ευτυχώς αγνοούν, αλλά οι παλαιότεροι θυμούνται καλά. Από την αρχαιότητα έως τους νεότερους χρόνους, ο δρόμος προς τη μάθηση υπήρξε συχνά ακαθόδης και συνδεδεμένος με την αυστηρότητα.
Από τα σχολεία της κλασικής Αθήνας, όπου ο δάσκαλος επιστράτευε συχνά τον Άρθικα, τη Βέργα, για να συνηθίσει τους άτακτους μαθητές και τα σκληρά μαστιγώματα των εφήβων στη Σπάρτη μπροστά στο άγαλμα της ορθίας Αρτέμιδος, η παράδοση της σωματικής τιμωρίας αποδείχθηκε ανθεκτική στο χρόνο. Πέρασε στις αυστηρές νηστείες και τις θερήσεις των Βυζαντινών καλογεροδάσκαλων, επιβίωσε στα θρανία της τουρκοκρατίας και κορυφώθηκε στον διαβόητο φάλαγγα των σχολείων του 19ου αιώνα.
Μία μακρά διαδρομή που αποδεικνύει με πόση σκληρότητα και πόσες δοκιμασίες ήταν κάποτε συνειφασμένη η απόκτηση της γνώσης Όσο κι αν είναι μαρτυρικά τα χρόνια που περνούν στα Δρανία Οι μαθητές σήμερα πρέπει να θεωρούν προνομιούχο τον εαυτό τους και να μακαρίζουν την εποχή μας Γιατί δεν συνέβαινε το ίδιο και παλιά Ποιος από εμάς τους μεγαλύτερους δεν δοκίμασε τη βέργα του δασκάλου Ποιος δεν έχει στις παλάμες το ένα όρατο σημαδάκι από τη ρίγα Όταν τα παγωμένα πρωινά αρνιόταν να παρουσιαστεί στο μάθημα για να δώσει το απαραίτητο παρόν Το σχολείο δημόσιο ή ιδιωτικό είχε τότε ως παιδαγωγικό μέσο το ξύλο της γνώσεως Το ξύλο που βγήκε από τον παράδεισο Το ξύλο τέλος που έπαιρνε κούτσουρα και έβγαζε μεγάλους ανθρώπους Ας είναι!
Ακόμα και εμείς που δοκιμάσαμε τις χαϊδευτικές ξυλιές του δασκάλου μας, οφείλουμε να ευλογούμε τον Θεό που δεν μας έφερε στον κόσμο πριν από μερικές χιλιάδες χρόνια. Διότι από την Πανάρχεια κιόλας εποχή, ο άτακτος και αδιάβαστος μαθητής υπέφερε τα πάνδυνα. Σε παπήρους καθώς και σε ασυριακά και εφηνικικά κείμενα, μνημονεύονται τρομακτικά πράγματα για την παιδαγωγική εκείνου του καιρού.
Είναι γνωστό άλλωστε πως ένας μαθητής στάθηκε η ευορμή να ξεσπάσει πόλεμος ανάμεσα στους Καρχιδονίους και τους Αιγυπτίους. Ο μαθητής αυτός ήταν γιος του βασιλιά Αρέθα του I, ο οποίος τον είχε στείλει στην Αλεξάνδρεια για να μορφωθεί. Φαίνεται όμως ότι ο νεαρός ήταν ιδιαίτερα ζωηρός και οι δάσκαλοι του τον τιμωρούσαν συχνά.
Κάποτε μάλιστα τον έδιραν τόσο πολύ, ώστε έμεινε καθυλωμένο στο κρεβάτι για 40 ημέρες. Μόλις το έμαθε ο πατέρας του, πήγε αμέσως, παρέλαβε το γιο του και λίγο αργότερα κήρυξε έναν πόλεμο που κράτησε 10 ολόκληρα χρόνια. Πάλι καλά δηλαδή, διότι αν ο Αρέθας βρισκόταν στην Ελλάδα και συγκεκριμένα στη Σπάρτη, ποιος ξέρει τι άλλο θα μπορούσε να κάνει.
Η Σπάρτη δεν ήταν απλώς μια πόλη, αλλά ένα απέραντο στρατόπεδο. Δεν διέθετε σχολεία με τη σημερινή έννοια. Είχε όμως μαθητές και δασκάλους. Ο Λυκούργος, ο θρηλυκός νομοθέτης της, είχε θεσπίσει ένα εξαιρετικά σκληρό σύστημα για τα παιδιά, καθώς πίστευε ακράδαντα στη δυνατότητα διαπαιδαγώγησης ηρώ. Μόλις το παιδί συμπλήρωνε ένα μήνα ζωής, το βουτούσαν σε ένα μείγμα με κρασί για να διαπιστώσουν πόσο ανθεκτικό ήταν.
Όσα επιβίωναν, δεν επιτρεπόταν ούτε καν ανταφασιώσου, καθώς ο νόμος απαιτούσε να αναπτύσσονται ελεύθερα τα μέλη τους. Μάλιστα διοργάνωναν κάθε χρόνο διαγωνισμούς ωραίων μωρών, ώστε να θίξουν το φιλότιμο των μητέρων. Ύστερα, μόλις τα παιδιά άρχιζαν να ψελίζουν τις πρώτες τους λέξεις, τα παρέδιδαν στο δάσκαλο. Και τι σήμαινε αυτό? Πολύ απλά, ξύλο.
Δεν τα μάθαιναν δηλαδή γράμματα, αλλά πώς να αντέχουν στη σωματική δοκιμασία και τους ξυλοδαρμούς. Μόλις πατούσαν τα 12 χρόνια τους, γινόταν καινούριος διαγωνισμός που είχε τη σημασία των σημερινών σχολικών εξετάσεων. Σήμερα ο δάσκαλος δίνει τα θέματα στο μαθητή που αν δεν καταφέρει να τα ερμηνεύσει, το πολύ πολύ να απορριφθεί.
Τότε όμως δεν συνέβαινε το ίδιο. Τα παιδιά γονάτιζαν μπροστά στο άγαλμα της ορθίας Αρτέμιδος με γυμνή τυράχη και τα μαστίγωναν όσο να ματώσω. Εκείνο που υπέφερε χωρίς να βγάλει άχνα, το στεφάνωνα. Κάποτε μια μητέρα που είδε το παιδί της να δέρνεται με τέτοιο αλήπιτο τρόπο, έτρεξε δακρυσμένη κοντά του να το αγκαλιάσει. Η γυναίκα αυτή αναγκάστηκε να εγκαταλείψει τη Σπάρτη, επειδή κανείς δεν της μιλούσε και όλοι την περιφρονούσαν.
Η ζωή σε αυτή την πόλη ήταν αποπνικτική, κυρίως όμως για τους νέους που φοιτούσαν στα γυμναστήρια, στα γυμνάσια όπως τα λέγαμε εμείς σήμερα. Όταν οι έφοροι της Σπάρτης πληροφορήθηκαν ότι πολλοί από αυτούς συνήθιζαν να κάνουν περίπατος στις όχθες του Ευρώτα, τους απίφθυναν την εξής διαταγή. Μην περιπατείτε, θεωρώντας ότι ο περίπατος είναι συνήθεια ρομαντική.
Στην Αθήνα πάλι στα χρόνια του περικλή, οι μαθητές όχι μόνο δέρνονταν, αλλά οι δάσκαλοι είχαν επιπλέον το δικαίωμα να τους επιβάλλουν και βαρύ πρόστιμο. Όσοι δυνατούσαν να το πληρώσουν, οδηγούνταν στη φυλακή. Μην απορρίτε, υπήρχαν παιδιά που παρέμεναν έως και έξι μήνες στο δεσμοτήριο μέχρι να εξοφλίζουν οι πατέρες τους στο χρέος.
Ήταν ένας απαράβατος νόμος, ο οποίος καταργήθηκε μόλις τον πρώτο αιώνα μετά Χριστό. Καταργήθηκε δηλαδή η φυλάκηση, όχι όμως και το ξύλο. Αυτό συνεχίστηκε και συνεχίζεται, γιατί και στην εποχή μας παρουσιάζεται πότε-πότε κανένα κρούσμα καθυστερημένου δασκάλου που έδιρε το μαθητή του. Στα Βυζαντινά χρόνια τα πράγματα δεν πήγαιναν καλύτερα.
Οι περισσότεροι δάσκαλοι ήταν καλόχεροι με πολύ αυστηρές αρχές. Έτσι, ανάμεσα στα άλλα βάσανα που υπέφεραν οι μαθητές, ήταν αναγκασμένοι και να νηστεύουν δύο φορές την εβδομάδα, Τετάρτη και Παρασκευή. και η νηστή αυτή δεν ήταν πέξε γέλαση. Ένα κομμάτι κρυθαρόψωμο και μία κούπα νερό για όλη την ημέρα. Ήταν φυσικό λοιπόν τα παιδιά να μένουν αγράμματα.
Υπό τέτοιες συνθήκες προτιμούσαν να το σκάνε και να γίνονται αχθοφόροι παρά να πηγαίνουν στο σχολείο. Ακόμη και όταν συνέβη η άλωση της Κωνσταντινούπολης, όταν οι μαθητές κατέβαιναν νύχτα στις κατακόμβες για να μην ξεχάσουν τη γλώσσα τους, Η σωματική τιμωρία παρέμενε στην πρώτη γραμμή. Όπως αναφέρει ο Θεόδωρος Γαζής, ένας από τους σπουδαιότερους δασκάλους του γένους, τα παιδιά δεχόντουσαν ευχάριστα τις βερκές, επειδή μέσα στη σκλαβιά είχαν αρχίσει να διψούν για μάθηση.
Από εκείνη την εποχή, άλλωστε, μας έμεινε και το πασίγνωστο δημοτικό τραγουδάκι «Φεγγαράκι μου λαμπρό, φέγγε μου να περπατώ, να πηγαίνω στο σχολείο να μαθαίνω γράμματα του Θεού τα πράγματα. Πραγματικά, πώς να πάει κανείς σχολείο, πώς να περάσει νύχτα τους κατασκότεινους δρόμους που έτρεμει η καρδιά του. Οι κατακτητές παραμόνευαν και μόλις έβγαιναν από το πατρικό σπίτι τα παιδιά, έπεφταν στα χέρια τους και τα άσθεναν τότε να πουληθούν στα σκλαβοπάζαρα.
Κι ωστόσο με όλους τους κινδύνους Μόλο που ήξεραν ότι θα φάνε οπωσδήποτε το απαραίτητο ξύλο Πήγαιναν δειλά-δειλά και κατέβαιναν τις σκάλες των πουντρουμπιών και των υπογείων Για να μην χάσουν το μάθημα Για να πάρει κανείς μια ιδέα Παραθέτουμε εδώ ένα μικρό διάλογο ανάμεσα στο δάσκαλο και το μαθητή Όπως ακριβώς υπήρχε σαν αχειρόγραφο της εποχής εκείνης Που έχει τον τίτλο «Περί των αναγκαίων προσωτηρίαν»
Ανώνυμου συγγραφέα. Ο δάσκαλος ρωτούσε «Πόσα χρειάζεται να φυλάτι ο χριστιανός για να κληρονομήσει την αιώνιον ζωή» και ο μαθητής έπρεπε να απαντήσει «Δύο. Πίστην ορθήν και έργα καλά». Άρα γε, εάν έχει τεινάς μόνον πίστη ορθήν και δεν έχει έργα καλά, μπορεί να σωθεί. Όχι, διότι καθώς λέγει η Αγία Γραφή, η πίστης χωρίς τα έργα είναι νεκρά.
και το μάθημα συνεχιζόταν στον ίδιο ρυθμό, ως που κάποιο παιδί σκόνταυτε κάπου. Τότε άρχιζε το ξυλοκόπημα και στο τέλος οι μαθητές σχολούσαν ευχαριστημένοι που είχαν κάνει το χρέος τους απέναντι στο Θεό, την πατρίδα και τους δασκάλους τους. Αντί όμως η παιδαγωγική κατάσταση να εξελίσσεται, εμφάνιζαν σημάδια οπισθοδρόμησης.
Στην Αθήνα στα τέλη του 12ου αιώνα, ο λόγιος Μητροπολίτης Μιχαήλ Ακομινάτος προσπάθησε να αναζωογονήσει την παιδεία, όμως ήρθε αντιμέτωπος με την εδιαφορία και την πνευματική παρακμή των κατοίκων. Τελικά ο σπουδαίος ιεράρχης αναγκάστηκε να εγκαταλείψει την πόλη πικραμένος το 1204, εξαιτίας της φραγκικής κατάκτησης και πέθανε χρόνια αργότερα στην εξορία.
Αλλά και αυτοί οι κάτοικοι είχαν το δίκιο τους. Οι ανάγκες της καθημερινής επιβίωσης ήταν τόσο μεγάλες, ώστε οι γονείς κρατούσαν τα παιδιά κοντά τους για να τους βοηθούν στο σκάψιμο και τις εργασίες του χωραφιού. Παρ' όλα αυτά η γλώσσα μας διατηρήθηκε με όλη τη λαμπερή της ομορφιά. Πέρασε μέσα από βαθιά σκοτάδια για να βγει τελικά ζωντανή στο φως.
Μετά την απελευθέρωση, όταν η Αθήνα έγινε η πρωτεύουσα της Ελλάδας, τα σχολικά κτίρια άρχισαν να πληθαίνουν. Πραγματοποιήθηκαν μεγάλες δωρεές, χτίστηκαν νέα οικήματα και στεγάστηκαν οι μαθητές Όμως εκτός από το ξύλο που συνεχίστηκε ακάθεκτο έκανε τότε την εμφάνισή του και ο διαβόητος φάλαγγας Το δέσιμο δηλαδή των ποδιών και το ανελαίτωμα στίγωμα στις γυμνές πατούσες Στο τελευταίο μέρος της σημερινής μας εκπομπής θα φωτίσουμε μία παραγνωρισμένη Αλλά εξαιρετικά ενδιαφέρουσα πτυχή της καθημερινότητας στην αρχαιότητα Τι συνέβαινε πριν την κατηέρωση των οργανωμένων σχολείων.
Ποιος ήταν ο πραγματικός ρόλος των παιδαγωγών. Θα εκπλαγείτε όταν ακούσετε ότι οι άνθρωποι στους οποίους οι Εθνέοι εμπιστεύονταν την ανατροφή, τη συμπεριφορά και την ασφάλεια των παιδιών τους, ήταν ηλικιωμένοι δούλοι. Θα εξετάσουμε τις αυστηρές απαιτήσεις της εποχής για τη δημόσια συμπεριφορά των νέων, Τις αντιδράσεις μεγάλων φιλοσόφων όπως ο Πλάτωνας και ο Πλούταρχος για αυτό το σύστημα, αλλά και το θεσμό των παιδονόμων και των μαστιγοφόρων.
Σχολεία οργανωμένα δεν υπήρχαν. Σύμφωνα με τις αρχαίες μαρτυρίες, τον παλιό καιρό στην Ελλάδα δεν υπήρχαν σχολεία όπως σήμερα. Η ανατροφή και η μόρφωση των αγοριών και κοριτσιών γίνονταν με πολύ διαφορετικό τρόπο από το σημερινό. Στα χρόνια των Αχαιών, τότε δηλαδή που έγινε ο Τρωικός Πόλεμος, τα αγοριά στο πατρικό τους σπίτι ή στο περιβάλλον που αποτελούνταν από ολόκληρο το σώι κάποιου αρχηγού, μάθαιναν να πολεμούν.
Το επάγγελμα του πολεμιστή ήταν το σπουδαιότερο, όπως μαθαίνουμε από τα δύο μεγάλα θάνατα έπει του Ομήρου, την Ηλιάδα και την Οδύσσια. Τα κορίτσια μάθαιναν να υφαίνουν και να πλέκουν. Δεν γινόταν λόγος για άλλα ενδιαφέροντα και για την υγεία των αγοριών και κοριτσιών. Για να γίνει ένας νέος καλός πολεμιστής έπρεπε να έχει γερό σώμα.
Και για να γίνει ένα κορίτσι καλή μητέρα που να φτιάξει γερά παιδιά έπρεπε να έχει γερό κορμί. Ο προορισμός λοιπόν των κοριτσιών εκείνο τον καιρό ήταν να γίνουν τέλειες νοικοκυρές και καλές μητέρες. Έτσι κάθε μητέρα σύμφωνα με τις αντιλήψεις αυτές ανέτρεφε και μόρφωνε τα κορίτσια της. Μια τέτοια μητέρα ήταν η Πινελόπη, η γυναίκα του Οδυσσέα, που έγινε σύμβολο για όλη την ελληνική αρχαιότητα για τα πλούσια χαρίσματά της ως μητέρα, νοικοκυρά και σύσυγο.
Σχολεία όμως όπως είπαμε δεν υπήρχαν. Γράμματα μάθαιναν τα αγόρια όταν μεγάλωναν, ίσως από τους λεγόμενους αηδούς που ήξεραν τους θρησκευτικούς ύμνους καθώς και τα πολεμικά τραγούδια. Μα και αργότερα στα χρόνια της κλασικής εποχής, τότε που οι ελληνικές πολιτείες ανέδειξαν το μεγάλο πολιτισμό που θαυμάζουν οι αιώνες, η ανατροφή και η μόρφωση των παιδιών δεν άλλαξε και πολύ.
και τότε φρόντιζαν να προετοιμάσουν τα αγόρια για το στρατιωτικό και τα κορίτσια για τον οικοκυριό. Τώρα όμως τα κορίτσια μάθαναν έξω από το κέντημα και την ύφανση, όλα σχεδόν τα σπίτια είχαν αργαλιό και λίγη γραφή, ενώ τα αγόρια μουσική κιασκούνταν στα γυμνάσια, στην πάλη, στο ακόντιο, στο πίδημα, στο τρέξιμο και σε άλλα τέτοια αγωνίσματα που συντελούσαν στην καλή σωματική τους διάπλαση.
Μια όμως που στα χρόνια αυτά οι ελληνικές πολιτείες βρίσκονταν σε ανώτερο στάδιο κοινωνικής εξέλιξης και ανάπτυξης, έπρεπε τα αγόρια να προετοιμαστούν για τη βιοπάλη και για τον πολιτικό βίο. Έτσι χρειάζονταν οι νέοι, όχι όμως και τα κορίτσια, να μορφωθούν, να αποκτήσουν ορισμένες γνώσεις, να καλλιεργηθούν σε αυτά ορισμένες ηθικές και πνευματικές δυνάμεις.
Μια όμως που δεν υπήρχαν οργανωμένα σχολεία όπως σήμερα, ανέθεσαν την ανατροφή των αγοριών στους παιδαγωγούς. Ύστερα δηλαδή από τα 7 χρόνια, οι πατεράτες παρέδωσαν τα παιδιά τους στους γέρους δούλους που είχαν τη φροντίδα τους, ώστε τα 18 και ώστε τα 20 ακόμα, να επιβλέπουν τα αγόρια του αφεντικού τους, όχι μόνο μέσα στο σπίτι, αλλά και στην εξωτερική ζωή τους.
Ο δούλος παιδαγωγός συνόδευε το παιδί στο γυμναστήριο και όπου αλλού πήγαινε για να μορφωθεί. Να μάθει δηλαδή σχέδιο, γυμναστική και γράμματα. Ο παιδαγωγός κρατούσε τις σχολικές αποσκευές, τη σάκα, τα κοντήλια, τη λύρα, τα βιβλία και ό,τι άλλο χρειαζόταν. Ο παιδαγωγός μπορούσε και να δείρει το μαθητή αν δεν ήταν φρόνιμος, αν έκανε αταξίες στο δρόμο και αν ήταν αμελής.
Σύμφωνα με τις αντιλήψεις εκείνου του καιρού, ο μαθητής έπρεπε στο δρόμο να περπατάς στα ίσια, να μην σκύβει, να μην βλέπει δεξιά και αριστερά, αλλά προς τα κάτω, σημείο ευπρέπειας και καλής ανατροφής και να παραμερίζει όταν έρχονταν από την αντίθετη μεριά γέροντες. Ο σεβασμός προς τους ηλικιωμένους και μέσα στο σπίτι, στο δρόμο, στην αγορά και στις δημόσιες τελετές ήταν όρος απαράβατος.
Κι ακόμα ο παιδαγωγός συνήθιζε τα παιδιά να μην φωνάζουν στους τρόμους να φορούν τα ρούχα τους κανονικά και σεμνά και όταν κάθονται είτε στο σπίτι είτε αλλού να μην ακουμπούν το πηγούνι τους στα χέρια τους όταν τρώνε να μην δείχνουν λεμαργία ή να μην δείχνουν προτιμήσεις σε ορισμένα φαγητά Ο παιδαγωγός για όλα αυτά ήταν υπεύθυνος Φυσικά και για τα ήθη του μαθητή του ήταν υπεύθυνος έπρεπε να τον παρακολουθεί παντού για να μην παραστρατήσει.
Πολλοί παιδαγωγιάν και δούλοι κάνανε κατάκριση των δικαιωμάτων τους και έδερναν αλίπητα τους μαθητές τους. Μπορούμε να υποθέσουμε πως η αιτία ήταν βαθύτερη. Η μεγάλη δηλαδή ευστηρότητα προέρχονταν από το μίσος που φόλιαζε στην ψυχή των δούλων εναντίον των αφεντικών τους και γενικά των ελεύθερων πολιτών. Βέβαια υπήρχαν και δούλοι καλοί.
Οι πιο πολλοί όμως ήταν πολύ ευστηροί. Γι' αυτό στην Αθήνα αποκαλούσαν τον παιδαγωγό τυραννούντα και τρομερό. Εκείνο όμως που πρέπει να παρατηρήσουμε και μας κάνει μεγάλη εντύπωση δεν είναι η ευστηρότητα των δούλων παιδαγωγών, αλλά η αφοσίωσή τους. Οι αρχαίοι Έλληνες και ιδίως οι Εθνέοι που έφτασαν σε υψηλό βαθμό πολιτισμού εμπιστεύονταν την ανατροφή και τη μόρφωση των παιδιών τους σε δούλους.
Οι δούλοι αυτοί λόγω της κοινωνικής τους θέσης και της καταγωγής τους, στην πλειονότητά τους ήταν Θράκες και Ασιάτες, θεωρούνταν βάρβαροι. Έτσι ακόμα κι αν το ήθελαν, δεν ήταν σε θέση να προσφέρουν σωστή ανατροφή στα παιδιά των ελεύθερων πολιτών. Μάλιστα πολλοί από αυτούς τους παιδαγωγούς δεν γνώριζαν καλά την ελληνική γλώσσα, με αποτέλεσμα να βαρβαρίζουν, μιλώντας δηλαδή σπασμένα ελληνικά.
Αν και δεν είναι εξακριβωμένο αν υπήρχαν δάσκαλοι που δίδασκαν στα παιδιά γράμματα, αν και πιθανότατα υπήρχαν, τουλάχιστον για τα παιδιά των πλουσιότερων οικογενειών, το εκπαιδευτικό αυτό σύστημα συνάντησε πολλούς επικριτές. Ο Πλάτων διαμαρτυρώταν για την κατάσταση αυτή και τόνιζε πως η ανατροφή των αγοριών πρέπει να ανατεθεί σε ελεύθερους πολίτες που και μόρφωζε να έχουν και ήθος.
Αργότερα ο Πλούταρχος που έγραψε για μία μελέτη περί πέδων αγωγής, μαζί με άλλα, καταδίκαζε τους Έλληνες που εμπιστεύονταν σε αγράμματους, λέμαργους και μέθυσους δούλους την ανατροφή των παιδιών τους. Ό,τι ανεύρωσιν έγραψε, ανδράποδων, ενόπληκτων και λίχνων, προς ταύτην την πραγματείαν άχρηστον. Τούτο φέρονται σ' υποβάλους συνειούς.
Έξω από τους παιδαγωγούς υπήρχαν και οι παιδονόμοι, δημόσιοι άρχοντες που χρέος τους ήταν να επιτηρούν τους μαθητές σε όλες τις εκδηλώσεις και ασχολίες τους στην εξωσχολική ζωή τους. Ήταν δηλαδή γενικοί επιθεωρητές των δούλων παιδαγωγών. Στη Σπάρτη οι παιδονόμοι εκλέγονταν από την τάξη της αριστοκρατίας και είχαν πολλά καθήκοντα και πολλά δικαιώματα.
Είχαν δέ και βοηθούς, τους λεγόμενους μαστιγοφόρους, που έδραναν αλίπητα τα παιδιά που ήταν αδιόρθωτα. Στα γυμναστήρια της Σπάρτης πάλι ήταν διορισμένοι οι λεγόμενοι βιδιέοι ή βιδιάλοι, τον οποίο έργο ήταν να επιβλέπουν τα παιδιά κατά τις γυμναστικές τους ασκήσεις. Από τους πρώτους άγνωστους χαράκτες της ερήμου μέχρι τους γραμματιστές, τους κιθαριστές και τους παιδαγωγούς της κλασικής αρχαιότητας, παρατηρούμε μία διαρκή επίμονη προσπάθεια του ανθρώπου.
Την αγωνία να τηθασεύσει τον προφορικό λόγο, να τον κάνει γραφή και στη συνέχεια να χρησιμοποιήσει αυτή τη γνώση όχι απλώς για να επιβιώσει, αλλά για να διαπλάσει χαρακτήρες, ηθική και πολιτισμό. Η γλώσσα και η παιδεία δεν υπήρξαν ποτέ πολύ τέλεια. Ήταν και παραμένουν η ίδια η ραχοκογαλιά της κοινωνίας μας. Σας ευχαριστώ θερμά που ήσασταν μαζί μου και σε αυτό το ταξίδι στο χρόνο Είμαι ο Τασός Γιάκας Ακούσατε το Telling Stories και σας εύχομαι να έχετε ένα όμορφο υπόλοιπο Χαίρετε
Σχόλια
Χωρίς σχόλιαΣυνδεθείτε για να συμμετάσχετε στη συζήτηση
Σύνδεση για ΣχολιασμόΔεν υπάρχουν σχόλια ακόμα