Μηχανισμοί άμυνας: πώς προστατεύεται ο ψυχισμός από το άγχος | Η ασπίδα του Περσέα
The Ψ PodcastΣχετικά με αυτό το επεισόδιο
Πώς προστατεύεται ο ψυχισμός μας από το άγχος; Στο επεισόδιο αυτό μιλάω για τους μηχανισμούς άμυνας: την άρνηση, την προβολή, την απώθηση, τη διανοητικοποίηση, τηνεκλογίκευση, τη μετάθεση, τη μετουσίωση, δηλαδή κάποιους από τους τρόπους με τους οποίους η ψυχή μας επιβιώνει από το ψυχικό άλγος και το ανυπόφορο άγχος.Ο άξονας του επεισοδίου είναι ο μύθος του Περσέα. Για να νικήσει τη Μέδουσα, ο Περσέας δεν την κοίταξε ποτέ κατάματα: είδε μόνο το είδωλό της πάνω στη γυαλισμένη ασπίδα πουτου έδωσε η Αθηνά. Έτσι ακριβώς λειτουργεί και η άμυνα. Μας επιτρέπει να δούμε έμμεσααυτό που δεν αντέχουμε να δούμε ευθέως, με το τίμημα ότι το είδωλο είναι πάντοτε λίγο παραμορφωμένο.Το επεισόδιο συνεχίζει τη συζήτηση του προηγούμενου, όπου είχαμε μιλήσει για το άγχος ως σήμα κινδύνου. Αν το άγχος είναι ο συναγερμός, οι άμυνες είναι όσα κάνει ο ψυχισμόςμας μόλις εκείνος χτυπήσει.Θα συζητηθούν επίσης τη διάκριση ανάμεσα στις πρώιμες και τις ώριμες άμυνες, τι σημαίνειμια άμυνα να γίνεται άκαμπτη, και τι συμβαίνει με τις άμυνες μέσα στην ψυχοθεραπεία,όπου δεν γκρεμίζονται αλλά χαλαρώνουν σιγά σιγά μέσα σε μια ασφαλή σχέση.
Αυτόματη μεταγραφή — ενδέχεται να περιέχει λάθη.
Χαίρετε. Στο σημερινό επεισόδιο θα επιχειρήσω να μοιραστώ ορισμένες σκέψεις γύρω από τους μηχανισμούς άμυνας του ψυχισμού, δηλαδή γύρω από τους τρόπους με τους οποίους ο ψυχισμός μας, ο νους μας, όπως θέλετε ονομάστε το, είναι το ίδιο πράγμα, προσπαθεί να προστατευτεί από οτιδήποτε αισθάνεται απειλή, κυρίως όμως προσπαθεί να προστατευτεί από το ανυπόφορο ψυχικό άλγος και το πολύ έντονο άγχος.
Ενδεχομένως, ορισμένοι και ορισμένες από εσάς να ακούσατε το προηγούμενο επεισόδιο, το οποίο αφορούσε το άγχος και την ψυχική ενθεκτικότητα, και να αναρωτηθήκατε το τι κάνει ο ψυχισμός μας με όλα αυτά τα ανυπόφορα άγχη, με αυτόν τον πολύ έντονο αψυχικό πόνο, ο οποίος είναι μέρος του να είναι κανείς ζωντανός. Το σημερινό επεισόδιο φιλοδοξεί να απαντήσει σε αυτό το ερώτημα, δηλαδή στο πώς ο ψυχισμός μας προστατεύεται από αυτά τα άγχη, μια προστασία η οποία είναι ασυνείδητη, διότι οι μηχανισμοί αυτή άμυνας δεν είναι συνειδητοί.
Τους επιστρατεύουμε ασυνείδητα για να προστατευτούμε από οτιδήποτε υπερβαίνει την ψυχική μας χωρητικότητα. Την προηγούμενη λοιπόν φορά, στο προηγούμενο δηλαδή επεισόδιο, το άγχος παρουσιάστηκε ως ένα σήμα, ως ένα σήμα κινδύνου, ένας εναγερμός δηλαδή, ο οποίος χτυπάει μέσα μας όταν εγκλαμβάνουμε κάτι πάρα πολύ απειλητικό.
Αυτό το οποίο θα προσπαθήσω να παρουσιάσω λοιπόν σήμερα είναι το τι κάνουμε ασυνείδητα τη στιγμή που αυτός ο Ναγερμός τυπάει, ώστε να βοηθήσω ανθρώπους οι οποίοι επιστρετεύουν αυτές τις άμυνες να κατανοήσουν περισσότερα πράγματα γύρω ενδεχομένως από τους λόγους. Φυσικά πρόκειται για γενικές τοποθετήσεις, οτιδήποτε περισσότερο ειδικό και εξειδικευμένο είναι κάτι το οποίο έχει την αντιμετώπιση του μέσα στην ψυχοθεραπευτική συνθήκη, αλλά μπορώ να παρουσιάσω ορισμένες γενικές πληροφορίες για τους λόγους αλλά και τα είδη των μηχανισμών άμυνας τα οποία χρησιμοποιούμε.
Θα ήθελα ξεκινώντας να κάνω μια πολύ σημαντική διευκρίνηση. Στην κάθε μιλουμένη πολλές φορές μπορεί να χρησιμοποιήσουμε την έννοια αμυντικός με αρνητικό τρόπο. Λέμε δηλαδή κάποιος είναι αμυντικός. Ακόμα και τους ίδιους τους μηχανισμούς άμυνας του ψυχισμού τους θεωρούμε ότι είναι κάτι προβληματικό. Η άποψη αυτή, πέρα από υπερβολικά απλουστευμένη, είναι και λάθος.
Ο λόγος για τον οποίο είναι λάθος είναι διότι η μηχανισμή άμυνας είναι μια φυσιολογική λειτουργία του ψυχικού οργάνου, του ψυχισμού μας δηλαδή, του νου μας, η οποία εγκαθιδρύθηκε αναπτυξιακά πολύ νωρίς, κατά την πρώιμη βρεφική ηλικία, και σκοπό έχει να προστατεύσει τον ψυχισμό από οτιδήποτε θεωρεί απειλητικό. Υπό αυτήν την έννοια οι μηχανισμοί άμυνας μας προστατεύουν και κανένας άνθρωπος δεν θα μπορούσε να ζήσει χωρίς να μείνεται απέναντι στο άγχος και στο ψυχικό πόνο διότι θα κατέρε.
Και όπως πολλές φορές έχω πει και σε διαφορετικά επεισόδια, όσο συγκροτημένος να είναι ένας άνθρωπος, όση δουλειά και αν έχει κάνει με τον εαυτό του, όσο ασφαλής και αν αισθάνεται, δεν μπορεί να αντέξει τον ψυχικό πόνο και το πολύ εντόνο άγχος σε όλο του το βάθος, σε όλες του τις μορφές και φυσικά σε όλες του τις παραλλαγές.
Οι μηχανισμοί άμυνας δημιουργούν προβλήματα όταν ενεργοποιούνται για άλλους ασυνείδητους λόγους, ενεργοποιούνται πολύ έντονα και όταν κανείς δεν έχει εικόνα, δεν μπορεί δηλαδή συνειδητά να κατανοήσει τους λόγους για τους οποίους μπορεί να τους επιστρατεύει αυτούς τους μηχανισμούς. Σε αυτές τις περιπτώσεις, όταν δηλαδή επιστρατεύονται υπερβολικά, γιατί υπάρχουν αλλού είδους φόβοι και άλλα ιδιάνχη πίσω από τους μηχανισμούς αυτούς, τότε δεν προστατεύουν μόνο τον ψυχισμό ενός ανθρώπου, αλλά τον αποκόπτουν από την ψυχική του εμπειρία, τον αποξενώνουν από τον ίδιο του τον εαυτό και τον αποξενώνουν και από τον κοινωνικό του περίγυρο, από τους άλλους ανθρώπους.
Και αυτό λοιπόν είναι σημαντικό. Κανείς να γνωρίζει όσο το δυνατόν περισσότερο. Κανείς δεν μπορεί να γνωρίσει εξ ολοκλήρου τον εαυτό του. Κανείς δεν μπορεί να γνωρίζει τα πάντα για τον εαυτό του. Μπορεί όμως να γνωρίζει αρκετά πράγματα και μερικά από αυτά τα αρκετά έχουν να κάνουν με τον τρόπο με τον οποίο κανείς αμύνεται απέναντι στο ψυχικό πόνο και απέναντι στο άγχος.
το οποίο είναι πάρα πολύ σημαντικό. Σε άλλες δε περιπτώσεις, αυτές οι άμυνες, επειδή υπάρχουν πολύ εντόνιοι φόβοι και ανασφάλειες από πίσω, μπορεί να ενεργοποιούνται εκτεταμένα και να πάρουν την μορφή ενός καταφυγίου, στο οποίο μόνιμα καταφεύγει κανείς, και εκεί η ψυχική ερημιά, η ανυπόφορη μοναξιά που νιώθει κανείς, είναι πράγματι κάτι το οποίο του κοστίζει ψυχικά.
Γι' αυτό είναι καλό κανείς να εργάζεται πάνω στους μηχανισμούς άμυνας που χρησιμοποιεί και δεν θα μπορούσα να βρω καλύτερο μύθο για να αποδώσω όσο πιο εύληπτα, όσο πιο κατανοητά μπορώ και το τι κάνουμε εμείς στη ψυχοθεραπεία με τις άμυνες αυτές από τον μύθο του Περσέα και της Μέδουσα ο οποίος Περσέας για να μπορέσει αρχικά να αντικρίσει και δευτερευόντως να αντιμετωπίσει τη Μέδουσα χρησιμοποίησε την ασπίδα του, την οποία του έκανε δώρο η θεά Αθήνα και έτσι αντιμετώπισε τη Μέδουσα όχι κοιτώντας την κατάματα αλλά κοιτώντας το είδωλό της, την αντανάκλαση της ασπίδας.
Αυτός ο τρόπος περιγράφει με έναν εξαιρετικά έντονο συμβολισμό το τι κάνουμε εμείς στην ψυχοθεραπεία και ένας λόγος που πολλοί άνθρωποι δεν έρχονται στην ψυχοθεραπεία όταν έχουν η ανάγκη να έρθουν στην ψυχοθεραπεία κάτι το οποίο εμείς και πολλοί συναδελφοί μου το ονομάζουμε αντίσταση, αλλά αυτό επίσης είναι κάτι υπεραπλουστευμένο.
Είναι ο φόβος ότι θα τους οθήσουμε πολύ γρήγορα και πολύ άμεσα να κοιτάξουν τις δικές τους μένδοσες και αυτό μπορεί να οδηγεί σε ένα ψυχικό πέτρωμα, σε ένα ψυχικό μαρασμό, όπως συνέβαινε με τον οποιονδήποτε κοιτούσε τη μένδοσα. Και αυτό το οποίο κάνει ο θεραπευτής μέσα στην ψυχοθεραπεία είναι ακριβώς ότι έκανε και στα αρχικά τουλάχιστον στάδια, ότι έκανε και ο Περσέας για να αντιμετωπίσει τη Μέδουσα.
Δεν κοιτάζει κατευθείαν το αγχωγόνο αιρέθισμα, κανείς δεν μπορεί να κοιτάξει κατάματα κάτι το οποίο τον τρομάζει χωρίς αυτό να βλάψει τον ψυχισμό του. Ένας έμπειρος θεραπευτής βοηθάει έναν άνθρωπο να κατανοήσει τους μηχανισμούς του άμυνας, τον βοηθάει να κοιτάζει σιγά σιγά αντανακλάσεις και σκιές των φόβων του μέχρι ο ψυχισμός του να δυναμώσει, μέχρι ο ψυχισμός του να διευρυνθεί και έτσι να μπορέσει να κοιτάξει με ασφάλεια το αγχωγόνο ερέθισμα.
Διότι η κατακλυσμία έκθεση σε κάτι το οποίο μπορεί να είναι τρομακτικό για κάποιον μπορεί να οδηγήσει σε πανατραυματοποίηση, μπορεί να οδηγήσει ακόμα και σε ψυχική κατάρρευση. Γι' αυτόν τον λόγο χρειάζεται κανείς να είναι πολύ προσεκτικός στην θεραπευτική εργασία. Έτσι λοιπόν στη θεραπεία και το λέω αυτό για τους ανθρώπους οι οποίοι φοβούνται την ψυχοθεραπεία, δεν απογυμνώνουμε έναν άνθρωπο από τις ασπίδες του, από τις άμυνες του, αλλά τον βοηθούμε σιγά σιγά να τις κατανοήσει αρχικά γνωστικά και κυρίως συναισθηματικά να κατανοήσει απέναντι σε ποια άγχη και σε ποιον πόνο αμύνεται, ούτως ώστε να έχει επιλογή και ούτως ώστε αυτές οι άμυνες να μην τον αποκόπτουν από την ψυχική του εμπειρία και να μην τον αποκόπτουν και από την επαφή του με άλλους ανθρώπους.
Φυσικά το να παρουσιάσω όλους τους αμυντικούς μηχανισμούς θα ήταν και φιλόδοξο και θα έκανε και το επεισόδιο εξαιρετικά μεγάλο. Γι' αυτόν τον λόγο δεν θα αναφερθώ σε όλους τους αμυντικούς μηχανισμούς, θα αναφερθώ στους κυριότερους αμυντικούς μηχανισμούς, ούτως ώστε να δώσω μια καλή εικόνα, όσο καλύτερη μπορώ, σε έναν άνθρωπο ο οποίος ενδιαφέρεται να κατανοήσει τις βασικές άμυνες του ψυχισμού μας.
Θα ξεκινήσω λοιπόν από τον μύθο του Περσέα και της Μέδουσας ο οποίος θα αποτελέσει την βάση πάνω στην οποία θα στηριχτεί αργότερα η περιγραφή μου γύρω από τους αμυντικούς μηχανισμούς και οποία νομίζω θα μου επιτρέψει να τους εξηγήσω και λίγο περισσότερο συμβολικά Τι λέει λοιπόν αυτός ο μύθος Ο μύθος ξεκινάει με τον Ακρίσιον ο οποίος Ακρίσιος ήταν βασιλιάς του Άργους και είχε πάει, είχε επισκεφτεί το Μαντίο για να ρωτήσει πώς θα αποκτήσει έναν γιο.
Η απάντηση όμως που έλαβε ο Ακρίσιος όταν συμβουλεύτηκε το Μαντίο ήταν μια απάντηση η οποία τον τρόμαξε πάρα πολύ. Το Μαντίο του είπε ότι η κόρη του θα γεννήσει έναν γιο, η κόρη του η Δανάη δηλαδή, ο οποίος όμως θα τον σκοτώσει. Έτσι για να ξεφύγει από τον χρησμό αυτό και από τον θάνατο ο οποίος τον περίμενε, ο Ακρίσιος έχτισε έναν υπόγειο χάλκινο θάλαμο και έτσι εκεί μέσα έκλεισε τη Δανάη, η οποία μάλιστα περιφρουρούνταν από τους φρουρούς.
Ο Δίος όμως κατάφερε να εισέλθει μέσα σε αυτόν τον υπόγειο χαλκινοθάλαμο ως χρυσή βροχή και με αποτέλεσμα η Δανάη να μείνει έγκυος. Ο Ακρίσος δεν πίστευε ότι το παιδί είναι του Δία και έτσι έκλεισε την Δανάη και το γιο της σε μία λάρνακα και τους έριξε στη θάλασσα. Η Λάρνακα όμως αυτή έφτασε στο νησί Σέρυφο όπου τους βρήκε ο δείκτης και τους προστάτευσε.
Ο Περσέας, ο γιος δηλαδή της Δανάης, μεγάλωσε εκεί, όμως ο βασιλιάς της Σέρυφου, ο Πολυδέφκης, ερωτεύτηκε τη Δανάη και ήθελε να απομακρύνει τον Περσέα τον οποίο θεωρούσε απειλή. Σε ένα λοιπόν συμπόσιον, ο Πολυδέκτης ζήτησε από τον Περσέα ένα δώρο. Και ο Περσέας θέλοντας να αποδείξει την αξία του, είπε ότι θα του έφερνε ό,τι δώρο επιθυμούσε ο ίδιος.
Έτσι ο πολιτέκτης ζήτησε από τον Περσέα ένα εξαιρετικά φιλόδοξο και απαιτητικό δώρο, το κεφάλι της Μέδουσας. Και ποια ήταν η Μέδουσα. Η Μέδουσα ήταν μία από τις τρεις γοργόνες, αλλά ήταν η μόνη εθνητή. Ενδεχομένως έχετε δει φωτογραφίες της πως έμοιαζε, είχε φίδια στο κεφάλι της αντί για μαλλιά, αλλά το κυριότερο το οποίο ενδεχομένως το γνωρίζουν οι περισσότεροι άνθρωποι είναι ότι όποιος την κοιτούσε απευθείας στα μάτια γίνονταν πέτρα.
Καταλαβαίνουμε λοιπόν πόσο απαιτητικός ήταν ο άθλος, δεν πρόκειται απλώς για δώρο αλλά για έναν άθλο τον οποίο ζήτησε ο πολυδέκτης από τον Περσέα. Και ο Περσέας έτσι έπρεπε να πλησιάσει τη μέδους σε έναν τρόπο χωρίς όμως να συναντήσει το βλέμμα της διότι εάν συναντούσε το βλέμμα της θα γίνονταν ο ίδιος πέτρα. Ο Περσέας λοιπόν έλαβε την βοήθεια των θεών και κυρίως της θεάς Αθηνάς, η οποία συντρέχει πολλούς ήρωες της αρχαίας ελληνικής γραμματείας και έδωσε στον Περσέα μία χάλκινη ασπίδα, μία γυαλισμένη μάλλον χάλκινη ασπίδα και ήτανε μάλιστα γυαλισμένη με τέτοιον τρόπο ώστε επέτρεπε στον Περσέα να βλέπει τη μέρουσα μέσα από την αντανάκλασή της και όχι απευθείας.
Ο Ερμής, ο ψυχοπομπός και ο αργοφωνιάς αγγελιοφόρος των θεών έδωσε στον Περσέα ένα κοφτερό δρεπάνι το οποίο θα του επέτρεπε να πολεμήσει την Μέδουσα. Και έτσι με τη βοήθεια των θεών και φυσικά των μαγικών αντικειμένων τα οποία παίξεσαι στην πορεία ο Περσέας έφτασε στη σπηλιά όπου η Μέδουσα κοιμόταν. Η Μέδουσα κοιμόταν στη σπηλιά μαζί με άλλες γοργόνες αλλά ο Περσέας την αντιμετώπισε χωρίς να την κοιτάξει ποτέ απευθείας.
Πάλευε με τη Μέδουσα κοιτάζοντας μόνο την αντανάκλαση στην ασπίδα της Αθηνάς και σήκωσε το δρεπάνι του και της έκοψε το κεφάλι. Κι έτσι ο Περσέας κατάφερε αυτό το οποίο δεν είχε καταφέρει κανένας άνθρωπος μέχρι τότε. Μπόρεσε να αντιμετωπίσει την Μέδουσα χωρίς να την κοιτάξει κατάματα. Φυσικά δεν τελειώνει εκεί ο μύθος, ωστόσο θα σταματήσω εδώ πέρα, γιατί πιστεύω ότι αυτό είναι το κομμάτι το οποίο θα μας βοηθήσει να κατανοήσουμε τους αμυντικούς μηχανισμούς, τους οποίους θα παρουσιάσω τώρα, και οι οποίοι συμβολικά αποτυπώνονται, όπως επίσης και το ψυχοθεραπευτικό έργο που κάνουμε, μέσα από το μύθο του Περσέ.
Οι αμυντικοί μηχανισμοί που χρησιμοποιούμε λοιπόν, για να πάω πίσω στους αμυντικούς μηχανισμούς και θα εντάξω τον μύθο στην συνέχεια, είναι δύο ειδών. Υπάρχουν οι αμυντικοί μηχανισμοί οι οποίοι είναι πρώιμοι, καμιά φορά τους ονομάζουμε στην ψυχανάλυση πρωτόγονους και ο λόγος για τους οποίους τους ονομάζουμε πρωτόγονους είναι διότι εγκαθιδρίονται πάρα πολύ νωρίς από την πρώιμη βρεφική ηλικία όπου δεν έχει ακόμα σχηματίσει το ανθρώπινο βρέφος ένα συμπαγές ψυχικό όργανο, έναν συμπαγή ψυχισμό, δεν έχει δηλαδή αναπτυχθεί το αίσθημα του εαυτού και έτσι δεν μπορεί να διαχωρίσει ακριβώς την εμπειρία τη δική του από την εμπειρία του άλλου.
Δεν μπορεί να αναγνωρίσει δηλαδή και να διαχωρίσει κυρίως τον εαυτό του από τον άλλον. Η πρώτη βασική άμυνα την οποία χρησιμοποιεί ένας άνθρωπος και η οποία τη θεωρούμε πρώιμη ή πρωτόγονη είναι η άμυνα της άρνησης. Καμιά φορά περιγράφω την άρνηση ως τον δούριο ύπο. των αμυντικών μηχανισμών και το λέω δούριο ύπο, διότι όπως οι Αχαιοί κατασκευάσανε φυσικά με τη μεγάλη συνεισφορά του Οδυσσέα τον δούριο ύπο, τον οποίο οι Τρώες θεώρησαν ότι ήταν δώρο, τον βάλανε μέσα στα τείχη και αυτό είχε ως αποτέλεσμα την άλωση της πόλης και της σφαγή των Τρώων και έτσι το τέλος του πολέμου με νίκη των Αχαιών, έτσι και η άρνηση είναι ένας μηχανισμός που στην αρχή μοιάζει ως δώρο.
Διότι όπως ο δούριος ύπος φαίνεται ωραίος, προστατεύει και έτσι το τρομακτικό ερέθισμα, όπως οι αχαίοι οι οποίοι κρύβονταν μέσα στο πολύ μεγάλο αυτό άλογο, στον δούριο ύπο, δεν φαίνονται και δεν μοιάζουν απειλητικοί. Το πρόβλημα όμως εδώ πέρα είναι ότι η άρνηση και όλοι μας χρησιμοποιούμε την άρνηση, ειδικά όταν ερχόμαστε αντιμέτωποι με γεγονότα τα οποία είναι τρομακτικά, μπορεί να είναι μια χρόνια ασθένεια, μια καταληκτική ασθένεια, μπορεί να είναι ο θάνατος, μπορεί να είναι ένας χωρισμός, γεγονότα τα οποία δεν μπορεί ο ψυχισμός μας να μεταφολήσει.
Όλοι μας χρησιμοποιούμε την άρνηση, αλλά και μάλιστα η άρνηση είναι και το πρώτο στάδιο του πένθους. Κανείς αρνείται στην αρχή αυτό το οποίο συμβαίνει. Αργότερα όμως, όταν κανείς επεξεργάζεται μια τραυματική εμπειρία, όταν επεξεργάζεται τον ψυχικό πόνο, αρχίζει να εγκαταλείπει την άρνηση ή αρχίζει να εγκαταλείπει αυτό που μια σημαντική ψυχαναλήτρια, η Μέλαν Νικλάιν περιέγραψε ως άρνηση της ψυχικής πραγματικότητας, αρχίζει να μετατοπίσεται σιγά σιγά προς την σταδιακή αποδοχή της.
Διότι αν η άρνηση παραμείνει ως κεντρική εμπειρία, τότε ο ψυχισμός του ανθρώπου καταλήγει να αλώνεται με τον ίδιο τρόπο που αλώθηκε το κάστο της Τροίας από τους Αχαιούς, οι οποίοι ήταν μέσα στον δούριο ύπο. Γι' αυτό η άρνηση είναι δούριος ύπος της ύπαρξης. Και εκεί είναι όταν κανείς κλείνει τα μάτια για να μην δει τη μέδουσα.
αρνείται την ύπαρξη του τέρατος, μιλώ μεταφορικός, αρνείται την ύπαρξη της τρομακτικής εμπειρίας, αλλά το πρόβλημα είναι ότι η άρνηση δεν εξαφανίζει την τρομακτική εμπειρία. Η άρνηση δεν εξαφανίζει το τραυματικό γεγονός και φυσικά ένας άνθρωπος χρειάζεται το χρόνο του για να μετακινηθεί από την άρνηση προς την διαπραγμάτευση και εν τέλει προς την αποδοχή.
Η άρνηση όμως είναι ένας αμυντικός μηχανισμός ο οποίος υπάρχει όπως είπα σε όλους τους ανθρώπους αλλά όταν χρησιμοποιείται εκτεταμένα τότε κανείς μπορεί να υποφέρει πάρα πολύ στην ζωή του διότι το σώμα του θα βρει άλλους τρόπους είτε μέσω ψυχοσωματικών συμπτωμάτων ή ακόμα και μέσα από αρρώστιες ή αυτοάνωσα για να εκφράσει αυτό το οποίο ο ψυχισμός του αρνείται να δεχτεί.
Η κεντρική άμυνα ωστόσο η οποία υπάρχει πολύ νωρίς στην ζωή του ανθρώπου και είναι και η άμυνα που βλέπουμε περισσότερο σε ανθρώπους των οποίων ο ψυχισμός είναι ψυχωτικά ή οριακά οργανωμένος είναι η άμυνα της χάσης ή της διχοτόμησης αυτό το οποίο ονομάζουμε splitting στα αγγλικά και η διχοτόμηση είναι η τάση του ανθρώπου να σκίζει τον εαυτό του τον άλλον και την πραγματικότητα στα δύο μεταξύ καλού και κακού.
Οι άνθρωποι οι οποίοι χρησιμοποιούν την άμυνα της διχοτόμησης είναι οι άνθρωποι οι οποίοι βλέπουν τον κόσμο μέσα από αυτό το ψευδές δίπολο, καλό ή κακό, αλλά τα πράγματα δεν είναι ποτέ μόνο καλά ή μόνο κακά. Υπάρχει μια γκρίζα ζώνη, μια γκρίζα ζώνη η οποία επιτρέπει σε έναν άνθρωπο να μπορεί να βλέπει τον κόσμο και τους συνανθρώπους του μέσα από την πολυπλοκότητα της δικής τους ύπαρξης.
Ο κόσμος δεν είναι καλός ή κακός, τέλειος ή χάλια, δεν είναι οι άνθρωποι τέρατα ή εξαιρετικοί, αλλά υπάρχει και η ενδιάμεση καταθλιπτική, το λέω με τη βαθιά ψυχαναλυτική έννοια, δηλαδή της έννοιας της αποδοχής της πραγματικότητας, η οποία επιτρέπει σε έναν άνθρωπο να αντικρίσει την ζωή με το βάθος και την πολυπλοκότητα που την διακατέχει.
Δύο άλλες άμυνες οι οποίες είναι πολύ έντονα σχετισμένες και αποτελούν απόρρια της διχοτόμησης είναι αυτό που ονομάζουμε η εξειδανίκευση και η υποτίμηση. Για παράδειγμα, κανείς γνωρίζει έναν άνθρωπο, έχω περιγράψει κάποια τέτοια μοτίβα στο επεισόδιο το οποίο έκανα πάνω στην συνεξάρτηση και επειδή έχει βιώσει ενδεχομένως πολλά τραύματα ή επειδή θέλει να δημιουργήσει έναν άνθρωπο καθ' εικόνα και καθ' ομοίωση του ιδανικού του, τον εξυτανικεύει, τον κάνει δηλαδή την μητέρα ή τον πατέρα ή τον σημαντικό άλλο εμπάση περίπτωση τον οποίο δεν είχε στην ζωή του.
Και το πρόβλημα με αυτό είναι ότι η εξυτανίκευση επίσης πρωτόγωνη, επίσης έχει την καταγωγή της στην πρώη μη βρεφική ηλικία όπου το βρέφος εξυτανικεύει την μητέρα του σχέτως της ποιότητας φροντίδας αυτής της μητέρας, διότι με αυτόν τον τρόπο την προστατεύει και από τις κακές της ιδιότητες. Ένας άνθρωπος ο οποίος δεν θέλει να έρθει ετοιμένως με ματαιώσεις και συντροφικές σχέσεις, έχουν ματαιώσεις, κανείς δεν είναι μόνο καλός, κανείς δεν είναι μόνο τέλειος.
Είναι και τα δύο, είναι και καλός, είναι και κακός. Δεν εκφέρω ηθική κρίση, αλλά το λέω με την ψυχολογική του διάσταση. Όταν λοιπόν κανείς θέλει να προστατευτεί από τα κακά της ζωής, τότε εξετανικεύει καταστάσεις. Αυτό μπορεί να είναι μια δουλειά, δεν περιορίζεται μόνο στις τροφικές σχέσεις, μπορεί να είναι ένας φίλος, μπορεί να είναι μια κατάσταση, μπορεί να είναι ένα πτυχίο, ένα επάγγελμα, οτιδήποτε κι αν είναι αυτό.
Ο σκοπός είναι να προστατεύσει την κατάσταση στον άνθρωπο, την δουλειά ή οτιδήποτε άλλο, τα καλά αυτών από τα κακά. Και είναι πολύ προβληματικό διότι έτσι καθιστά την εμπειρία του πάρα πολύ πρόημη και τον αποτρέπει από το να μπορέσει πάλι να αντικρίσει την πολυπλοκότητα μιας κατάστασης. Φυσικά υπάρχει και μια υγιής εξειδανίκευση διότι πάντοτε μια σχέση ή μια κατάσταση ξεκινάει με μια ρεαλιστική εξειδανίκευση.
εξυτανίκευση, αλλά αυτή η ρεαλιστική εξυτανίκευση είναι ότι αυτός ο άνθρωπος και μένω κυρίως στο κομμάτι των σχέσεων γιατί εκεί πέρα είναι πιο έντονες αυτές οι άμυνες, είναι ο καλύτερος όχι στον κόσμο, αλλά είναι ο καλύτερος για εμένα, διότι με έχει πείσει γι' αυτό. Αυτό είναι μια υγιής εξυτανίκευση. Στον αντίποδα της εξυτανίκευσης, πάλι απόρρια του μηχανισμού της διχοτόμησης, του σκησίματος δηλαδή της πραγματικότητας και του αυτού σε καλό και σε κακό, βρίσκεται ο μηχανισμός της υποτίμησης ή διαφορετικά όπως την ονομάζουμε της πρωτόγονης υποτίμησης.
Κανείς βγαίνει δηλαδή από μία σχέση και λέει ότι αυτός ο άνθρωπος ήταν χάλια, είχε μόνο κακά. Αυτό τον βοηθάει πρόσκαιρα ψυχικά, είναι άλλος ένας δούριος ύπος, διότι έχασε μόνο έναν κακό σύντροφο. Αν εγώ ήμουν σε μία σχέση, δύο, τρία, πέντε χρόνια όσο είναι και χωρίσω για να προστατεύσω τον ψυχισμό μου, πρέπει να έχω χωρίσει από κάτι που είναι κακό.
Διότι αν συνειδητοποιήσω ότι έχω χωρίσει και από κάτι που είναι και καλό, αυτό δημιουργεί πολύ μεγάλο πόνο. Και για να προστατευτεί κανείς από τον πόνο αυτόν, καταφεύγει στον μηχανισμό της υποτίμησης που επίσης φτωχαίνει την επαφή ενός ανθρώπου με τον εαυτό του, φτωχαίνει και την επαφή του με τον κόσμο. Και ο πιο σημαντικός μηχανισμός ίσως άμυνας, ο οποίος επίσης βρίσκεται σε όλους αυτούς τους μηχανισμούς τους οποίους περιέγραψα και νοίκει επίσης στις πρώιμες άμυνες, αν και όχι μόνον, είναι ο μηχανισμός που ονομάζουμε προβλητική ταύτιση, ο οποίος διαφέρει από την προβολή, διότι η προβολή είναι όταν έχω κάποια χαρακτηριστικά, κάποιες ψυχικές ποιότητες τις οποίες δεν τις αντέχω και τις αναποθέτω σε κάποιον άλλον.
Η προβλητική ταύτιση εν αντιθέσει είναι ένας μηχανισμός όπου κανείς έχει κάποια χαρακτηριστικά, κάποια συναισθήματα τα οποία δεν μπορεί να τα αντέξει. Επειδή όμως δεν μπορεί να τα αντέξει, τα βάζει μέσα σε έναν άλλον άνθρωπο, αλλά δεν μπορεί να αποκοπεί από αυτά. Και έτσι προσπαθεί να τα ελέγξει μέσα από τον έλεγχο του άλλου ανθρώπου και φυσικά ο άλλος άνθρωπος αρχίζει και αντιδράει σε αυτό.
και αυτό δημιουργεί έναν φαύλο κύκλο ο οποίος μπορεί να είναι πολύ προβληματικός. Όλες αυτές οι άμυνες είναι όπως είπα πρώιμες, διότι εγκαθιδρίονται κατά την πρώιμη βρεφική ηλικία και αν όλα πάνε καλά στην ανάπτυξη ενός ανθρώπου, τότε αρχίζουν σιγά σιγά και μειώνεται μάλλον για το πιο σωστά η χρήση τους και κανείς μετακινείται προς πιο όριμους αμυντικούς μηχανισμούς και οι όριμοι αμυντικοί μηχανισμοί, οι οποίοι τους λέμε όριμους γιατί δεν αποξενώνουν τόσο πολύ έναν άνθρωπο από την εμπειρία του, δεν δημιουργούν ρήγματα στον τρόπο με τον οποίο ένας άνθρωπος βλέπει τον εαυτό του και τον κόσμο, βασίζονται κυρίως πάνω στον μηχανισμό άμυνας της απόθεσης.
Και τι είναι η απόθεση, είναι ένας μηχανισμός κατά τον οποίο ο ψυχισμός μας δεν μπορεί να αντέξει κάποιες επόδυνες εμπειρίες και τις μπρόχνει έξω από την συνείδηση. Ένα παράδειγμα για να επιστρέψω λίγο στον μύθο εδώ πέρα είναι ο Χάλκινος θάλαμος τον οποίο κατασκεύασε ο Ακρίσιος ή επίσης το ότι έβαλε μέσα στη Λάρνακα την Δανάη εγκυμονούσα στον Περσέ.
Έτσι το αγχωγόνο ρέτσιμα θαύτηκε κάπου, αυτό είναι η απόθεση, ότι κανείς βιώνει κάτι το οποίο δεν μπορεί να το αντέξει, το θαύει κάτω από το χαλί, το θαύει σε ένα κομμάτι του ασύνειδητου του και το πετάει μέσα στην θάλασσα αυτή του ασυνειδητή. Όμως το πρόβλημα, και όπως συνέβη και με το μύθο, είναι ότι κανείς δεν μπορεί να ξεφύγει από τίποτε.
Το αποθυμένο συνέστημα επιστρέφει και πολλές φορές επιστρέφει με τη μορφή συμπτώματος, είναι αυτό που ονομάζουμε δηλαδή η επιστροφή του αποθυμένου, όπως ήταν και η άφηξη του Περσέα στο νησί της Ερήφου. Κανείς λοιπόν δεν μπορεί να χάσει τίποτα, απλώς στην απόθυση υπάρχει κάτι το οποίο είναι προσβάσιμο. Ενώ στην άρνηση, στην διχοτόμηση, στην προβλητική ταύτιση, στην εξτανίκευση και στην υποτίμηση, που αποτελούν πρωτόγονους αμυντικούς μηχανισμούς, κάτι τοποθετείται στον άλλον, βγαίνει έξω από την εμπειρία και δεν είναι τόσο πολύ προσβάσιμο.
Μια άλλη άμυνα, η οποία είναι επίσης μια άμυνα όριμη, υψηλής λειτουργικότητας, είναι η μόνωση του συναισθήματος. Το βλέπουμε πολλές φορές αυτό σε ανθρώπους με τους οποίους εργαζόμαστε, οι οποίοι μπορεί να περιγράφουν τραυματικά γεγονότα χωρίς όμως το συνέστημα. Καμιά φορά τους το λέμε αυτό στην θεραπεία, ότι καταλαβαίνουμε ότι περιγράφουν κάτι εξαιρετικά επώδυνο και τραυματικό, αλλά το συνέστημα του επώδυνου και του τραυματικού δεν φαίνεται στον λόγο τους.
Και η μόνωση έχει να κάνει με μία αποκοπή από την εμπειρία, είναι ένα είδος ψυχικής αναισθησίας, όπως η χειρουργική αναισθησία, όπου κανείς μπορεί να δει τη μέδουσα, για να χρησιμοποιήσω και λίγο τον μύθο ταυτόχρονος, χωρίς να πετρώσει. Όμως το πρόβλημα εδώ είναι ότι αποξενώνεται από τη συναισθηματική του εμπειρία. Και δύο άλλοι μηχανισμοί που μοιάζουν πολύ με τη μόνωση, αν και είναι διαφορετικοί μηχανισμοί, είναι ο μηχανισμός άμυνας της διανοητικοποίησης, που κανείς πάλι μιλάει για τα συναισθήματά του με έναν τρόπο ο οποίος είναι διανοητικά εκλεπτισμένος αλλά δεν τα νιώθει.
Είναι σαν να διαβάζει κάποιος για παράδειγμα μάλλον το πω αλλιώς, σαν να μιλάει κάποιος για κάτι το οποίο τον συγκλώνει σε βαθιά αλλά είναι σαν να διαβάζει του Δελτίου καιρού για παράδειγμα. Είναι σαν να περιγράφει κάποιος την μέδουσα του ψυχισμού του αντί να την κοιτάξει ακόμα και μέσα από την αντανάκλαση της μεταφορικής ασπίδας.
και επίσης ειγενής μηχανισμός με την διανοητικοποίηση είναι ο μηχανισμός της εκλογήκευσης, όπου κανείς, και αυτό το βλέπουμε σε ανθρώπους θεραπευομένους, οι οποίοι πολλοί από αυτούς είναι και εξαιρετικά ευφυείς και μάλιστα πολλοί έχουν αναπτύξει και έντονα τις διανοητικές τους, τις γνωστικές τους ικανότητες, ακριβώς γι' αυτόν τον λόγο, ως αντιστάθμισμα και για να μπορέσουν να προστατευτούν από την επόδυνη εμπειρία.
στην εκλογήκευση κανείς βρίσκει καλούς λόγους για κάτι το οποίο έκανε. Το δικαιολογεί δηλαδή με απολύτως λογικά επιχειρήματα τα οποία μάλιστα μέσα στην θεραπεία μπορεί να είναι και πολύ αληθοφανή και μπορεί μάλιστα να είναι και πολύ πιστικά. Αλλά εκεί πέρα είναι που ο θεραπευτής, και αυτό το βιώνει στην δική του συναισθηματική αντίδραση, αυτό το οποίο βιώνουμε αντιμεταπίβαση, βιώνει διάφορα συναισθήματα και τα βιώνει εκ μέρους του ανθρώπου με τον οποίο δουλεύει.
Διότι υπάρχει εκ πέρα μία πάλι αποκοπή από τη συναισθηματική πραγματικότητα η οποία έχει πάει στον θεραπευτή και έχει μείνει εκεί. Και στη θεραπεία βοηθάμε έναν άνθρωπο σιγά σιγά να καταλάβει για ποιο λόγο χρησιμοποιεί αυτές τις την υπέρμετρη λογική που δεν πρόκειται ακριβώς για λογική στην πραγματικότητα αλλά πρόκειται για αυτό που ονομάζουμε ως εκλογήκευση.
Για μια δηλαδή που είναι και ένα είδος γνωστικής στρέβλωσης της πραγματικότητας περιορίζει δηλαδή την κατάσταση στο εξωτερικά πραγματικό αλλά αν το εξετάσουμε βαθύτερα οι λόγοι αυτοί που επικαλείται κανείς για το οτιδήποτε τον προστατεύουν από τον πόνο. Για παράδειγμα, κάποιος έρχεται και μας λέει ότι εγώ για παράδειγμα χώρισα την γυναίκα μου ή τον άντρα μου γιατί ένα, δύο, τρία με απογοήτευσε σε αυτά.
Και έτσι είναι πάρα πολύ λογικός. Και ακόμα και αν αυτοί οι λόγοι είναι σημαντικοί για τον ίδιο, που ανδεχομένως να είναι, τον αποκόπτουν από την εμπειρία, τον πόνο και τη στεναχώρια την οποία νιώθει για τον χωρίσμο αυτό. Έτσι αποξενώνεται από την συναισθηματική του πραγματικότητα. Άλλη μία άμυνα πολύ σημαντική, όρημη, είναι η άμυνα την οποία ονομάζουμε μετάθεση, όπου κανείς ασυνείδητα μεταθέτει ένα συνέστημα σε κάτι άλλο ή σε κάποιον άλλον άνθρωπο.
Αυτό το περιέγραψα στο επεισόδιο το οποίο έκανα πάνω στα όνειρα, διότι η μετάθεση μας με την συμπίκνωση και άλλους μηχανισμούς είναι χαρακτηριστικά της ονειρικής λειτουργίας. Μεταθέτει δηλαδή κανείς πράγματα τα οποία δεν μπορεί ο ίδιος να αντέξει, σε έναν άλλον άνθρωπο. Η μετουσίωση είναι επίσης μια πολύ όριμη άμυνα όπου μια καταστροφική οργή, όπου ένα καταστροφικό συνέστημα, μια ενόρμηση την οποία θεωρεί κανείς δηλαδή απαράδεκτη, την εκφράζει με έναν τρόπο ο οποίος είναι κοινωνικά αποδεκτός.
Ο Φρόιντ μιλούσε για τους χειρούργους για παράδειγμα, για τη σαδιστική τάση των χειρούργων, δεν υπενήσω με τη χειρουργία, έχουν απαραίτητα σαδιστικές τάσεις, αλλά ανέφερε κάτι τέτοιο Φρόιντ, αν ανακαλώ σωστά, ή ένας άνθρωπος ο οποίος, για παράδειγμα, έχει έντονη υπηρετικότητα, μπορεί να εκτονώνει μέσα από τον αθλητισμό, τις πολεμικές τέχνες, αυτός είναι ένας βοηθητικός τρόπος για να μπορέσει κανείς στην πραγματικότητα να εκτονώσει τις ενορμήσεις αυτές, οι οποίες νιώθει να κατακλείζουν τον ψυχισμό του και δεν ξέρει τι να της κάνει.
Και μία άλλη σημαντική άμυνα την οποία παραβλέπουμε πολλές φορές και καμιά φορά δεν τη θεωρούμε άμυνα αλλά είναι άμυνα είναι το χιούμορ. Και το χιούμορ το βλέπουμε συχνά εμείς στην ψυχοθεραπεία διότι είναι ένας τρόπος και πολλοί άνθρωποι, μάλλον για να πω κάτι πριν πω αυτό με τον τρόπο, πολλοί άνθρωποι οι οποίοι είναι κομικοί για παράδειγμα, είναι άνθρωποι οι οποίοι πραγματικά έχουν μεγάλη θλίψη και στεναχώρια μέσα τους και μέσα από τη δραστηριότητά τους αυτή μπόρεσαν να επιβιώσουν από την θλίψη αυτή.
Φυσικά αυτό χρειάζεται και μεγάλη δόση ταλέντου, αλλά το χιούμορ είναι ένας όρημος μηχανισμός, ένας τρόπος του ψυχισμού να ανταπεξέλθει από την πόδινα ψυχική εμπειρία, μετατρέποντάς την σε κάτι το οποίο είναι πολύ πιο ευμεταγόλιστο, πολύ περισσότερο εύπεπτο και σε κάτι το οποίο προκαλεί γέλιο. Και αυτό βοηθάει στο να καθίσει μέσα του όλη αυτή η ψυχική εμπειρία.
Το πρόβλημα, για να πω κάτι και για τις δύο κατηγορίες αμυντικών μηχανισμών, είναι ότι όλοι μας χρησιμοποιούμε πρώιμες άμυνες και όλοι μας χρησιμοποιούμε και όριμες άμυνες. Το πρόβλημα είναι όταν η ψυχική εμπειρία ενός ανθρώπου εστιάζεται κατά βάση σε ένα συγκεκριμένο γκρουπ αμήνων. Εκεί πέρα είναι που σχετίζουμε τις άμυνες αυτές με την οργάνωση προσωπικότητας ενός ανθρώπου, όπως για παράδειγμα ανέφερα, οι πιο προβληματικές άμυνες που αποξενώνουν άνθρωπο από τον εαυτό του την ψυχική του εμπειρία και εμποδίζουν, μάλλον διαταράσουν τα όρια μεταξύ του εαυτού και του άλλου, είναι χαρακτηριστικά ανθρώπων των οποίων ο ψυχισμός είναι περισσότερο οριακά οργανωμένος ή ψυχωτικά οργανωμένος.
Αλλά οι άμυνες δεν χωρίζονται σε καλές, σε κακές, σε όρημες, γιανόρες, με την έννοια της καθομιλουμένης. Όπως είπα, τις κατηγοριοποιούμε έτσι, αναφορικά με τον βαθμό αποξένωσης Ενός ανθρώπου από την πραγματικότητα, από τον εαυτό του και από τις σχέσεις του με τους άλλους. Και θα ήθελα να πω και δύο-τρία πράγματα που ανέφερα στην αρχή για την ψυχοθεραπεία.
Όπως είπα, στην ψυχοθεραπεία ο σκοπός δεν είναι να πετάξουμε την ασπίδα, να πετάξουμε δηλαδή τις άμυνες που προστατεύουν έναν άνθρωπο. Ένας θεραπευτής αντιλαμβάνεται την ευαλωτότητα που νιώθει ένας άνθρωπος. ένας θεραπευτής αντιλαμβάνεται ότι οι άμυνες αυτές επιτελούν μία λειτουργία. Τις επιστρατεύει το ψυχικό όργανο για να προστατεύσουν τον ψυχισμό.
Εάν τις αποτραβήξει απότομα, τότε θα δημιουργηθεί ένα ρήγμα στον ψυχισμό αυτού του ανθρώπου και πολλές φορές εκεί είναι που ανοίγονται ψυχώσεις, εκεί είναι που δημιουργούνται πολύ μεγάλα τραύματα και πολλές φορές η θεραπεία σε αυτές τις περιπτώσεις γίνεται πολύ χειρότερα. Αυτό γίνονταν στην αρχή παραδείγματι όταν ξέραμε πολύ λίγα πράγματα για τους οριακά οργανωμένους ασθενείς, για τους ψυχωτικά οργανωμένους ασθενείς και πήγαιναν οι παλιοί ψυχαναλυτές με καλή θέληση φυσικά την εποχή του Φρόιτ και λίγο αργότερα να εφαρμόσουν μια ψυχαναλυτική τεχνική η οποία ήταν προσαρμοσμένη και κομμένη και ραμμένη στα μάτια ενός ανθρώπου ο οποίος είναι πιο συγκροτημένος ψυχικά σε έναν που δεν είναι.
Και αυτό δεν το άντεχε, γιατί έτσι φέρναν έναν άνθρωπο πολύ γρήγορα σε επαφή με ένα άγχος, ήταν σαν να του βάζανε τη μέδουσα λοιπόν μπροστά στα μάτια του. Ο άνθρωπος όμως αυτός δεν μπορούσε να αντικρίσει τη μέδουσα και κάθε άνθρωπο που την αντίκριζε, με σχόλια, πέτρωνε. Και αυτό συμβαίνει με τους ασθενείς μας λοιπόν, ότι όταν κανείς δεν μπορεί να αντικρίσει κάτι τότε δεν τον εκθέτουμε σε αυτό το ερέθισμα αλλά του δίνουμε μία ασπίδα όπως έδωσε η θεά Αθηνά στον Περσέα για να μπορέσει να κοιτάξει λίγο πίσω και από μακριά και την αντανάκλαση αυτού του πολύ μεγάλου άγχους, του πολύ μεγάλου φόβου ο οποίος μαστίζει τον ψυχισμό του.
Και αυτό είναι μια πράξη η οποία είναι πάρα πολύ βοηθητική. Είναι ο θεραπευόμενος ο οποίος καθοδηγεί το ρυθμό της θεραπείας, όχι ο θεραπευτής. Είναι ο θεραπευόμενος ο οποίος θα καθορίσει το πότε είναι έτοιμος να χρησιμοποιήσει την ασπίδα, γιατί στην αρχή κανείς δεν είναι έτοιμος ούτε να κοιτάξει τον φόβο. Μέσω της αντανάκλασης χρησιμοποιώ πάλι τον μύθο και την ασπίδα του Περσέας συμφωλικά.
και πρέπει ο θεραπευτής να είναι σε θέση να περιμένει να σεβαστεί τον ψυχισμό του ανθρώπου με τον οποίο δουλεύει, να σεβαστεί την ετοιμότητά του και φυσικά να περιμένει όσος χρόνος και αν χρειαστεί μέχρι να νιώσει έτοιμος για να μπορέσει να κοιτάξει λίγο πίσω από αυτήν την άμενα. Και το ζητούμενο, το επιθυμητό και ανάλληλο στόχος είναι σιγά σιγά να κατεβαίνει αυτή η ασπίδα ούτως ώστε να μπορεί κάποιος να κοιτάζει κάτι το οποίο παλαιότερα τον πέτρωνε και πλέον να μην πετρώνει.
Να μπορεί δηλαδή να κοιτάζει κανείς κατάματα τις μέδουσες της δικής του ύπαρξης χωρίς αυτό να τον καθυλώνει, χωρίς αυτό να τον οδηγεί σε κατάρρευση. Και αυτός είναι ο στόχος της θεραπείας γύρω από τους αμυντικούς μηχανισμούς οι οποίοι ερμηνεύονται, οι οποίοι παρουσιάζονται, στους οποίους κάνουμε μία μεγάλη ψυχική εργασία, αλλά δεν πετάμε την ασπίδα, την χρησιμοποιούμε για να φτάσει η ώρα που αυτή η ασπίδα δεν θα είναι αναγκαία, διότι κανείς θα νιώθει τόσο ανθεκτικός, ώστε να μπορεί να μείνεται μεν, γιατί όλοι αμεινόμαστε, είναι αναπόσπαστη λειτουργία του ψυχισμού, αλλά χωρίς να αποκόπτεται από τον εαυτό του, από τους άλλους και από την πραγματικότητα στην οποία ζει.
Σας ευχαριστώ.
Σχόλια
Χωρίς σχόλιαΣυνδεθείτε για να συμμετάσχετε στη συζήτηση
Σύνδεση για ΣχολιασμόΔεν υπάρχουν σχόλια ακόμα