Skip to content
PodBase
Μοναξιά, Έρωτας & Ευτυχία | Q&A #5 (Μέρος Β)

Μοναξιά, Έρωτας & Ευτυχία | Q&A #5 (Μέρος Β)

The Ψ Podcast
Αύγουστος 08, 2026 02:24:26 Σεζόν 4
Συνδεθείτε για να δηλώσετε αν σας αρέσει
Συνδεθείτε για να δηλώσετε αν σας αρέσει
Προσθήκη σε Λίστα Επεισοδίων
Αποθηκεύστε αυτό το επεισόδιο σε λίστα.
Όνομα Λίστας

Σχετικά με αυτό το επεισόδιο

Στο δεύτερο μέρος του Q&A #5 του Ψ Channel απαντώ σε ερωτήσεις του κοινού γύρω από το άγχος, την ευτυχία, τη μοναξιά, την ψυχοθεραπεία και τις ανθρώπινες σχέσεις, συνδυάζοντας την ψυχαναλυτική θεωρία με τα σύγχρονα επιστημονικά δεδομένα.Συζητάμε γιατί ορισμένοι άνθρωποι δυσκολεύονται να απολαύσουν τη ζωή, πώς αναπτύσσεται η ψυχική ανθεκτικότητα, τι είναι η προβολή και η ανάγκη ελέγχου, γιατί εμφανίζεται η ερωτική μεταβίβαση στη θεραπεία και πώς διαφέρει από τον πραγματικό έρωτα. Παράλληλα, εξετάζονται ο φόβος της μοναξιάς, το πένθος, η συνεξάρτηση, η κατάθλιψη, οι κρίσεις πανικού και η σχέση προσωπικότητας και σωματικής υγείας.Επιπλέον, αναλύονται η διαφοροποίηση της διπολικής διαταραχής από την οριακή οργάνωση προσωπικότητας, οι δυσκολίες εμπιστοσύνης προς τον θεραπευτή, η αμφιθυμία απέναντι στη θεραπεία, οι προκλήσεις της εφηβείας στον αυτισμό, η χαμηλή ανοχή στη ματαίωση στις σχέσεις, καθώς και ζητήματα οικογένειας, τραύματος και σωφρονισμού.00:00 – Εισαγωγή και σκοπός του επεισοδίου (Q&A 5)00:50 Ερώτηση 1 Ο μηχανισμός άμυνας της προβολής: πώς λειτουργεί05:56 Ερώτηση 2 Γιατί κάποιοι έχουν πιο έντονη ανάγκη ελέγχου (μανιακή άμυνα)09:58 Ερώτηση 3 Το άγχος, τα είδη του και πώς αναπτύσσεται ανοχή σε αυτό19:49 Ερώτηση 4 Γιατί κάποιοι δεν μπορούν να απολαύσουν τη ζωή τους25:14 Ερώτηση 5 Γιατί κάποιοι άνθρωποι είναι δυστυχισμένοι28:53 Ερώτηση 6 Πώς νιώθει κανείς πιο ευτυχισμένος33:45 Ερώτηση 7 Τι είναι η ψυχική ανθεκτικότητα και πώς χτίζεται40:21 Ερώτηση 8 Το χειρότερο χαρακτηριστικό που μπορεί να έχει ένας άνθρωπος44:20 Ερώτηση 9 Ο «κακός» άνθρωπος: γεννιέται ή γίνεται;52:33 Ερώτηση 10 Γιατί κάποιοι χειροτερεύουν μέσα στην ψυχοθεραπεία58:34 Ερώτηση 11 Γιατί η ερωτική μεταβίβαση δεν είναι πραγματικός έρωτας1:03:53 Ερώτηση 12 Άντρες που ελκύονται μόνο από δεσμευμένες/παντρεμένες γυναίκες1:08:35 Ερώτηση 13 Πώς βιώνεται ο χωρισμός από μια «καλή» σχέση χωρίς μεγάλο πρόβλημα1:14:01 Ερώτηση 14 Ο φόβος της μοναξιάς και η σχέση του με την απώλεια1:19:58 Ερώτηση 15 Συνεξάρτηση, σύνδρομο Peter Pan και βίωμα απώλειας1:26:23 Ερώτηση 16 Ποιοι τύποι προσωπικότητας συνδέονται με τον καρκίνο1:32:07 Ερώτηση 17 Χρόνια θεραπεία και μείζων κατάθλιψη: η οδύνη στη μοναχική στιγμή1:37:12 Ερώτηση 18 Πώς ξεπερνιέται η καχυποψία απέναντι στον θεραπευτή1:40:30 Ερώτηση 19 Τι σημαίνει να αμφιβάλλεις αν χρειάζεσαι θεραπεία1:43:12 Ερώτηση 20 Αυτισμός στην εφηβεία: πού να στραφούν οι γονείς για στήριξη1:45:02 Ερώτηση 21 Ανεπαρκής φροντίδα σε πρώιμη ή μεταγενέστερη ηλικία και τύποι προσκόλλησης1:46:29 Ερώτηση 22 Διπολική διαταραχή vs οριακή οργάνωση προσωπικότητας: διαφορές1:49:53 Ερώτηση 23 Κρίσεις πανικού: διαφορετική θεραπεία και πώς κατευνάζονται1:54:02 Ερώτηση 24 Πώς βιώνεται ο χρόνος στη θεραπεία μετά από ψυχωτικό επεισόδιο2:01:00 Ερώτηση 25 Πρόοδος στη θεραπεία και ερωτική μεταβίβαση προς τη θεραπεύτρια2:04:01 Ερώτηση 26 Άντρας που ελκύεται αποκλειστικά από γυναίκες, ποτέ από άντρες2:06:59 Ερώτηση 27 Το κενό που μένει όταν η τέχνη έπαψε να «απορροφά» τα συναισθήματα2:09:47 Ερώτηση 28 Συμβίωση με μέλος της οικογένειας με σχιζοφρένεια (πρόταση για επεισόδιο)2:10:14 Ερώτηση 29 Πώς η χαμηλή ανοχή στη ματαίωση επηρεάζει μια σχέση2:13:47 Ερώτηση 30 Αντιφατικά μηνύματα στην παιδική ηλικία και αυτοάνοσο νόσημα2:20:23 Ερώτηση 31 Γιατί αποτυγχάνει το κράτος να σωφρονίσει τους τρόφιμους των φυλακών

Αυτόματη μεταγραφή — ενδέχεται να περιέχει λάθη.

Χαίρετε. Σας καλωσορίζω στο δεύτερο μέρος του Q&A 5, το οποίο αρχικώς δημοσίευσα πριν από μερικές εβδομάδες και στο οποίο δυστυχώς δεν κατάφερα να συμπεριλάβω όλες σας τις ερωτήσεις, τις οποίες όμως έχω εντάξει στο παρόν επεισόδιο και θα προσπαθήσω να τις απαντήσω. Έχω μάλιστα βάλει και κάποιες άλλες ερωτήσεις, οποίες μου στείλατε το τελευταίο αυτό διάστημα των 2-3 εβδομάδων από τη δημοσίευση του προηγούμενου επεισοδίου και να απολογηθώ εκ των προτέρων σε περίπτωση που έχω αμελήσει να εντάξω κάποια ερώτηση και σε αυτήν την περίπτωση να σας ενθαρρύνω να μου στείλετε ένα email ούτως ώστε να μπορέσω να την εντάξω στο αμέσως επόμενο επεισόδιο Q&A.

Θα ξεκινήσω λοιπόν από τις ερωτήσεις γιατί είναι αρκετές και μάλιστα πολύ ενδιαφέρουσες. Ερώτηση πρώτη. Μπορείτε να μας πείτε περισσότερα για τον μηχανισμό άμυνας της προβολής. είναι κυρίως οι οριακοί που το χρησιμοποιούν ή ισχύει γενικότερα σύμφωνα με τη ρίση εξειδίων κρίνη στα αλότρια. Η προβολή είναι ένας μηχανισμός άμυνας που όπως κάθε άλλος μηχανισμός άμυνας σκοπό έχει να προστατεύσει τον ψυχισμό του ανθρώπου από ένα ανυπόφορο, αβίωτο εκείνη την στιγμή άγχος.

Και όταν λέω αβίωτο εννοώ ασυνείδητο. Πριν πω περισσότερο όμως για την προβολή, θα ήθελα να πω κάτι για τους μηχανισμούς άμυνας, διότι πολύ συχνά οι άνθρωποι θεωρούν ότι οι μηχανισμοί άμυνας είναι μια προβληματική κατάσταση, αλλά στην πραγματικότητα οι μηχανισμοί άμυνας είναι μια λειτουργία του ψυχισμού, η οποία σκοπό έχει να προστατεύσει τον ψυχισμό μας από άγχη τα οποία είναι πολύ έντονα και τα οποία δεν μπορούμε να μεταβολήσουμε.

Και όπως έχω πει πολλές φορές, δεν υπάρχει ψυχισμός του ανθρώπου, όσο συγκροτημένος κι αν είναι, όσο όριμος κι αν είναι, που να μπορεί να αντέχει όλα τα άγχη σε όλες τους τις μορφές, σε όλες τους τις παραλλαγές και με όλες τους τις εντάσεις. Γι' αυτόν τον λόγο αναπτύσσουμε μηχανισμούς άμυνας, οι οποίοι είναι ασυνείδητοι και ασυνείδητοι σημαίνει ότι δεν έχουμε συνειδητή επίγνωση εκείνη τη στιγμή ότι αμυνόμαστε και αναπροστατευτούμε λοιπόν από αυτά τα άγχη.

Αυτοί οι μηχανισμοί άμυνας εγκαθιδρήθηκαν πολύ νωρίς στην παιδική ηλικία όταν ο ψυχισμός του ανθρώπου ήταν περισσότερο ανώριμος, ωστόσο στην ενήλικη ζωή η εκτεταμένη χρήση τους μπορεί να δημιουργήσει ορισμένα προβλήματα και η προβολή είναι ένας από αυτούς τους μηχανισμούς διότι στην προβολή όταν κανείς έχει μέσα του συναισθήματα τα οποία είναι δυσάρεστα, συναισθήματα τα οποία είναι άβολα, συναισθήματα τα οποία τον κάνουν να αισθάνεται άσχημα επειδή δεν μπορεί να τα αντέξει, ασυνήτατα αποδίδει σε ένα άλλο πρόσωπο και είναι σαν το άλλο πρόσωπο να σκέφτεται, να βιώνει ή να έχει αυτά τα συναισθήματα.

Με απλά λόγια, μέσα από την προβολή κανείς ξεφορτώνεται άβολα συναισθήματα τα οποία έχει μέσα του, επειδή δεν μπορεί να τα αντέξει και τα βάζει σε έναν άλλον άνθρωπο. Αυτό μπορεί να είναι προβληματικό διότι δημιουργεί εντάσεις στις ανθρώπινες σχέσεις. Αν εγώ παραδείγματι αισθάνομαι ότι κάποιος με φθονεί και αυτός ο φθόνος είναι δικός μου και τον βάζω στον άλλον και θεωρώ ότι ο άλλος είναι αυτός ο οποίος με φθονεί αυτό καταλαβαίνει ότι μπορεί να δημιουργήσει δυσκολίες.

Γι' αυτό πολλές φορές στην θεραπεία όταν έρχεται κανείς και είναι πεπισμένος ότι όλοι οι άλλοι σκέπτονται άσχημα γι' αυτόν ημερολητούν άσχημα και βλέπουμε ότι μπορεί να έρχονται και από μέσα του αυτά τα πράγματα, αυτό μπορεί να είναι πολύ βοηθητικό. Όσον αφορά το δεύτερο σκέλος, αν είναι κυρίως οι οριακοί που τον χρησιμοποιούν, η σύντομη απάντηση είναι πως όχι.

Η προβολή είναι ένας μηχανισμός άμνας που το χρησιμοποιούν όλοι οι ψυχισμοί. Σαφώς όσο περισσότερο ασυγκρότητος ή ανώριμος είναι ένας ψυχισμός συναισθηματικά και στους οριακούς ασθενείς ξέρουμε ότι ο ψυχισμός είναι λιγότερο συγκροτημένος. Αυτό σημαίνει ότι ένας οριακός θεραπευόμενος είναι περισσότερο ευάλωτος στα άχια και γι' αυτό τον λόγο εκενώνει τον ψυχισμό του από τα άχια αυτά και χρησιμοποιεί πιο εκτεταμένα τον μηχανισμό άμυνας της προβολής.

Το πρόβλημα με την προβολή είναι ότι δεν περιορίζεται πολλές φορές μόνο στο ξεφόρτωμα των άβολων συναισθημάτων, αλλά στην τοποθέτησή τους μέσα σε έναν άλλον άνθρωπο και στην προσπάθεια ελέγχου του ανθρώπου αυτού, γιατί κανείς δεν μπορεί να αποκοπεί από αυτό που υπάρχει μέσα του, το βάζει στον άλλον και προσπαθεί να το ελέγξει μέσα από τον έλεγχο του άλλου.

Αυτόν τον μηχανισμό άμυνας τον ονομάζουμε προβλητική ταύτιση. Και είναι σημαντικό κανείς να σκέπτεται πάνω στους μηχανισμούς αυτούς και φυσικά να τους εξετάζει και θεραπευτικά. Και ένα τελευταίο που θέλω να πω για την προβολή επίσης είναι ότι η προβολή δεν είναι μόνο ένας προβληματικός μηχανισμός άμυνας, μας συνδέσει και με τους άλλους ανθρώπους.

Εδώ πέρα ουσιαστικά αναφέρομαι στην προβλητική ταύτιση και όχι τόσο στην προβολή, αλλά χρησιμοποιώ τον όρο προβολή γιατί στην καθουμιλουμένη είναι ένας όρος που έχει επικρατήσει, αλλά στην κλινική ψυχανάλυση τον ονομάζουμε προβλητική ταύτιση. Και χρησιμοποιείται για να μπορέσουμε να συμπονέσουμε, να συναισθανθούμε με έναν άλλον άνθρωπο.

Όταν ερχόμαστε αντιμέτωποι με την οδύνη και τον πόνο ενός ανθρώπου, που στην πραγματικότητα προβάλλουμε τα δικά μας συναισθήματα πόνο, όπως εμείς θα τα βιώναμε αν θα ήμασταν στην θέση του, ταυτιζόμαστε με αυτά, και αυτό μας επιτρέπει να συμπονέσουμε έναν άλλον άνθρωπο και να σκεφτούμε πώς μπορεί να νιώθει μέσα από τη δική μας εμπειρία.

Και αυτό μπορεί να είναι πολύ βοηθητικό. Συνεπώς, είναι ένας μηχανισμός ο οποίος μας συνδέει με τους άλλους, αλλά μπορεί να είναι και ένας μηχανισμός ο οποίος δημιουργεί πολλά προβλήματα στη σχέση με τους άλλους. Πρώτης ή δεύτερη, γιατί ορισμένοι άνθρωποι έχουν πιο έντονη την ανάγκη ελέγχου. Ο έλεγχος είναι επίσης ένας αμυντικός μηχανισμός, για την ακρίβεια τον ονομάζουμε στην ψυχανάλυση μανιακή άμυνα και σε έναν βαθμό είναι απαραίτητος και αναγκαίος σε όλους τους ανθρώπους.

Οι άνθρωποι, παραδείγματι, υπάρχουν μέσα από μια ρουτίνα. Η ρουτίνα είναι και μια προσπάθεια σταθερότητας, ενός περιβάλλοντος ασφαλούς, διευκολυντικού, αλλά και μας δίνει και μία αίσθηση ελέγχου. Είναι σημαντικό ένας άνθρωπος να μπορεί να έχει μία αίσθηση ελέγχου για κάποια πράγματα τα οποία φυσικά μπορεί να ελέγξει στην ζωή του.

Όμως είναι μία πραγματικότητα της ζωής, μία επόδυνη πραγματικότητα της ζωής, ότι πολύ λίγα πράγματα δυστυχώς μπορούμε να ελέγξουμε και μάλιστα αυτά τα πράγματα είναι ακόμα λιγότερα από όσα θέλουμε να πιστεύουμε. Αυτό είναι ένα αναρκησιστικό πλήγμα. Και υπάρχει μία φάση ανάπτυξης, την οποία ονομάζουμε στην ψυχανάλυση καταθλιπτική θέση, που μεταξύ άλλων είναι η συνειδητοποίηση της πραγματικότητας, είναι η συνειδητοποίηση της τροτότητας, η συνειδητοποίηση της ευαλωτότητας και η συνειδητοποίηση ότι δεν μπορούμε να ελέγξουμε την ζωή, δεν μπορούμε να ελέγξουμε πράγματα έξω από τον εαυτό μας.

Όσο όμως κανείς περισσότερο ευάλωτος αισθάνεται, όσο περισσότερο έντονα άγχη έχει κανείς και κυρίως αυτά τα άγχη, για να το συνδέσω πιο ξεκάθαρα με την ερώτησή σας, έχουν να κάνουν με την εξάρτηση, με το βασίζεστε δηλαδή στον άλλον, τόσο περισσότερο επιστρατεύει τον έλεγχο. Γιατί με αυτόν τον τρόπο προσπαθεί να ελέγξει τα συναισθήματα εξάρτησης που μπορεί να έχει, προσπαθεί να ελέγξει το άγχος το οποίο συνοδεύει αυτά τα συναισθήματα εξάρτησης τα οποία έχει και έτσι να τα θέσει όλα κάτω από έναν έλεγχο, τον οποίο μάλιστα τον ονομάζουμε παντοδύναμο, προέρχεται από την ασυνείδητη ανάγκη του βρέφους να ελέγξει το περιβάλλον του, να έχει ένα παντοδύναμο έλεγχο, το οποίο εκείνη την περίοδο είναι σημαντικό, όπως έχω πει σε διάφορα podcast που έχω κάνει για την μητέρα, να επιτρέψει το βρέφος να νιώθει παντοδύναμο, ότι ικανοποιούνται οι ανάγκες του, αλλά σιγά σιγά όταν κανείς οριμάζει ψυχικά και ηλικιακά, να μπορεί να αφήσει τον έλεγχο, ότι μπορώ να ελέγξω πέντε πράγματα στη ζωή μου,

αλλά δυστυχώς δεν μπορώ να ελέγξω τα περισσότερα πράγματα στη ζωή μου και αυτή είναι η πραγματικότητα της ζωής με την οποία είναι καλό κανείς να την αποδεχτεί, να την αντέξει, διότι διαφορετικά θα δυστυχήσει. Οι άνθρωποι όμως οι οποίοι δεν μεγάλωσαν σε περιβάλλοντα τα οποία ήταν ασφαλή, περιβάλλοντα στα οποία δεν υπήρχε κάποια προβλεψιμότητα, δυσκολεύονται να αντέξουν την αβεβαιότητα.

Και γι' αυτόν τον λόγο αναπτύσσουν μια μανιακή ενασχόληση με τον έλεγχο. Θέλω τα πάντα να είναι σε τάξη. Το βλέπουμε σε ψυχαναγκαστικούς καταναγκαστικούς ασθενείς, επί παραδείγματοι, οι οποίοι μέσα από καταναγκαστικές πράξεις, είτε αυτό είναι καθαριότητα, είτε αυτό είναι οτιδήποτε άλλο, προσπαθούν να ελέγξουν εξωτερικά κάτι το οποίο νιώθουν ανεξέλεγκτο εσωτερικά.

Ο έλεγχος λοιπόν έχει να κάνει με διάφορα συναισθήματα, έχει να κάνει με άγχη και κυρίως έχει να κάνει με την φαντασίωση ότι μπορεί κανείς, μιλάμε για τον πολύ αντωνέλεχο, με τη φαντασίωση ότι μπορεί κανείς να ελέγξει την πραγματικότητά του ούτως ώστε να μην βρεθεί σε μία κατάσταση στην οποία θα τον κατακλείσει το άγχος.

Αυτή είναι η ουσία και ο λόγος για τον οποίο οι άνθρωποι στρατεύουν συνήθως αυτόν τον έλεγχο, τον οποίο ονομάζουμε μανιακό. Και συνήθως έχει να κάνει με τον άλλον που ξεκινάει αυτό από την μητέρα αλλά πάει σε όλες τις άλλες σχέσεις. Ερώτηση τρίτη. Θα μπορούσατε να μας πείτε μερικά πράγματα για το άγχος και τα είδη του, πώς διαφοροποιείται από το στρες και πώς μπορεί να αναπτύξει κανείς μεγαλύτερη ανοχή στο άγχος.

Με προλάβατε γιατί σκεφτόμουν να κάνω ένα επεισόδιο πάνω στο άγχος και πάνω στα είδη του, οπότε θα πω δύο-τρία πράγματα εν περιλήψη και μάλιστα στο επεισόδιο αυτό το οποίο θα το κάνω πολύ σύντομα, θα μιλήσω και λίγο για την έννοια της ψυχικής ανθεκτικότητας ή της ανοχής στην ματέωση. Πραγματικότητα είναι το ίδιο πράγμα και θα εξηγήσω πώς αυτή οικοδομείται, αλλά και πόσο βοηθητικό είναι κανείς να μπορεί να καλλιεργήσει αυτή την ανοχή στην ματέωση για να μπορέσει να αυξήσει την ψυχική του χωρητικότητα.

Στην πραγματικότητα το στρες και το άγχος είναι δύο καταστάσεις οι οποίες συγχέονται, αλλά στην ψυχολογική και στην ψυχαναλυτική βιβλιογραφία είναι λίγο διαφορετικές έννοιες. Με το στρες συνήθως αναφερόμαστε στην αντίδραση του οργανισμού απέναντι σε μία απειλή, η οποία απειλή κάποτε ήταν εξωτερική, όταν ο άνθρωπος ζούσε ακόμα στις αβάνες, τον κυνηγούσαν τα μεγάλα θηρία ή κυνηγούσε ο ίδιος για να μπορέσει να επιβιώσει, αλλά πλέον στον πολιτισμό μας η απειλή αυτή μπορεί να είναι εσωτερική.

Και το άγχος κινητοποιεί μια τεράστια εσωτερική αντίδραση, η οποία προστατεύει έναν άνθρωπο κινητοποιώντας τον με δύο βασικούς μηχανισμούς. Με τον μηχανισμό της πάλης, τον προετοιμάζει δηλαδή να παλέψει, ή με τον μηχανισμό της φυγής. και σε κάποια θηλαστικά και σε κάποιους ανθρώπους επίσης υπάρχει και ένας τρίτος μηχανισμός του παγώματος, ο οποίος στον άνθρωπο είναι και πιο προβληματικός.

Το άγχος από την άλλη είναι το υποκειμενικό βίωμα, το οποίο έχει να κάνει με μία απειλή, η οποία είναι ασυνείδητη και μάλιστα μου αρέσει όταν μιλάω για το άγχος να το προσεγγίζω αρκά γλωσσολογικά, διότι προέρχεται από το αρχαίο ελληνικό ρήμα το άγχο, το οποίο σημαίνει πνίγο, το οποίο σημαίνει σφίγγου και ακριβώς αυτό είναι αυτό το οποίο νιώθει ένας άνθρωπος.

Ενώ λοιπόν το στρες είναι κάτι το οποίο η μητέρα φύση μας εξόπλησε με αυτό για να μπορούμε να αντιμετωπίζουμε τις απειλές της ζωής, το άγχος είναι ένα υποκειμονικό βίωμα, δεν ξέρει συνήθως κανείς γιατί είναι αγχωμένος. Αν αυτό το άγχος έχει μία σαφή αιτία, συνήθως το αποκαλούμε φοβία. Το άγχος που έχει κανείς τις αράχνες, σε παραδείγμα, δεν το λέμε αραχνοφοβία.

Αλλά το άγχος είναι απροσδιορίστο και υπάρχουν κατά βάση, θα έλεγα, τρία είδη άγχους. Το πρώτο άγχος είναι το άγχος το οποίο ονομάζουμε στην ψυχαναλυτική βιβλιογραφία ψυχωτικό άγχος. Είναι μεν το άγχος που βιώνουν οι άνθρωποι οι οποίοι είναι ψυχωτικοί. είναι το άγχος του κατακαιρματισμού, τη διαλύω τη τη τη τη τη τη τη τη τη τη τη τη τη τη τη τη τη τη τη τη τη τη τη τη τη τη τη τη τη τη τη τη τη τη τη τη τη τη τη τη τη τη τη τη τη τη τη τη τη τη τη τη τη τη τη τη τη τη τη τη τη τη τη τη τη τη τη τη τη τη τη τη τη τη τη τη τη τη τη τη τη τη τη τη τη τη τη τη τη τη τη τη τη τη τη τη τη τη τη τη τη τη τη τη τη τη τη τη τη τη τη τη τη τη τη τη τη τη τη τη τη τη τη τη τη τη τη τη τη τη τη τη τη τη τη τη τη τη τη τη τη τη τη τη τη τη τη τη τη τη τη τη τη τη τη τη τη τη τη τη τη τη τη τη τη τη τη τη τη τη τη τη τη τη τη τη τη τη τη τη τη τη τη τη τη τη τη τη τη τη τη τη τη τη τη τη τη τη τη τη και είναι το άγχος το οποίο κυρίως έχει να κάνει με τον φόβο εγκατάλεψης.

Είναι το έντονο άγχος το οποίο βιώνει κανείς σε έναν χωρισμό όταν φοβάται ότι θα τον εγκαταλείψει ο σύντροφός του και εκεί για παράδειγμα, για να το συνδέσω και με την προηγούμενη ερώτηση, είναι όταν κανείς επιστρατεύει και τον μηχανισμό του παντοδύναμου ελέγχου με τον μανιακό αυτόν τρόπο για να μπορέσει να ελέγξει αυτό το άγχος του αποχωρισμού.

φοβάμαι ότι θα με εγκαταλείψει η σύντροφός μου, πάω ψάχνω το κινητό της συνέχεια μετράω τα λεπτά που είναι έξω, ελέγχω το προφίλ της και ούτω καθεξής και τα δύο αυτά είναι πάρα πολύ έντονα υπάρχει και ένα τρίτο άγχος, το οποίο είναι το άγχος το οποίο ονομάζουμε παρανοϊκό στην πραγματικότητα και έχει να κάνει με την επιθετικότητα ενός ανθρώπου την οποία επειδή ακριβώς δεν μπορεί να την αντέξει, την προβάλλει προς τα έξω και αυτή η επιθετικότητα μετά γυρνάει πίσω του ασύμυδητα μέσα από τους άλλους.

Όταν κανείς φοβάται, για παράδειγμα, ότι οι άλλοι θα τον φλάψουν ή όταν κανείς καμιά φορά έχει αρρωστοφοβία, για παράδειγμα, και γυρνάει όλους τους γιατρούς και οι γιατροί του βρίσκουν ότι δεν έχει τίποτα, ότι είναι καθόλου αιγύης, περισσότερο στο περιπτώσιο αυτό είναι ένα άγχος που σχετίζεται με μια ανεπεξέργαστη επιθετικότητα την οποία κανείς την βγάζει έξω από τον εαυτό του επειδή δεν μπορεί να την αντέξει και αυτή η επιθετικότητα επιστρέφει, είναι αυτό που ο Φρόιντ ονόμαζε, η επιστροφή του αποθυμένου με τη μορφή συμπτώματος.

Το πιο συμπτώμα εμπροκειμένο είναι η αρρωστοφοβία. Κάποιοι θεωρούν το άγχος αποχωρισμού για παράδειγμα ένα ξεχωριστό άγχος. Προσωπικά πιστεύω ότι θα μπορούσε να θεωρηθεί ξεχωριστό άγχος, αλλά είναι κατά βάση και ένα καταθλιπτικό άγχος, το οποίο ονομάζουμε φόβο κατά λήψη. Οπότε αυτά είναι τα τρία βασικά άγχοι τα οποία αντιμετωπίζει κανείς.

Και στο ερώτημα τώρα πώς μπορεί κανείς να αναπτύξει μεγαλύτερη ανοχή στο άγχος, θα ξεκινήσω με την βάση ότι κανείς δεν μπορεί να προστατευτεί από το άγχος, αλλά αυτό που είναι σημαντικό είναι να μπορεί κανείς να νοηματοδοτήσει το άγχος, να μπορέσει δηλαδή να σκεφτεί γύρω από το άγχος. Και καταλαβαίνω πόσο δύσκολο είναι όταν κανείς παθαίνει, για παράδειγμα, μια κρίση πανικού εκείνη τη στιγμή να μπορέσει να σκεφτεί.

Γιατί κατάραγε το άγχος το ψυχωτικό είναι πολύ έντονο. Αισθάνονται ότι χάνει το νότο εκείνη την ώρα δεν μπορεί να σκεφτεί. αλλά μετά από αυτό μπορεί να σκεφτεί το τι του συνέβη, πώς του συνέβη, να το πάει στην θεραπεία του, να το επεξεργαστεί ή όταν κανείς για παράδειγμα φοβάται ότι θα τον εγκαταλείψει ο σύντροφός του και ελέγχει 30 και 40 φορές το προφίλ του στα social media ή ελέγχει το κινητό του στα κρυφά.

Στην πραγματικότητα ελέγχει αυτό το άγχος αλλά δεν σκέπτεται πάνω στο άγχος αυτό. γιατί εγώ βιώνω αυτόν τον πολύ έντονο τρόμο ότι ο σύντροφός μου θα με εγκαταλείψει, γιατί μου συμβαίνει αυτό. Όταν κανείς αρχίζει και σκέπτεται με την βαθύτερη ουσιαστική έννοια του σκέπτεστε, δηλαδή αφουγκράεστε τα συναισθήματά του πάνω στο άγχος, τότε αρχίζει και αναπτύσσει ανοχή πολύ μεγάλη πάνω στο άγχος.

Και αφού ένα παράδειγμα, είχα έναν συνάδελφο στην Ακαδημία, δεν ήταν θεραπευτής στην Βρετανία, ο οποίος, δεν θα πω λεπτομέρειες, αλλά θα πω ότι ήταν πάρα πολύ ευάλωτος στην κριτική των ανθρώπων. Όταν κάποιος του έκανε μία κριτική, η οποία ήταν λίγο αρνητική, ήταν σχεδόν έτοιμος να καταρρεύσει. Ο άνθρωπος όμως αυτός έκανε πολλά χρόνια θεραπεία η οποία τον βοήθησε πάρα πολύ να μπορέσει να διαχειριστεί όλο αυτό το άγχος το οποίο ένιωθε.

Και ενώ στην αρχή μπορεί να του κάνει κανείς μία κριτική και να ένιωθε ότι στην πραγματικότητα ο ψυχισμός του κατέρεε, μετά μπορούσε να σκεφτεί γύρω από όλο αυτό. Για παράδειγμα, θυμάμαι χαρακτηριστικά ότι όταν κάποιος του έκανε κάποιο σχόλιο για ένα paper, ένα κείμενο, ένα δοκίμιο, το οποίο ήθελε να δημοσιεύσει, ανέβαζε 160 παλμούς, αισθάνονταν μια πολύ μεγάλη ταραχή, αλλά μέσα του μετά από λίγο μπορούσε να αυτορυθμιστεί και να σκεφτεί γύρω από αυτό, και μάλιστα ήταν Άγγλος και τον πείραζε ενίδια εστέης μου, του έλεγα ότι είναι όπως τότε οι Γερμανοί, η Luftwaffe, η αεροπορία των Γερμανών, η οποία βομβάρδιζε το Λονδίνο, ισοπαίδωνε τα πάντα, αλλά από κάτω οι Βρετανοί ήταν στην πραγματικότητα μάχη.

Έτσι ήταν και ο ψυχισμός του ανθρώπου αυτού. Μπορεί το πρώτο αγχωγόνο αιρέθισμα, η κριτική του άλλου, να τον τάραζε, να ανέβαζε παλμούς, να ύδρωνε, να δυσκολεύονταν να πάρει ανάσα, αλλά από κάτω ο ψυχισμός ήταν συγκροτημένος, δεν διαλύονταν και έτσι μπορούσε να επαναφέρει και την ομοιόστασή του την σωματική αλλά και την ψυχική του ομοιόσταση.

Και τι θέλω να πω με αυτό και γιατί το φέρνω ως παράδειγμα. Θέλω να πω ότι ακόμα και αν κανείς είναι ιδιοσυγκρασιακά ή και ψυχικά πιο ευάλωτος πάνω στο άγχος, αν μπορέσει να αναπτύξει αυτή την ικανότητα όπως αυτός ο συνάδελφος σας ανέφερα, μπορεί παρά την αρχική ταραχή να μπορέσει, επειδή ο ψυχισμός κάτω είναι συγκροτημένος, να μπορέσει να αναπτύξει την ικανότητα να σκέφτεται πάνω στο άγχος αυτό και έτσι να επεξεργάζεται στην πραγματικότητα το αγχογόνο ερέθισμα ώστε να μην τον κατακλείζει και ώστε να μην διαλύεται από αυτό.

Και η ανάπτυξη του σκέπτεστε είναι ίσως πιο αποτελεσματικός τρόπος να ανοίξει κανείς την ανοχή τους το άγχος, να γίνει δηλαδή μια μεγάλη θάλασσα όπως έλεγε ο Νίτσε, η οποία μπορεί να δέχεται μέσα της βρώμικα ποτάμια χωρίς να μολύνεται η ίδια. Θα πω πολλά περισσότερα για αυτά τα ίδια, άκους και την διαφοροποίηση από το στρες στο επεισόδιο το οποίο θα κάνω και το οποίο ενδεχομένως θα είναι το επόμενο.

Ερώτηση τέταρτη. Γιατί κάποιοι άνθρωποι δεν μπορούν να απολαύσουν την ζωή? όταν θα το αποδείσω λίγο διαφορετικά όταν ο Οδυσσέας που τώρα έχει και την τιμητική του λόγω της ταινίας κατέβηκε στον Άδη στην ραψοδία Νέκια αφού λοιπόν συνάντησε την μητέρα του αφού μίλησε με τον Τίρεση αφού συνάντησε άλλους ήρωες που πολέμησαν Και στην τρία συνάντησε δύο πολύ τραγικές φιγούρες.

Ο ένας ήταν ο Σίσσυφος, για τον οποίο έχω κάνει και ένα επεισόδιο, ο άλλος ήταν ο Τάνταλος. Ο Τάνταλος λοιπόν ήταν κάποιος ο οποίος ήταν δεμένος στον Άδη και ο οποίος κάθε φορά που είχε μια λίμνη, είχε νερό από κάτω του, μια λίμνη από κάτω από το πηγούνι του, αλλά κάθε φορά που ήθελε να πιει νερό για να ξεδιψάσει, η λίμνη αυτή κατέβαινε και έτσι δεν μπορούσε ποτέ να σκύψει, ήταν και αλυσοδεμένος να πιει νερό και να ξεδιψάσει.

Και από πάνω του είχε δέντρα τα οποία είχαν καρπούς, αλλά κάθε φορά που ύψωνα το κεφάλι του για να φάει έναν καρπό, το δέντρο αυτό ανέβαινε προς τον ουρανό και έτσι ήταν καταδικασμένος να μην μπορεί ούτε να ξεδιψάσει, αλλά ούτε να φάει και να χορτάσει. Ήταν δηλαδή καταδικασμένος να ζει στην στέρηση. Και το ερώτημά σας μου θύμισε πάρα πολύ αυτό το μαρτύριο, το οποίο το ονομάζω ταντάλιο μαρτύριο.

Να βρίσκεται κανείς σε μία ζωή η οποία έχει καρπούς, η οποία έχει νερό, μηλό μεταφορικός, αλλά να μην μπορεί να κάνει χρήση των καρπών της ζωής, να μην μπορεί να χορτάσει και να ξεδιψάσει μέσα στη ζωή, όπως ο τάνταλος. Ο τάνταλος όμως, δεν θα πω την ιστορία του για να μην με ακρηγορήσουν, Ήταν ετοιμορημένος, τον είχαν ετοιμορήσει οι θεοί και τον έβαλαν εκεί στον κάτω κόσμο.

Και συνήθως οι άνθρωποι οι οποίοι δεν μπορούν να απολαύσουν τη ζωή έχουν μια πολύ τιμωρητική στάση προς τον εαυτό τους. Συνήθως, αν και όχι απαραίτητα κατά κανόνα, αλλά τουλάχιστον αυτό που έχω δει εγώ στην δική μου μέχρι τώρα κλινική εμπειρία, είναι ότι οι άνθρωποι που δυσκολεύονται να απολαύσουν τη ζωή έχουν μέσα τους μία βουβή πολύ μεγάλη και κατανόμαστη ενοχή και γι' αυτόν τον λόγο είναι σαν το τάνταλο.

Δυσκολεύονται να χρησιμοποιήσουν τη ζωή, δυσκολεύονται να έχουν κάποια απόλαυση. Αισθάνονται ότι δεν δικαιούνται να έχουν κάποια απόλαυση στη ζωή τους. και αυτό το βλέπουμε και σε ανθρώπους οι οποίοι, πολλοί από αυτούς έχουν όλα τα μέσα ή αρκετά, εν πάση περίπτωση, μέσα για να μπορούν να ζήσουν μια αρκετά ικανοποιητική ζωή.

Αλλά δεν το κάνουν διότι ασυνείδητα τιμωρούν τον εαυτό τους. Είναι ένα είδος ασυνείδητης τιμωρίας, η οποία υποκινείται από μια εξίσου ασυνείδητη βουβή ενοχή. Και αν κανείς δεν καταλάβει τον λόγο για τον οποίο νιώθει ενοχή, είναι πολύ δύσκολο να μπορέσει να αποκτήσει πρόσβαση στους καρπούς και θα είναι μονίμως αλυσοδεμένος όπως ήταν ο τάνταλος.

Και στο νου μου έρχεται ένας θεραπευόμενος μου ο οποίος ήταν βαθιά δυστυχισμένος και ήταν δυστυχισμένος συνεχώς και για πάρα πολύ καιρό και ο οποίος όμως άλλαξε πάρα πολύ την ζωή του. στην αρχή είχε πολύ μεγάλες οικονομικές δυσκολίες κατάφερε όμως, ήταν και οξύνους, ήταν έξυπνος άνθρωπος και εργατικός, κατάφερε να αναπτυχθεί μέσα στο επάγγελμά του και να έχει ένα εισόδημα το οποίο ήταν περισσότερο από αξιοπρεπές όμως αυτός ο άνθρωπος δυσκολεύονταν πάρα πολύ να απολαύσει την ζωή του και δυσκολεύονταν να την απολαύσει χωρίς να υπάρχει ένας συνειδητός προφανής λόγος αλλά δεν πήγαινε διακοπές, δεν χρησιμοποιούσε τα χρήματά του για να ικανοποιήσει τον εαυτό του, τα αποταμίευε μόνο φοβούμενος ότι θα υπάρξει κάποια απειλή, δεν μπορούσε να επιτρέψει τον εαυτό του να έχει απολαύσεις, μέχρι που μέσα από την θεραπεία ανακαλύψαμε ότι ο ίδιος ένιωθε ενοχή να χρησιμοποιεί την ζωή του, τα χρήματά του, να απολαμβάνει την ζωή, λόγω του ότι οι γονείς του είχαν πολύ σημαντικές και πολύ σοβαρές οικονομικές δυσκολίες

και ο άνθρωπος αυτός ένιωθε ενοχή να μπορεί ο ίδιος να έχει ξεφύγει από αυτή τη μοίρα των χρεών, των δυσκολιών ενώ οι γονείς του βιώναν πολύ μεγάλες δυσκολίες. Έτσι καταδίκαζε τον εαυτό του σε ένα ταντάλιο μαρτύριο. Αυτό είναι ένα παράδειγμα, αλλά συνήθως πίσω από όλα αυτά βρίσκεται μία βουβή ενοχή, η οποία χρειάζεται να γίνει συνειδητή για να μπορεί να έχει κανείς κάποια πρόσβαση στην απόλαυση, γιατί αλλιώς η ζωή γίνεται όπως ανέφερα ένα ταντάλιο μαρτύριο.

Ερώτηση 5. Γιατί κάποιοι άνθρωποι είναι δυστυχισμένοι στη ζωή τους και πώς γίνεται κανείς να θωρακιστεί απέναντι στη δυστυχία. Η δυστυχία είναι μέρος της ύπαρξης. Η δυστυχία είναι μέρος της ζωής. Θα ήταν αδύνατον, αν και η πιο σωστή λέξη είναι ουτοπικό, να πούμε ότι δεν υπάρχει ή δεν μπορεί να υπάρχει δυστυχία στην ζωή.

Το πρόβλημα είναι όταν κανείς είναι μονίμως δυστυχισμένος και όταν κανείς είναι δυστυχισμένος επομιζόμενος μία δυστυχία η οποία είναι αχρίαστη. Δηλαδή έρχεται περισσότερο όχι από τις τραγωδίες της ζωής αλλά έρχεται από εσωτερικά βιώματα, από εσωτερικές συγκρούσεις, από άλλα άγχοι, τα οποία εάν επιληθούν μπορούν να κάνουν έναν άνθρωπο να πάρει από τη ζωή το μερίδιο της ικανοποίησης και της ευχαρίστησης που μπορεί να πάρει.

Αλλά τη δυστυχία δεν μπορούμε να την εξωστρακίσουμε. Η δυστυχία είναι μέρος της ζωής και ζούμε και σε μια εποχή όπου κυριαρχούν αυτό που ονομάζουμε μεταφορικά οι σιρήνες της ευτυχίας, ότι πρέπει κανείς να είναι μόνιμα ευτυχισμένος, πρέπει κανείς να έχει όλα τα καλά υλικά αγαθά, πρέπει κανείς να πηγαίνει συνέχεια διακοπές του τάδε ωραίο τουριστικό προορισμό και ούτε ο καθεξής.

Αλλά η ζωή δεν είναι έτσι. Η ζωή έχει δυστυχία μέσα, ένα μεγάλο μέρος της ζωής είναι δυστυχία, έχει και πολλές στιγμές ευτυχίας που καλής μπορεί να έχει πρόσβαση και οι άνθρωποι οι οποίοι είναι πολύ δυστυχισμένοι και το οποίο δεν οφείλεται μόνο στις τραγωδίες της ζωής είναι συνήθως οι άνθρωποι οι οποίοι δεν μπορούν και να κάνουν χρήση των ευτυχισμένων στιγμών και εκείνοι που βοηθά η ψυχοθεραπεία.

Και ο τρόπος να θουρακιστεί κανείς απέναντι στη δυστυχία δεν υπάρχει. Κανείς δεν μπορεί να προστατευτεί απέναντι στη δυστυχία. Μπορεί όμως να υποφέρει επικοδομητικά. Και τι εννοώ να υποφέρει επικοδομητικά, εννοώ να μην καταραίει απέναντι στις τραγωδίες της ζωής, να μπορεί να σκέπτεται, όπως περιέγραψα πριν, πάνω και γύρω από την δυστυχία του, να μπορεί να χρησιμοποιεί και τη δυστυχία του.

Με έναν επικοδομητικό τρόπο, ο Καριοτάκης ήταν βαθύτατα δυστυχισμένος άνθρωπος. Ενδεχομένως και ο Καβάφης και πολλοί άλλοι άνθρωποι, σαφώς, δεν έχουμε όλη τη μετουσιωτική ικανότητα του καριοτάκι ή του καβάφι, αλλά μπορεί κανείς να κάνει κάτι με αυτήν την δυστυχία. Επίσης, το να υποφέρει κανείς επικοδομητικά σημαίνει να μπορεί και να έχει πρόσβαση στις ευτυχίες και στις απολαύσεις της ζωής.

Και πολλοί άνθρωποι ασυνείδητα καταδικάζουν σε αυτούς τους στην δυστυχία για τον λόγο που περιέγραψα πριν στο προηγούμενο ερώτημα, ότι φοβούνται να απολαύσουν τη ζωή γιατί αισθάνονται γι' αυτό γίνεται εις βάρος κάποιου άλλου. Όταν λοιπόν αυτό τακτοποιηθεί θεραπευτικά στο νου ενός ανθρώπου, τότε ανοίγει και η κερκόπορτα η οποία στην πραγματικότητα τον οδηγεί και σε μορφές απόλαυσης.

Αλλά η δυστυχία σαν δυστυχία δεν μπορούμε να την αφαιρέσουμε από τη ζωή μας. Η ζωή ενέχει δόσεις δυστυχίας και όπως έλεγε ο Βούδας, η ζωή είναι επώδυνη. Αλλά για να το πω λίγο πιο αντιπροσωπευτικά, η ζωή είναι και επώδυνη. Είναι όμως και ικανοποιητική. Ερώτηση 6. Πώς μπορεί κανείς να νιώθει περισσότερο ευτυχισμένος, γιατί κάποιοι άνθρωποι δείχνουν τόσο ευτυχισμένοι.

Συνδέεται πάρα πολύ με την προηγούμενη ερώτηση, δεν ξέρω αν την έκανε ο ίδιος άνθρωπος, αλλά θα ξεκινήσω από το δεύτερο σκέλος, το οποίο είναι μία φαντασίωση. και εγώ το βλέπω πολύ συχνά αυτό μέσα στην ιδιωτική μου πρακτική, το βλέπω και έξω βέβαια, ότι πολλές φορές οι άνθρωποι πιστεύουν ότι όλοι οι άλλοι διάγουν ένα ζηλευτό βίο, διάγουν έναν εξαιρετικό βίο, έναν τέλειο βίο, ενώ οι ίδιοι είναι βυθισμένοι στην απόγνωση.

Αρχικά ζούμε σε έναν πολιτισμό και σε μια κοινωνία του φαίνεσθε, όπου η εικόνα μετράει, όπου η εικόνα σε κάποιους ανθρώπους φαίνεται να είναι αντιπροσωπευτική με το πρόβλημα ότι δεν είναι αντιπροσωπευτική. Το ότι βλέπει κανείς στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης, το ότι βλέπει στην τηλεόραση μπορεί να μην έχει να κάνει καθόλου με την πραγματικότητα.

Μπορεί κανείς να βλέπει κάποιον να διγάει ένα πανάκριβο αμάξι και αυτός ο άνθρωπος να υποφέρει από εθισμό στα ναρκωτικά. Μπορεί κανείς να βλέπει έναν πλούσιο επιτυχημένο επιχειρηματία και αυτός κάθε πρωί από το άγχος του να κάνει εμετό. Θέλω να πω ότι πολλές φορές οι άνθρωποι έχουμε την τάση να εξειδανικεύουμε πράγματα χωρίς να γνωρίζουμε τι ακριβώς βιώνει ένας άλλος άνθρωπος.

Ένας άνθρωπος βγάζει έξω, ειδικά στον κόσμο της τεχνολογίας και κατά ψέματα. Ο πολιτισμός μας είναι κατά το ίνιση, αν όχι το μεγαλύτερο μέρος πλέον, ένας κόσμος τεχνολογίας, βγάζει έξω την ευτυχία του. Κανείς δεν θα βάλει στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης την δυστυχία του, κανείς δεν θα βάλει τις δύσκολες στιγμές του, κανείς δεν θα δημοσιεύσει την οδύνη του, θα δημοσιεύσει τις ευχάριστες στιγμές.

Αυτό δημιουργεί μία ψευδέστηση ότι υπάρχουν άνθρωποι που διάγουν μόνον έναν ευτυχισμένο βίο, δεν είναι ούτε και αληθινό. Δεν ξέρουμε τι βιώνει μέσα του ένας άνθρωπος και πολλές φορές αυτό που φαίνεται έξω ως υπέρ μετρή ευτυχία μπορεί να κρύβει από πίσω του και άλλα πράγματα και σε αρκετές περιπτώσεις μπορεί να κρύβει μέσα του και μια βαθύτερη δυστυχία.

Στο πρώτο σκέλος του ερωτήματός σας πώς μπορεί κανείς να νιώθει περισσότερο ευτυχισμένος Στα ακουστό κατηγορηματικός. Αλλά στην πραγματικότητα αυτό που θέλω να πω είναι κάτι το οποίο το πιστεύω και όχι κάτι το οποίο θα πρέπει να το υιοθετήσει κανείς άκρητα. Ο τρόπος για να γίνει κανείς περισσότερο ευτυχισμένος είναι να εγκαταλείψει την ανάγκη του για ευτυχία.

Διότι η ευτυχία είναι κάτι το οποίο είναι δύσκολο να ορίσει. Το ότι κάνει ευτυχισμένο έναν άνθρωπο και το ότι κάνει ευτυχισμένο έναν άλλον μπορεί να είναι δύο πολύ διαφορετικά πράγματα. Η ευτυχία λοιπόν δεν είναι κάτι το οποίο μπορεί να οριστεί. Και πολλές φορές η ευτυχία για πολλούς ανθρώπους αναπαριστά μια κατάσταση του νου απειλαγμένη από κάθε πόνο, απειλαγμένη από κάθε δυστυχία, μια κατάσταση του νου όπου κανείς αισθάνεται μόνο πολύ ωραία συναισθήματα, όπως μου είχε πει ένας θεραπευόμενος σε ένα Ίδρυμα Υψής της Ασφαλείας στο Λονδίνο, είναι σαν την επίπεδη γη.

Ήταν ένας νοητός χώρος που πήγαινε στο νότο, που ένιωθε ότι δεν τον άγγιζε τίποτα. Η ευτυχία, λοιπόν, σε αυτές τις περιπτώσεις, είναι μια κατάσταση που είναι βαθιά εξεταγευμένη και δεν έχει να κάνει με την πραγματικότητα. Σαφώς υπάρχουν πράγματα τα οποία κάνουν έναν άνθρωπο ευτυχισμένο και κατά την άποψή μου η ευτυχία χρειάζεται να είναι συνειφασμένη τη τημε τη τη τη τη τη τη τη τη τη τη τη τη τη τη τη τη τη τη τη τη τη τη τη τη τη τη τη τη τη τη τη τη τη τη τη τη τη τη τη τη τη τη τη τη τη τη τη τη τη τη τη τη τη τη τη τη τη τη τη τη τη τη τη τη τη τη τη τη τη τη τη τη τη τη τη τη τη τη τη τη τη τη τη τη τη τη τη τη τη τη τη τη τη τη τη τη τη τη τη τη τη τη τη τη τη τη τη τη τη τη τη τη τη τη τη τη τη τη τη τη τη τη τη τη τη τη τη τη τη τη τη τη τη τη τη τη τη τη τη τη τη τη τη τη τη τη τη τη τη τη τη τη τη τη τη τη τη τη τη τη τη τη τη τη τη τη τη τη τη τη τη τη τη τη τη τη τη τη τη τη τη τη τη τη τη τη τη τη τη τη τη τη τη τη τη τη τη τη τη τη τη τη τη τη τη τη τη τη τη τη τη τη τη τη τη τη τη τη τη τη

η ευτυχία χρειάζεται να είναι συνειφασμένη με τη δημιουργικότητα, γιατί μόνο όταν υπάρχει δημιουργικότητα μπορεί να υπάρξει κάποιο είδους ευτυχία και αυτό είναι και αντίδοτο, η δημιουργικότητα δηλαδή, και στις στιγμές δυστυχίας. Ερώτηση 7. Πώς ορίζεται η ψυχική ανθεκτικότητα? Μειώνεται γενικά με τα χρόνια ή με πολλές ματαιώσεις ή αντίθετα αυξάνεται.

πώς ανακτάται και ποια είναι η σχέση της με το χρόνιο άγχος. Η ψυχική ανθεκτικότητα είναι η ικανότητα ενός ψυχισμού να μπορεί να φιλοξενεί μέσα, άγχοι, δυσκολίες, να μπορεί να φιλοξενεί άβολες αλήθειες, χωρίς ο ψυχισμός να αποσυγκροτείται, χωρίς ο ψυχισμός να καταραίει. Είναι με απλά λόγια δηλαδή η ικανότητα να μπορώ να δέχομαι μέσα μου τις δυσκολίες και τις ματαιώσεις της ζωής χωρίς να αποδιοργανώνουμε.

Η ψυχική ανθεκτικότητα δεν είναι ένα κατηγορικό χαρακτηριστικό, ή το έχει κανείς ή δεν το έχει, παρότι υπάρχουν άνθρωποι που έχουν περισσότερη ψυχική ανθεκτικότητα, αλλά είναι ένα ποιοτικό χαρακτηριστικό το οποίο χτίζεται και το οποίο έχουν άνθρωποι σε μεγαλύτερο βαθμό, αλλά και ένα χαρακτηριστικό το οποίο καλλιεργείται.

Και αυτό είναι το καλό με αυτό. Παρότι η ψυχική ανθεκτικότητα σε πολύ μεγάλο βαθμό έχει τις ρίζες της πέρα από την ιδιοσυγκρασία, γεννιούνται άνθρωποι με μεγαλύτερη ψυχική ανθεκτικότητα, αυτό το ξέρουμε, είναι το 50% η ιδιοσυγκρασία. αλλά πέραν από αυτό υπάρχουν άνθρωποι οι οποίοι μπορούν να καλλιεργήσουν την ψυχή τους ανθεκτικότητα όπως ο συνάδελφος ο οποίος σας ανέφερα πριν, ο οποίος κατέρεε κυριολεκτικά σε κάθε κριτική αλλά παρότι δεν μπόρεσε να γίνει τελείως ήρεμος και δεν θα μπορούσε να γίνει τελείως ήρεμος θα έχανε τον εαυτό του, μπόρεσε να αναπτύξει μια ανθεκτικότητα ψυχική η οποία τον βοηθούσε να σκεφτεί γύρω από αυτό το οποίο συνέβαινε ούτως ώστε να μην καταραίει.

Η ψυχική ανθεκτικότητα μπορεί να μειώνεται με τα χρόνια και τις ματαιώσεις, μπορεί όμως και να θωρακίζεται από αυτά. Και δεν είναι κάτι, γι' αυτό είπατε, ένα κατηγορικό χαρακτηριστικό, δεν είναι κάτι το οποίο μένει ανεπηρέαστο από τις δυσκολίες και τις ματαιώσεις της ζωής. Φυσικά, ένας θωρακισμένος ψυχισμός είναι λιγότερο ευάλωτος από τα άγχη, από τις ματαιώσεις, από δυσκολίες που μπορούν να υπάρχουν, αλλά αυτό δεν σημαίνει ότι είναι αλόβητος ή ότι έχει ανοσία σε αυτές τις καταστάσεις.

Υπάρχουν άνθρωποι οι οποίοι μπορεί να έχουν πολύ καλή λειτουργία αλλά να συμβεί ένα τραυματικό γεγονός στην ζωή τους το οποίο να επηρεάσει τη λειτουργία αυτή σε τέτοιον βαθμό που μπορεί να τους αποδιοργανώσει προσωρινά. Αυτά είναι πράγματα που συμβαίνουν μέσα στην ζωή. Το χρόνιο τώρα άγχος, για να απαντήσω και στο τρίτο σκέλος του ερωτήματός σας, είναι ένα πολύ μεγάλο πρόβλημα και ξέχασα να το αναφέρω στην προηγούμενη ερώτηση για το άγχος, διότι ένας βασικός διαχωρισμός του άγχος είναι του σύντομου βραχυπρόθεσμου άγχος, αυτού που ονομάζουμε δηλαδή στρες, και του χρόνιου άγχους.

Και το χρόνιο άγχος είναι ένα πάρα πολύ μεγάλο πρόβλημα, διότι και βιολογικά, δεν είμαι γιατρός και καλό είναι κανείς να μην μιλάει για πράγματα που δεν τα κατέχει καλά, αλλά από διάφορα αναγνώσματα που έχω ιατρικά γνωρίζω ότι το χρόνιο άγχος μπορεί να δημιουργήσει πολύ μεγάλα προβλήματα, φλεγμονές, αυτοάνωσα. Πλέον έχουμε ένα ολόκληρο κεφάλαιο το οποίο ονομάζεται ψυχοσωματική και το οποίο συνέχεια εξελίσσεται, το οποίο μας δείχνει τις ολέθριες συνέπειες του χρόνιου άγχος, διότι ο πρωτόγονος άνθρωπος, και είμαστε πρωτόγονοι άνθρωποι, τα σώματά μας, οι ανάγκες μας είναι πρωτόγονες.

Ασχέτως αν ο πολιτισμός έχει εξελιχθεί, το σώμα και το ενδοκρινικό σύστημα και το νευρικό σύστημα ενός ανθρώπου δεν είναι προορισμένο να βιώνει χρόνιο άγχος. Πότε είχε για παράδειγμα άγχος ο πρωτόγονος άνθρωπος. Είχε όταν τον κυνηγούσαν τα θηρία, για παράδειγμα, το οποίο θα τελείωνε με τον έναν ή τον άλλον τρόπο. που ή θα σκότωνα ή θα τον σκότωνα, θα τελείωνε όμως το άγχος του, ήταν στιγμιαίο.

Όταν κανείς έχει ένα διαζύγιο το οποίο διαρκεί χρόνια, όταν κανείς είναι σε μια δουλειά, μια τεράστια επίγυδης φορείας, που δεν του αρέσει 5, 10, 20 χρόνια, όταν κανείς είναι εγκλωβισμένος σε μια σχέση, η οποία είναι δυστυχισμένος πολλά χρόνια, αυτός ο άνθρωπος βιώνει ένα πολύ έντονο χρόνιο άγχος και πώς μπορεί να αναπτύξει η ψυχική ανθεκτικότητα σε μια κατάσταση η οποία είναι εξορισμούς στρασογόνα και σε μια κατάσταση η οποία χρειάζεται αλλαγή.

Γιατί όταν κανείς δεν μπορεί να αλλάξει μια κατάσταση εκ των έσω, ο αποχωρισμός μπορεί να είναι μια λύση σε αυτή. Δεν μπορούμε να μιλήσουμε για ψυχική ανθεκτικότητα σε μια πολύ δυσμενή κατάσταση όταν υπάρχει περιθώριο αλλαγής διότι σε αυτή την περίπτωση δεν μιλούμε για ψυχική ανθεκτικότητα, μιλούμε για μαζοχισμό στην πραγματικότητα.

Είναι καλό κανείς να είναι ανθεκτικός και είναι καλό κανείς να μπορεί να προσπαθεί, αλλά όταν για παράδειγμα κανείς είναι σε μία δουλειά, όπως είπα, 10, 15, 20 χρόνια και βιώνει μια πολύ μεγάλη δυστυχία γιατί μισεί αυτό που κάνει. 60-70% στο δυτικό κόσμο των ανθρώπων είναι δυσαρεστημένοι. Και το δυσαρεστημένοι είναι ένας επίεικής χαρακτηρισμός με αυτό που κάνουν και είναι βυθισμένοι στο χρόνιο άγχος.

Αυτός ο άνθρωπος δεν μπορεί να αναπτύξει ανθεκτικότητα απέναντι σε ένα άγχος το οποίο είναι προβληματικό. Είναι όπως σε ένα συνέδριο που είχε γίνει στο Λονδίνο, στα καταφύγια κάτω, κατά την διάρκεια του παγκοσμίου πολέμου και οι ψυχαναλυτές εκεί μιλούσαν, λέγανε τα δικά τους και ένας νεαρός τότε ψυχαναλυτής σηκώθηκε, το όνομά του είναι πολύ μεγάλο ψυχαναλυτής, εξελίχθηκε αργότερα, ο Ντόναλτ Ουίνικοτ, σηκώθηκε και είπε «Κύριε, δεν ξέρω αν το συνειδητοποιείτε, αλλά από πάνω υπάρχουν βομβαρδιστικά αεροπλάνα».

Και αυτή η φράση δείχνει ότι το εξωτερικό περιβάλλον παίζει πάρα πολύ μεγάλο ρόλο. Η ανθεκτικότητα είναι σημαντική, αλλά όταν πετάνε βομβαρδιστικά, μιλώ μεταφορικός από πάνω, χρειάζεται κανείς να αντιμετωπίσει τα βομβαρδιστικά αυτά, να κάνει κάτι για την εξωτερική πραγματικότητα, γιατί αλλιώς δεν μπορεί να τον προστατεύσει ούτε να βρει καταφυγεί ο κανείς μέσα στην ανθεκτικότητα.

Ερώτηση Όδουι. Ποιο θεωρείτε το χειρότερο χαρακτηριστικό σε έναν άνθρωπο? Το πρόβλημα με την ερώτησή σας και δεν είναι ότι αποφεύγω να την απαντήσω είναι ότι είναι μια ερώτηση που πάει περισσότερο στην σφαίρα της ηθικής και η ψυχανάλυση και η ψυχολογία πάει πέρα από το καλό ή το κακό πάει πέρα από την ηθική και είναι καλό ένας θεραπευτής, αν όχι απαραίτητο να αποφεύγει να εκφέρει ηθικές κρίσεις διότι αυτό τον απομακρύνει από την αλήθεια.

Όμως για να δώσω μία απάντηση στο ερώτημά σας, όχι όπως τίθεται αυτό καθε αυτό, αλλά όπως εγώ το αντιλαμβάνομαι, θα σας μπορώ να σας πω ποιο πιστεύω ότι είναι το χαρακτηριστικό που ταλαιπωρεί περισσότερο έναν άνθρωπο και δεν παίζω με τις λέξεις, αλλά όταν θεωρούμε ένα χαρακτηριστικό κακό ή το χειρότερο, τότε αυτό το χαρακτηριστικό εξορισμού μετατρέπεται σε εχθρικό και κανείς δεν μπορεί να αλλάξει το οτιδήποτε νιώθει απέχθεια γι' αυτό.

Κάθε αλλαγή έχει στον παρανομαστή της την αγάπη. Και ευλόγως μπορεί να διαιρωτηθεί ένας άνθρωπος. Μα είναι δυνατόν εγώ να αγαπήσω τον φθόνο μου. Δεν θα αγαπήσει κανείς τον φθόνο του, αλλά μπορεί να συμπάσχει, να νιώσει αισθηνέστηση για τον εαυτό του και μόνο μέσα από αυτή την αισθέση και την αγάπη μπορεί σιγά-σιγά να εγκαταλείψει τον φθόνο ή την επιθετικότητά του απέναντι στους άλλους.

Υπό αυτήν την έννοια το χειρότερο δεν είναι ένας βοηθητικός τρόπος να βλέπουμε τα πράγματα, αλλά υπάρχουν κάποια ψυχικά χαρακτηριστικά τα οποία μπορεί να βυθίσουν έναν άνθρωπο στη δυστυχία, για να πάω και σε ερωτήσεις που συζητήσαμε πριν. Ένα από αυτά τα χαρακτηριστικά, κατά τη δική μου άποψη, είναι η αλαζονία. Και η αλαζονία θεωρώ ότι είναι προβληματική, διότι όχι μόνο είναι ένα χαρακτηριστικό το οποίο είναι κατά βάση ναρκισιστικό, δηλαδή αποκλείει όλους τους άλλους, Αλλά ο κυριότερος λόγος για τον οποίο θεωρώ την αλαζονία ένα χαρακτηριστικό το οποίο στην πραγματικότητα κάνει τον βίαιο ενός ανθρώπου δυσάρεστο και ρηχό, είναι ότι του στερεί τη δυνατότητα να διδαχθεί κάτι από την εμπειρία.

Αν εγώ είμαι αλαζόνας και τα ξέρω όλα, αν εγώ είμαι ο καλύτερος όλων, αν εγώ είμαι ο ανώτερος όλων, τότε δεν μπορώ να διδαχθώ από την εμπειρία. Και αυτό είναι ένα πολύ μεγάλο πρόβλημα, διότι μόνο μέσα από το να διδαχθεί κανείς από την εμπειρία, και όταν λέω εμπειρία εννοώ όπως έλεγε ο Όσκαρ Βάιλτ, εμπειρία είναι το όρομα που δίνουμε στα λάθη μας.

Να μπορεί κανείς να αφουγκραστεί τα λάθη του, να μπορεί κανείς να σκεφτεί πάνω σε αυτό που νιώθει, να μπορεί κανείς να αξιολογήσει τι έκανε βοηθητικά, τι έκανε λιγότερο βοηθητικά. Αν λοιπόν κανείς αισθάνεται ότι είναι μονίμως σωστός, τότε δεν μπορεί να αναπτυχθεί ψυχικά. Και είναι ένα πολύ δύσκολο χαρακτηριστικό και να το δουλέψει κανείς και θεραπευτικά, δύσκολο υπό την έννοια ότι είναι ένα μέρος, αυτό που περιγράψαμε πριν, ο παντοδύναμος έλεγχος.

Επειδή φοβάμαι τις ανεπάρκειές μου, επειδή φοβάμαι το τι θα συναντήσω, προσπαθώ να ελέγξω τον εαυτό μου και έτσι καταφεύγω και σε αυτό το ψυχικό καταφύγιο της αλαζονίας. Είναι και μια μορφή ελέγχου της ευαλωτότητας ενός ανθρώπου. Αλλά είναι ένα χαρακτηριστικό το οποίο μπορεί να βυθίσει έναν άνθρωπο σε μια μεγάλη δυστυχία, αν δεν το επεξεργαστεί κανείς.

Ερώτηση 9. Ποιον άνθρωπο θεωρείται κακό. γεννιέται κανείς κακός ή γίνεται κακός. Επίσης είναι μια ερώτηση που αφορά την ηθική και όχι την ψυχανάλυση, γιατί το παράδειγμα της ψυχανάλυσης, όπως ανέφερα πριν, κινείται πέραν του καλού και του κακού. Ωστόσο, το ζήτημα του καλού και του κακού είναι ένα ζήτημα το οποίο προσωπικά με έχει απασχολήσει.

η δακτορική μου διατριβή αφορούσε την ψυχοπάθεια για τον σεξουαλικό σαδισμό τους ανθρώπους που η κοινωνία, και δεν εκφράζω προσωπική άποψη, που δονεί θεωρεί κακούς, έχουν καταδικαστεί για οι δεχθεί εγκλήματα. Και φυσικά είναι ένα ερώτημα το οποίο έχει απασχολήσει και την φιλοσοφία. Για παράδειγμα, ο Πλάτωνας έλεγε ότι ο καλός άνθρωπος είναι αυτός ο οποίος κάνει στον ύπνο του, αυτό στο όνειρό του δηλαδή, αυτό που κακώς κάνει στην πραγματικότητα.

Ενώ ο Σοκράτης έλεγε ότι κανείς δεν γεννιέται κακός, κανείς δεν είναι κακός με την θέληση του δισεκόν κακός. Έλεγε ο Σοκράτης, βέβαια, καμιά φορά απορώ γιατί το είπε, γνωρίζοντας πολύ καλά τον Αλκηβιάδη και έχω τις διαφωνίες μου πάνω σε αυτό και θα πω τι πιστεύω. χρησιμοποιώντας τη λέξη που τίθεται εδώ στο ερώτημα αυτό, το ποιον άνθρωπο θεωρώ κακό, ξεκινώντας από το αντίθετο του, από το ποιο θεωρώ καλό.

Θεωρώ λοιπόν καλό τον άνθρωπο ο οποίος έχει επίγνωση της κακίας του και την οποία κακία την έχει κάτω υποέλεγχο και δεν την ξεσπάει στους άλλους ανθρώπους. Και το λέω αυτό γιατί η καλοσύνη και η κακία, το μίσος και η αγάπη, αυτός είναι ένας άλλος τρόπος να το δούμε, είναι χαρακτηριστικά που υπάρχουν σε όλους μας. Κάθε άνθρωπος είναι και καλός και κακός.

Και καλός είναι ο άνθρωπος ο οποίος έχει πρωτίστως επίγνωση της κακίας του, επίγνωση του μίσους του, επίγνωση της ομής δολοφονικής του επιθετικότητας. Αν μια φορά χρησιμοποιώ αυτήν την λέξη, ειδικά στο ευρύ κοινό δεν ακούγεται καλά, αλλά πάντοτε λέω ότι σκεφτείτε κάποιος για παράδειγμα να πειράζει ή να κάνει κακό στο παιδί σας.

Αμέσως γεννιούνται συναισθήματα δολοφονικά. Αυτά είναι συναισθήματα τα οποία είναι γεγραμμένα στο ανθρώπινο είδος. Αυτό όμως δεν σημαίνει ότι τα συναισθήματα αυτά πρέπει να εκδραματίζονται. από το θυμόνω μέχρι το εκφράζω το θυμό μου λεκτικά, από το εκφράζω το θυμό μου λεκτικά μέχρι το βιοπραγώ και από το βιοπραγώ μέχρι αφαιρώ τη ζωή ενός ανθρώπου, αυτά τα πράγματα απέχουν έτη φωτός.

Αλλά η καλοσύνη και η κακία είναι καταστάσεις της ανθρώπινης ύπαρξης και όσο μεγαλύτερη γνώση έχει κανείς για την δική του κακία, όσο κανείς μεγαλύτερη γνώση έχει για τα δικά του σκοτεινά κομμάτια ο Κάρολος Γιούγκ το ονόμαζε αυτό σκοία όσο κανείς μεγαλύτερη γνώση έχει λοιπόν για την σκοία του τόσο περισσότερο αυτή η σκοία είναι υποέλεγχο και έτσι δεν θέτει, δεν την εκφράζει μάλλον, δεν την προβάλλει δεν την εκδραματίζει σε άλλους ανθρώπους Αντιθέτως, ο κακός άνθρωπος και το λέω με την ψυχολογική του έννοια όχι με την ηθική του έννοια είναι ο άνθρωπος ο οποίος έχει γνώση της κακίας του αλλά δεν δίνει δεκάρα τσακιστή γι' αυτήν και την εκφράζει στους άλλους γιατί ευχαριστιέται από αυτόν και αυτό υπάρχει σε προσωπικότητες οι οποίες είναι σαδιστικές και για να μην παρεξηγηθώ ο σαδισμός επίσης είναι ένα χαρακτηριστικό το οποίο υπάρχει σε όλους τους ανθρώπους όχι στον ίδιο βαθμό.

Αλλά υπάρχουν κάποιες προσωπικότητες οι οποίες είναι δομικά σαδιστικές, δηλαδή προσωπικότητες οι οποίες εφραίνονται μέσα από την πρόκληση κακού στους άλλους, γιατί τι είναι ο σαδισμός, είναι το συνέστημα ευχαρίστησης το οποίο προκύπτει μέσα από τον εξευτελισμό, την ταπείνωση και μέσα από το να βάζει κανείς έναν άλλον άνθρωπο κατά από τον απόλυτο έλεγχό του.

Είναι η ευχαρίστηση που παίρνει κανείς μέσα από την οδύνη ενός άλλου ανθρώπου. Υπάρχουν άνθρωποι, υπάρχουν προσωπικότητες οι οποίες είναι πιο ψυχοπαθητικές, πιο αντικοινωνικές, πιο σαδιστικές, οι οποίοι ξέρουν ότι κάνουν κακό, αναγνωρίζουν ότι κάνουν κακό και αυτό είναι συνειδητή γνώση. Ενώ μπορεί κανείς να κάνει κακό σε έναν άλλον άνθρωπο, να μιλήσει άσχημα σε έναν άλλον άνθρωπο, να μην σκεφτεί ότι μπορεί να τον πλήγωσε, να το φέρει στη θεραπεία, να το επεξεργαστεί με τον θεραπευτή και μετά να νιώσει ενοχή.

Και ο πολιτισμός μας βασίζεται πάνω σε δύο πράγματα, στην εσνέση και στην ενοχή. Αν αφαιρεθούν αυτά τα δύο, τότε θα γίνουμε μια βίαιη κοινωνία. Γι' αυτό λοιπόν λέω ότι ο κακός άνθρωπος, και αυτό είναι μια πολύ μικρή μειονότητα των ανθρώπων, σχεδόν στατιστικός ασήμαντης, σχεδόν, αλλά υπάρχει, είναι άνθρωποι οι οποίοι, Και εκεί διαφωνώ με το σοκρατικό απόφθεγμα, είναι σαν τον Αλκιβιάδη που μπορεί να κάνει κακό, αλλά να μην δίνει δεκάρα τσακιστή για αυτό, αλλά να είναι συνειδητό, απολύτως συνειδητό όλο αυτό.

Και στο ερώτημα αν γεννιέται κανείς ή γίνεται, εδώ θα σας απαντήσω με την ίδια απάντηση που έδωσε ένας ειδήμων στην ψυχοπάθεια, ένας Καναδός ψυχολόγος εν ονόματι Ρόμπερτ Χέιρ, ο οποίος έλεγε όταν τον ρώτησαν γεννιέται κανείς ψυχοπαθής ή γίνεται, εντός παρενθέσεως σε καμία των περιπτώσεων δεν ταυτίζω την ψυχοπάθεια με την κακία, απλά το φέρνω ως παράδειγμα, όταν λοιπόν τον ρώτησαν αν γεννιέται κανείς ψυχοπαθής ή γίνεται, λέει είναι αδύνατο να απαντηθεί αυτό το ερώτημα, διότι είναι σαν να μου ζητάτε να μετρήσω ένα γήπεδο ποδοσφαίρου μόνο με το μήκος του, το οποίο είναι εξορισμό αδύνατον, διότι χρειάζομαι και το πλάτος.

Και η αλήθεια είναι ότι είναι και τα δύο. Αλλά ξέρουμε σήμερα ότι ακόμα και αν κανείς έρθει με κάποιο είδους προδιάθεση επιθετικότητας, αν αυτή η επιθετικότητα δεν συναντήσει ένα κακοποιητικό περιβάλλον, δεν είναι απαραίτητο ότι θα εκφραστεί και φυσικά και το αντίθετο. μπορεί κανείς να μην έχει κάποιο τέτοιο είδους προδιάθεση και να συναντήσει ένα κακοποιητικό περιβάλλον και εκεί να συντελέσει αυτό το περιβάλλον στη γένεση της επιθετικής προσωπικότητας.

Το σημαντικότερο όμως εδώ πέρα και αυτό που θέλω να πω και να βγει ως κατακλείδα στην ερώτηση αυτή είναι η άβολη συνειδητοποίηση ότι όλοι οι άνθρωποι έχουν και καλά και κακά κομμάτια μέσα τους Το μίσος και η αγάπη είναι δύο καταστάσεις, γιν και γιάνγκ, που υπάρχουν μέσα στον ανθρώπινο ψυχισμό και όπως έλεγε και μία σημαντική ψυχαναλήτρια η Μέλλαν Νικλάιν, ο σκοπός είναι να μπορεί κανείς να αγαπάει χωρίς να καταστρέφει.

Και αυτό που ήθελα να πει με αυτό είναι ότι και οι δύο δυνάμεις υπάρχουν μέσα μας, και η καταστροφικότητα και η αγάπη και είναι καλό η καταστροφικότητα να μην είναι πολύ έντονη, να είναι επεξεργασμένη ούτως ώστε να μην κυριαρχούν τα καταστροφικά ένστικτα. Δηλαδή έχουμε γίνει μάρτυρες ιστορικά το τι συνέβη στην ανθρωπότητα όταν κυριάρισαν τα ένστικτα αυτά.

Γιατί κάποιοι άνθρωποι... ερώτηση δέκατη. Γιατί κάποιοι άνθρωποι γίνονται χειρότερα με την ψυχοθεραπεία Είναι ένα περίπλοκο ερώτημα Βέβαια δεν είμαι σίγουρος Αν αναφέρεστε ότι κάποιοι γίνονται χειρότερα στην αρχή Ή αν γενικότερα γίνονται χειρότερα με την ψυχοθεραπεία Και με ποιου είδους ψυχοθεραπεία Θα μπορούσα να κάνω ολόκληρο επεισόδιο πάνω σε αυτό το ερώτημα ωστόσο να πω ότι δεν είναι όλες οι ψυχοθεραπευτικές προσεγγίσεις κατάλληλες για όλους τους ανθρώπους.

Γι' αυτόν τον λόγο, και το λέω κατά βάση για την ψυχοαναλυτική ψυχοθεραπεία στην οποία εγώ είμαι εκπαιδευμένος, όταν είναι να δούμε έναν άνθρωπο κάνουμε πρώτα μία ή και περισσότερες διερευνητικές συναντήσεις όπου έχουμε τον χώρο και τον χρόνο να δούμε μερικά πράγματα για την προσωπική ιστορία του ανθρώπου αυτού, τις δυσκολίες που αντιμετωπίζει και να δούμε αν η προσέγγιση την οποία προσφέρουμε εμείς είναι κατάλληλη για τις ανάγκες του.

Γιατί όταν πάμε να δώσουμε μια θεραπευτική προσέγγιση σε έναν άνθρωπο ο οποίος μην μπορεί να βοηθηθεί από αυτή την προσέγγιση, τότε μπορεί να προκαλέσουμε κακό στον άνθρωπο αυτό. Αν και δεν υπάρχει προσέγγιση χωρίς θεραπευτή και το οποίο απαντάει και εν μέρη στο ερώτημά σας, διότι έχει πολλές φορές να κάνει και με τη σχέση του θεραπευτή με τον θεραπευόμενο το οποίο υπερβαίνει το είδος της ψυχοθεραπείας.

Για να μπορέσει να δουλέψει η ψυχοθεραπεία παρέτη προϋπόθεση είναι να υπάρχει μία σχέση μεταξύ των δύο. Αν αυτοί οι δύο άνθρωποι δεν ταιριάζουν και μπορεί να σε θεραπευτείς να είναι καθόλου εξειδικευμένος, να είναι πολύ καταρτισμένος, να έχει μεγάλη εμπειρία, αλλά να μην ταιριάζει με τον θεραπευόμενο. Εάν λοιπόν δεν ταιριάζει με τον θεραπευόμενο αυτό μπορεί να δημιουργήσει δυσκολίες στην δουλειά.

Επίσης υπάρχουν ορισμένοι άνθρωποι οι οποίοι είναι πάρα πολύ ευάλωτοι και οι οποίοι μπορεί να χρειάζονται κάποιο άλλο είδους υποστήριξη στην αρχή. Η ψυχοθεραπεία και ειδικά η ψυχοαναλυτική ψυχοθεραπεία είναι μια ψυχοθεραπεία η οποία ανακοινεί στην αρχή κάποια άγχη, ανακοινεί κάποιες δυσκολίες και σαφώς ο θεραπευτής στην αρχή είναι προσεκτικός πολύ όταν δουλεύει με ανθρώπους οι οποίοι είναι πιο ευάλωτοι, αλλά αναπόφευκτα μπορεί να ανακοινήθουν κάποια τέτοια άγχη.

Και γι' αυτό λέμε ότι η ψυχαναλυτική ψυχοθεραπεία στην αρχή αρρωσταίνει και μετά θεραπεύει και λέμε αρρωσταίνει διότι μέσα από την θεραπευτική σχέση αναβιώνονται άγχοι, φοβίες, συναισθήματα, με συγχωρείτε, τα οποία είχε κανείς με σημαντικούς άλλους της πρώην παιδικής ηλικίας και τα οποία έρχονται στο εδώ και τώρα μέσα στον θεραπευτικό μικρό κόσμο.

Αυτό όμως φέρνει και ένα είδος άγχους και κάποιοι άνθρωποι μπορούν να είναι περισσότερο ευάλωτοι σε αυτό, να μην είναι ακόμα έτοιμοι να εκτεθούν σε αυτό. Είναι καλό λοιπόν να εξετάζεται η ετοιμότητα ενός ανθρώπου να μπει σε θεραπεία, να εξετάζεται αν το συγκεκριμένο είδος ψυχοθεραπείας είναι κατάλληλο για τα προβλήματα και τις δυσκολίες που αντιμετωπίζει ένας άνθρωπος και φυσικά να εξεταστεί και η θεραπευτική σχέση.

Βέβαια υπάρχουν και άλλα, αυτό είναι πιο κλινικό, αλλά νομίζω ότι μπορώ να το πω με μια πιο απλοϊκή γλώσσα. Υπάρχουν και άλλοι δύο λόγοι οι οποίοι κάνουν στους ανθρώπους χειρότερα στην ψυχοθεραπεία. Αυτό στην ψυχανάλιστο ονομάζουμε αρνητική θεραπευτική αντίδραση. Δηλαδή αντί να γίνεται κάποιος καλύτερος και καλύτερα μέσα στην θεραπεία, αντί να νιώθει καλύτερα δηλαδή, γίνεται χειρότερα.

Και πολλές φορές αυτό γίνεται είτε από ενοχή και όσο περίεργο, παράδοξο και οξύμορο κι αν ακούγεται, υπάρχουν άνθρωποι οι οποίοι μπορεί να φοβούνται να γίνουν καλύτερα, γιατί άμα γίνουν καλύτερα τότε νιώθουν ότι γίνονται καλύτερα εις βάρος κάποιου άλλου ανθρώπου. Και αυτό φέρνει ένα πολύ μεγάλο αίσθημα ενοχής, οπότε εγώ δεν θέλω να γίνω καλά, δεν θέλω να πάρω την ζωή μου στα χέρια μου γιατί φοβάμαι ότι αν αυτό συμβεί ένας σημαντικός άλλος θα δυσαρεστηθεί.

Και μια άλλη περίπτωση όπου η αναστάλωση μπορεί να γίνει χειρότερα με την ψυχοθεραπεία αφορά κυρίως ανθρώπους που έχουν πιο έντονα αναρκησιστικά χαρακτηριστικά χαρακτηριστικά τα οποία έχουν να κάνουν με το φθόνο επίσης είναι ένα είδος αρνητικής θεραπευτικής αντίδρασης η οποία κινητοποιείται από φθόνο. πώς λοιπόν εγώ θα πάρω βοήθεια από έναν θεραπευτή τον οποίο φοβάμαι να αναγνωρίσω, γιατί αυτός είναι ο φόβος ενός ανθρώπου που είναι αναρκηστικά οργανωμένος ή έχει ισχυρά αναρκηστικά χαρακτηριστικά, φοβάται δηλαδή ότι μπορεί να εξαρτηθεί από τον θεραπευτή, και ενώ από τη μία έχει ανάγκη τον θεραπευτή, από την άλλη τον φθώνει γιατί στον νό του ο θεραπευτής έχει όλα αυτά τα καλά τα οποία θα ήθελε και ο ίδιος να κατέχει.

και έτσι οι άνθρωποι αυτοί γίνονται χειρότερα μέσα στην θεραπεία. Θεωρώ ότι κατά βάση είναι αυτοί οι πέντε λόγοι οι οποίοι μπορεί να επηρεάσουν την θεραπευτική πορεία ενός ανθρώπου αλλά φυσικά είναι πολύ πιθανό κάποιοι άνθρωποι να μην γίνονται καλύτερα να γίνονται χειρότερα και εκεί είναι υποχρεαστέ να εξεταστούν θεραπευτικά όλοι αυτοί οι παράγοντες, αν έχει να κάνει με ενοχή του να γίνει κανείς καλά γιατί νιώθει ότι γίνεται εις βάρος κάποιου άλλου, με φθόνο, αν έχει να κάνει με θεραπευτική σχέση, αν έχει να κάνει με το είδος της θεραπείας, είναι καλό.

Αντεσθάνεται ένας θεραπευόμενος να τα φέρνει αυτά μέσα και να τα εξετάζει με τον θεραπευτή τη θεραπεύτριά του. Ερώτηση εν δέκατη. Γιατί η ερωτική μεταβίβαση δεν είναι έρωτας. Αρχικά να πω ότι η ερωτική μεταβίβαση είναι μια κατάσταση η οποία είναι πολύ συχνή μέσα στην θεραπευτική εργασία Είναι μια κατάσταση που τη βλέπουμε πάρα πολύ συχνά Έχω κάνει ένα ξεχωριστό επεισόδιο πάνω στην ερωτική μεταβίβαση, όπου αναλύω λίγο τα δυναμικά της μεταβίβασης αυτής και το οποίο μπορείτε να το βρείτε στο κανάλι μου.

Ωστόσο, η σύντομη απάντηση είναι ότι συμφωνώ ότι η ερωτική μεταβίβαση δεν είναι έρωτας και για να μπορέσουμε να σκεφτούμε πάνω σε αυτό χρειάζεται να αναλογιστούμε τι είναι έρωτας και ο έρωτας βασίζεται πάνω στην αμοιβαιότητα, ο έρωτας βασίζεται πάνω στην γνώση, δηλαδή ότι εγώ ξέρω τον άλλον και ερωτεύτηκα χαρακτηριστικά του άλλου, τα οποία υπό την προϋπόθεση ότι δεν είναι αυτό που ονομάζει ο Φρόιντ ναρκισιστικός έρωτας, αλλά ένας πιο όριμος έρωτας, ότι εγώ είδα κάποια χαρακτηριστικά σε κάποιον, δεν τα φαντάστηκα, δεν τα δημιούργησα, τα είδα όμως, ερωτεύτηκα αυτόν τον άνθρωπο με τα χαρακτηριστικά αυτά και τις ποιότητες του χαρακτήρας του και με ερωτεύτηκε και αυτός.

Στην ψυχοθεραπευτική συνθήκη αυτό είναι αδύνατο να γίνει διότι ο θεραπευόμενος δεν ξέρει τον θεραπευτή. Υπάρχει μια κατάσταση που εμείς την ονομάζουμε στην ψυχοανάλυση θεραπευτική ουδετερότητα η οποία ματαιώνει στην αρχή πολλούς ανθρώπους αλλά μετά συνήθως οι άνθρωποι καταλαβαίνουν ότι αυτό είναι πολύ βοηθητικό ότι ο θεραπευτής υπάρχει μέσα στην συνεδρία, χωρίς όμως να φέρνει μέσα την προσωπικότητά του υπό την έννοια των πεπιθήσεων, υπό την έννοια της προσωπικής του ζωής, αν είναι, δεν είναι παντρεμένος, αν έχει την τάδε ή τη δίνα πολιτική πεπίθηση, τι κάνει, δεν κάνει στην ζωή του, που πάει, δεν πάει διακοπές.

Αυτό του είδους η ουδετερότητα επιτρέπει στον θεραπευόμενο να υπάρξει μέσα στη συνεδρία και επίσης επιτρέπει σε σκέψεις και σε φαντασιώσεις που αφορούν τον θεραπευτή να έρθουν μέσα και να μπορέσει ιδιάτα να τις επεξεργαστεί. Που δευτέρωτα δεν σημαίνει ούτε ψυχρότητα, αν και πολλοί άνθρωποι τη λαμβάνουν ως ψυχρότητα, αλλά επίσης δεν σημαίνει και αποστασιοποίηση.

Ο θεραπευτής είναι ενεργός, συμμετέχει, αλλά δεν φέρνει μέσα κομμάτι της προσωπικής του ζωής και των πεπιθύσεών του, γιατί αυτό πέρα από το ότι είναι στην πραγματικότητα ψυχοθεραπευτικά ανήθικο γιατί παίρνει κανείς τον χώρο από τον θεραπευόμενο, δεύτερον είναι και προβληματικό διότι στερεί ένα σημαντικό κομμάτι της θεραπείας να αναπτυχθεί το οποίο είναι οι σκέψεις και φαντασιούς που μπορεί να έχει κανείς για τον θεραπευτή του.

Πώς λοιπόν, και εδώ είναι που τίθεται το ερώτημα, μπορεί ένας θεραπευόμενος να ερωτευτεί έναν θεραπευτή για τον οποίο δεν ξέρει τίποτα πέρα από την εξωτερική του εμφάνιση. Βλέπει μία εμφάνιση, αλλά κανείς δεν ερωτεύεται μόνο εμφάνιση. Μπορεί να γοητευτεί από μία εμφάνιση. Μπορεί να την βρει σεξουαλικά αλγηστική. Αλλά δεν αρκούν αυτά για να ερωτευτεί κανείς έναν άνθρωπο.

Χρειάζεται να δει κομμάτια προσωπικότητας. Και στην ερωτική μεταβίβαση, γι' αυτό είναι πολύ βοηθητική στον επεξεργαστή μες στο θεραπευτικό δωμάτιο. Ο θεραπευόμενος ή η θεραπευόμενη ουσιαστικά προβάλλει πράγματα πάνω στον θεραπευτή γιατί ακριβώς δεν ξέρει τίποτα και αυτού του είδους οι προβολές είναι ασυνείδητες ανάγκες, είναι επιθυμίες οι οποίες αποτελούν γόνιμο χώρο και αντικείμενο επεξεργασίας.

Συνεπώς δεν μπορούμε να ισχυριστούμε ότι η ερωτική μεταβίβαση είναι έρωτας. διότι ο έρωτας προϋποθέτει μία τέτοιου είδους αμοιβαιότητα και προϋποθέτει μία αλληλεπίδραση άλλου είδους. Η ερωτική μεταβίβαση είναι ένα φαινόμενο μεταβιβαστικό όπου κανείς αναπτύσσει με συναισθήματα ρομαντικά, σεξουαλικά και ερωτικά προς τον θεραπευτή, αλλά αυτά τα συναισθήματα έχουν την καταγωγή τους στην πρώη μη παιδική ηλικία και η επεξεργασία της ερωτικής μεταβίβασης βοηθάει έναν θεραπευόμενο να κατανοήσει καλύτερα τα συναισθήματα αυτά και αργότερα να κάνει και πιο όριμες επιλογές έξω.

Ειδικά τους ασθενείς οι οποίοι στην πραγματικότητα σχετίζονται πιο ναρκισιστικά με άλλους ανθρώπους. Και όταν λέω ναρκισιστικά δεν εννοώ να έχουν απαραίτητα ναρκιστική προσωπικότητα, αλλά να ερωτεύονται έναν άνθρωπο τον οποίο τον κατασκευάζουν στον νου τους καθ' εικόνα και καθ' ομοίωση του ιδανικού συντρόφου που θα ήθελα να έχουν κάτι το οποίο μπορεί να το κάνουν και στο πρόσωπο του θεραπευτή και γι' αυτό ακριβώς αν κανείς το επεξεργάζεται αυτό έρχεται λίγο πιο κοντά στην πραγματικότητα και στην αλήθεια.

Ερώτηση 12. Γιατί κάποιοι άντρες τη τη τη τη τη τη τη τη τη τη τη τη τη τη τη τη τη τη τη τη τη τη τη τη τη τη τη τη τη τη τη τη τη τη τη τη τη τη τη τη τη τη τη τη τη τη τη τη τη τη τη τη τη τη τη τη τη τη τη τη τη τη τη τη τη τη τη τη τη τη τη τη τη τη τη τη τη τη τη τη τη τη τη τη τη τη τη τη τη τη τη τη τη τη τη τη τη τη τη τη τη τη τη τη τη τη τη τη τη τη τη τη τη τη τη τη τη τη τη τη τη τη τη τη τη τη τη τη τη τη τη τη τη τη τη τη τη τη τη τη τη τη τη τη τη τη τη τη τη τη τη τη τη τη τη τη τη τη τη τη τη τη τη τη τη τη τη τη τη τη τη τη τη τη τη τη τη τη τη τη τη τη τη τη τη τη τη τη τη τη τη τη τη τη τη τη τη τη τη τη τη τη τη τη τη τη τη τη τη τη τη τη τη στην πραγματικότητα ο φόβος της δέσμευσης και από εκεί έρχεται και η διέγερση.

Η διέγερση είναι δευτερογενής εδώ πέρα, δηλαδή δεν έχει να κάνει με τη σεξουαλική διέγερση, αλλά έχει να κάνει με τον θρίαμβο, ότι εγώ δεν μπορώ να δεσμευτώ με αυτήν την γυναίκα, εφόσον είναι γυναίκα κάποιου άλλου, εφόσον είναι δεσμευμένη. Και σε αυτήν την περίπτωση αυτό μπορεί να είναι διεγερτικό, διότι νιώθουν αυτοί οι άνθρωποι ότι νικούν, ότι θριαμβεύουν, θριαμβούν στην μια άλλη άμυνα, του ψυχισμού, ότι θριαμβεύει κανείς απέναντι σε μια συναισθηματική ανάγκη.

Έτσι λοιπόν θριαμβεύω απέναντι στην ανάγκη μου για εξάρτηση και στην ανάγκη μου για σύνδεση. Ένας άλλος λόγος που μπορεί να οδηγήσει κάποιους άντρες να συνευρίσουν μόνο με παντρεμένες ή δεσμευμένες γυναίκες μπορεί να έχει να κάνει με άλλη τα συστήματα τα οποία προκύπτουν κατά ένα πολύ σημαντικό, αν όχι το σημαντικότερο στάδιο της ψυχοσεξουαλικής ανάπτυξης, το οποίο είναι γνωστό σε όλους και όλες σας και το οποίο ονομάζεται ηδιπόδιο σύμπλευμα, κατά το οποίο το παιδί αρχίζει και συνειδητοποιεί την ύπαρξη των δύο γονέων ως ζευγάρι για πρώτη φορά, κατά την ηλικία περίπου των τριών ετών αυτό συμβαίνει, και νιώθει αποκλεισμένο.

Το αγόρι, και μιλώ για το αγόρι συγκεκριμένα για το ερώτημα σ' αφορά άντρες, επιθυμεί να κατέχει ουσιαστικά την μητέρα που είναι η πηγή όλης της ευχαρίστησης, αλλά γνωρίζει ότι αυτή η μητέρα ανήκει σε κάποιον άλλον πλέον, ανήκει στον πατέρα και αυτό δημιουργεί στον νου του δολοφονικά συναισθήματα, θέλει να εξουτετερώσει τον πατέρα, αλλά παράλληλα φοβάται και τον πατέρα.

Είναι πιο μεγάλος, πιο ισχυρός από τον ίδιο και φοβάται ότι θα τον τιμωρήσει, το οποίο ονομάζουμε φόβο ευνοχισμού. Και έτσι αν όλα πάνε καλά και δεν υπάρχουν δυσκολίες, τότε το παιδί συνειδητοποιεί, το χώριο εμπροκειμένου, συνειδητοποιεί ότι εγώ δεν μπορώ να κατέχω την μητέρα, η μητέρα νίξει σε κάποιον άλλον, και έτσι αποσύρω αυτή την ανάγκη, την αποθώ για την ακρίβεια και αργότερα τη διεκδικώ στη ζωή με κάποια άλλη γυναίκα, που μπορεί να έχει τα χαρακτηριστικά περισσότερο ή λιγότερο της μητέρας μου αυτής.

Όταν όμως κάποιος έχει δυσκολίες και είτε έχει έναν πάρα πολύ αυστηρό πατέρα είτε για πολλούς και διάφορους άλλους λόγους δεν μπόρεσε να περάσει ομαλά μέσα από αυτό το ψυχοσεξουαλικό στάδιο ανάπτυξης, το οποίο ονομάζουμε είδη πόδιο, τότε στην πραγματικότητα θέλει να θριαμβεύσει πάνω στο είδη πόδιο με έναν άλλον τρόπο και έτσι ασυνείδητα βλέπει μια γυναίκα η οποία είναι παντρευμένη, δεσμευμένη σαν την μητέρα του και τον άνθρωπο με τον οποίο είναι σαν τον πατέρα του και όταν συνευρίσκεται με την εκάστοτε γυναίκα που είναι δεσμευμένη και αυτό είναι επίσης ένα είδος θριάμβου στην πραγματικότητα ότι τα κατάφερα, μπόρεσα να πάρω την μάνα μου.

Το πρόβλημα όμως εδώ είναι ότι σαφώς αυτό δεν συμβαίνει και δεύτερον, και αυτό ήσουν ο λόγος που το καθιστά αυτό προβληματικό, είναι ότι κανείς μένει κολλημένος σε ένα στάδιο ανάπτυξης όπου πάντοτε θα επιθυμεί κάτι που ανήκει, όχι με νέα της κτίσης, αλλά κάτι το οποίο ανήκει σε κάποιον άλλον, κάτι το οποίο δεν ανήκει στον ίδιο.

Και έτσι μένει ο ψυχισμός του στην πραγματικότητα καθυλωμένος σε ένα συγκεκριμένο στάδιο ανάπτυξης και δεν αναπτύσσεται. Γι' αυτόν τον λόγο είναι προβληματικό. Είτε γιατί κανείς, όπως είπα, αποφεύγει για να ανακεφαλαιώσω τη δέσμευση και από εκεί έρχεται η διέγερση, ότι προστατεύομαι, δεν υπάρχει κρύπτωση να προχωρήσω με την γυναίκα αυτή γιατί είναι παντρεμένη, είτε γιατί κανείς νιώθει ότι θριαμβεύει στην πραγματικότητα πάνω στον πατέρα του και του παίρνει για λίγο την γυναίκα.

Και τα δύο όμως κρατάνε κάποιον εγκλωβισμένο αναπτυξιακά και είναι σημαντικό κανείς να τα εξετάσει αυτά θεραπευτικά γιατί θα δυστυχήσει στην ζωή του. Ερώτηση 13. Πώς βιώνεται ο χωρισμός από μια σχέση όπου ο άλλος είναι καλός σύντροφος, υπάρχει αγάπη και σεβασμός χωρίς κάποιο εντός εισαγωγικών μεγάλο πρόβλημα. Πώς ξεχωρίζει κανείς την απουσία επιθυμίας κάθετος σύνδεσης από μια απλή κρίση στη σχέση και τι ένας καλός εντός εισαγωγικών χωρισμός μπορεί να είναι εξίσου ή περισσότερο δύσκολος.

Είναι ενδιαφέρον και πολύπλοκο ερώτημα. Θα ξεκινήσω από το μεσαίο του σκέλος, το πώς ξεγορίζει κανείς την αποσία επιθυμίας ή σύνδεσης από μία απλή κρίση στη σχέση. Φυσικά δεν υπάρχει σχέση η οποία να είναι απαλλαγμένη από κρίση. οι σχέσεις όλες έχουν κρίσεις και χρειάζεται να έχουν κρίσεις γιατί η συγκρούση είναι μέρος της ζωής.

Το πρόβλημα είναι όταν αυτές οι κρίσεις είναι δυσεπίλητες, όταν είναι επαναλαμβανόμενες και όταν οι κακές εμπειρίες είναι περισσότερες από τις θετικές. Όμως η κρίση δεν μπορεί να συγχαίρεται με την απουσία επιθυμίας ή σύνδεση. Είναι δύο πολύ διαφορετικά πράγματα. Και η σύνδεση, το βάλατε εδώ με κάθετο, αλλά είναι δύο διαφορετικά κατά την άποψή μου πράγματα γιατί η σύνδεση να κάνει πολύ βαθύτερο από την επιθυμία η σύνδεση έχει να κάνει με την επικοινωνία.

Και αν υπάρχουν δυσκολίες στην επικοινωνία αυτό δημιουργεί πολλά προβλήματα στη σχέση και μπορεί να ευθύνεται και για τις κρίσεις που υπάρχουν στην σχέση. Ένας βοηθητικός τρόπος να το αξιολογήσει κανείς αυτό είναι να κάνει την ενδοσκόπησή του και να σκεφτεί κατά πόσο οι κρίσεις αυτές οφείλονται σε συγκρούσεις που έχουν να κάνουν με το εδώ και τώρα και κατά πόσο οφείλονται σε ζητήματα τα οποία, που συνήθως έτσι είναι, είναι συναισθηματικά και τα οποία δεν έχουν επιληθεί ακόμα μέσα στη σχέση.

Αν υπάρχει απουσία επιθυμίας η σύνδεση, αυτό είναι κάτι το οποίο το βιώνει κανείς. Νιώθει κενό μέσα στη σχέση, δεν νιώθει επιθυμία για τον άλλον, δεν νιώθει ανάγκη να επικοινωνήσει μαζί του. Αυτό είναι κάτι το οποίο το βιώνει κανείς όντας ή ούσα αποστασιοποιημένος ή αποστασιοποιημένη από την σχέση. Ένας χωρισμός τώρα για να πάω και στα άλλα δύο υποερωτήματά σας και στο πώς βιώνει το χωρισμός από μία σχέση όπου άλλος είναι καλός σύντροφος και στο δεύτερο.

Στο πρώτο θα σας πω ότι δεν είμαι σίγουρος έχει κάτι εννοείται με το μεγάλο πρόβλημα. Γιατί ρωτάτε πώς βιώνεται ο χωρισμός από μία σχέση όπου ο άλλος είναι καλός σύντροφος, υπάρχει αγάπη και σεβασμός, χωρίς κάποιο μεγάλο πρόβλημα. Το ερώτημα είναι τι οδήγησε στο χωρισμό. Που δεν το λέω ενίδη η αμφισβήτηση, μπορεί να υπήρχαν άλλοι λόγοι που οδήγησαν στο χωρισμό.

Αλλά σε αυτή την περίπτωση, όταν υπάρχει αγάπη, όταν υπάρχει σεβασμός, δεν υπάρχουν προβλήματα. Το οποίο το λέω ξανά ότι είναι οξύμορο γιατί συνήθως ο χωρισμός έρχεται γιατί υπάρχουν μεγάλα προβλήματα. Αλλά σε κάθε περίπτωση είναι δύσκολος ένας χωρισμός. Και είναι ακόμα πιο δύσκολος ένας χωρισμός όπου είναι ένας όριμος χωρισμός.

Ίσως αυτό εννοείται εδώ. Και με συγχωρείτε αν εγώ δεν το καταλαβαίνω σωστά. Και υπάρχουν πολλές φορές άνθρωποι οι οποίοι χρειάζεται να χωρίσουν για λόγους οι οποίοι έχουν να κάνουν με τη συμβατότητα ή για άλλου είδους ζητήματα, αλλά όπου αγαπάνε ο ένας τον άλλον. Και αυτό κάνει τον χωρισμό πάρα πολύ δύσκολο, γιατί κανείς δεν χρειάζεται πρώτα να σκοτώσει, να υποτιμήσει συμβολικά και στο νου, αναφέρω με τον άλλον, αλλά χωρίζει όταν υπάρχουν συναισθήματα αγάπης.

Και πιστεύω, για να πάω και στο τρίτο σκέλος, ότι ένας καλός χωρισμός, δηλαδή ένας χωρισμός όπου δεν γίνεται με ύβρις, ένας χωρισμός όπου δεν κυριαρχείται από μίσος, ένας χωρισμός όπου τα συναισθήματα αγάπης είναι ενέργα, σαφώς είναι πολύ πιο επώδυνος από έναν χωρισμό ο οποίος κυριαρχείται από μίσος, γιατί ο θυμός στην πραγματικότητα προστατεύει.

Ο θυμός είναι άμυνα απέναντι στην αισθηματέωση σε πολλές περιπτώσεις. Όταν κανείς όμως δεν θυμώνει και δεν υπενήσουμε ότι θα πρέπει να είναι κανείς θυμωμένος εμπροκειμένο, αλλά όταν κανείς χωρίζει κάποιον ομαλάτων, αποχωρίζεται δηλαδή, χωρίς να τον σκοτώσει στο νου του, χωρίς να τον υποτιμήσει, χωρίς να τον αφαιρέσει βία από τις σκέψεις του, αλλά τον κρατάει στο νου του, αυτό είναι περισσότερο δύσκολο, γιατί κρατάει κανείς και τα καλά κομμάτια και έτσι δεν χάνει μόνο τον κακό άλλο, εντός οικών το κακός, αλλά χάνει και τον καλό άλλο.

Και αυτό είναι πόδνο και μπορεί να έχει πολύ καλούς λόγους κάποιος να πάει σε έναν χωρισμό, ακόμα και αν νιώθει αγάπη για τον άλλον άνθρωπο, αλλά δεν πάβει να χάνει και κάτι καλό, μαζί φυσικά με την απελευθέρωση που φέρνει ο χωρισμός. Οπότε είναι απολύτως φυσιολογικό να υπάρχει μεγάλη στεναχώρια και οδύνη, και η οποία θα ακολουθηθεί από ένα πένθος το οποίο θα το επεξεργαστεί κανείς.

Ερώτηση 14. Γιατί ορισμένοι άνθρωποι φοβούνται τη μοναξιά, ποια είναι η σύνδεσή της με την απώλεια. Μία πολύ σημαντική ικανότητα σε έναν άνθρωπο και μία ικανότητα η οποία αντανακλά σε μεγάλο βαθμό την οριμότητα του ψυχισμού, είναι ικανότητα την οποία ο σημαντικός Βρετανός ψυχαναλυτής Donald Winnicott περιέγραψε ως την ικανότητα να είναι κανείς μόνος.

Και μάλιστα έλεγε ότι αυτή η ικανότητα γεννιέται κατά ένα στάδιο ανάπτυξης όπου το παιδί αρχίζει και παίζει με τα παιχνίδια του, απαρουσία της μητέρας του, η οποία όταν πιο δίπλα διαβάζει να κάνει δουλειές, ή οτιδήποτε και το παιδί μπορεί να αισθάνεται καλά, να εξερευνεί την αυτονομία του, να είναι δημιουργικό και να ξέρει ότι υπάρχει κάποιος άλλος εκεί πέρα.

Το οποίο αργότερα αυτό εσωτερικεύεται. Αυτή η μητέρα εσωτερικεύεται και έτσι μπορεί κανείς να είναι μόνος του. Σε γραφέας χρειάζεται να έχει αυτή την ικανότητα. Μπορεί να είναι μόνος του να απομονώνει, ότι οι άνθρωποι έχουν ανάγκη τη μοναχικότητα αναπεριόδους, να μπορούν να είναι μόνοι, αλλά να μην νιώθουν μοναξιά. Η μοναξιά είναι άμεσα συνδεδεμένη με την απώλεια.

Διότι η μοναξιά γεννιέται όταν πολύ νωρίς στη ζωή του ένας άνθρωπος ήρθε αντιμέτωπος με απώλειες. Και όχι απαραίτητα με απώλειες οι οποίες είναι απώλειες φυσικές, αν και αυτό παίζει ένα τεράστιο ρόλο, αλλά και με απώλειες οι οποίες είναι ψυχικές. Αν για παράδειγμα μία μητέρα είτε δεν μπόρεσε να είναι πολύ παρούσα, για παράδειγμα στην ανάπτυξη του παιδιού της, αυτό το παιδί δεν μπόρεσε να αναπτύξει και δεν μπορούσε να αναπτύξει την ικανότητα να είναι μόνο, θα νιώθει συνέχεια μοναξιά.

ή δεν θα υπήρχε κάποιος ο οποίος να του επιτρέψει να υπάρξει μοναχικό χωρίς να νιώσει μέσα του έρημος. Στην πραγματικότητα όταν λέμε μοναξιά αναφερόμαστε στην ερημιά. Όταν κανείς νιώθει μέσα του κενό, όταν νιώθει έρημος, όταν νιώθει δεν υπάρχει υπόσταση μέσα του, όταν νιώθει ότι δεν υπάρχει τίποτα καλό και όμορφο αν δεν υπάρξει κάποιος δίπλα του.

Και αυτό ήταν πολύ μεγάλος φόβος, ο φόβος της μοναξιάς. Και δεν έχει να κάνει με τον άλλον, παρότι ο Αριστοτέλης έλεγε ότι για να είναι κανείς μόνος του πρέπει να είναι είτε ζώων είτε θεός, υπάρχουν άνθρωποι οι οποίοι μπορεί να είναι μοναχικοί για μεγαλύτερα διαστήματα και να νιώθουν απόλυτα καλά με τον εαυτό τους. να νιώθουν πλήρως απαρτιωμένοι γιατί μέσα τους δεν νιώθουν μόνοι ότι έχει κάνει σε εσωτερική εύση μια μητέρα, μια ασφάλεια όταν λέω μητέρα εννοώ την ασφάλεια ώστε και μόνος μου να είμαι εγώ νιώθω πλήρης με τον εαυτό μου και δεν χρειάζομαι τους άλλους αλλά μπορώ και να υπάρξω χωρίς τους άλλους εάν κρυθεί αναγκαίο ή αν έχω την ανάγκη να απομονωθώ ο άνθρωπος ο οποίος νιώθει μοναξιά αισθάνεται κενό και τα πάντα, το έχω πει σε αρκετά podcast αυτό τα πάντα μπορεί να αντέξει ο άνθρωπος, το λέω εν είδη υπερβολής εκτός από το ψυχικό κενό δεν είναι φόβος της μοναξιάς, είναι τρόμος της μοναξιάς οι άνθρωποι φοβούνται τη μοναξιά και δεν έχουν μέσα τους εγκαθιδρύσει μία αίσθηση ασφάλειας

δεν ξέρουν τι να κάνουν με τον εαυτό τους και σε άλλες περιπτώσεις φοβούνται τον εαυτό τους τι συναισθήματα θα γεννηθούν στον εαυτό μου Εδώ μένει κανείς ένα λεπτό μόνος του, ένα καφέ στο αυτοκίνητο και θα πιάσει κατευθείαν το κινητό του. Το οποίο δεν είναι καταναγκαστικό, είναι γιατί φοβάται να μείνει μόνος του με τις σκέψεις του.

Αν το παρατηρήσει κανείς έξω θα το δει αυτό. Και ζούμε και σε μια κοινωνία αποξένωσης όπου δίνουμε πολύ λίγο χώρο στο μέσα μας, πολύ λίγο χώρο σε αυτό το οποίο αισθανόμαστε γιατί φοβόμαστε τον εαυτό μας. δεν θα μπορούσε κανείς να είναι με έναν άγνωστο μέσα σε ένα δωμάτιο θα φοβόταν, θα νιώθει άβολα. Το ίδιο συμβαίνει και με τον άγνωστο εαυτό όταν κανείς δεν ξέρει ποιος είναι ο εαυτός του όταν κανείς δεν ξέρει ποιος είναι είναι λογικό να φοβάται.

Και για να το ολοκληρώσω και να πω και δύο πράγματα για τη συνδέση με την απώλεια στην πραγματικότητα η μοναξία έχει να κάνει με την απώλεια της ασφάλειας όταν μία μητέρα με την ψυχαναλυτική της πάντα έννοια, όπως έχω πει σε όλα τα podcast, δεν μπόρεσε να προσφέρει ασφάλεια, τότε δεν μπορεί να αναπτυχθεί χώρος για την ανάδυση του αυτού, για την εξερεύνηση του αυτού, για να μπορέσει ένα παιδί να υπάρξει μόνος του και να μπορέσει να νιώσει καλά και δημιουργικό μέσα στην μοναχικότητα του.

Αυτό του είδους η απώλεια της ασφάλειας είναι αυτή η οποία τροφοδοτεί τον φόβο για τη μοναξιά. ένας φόβος τον οποίο εμείς τον βλέπουμε οι θεραπευτές πολύ συχνά μέσα στην πρακτική μας και είναι και ένας φόβος για να κάνω και μια δυσίωνη πρόβλεψη, ο οποίος φόβος θα αυξάνεται και θα αυξάνεται διότι έχουμε όλα τα τεχνολογικά μέσα σήμερα για να αποφύγουμε την επαφή με τον εαυτό μας.

Έχουμε όλα τα τεχνολογικά μέσα και αναφέρομαι κυρίως στα social media αλλά και στην κακή χρήση των AI, τα οποία τα χρησιμοποιούμε ως υποκατάστατα σκέψεις και τα οποία τα χρησιμοποιούμε για να μουδιάσουμε τα συναισθήματά μας επειδή φοβόμαστε να μείνουμε με τους εαυτούς μας και αυτό θα είναι και θα είναι ένα πολύ μεγάλο πρόβλημα.

Ερώτηση 15. Σε άτομο με συνεξάρτηση και στοιχεία συνδρόμου πίτρπαν, με οριακά χαρακτηριστικά παλινδρόμηση και άμυνα άρνησης. Όταν βιώνει μία απώλεια, μπορεί η βίαιη απόσπαση από την παλινδρόμηση να οδηγεί σε κατάθλιψη ή σε πιο οριακές ψυχωτικού τύπου αντιδράσεις. Η ψευδεστητική αίσθηση ναρκισιστικής ελευθερίας είναι κάποιες φορές προστατευτική.

μπορεί να καθυλωθεί στην απώλεια ειδικά άτομων που παρήχαν φροντίδα και ασφάλεια έστω νοσηρή χωρίς αναεξαρτητοποίηση της προσωπικότητάς του, αλλά συνεξαρτητικά. Ξέρετε, ο Πίτερ Πάν είναι μια πολύ ενδιαφέρουσα ιστορία. Έχω την αίσθηση ότι έχω κάνει και ένα podcast πάνω σε αυτό, αλλά δεν μπορώ να θυμηθώ ποιο podcast είναι αυτή τη στιγμή.

αλλά είναι μια πολύ ενδιαφέρουσα ιστορία ενός παιδιού το οποίο αρνείται να μεγαλώσει το οποίο βρίσκεται σε μια χώρα η οποία είναι η χώρα του ποτέ δηλαδή σε έναν τόπο ο οποίος αποτελεί ουτοπία στην πραγματικότητα είναι ερωτευμένος με μια νεράιδα η οποία δεν υπάρχει στην πραγματικότητα και θεωρώ ότι αναπαριστά το δράμα ενός ανθρώπου ο οποίος μένει καθυλωμένος σε μια πολύ παιδική κατάσταση της ύπαρξης η οποία δεν του επιτρέπει να χρησιμοποιήσει την ζωή η οποία το ονομάζεται παλινδρόμης και νομίζω ότι σωστά το ονομάζεται ένα παιδί το οποίο αρνείται να μεγαλώσει και να έρθει σε επαφή με τις δυσκολίες και τις οδύνες της ζωής.

η ψευδαίσθηση της ναρκισιστικής ελευθερίας μπορεί πολλές φορές, και έχετε δίκιο σε αυτό, να είναι προστατευτική υπό την έννοια ότι προστατεύει τον ψυχισμό γι' αυτό λέμε ναρκισιστικός εξοσκελετός και ναρκισιστική υπερεπάρκεια σε πολλές περιπτώσεις που δεν πρέπει να συγχαίεται με την ναρκισιστική επάρκεια δηλαδή ότι εγώ νιώθω ναρκισιστικά θωρακισμένος με την έννοια της αυτοπεποίθησης ότι έχω έναν καλό υγιή Είμαι παρκής με τα ελαττώματά μου, αλλά η υπερεπάρκεια έχει να κάνει με ένα αναρκησιστικό εξοσκελετό, ο οποίος έρχεται, μια σκουριασμένη πανοπλία το λέω μεταφορικός, η οποία έρθει να καλύψει στην πραγματικότητα μεγάλες ανεπάρκειες.

Και αυτού του είδους η ελευθερία μπορεί στην αρχή να φαίνεται θελκτική, διεγερτική ή προστατευτική. αλλά στην πραγματικότητα είναι ακριβώς σαν την ελευθερία του Πίτερ Παν του στερεί τη δυνατότητα να οριμάσει, να μεγαλώσει και να μπορέσει να βιώσει την ζωή με έναν αληθινό τρόπο χωρίς να καταφεύγει στην χώρα του ποτέ γιατί το λέτε νομίζω πολύ χαρακτηριστικά το λέτε ψευδεσθητική αίσθηση ναρκισιστικής ελευθερίας πια καλύτερη μεταφορά από την χώρα του ποτέ γιατί δεν μπορεί να υπάρξει στην πραγματικότητα Αυτό του είδους είναι αρκισιστική ελευθερία.

Και όταν βιώνει μία απώλεια ένας τέτοιος άνθρωπος, αν αυτή η άμυνα δεν λειτουργήσει, αν δεν μπορεί να καταφύγει στο ψυχικό καταφύγιο της χώρας του ποτέ, το οποίο φυσικά να πω εδώ ότι όταν καταφεύγει σε αυτό το ψυχικό καταφύγιο, ναι μεν επιβιώνει εκείνη τη στιγμή, αλλά πληρώνει και ένα πολύ μεγάλο τίμημα. Όπως και ο Πίτερ Παν.

μειώνεται η ανάπτυξή του, μειώνεται, χάνεται μάλλον η επαφή του με τους άλλους ανθρώπους και αποκόπτεται στην πραγματικότητα κάθε είδος ψυχική ανάπτυξη. Όταν λοιπόν, αν αυτό μάλλον, για να το πω αλλιώς, δεν λειτουργήσει, τότε πράγματι ο ψυχισμός κινδυνεύει με κατάρρευση και μπορεί να σε πολλές περιπτώσεις μπορεί να υπάρχουν αντιδράσεις οριακές, όπως λέτε σωστά, ή ακόμα και ψυχωτικές αντιδράσεις.

Αυτό βέβαια έχει να κάνει με πολλά πράγματα τα οποία δεν μπορώ να τοποθετώ γιατί δεν γνωρίζω την περίπτωση στην οποία αναφέρεται αλλά είναι κάτι το οποίο μπορεί να συμβεί. Όταν ένας άνθρωπος δεν μπορεί για παράδειγμα να μεταβολήσει την απώλεια όπως μία μητέρα σε μια περίπτωση κλινική η οποία έχασε το βρέφος της σε μία τραγωδία και για να προστατευτεί ο ψυχισμός της ουσιαστικά δημιούργησε μία ψύχωση.

Το παιδί της δεν είχε πεθάνει, έπιανε τα ρούχα του, νόμιζε ότι έπιανε το ίδιο το παιδί, δεν μπορούσε να μεταβολήσει την απώλεια και εκείνη τη στιγμή βίωσε ένα προσωρινό ψυχωτικό επεισόδιο. Η ψύχωση ήρθε για να την προστατεύσει στην πραγματικότητα των εαυτών της από την πλήρη κατάρρευση. Η γυναίκα νοσηλεύτηκε, βοηθήθηκε, μπόρεσε και το επεξεργάστηκε.

Αλλά αυτό που θέλω να πω είναι ότι δεν είναι πάντοτε προστατευτική για να απαντήσω στο ερώτημά σας. Και μπορεί μια απώλεια να αποτελέσει πολύ μεγάλο πλήγμα για τον ψυχισμό του ανθρώπου αυτού. Και στο τελευταίο σκέλος του ερωτήματός σας, αν μπορεί να καθυλωθεί στην απώλεια ειδικά ατόμων που παρήχαν φροντίδα και ασφάλεια στο νοσηρή χωρίς ανεξαρτοποίηση αλλά συνεξαρτητικά, πράγματι αυτό μπορεί να συμβεί διότι στην συνεξάρτηση για την οποία έχω κάνει ένα ξεχωριστό επεισόδιο κανείς υπάρχει μέσα από τον άλλο και στην πραγματικότητα υπάρχει μέσα από την ικανοποίηση των αναγκών ενός άλλου ανθρώπου και ουσιαστικά κανείς υπάρχει μέσα από τον άλλο και σε αυτές τις περιπτώσεις συμβαίνει συνήθως αυτό ή συμβαίνει και το ακριβώς αντίθετο Όταν κανείς αποκόπτεται τελείως από τους άλλους, πολλοί άνθρωποι έχουν έναν αποφευτικό δεσμό σε αυτές τις περιπτώσεις, φοβούνται δηλαδή να σχετιστούν, φοβούνται να έρθουν κοντά στον άλλον και έτσι οπιστοχωρούν σε αυτό που ονομάζεται σύνδρομο Peter Pan, δηλαδή σε ένα ψυχικό καταφύγιο,

το οποίο αισθάνονται ότι τους προστατεύει από τα άγχη και τις στεναχώριες της ζωής, αλλά αποκόπτει την ανάπτυξή τους και κυρίως τους προστατεύει και από τα καλά της ζωής. Ερώτηση 16. Ποιοι τύποι προσωπικότητας πιστεύετε ότι σχετίζονται με τον καρκίνο? Επίσης ενδιαφέρουσα και πολύπλοκη ερώτηση και πριν την απαντήσω να πω ότι το σκέλος αυτής της ερώτησης ένας σκέλος μάλλον αυτής της ερώτησης είναι αμυγόσιατρικό δηλαδή έχει να κάνει με μία νόσο στην πραγματικότητα που είναι πολύ σοβαρή και δεν μπορούμε να πούμε σε καμία περίπτωση ότι υπάρχουν αιτιακές συσχετήσεις ή κατηγορικές συσχετήσεις, ότι αν κανείς έχει αυτά τα χαρακτηριστικά μπορεί να σχετίζονται με τον καρκίνο.

Ο καρκίνος είναι μια πολύ σύνθετη στην πραγματικότητα ασθένεια που αρχίζουμε να την καταλαβαίνουμε καλύτερα. Η ιατρική κοινότητα πιστεύει ότι προχωράει και μακάρι στο μέλλον να μην αποτελεί τόσο μεγάλο πρόβλημα όσο αποτελεί τώρα. Αλλά πράγματι, δίπλα στην ιατρική εξέλιξη, υπάρχει και η εξέλιξη, όπως ανέφερα πριν, της ψυχοσωματικής, η οποία ανοίγει τον δρόμο για να κατανοήσουμε μία άλλη όμπιση του καρκίνου.

Γιατί στην πραγματικότητα, αν σκεφτούμε τον καρκίνο, και αυτό αποτελεί, που θα πω τώρα, περισσότερο έναν χώρο σκέψης και όχι κάτι το οποίο θα πρέπει να ληφθεί υπόψη ως αιτιολογικός συσχετισμός. Τι είναι ο καρκίνος. Είναι όταν το σώμα στρέφεται εναντίον του σώματος. Τα κύτταρα του σώματος στρέφονται εναντίον του οργανισμού.

Και στην εμπειρία που έχω και την κλινική, αλλά και μέσα από τη βιβλιογραφική ανασκόπηση, παρατηρούμε ότι οι άνθρωποι οι οποίοι ανήκουν, αυτό είναι υπόθεση επίσης, σε μια κατηγορία προσωπικότητας την οποία ονομάζουμε τύπος Γ ή τύπος Σ, είναι άνθρωποι δηλαδή οι οποίοι δείχνουν πρωτίθως άρνηση του θυμού τους, δευτερευόντως υπερβολική συμμόρφωση και τρίτον αποφυγή κάθε σύγκρουσης, είναι άνθρωποι οι οποίοι έχουν αυξημένες πιθανότητες να εκδηλώσουν καρκίνο.

Υπάρχουν έρευνες, για παράδειγμα, σε καρκινοπαθείς γυναίκες με καρκίνο του μαστού και ένα κοινό χαρακτηριστικό που βρήκανε σε αυτή την έρευνα ήταν ότι όλες αυτές οι γυναίκες αρνούνταν να εκφράσουν τον θυμό τους. Καταπίεζαν πάρα πολύ τα συναισθήματά τους και με όσους ανθρώπους έχω δουλέψει που είχαν είτε κάποιο σοβαρό αυτοάνοσο νόσημα, είτε είχαν περάσει καρκίνο, ένα βασικό χαρακτηριστικό ήταν η καταπίεση των συναισθημάτων και κυρίως η καταπίεση του θυμού, ο οποίος θυμός υπάρχει ιστορική υπόθεση ότι στρέφεται και πλέον το εξηγούμε και βιοχημικά αυτό, ότι στρέφεται εναντίον του εαυτού, γεμίζει κανείς άγχος, αυτό δημιουργεί φλεγμονές στο σώμα και ο καρκίνος είναι φλεγμονώδης νόσος.

Αυτό δεν σημαίνει ότι ένας άνθρωπος ο οποίος, όπως είπα, ο οποίος καταπιέζει τον θυμό του θα αναπτύξει καρκίνο. Γι' αυτό με βλέπετε και διστακτικό να τοποθετηθώ σε αυτό, διότι αυτά είναι σοβαρά ερωτήματα και σαφώς τον πρώτο λόγο έχει η ιατρική σε όλα αυτά, αλλά δεν μπορούμε να παραγωνίσουμε και το γεγονός. όπως είπα πριν ότι ένας άνθρωπος ο οποίος βιώνει χρόνιο άγχος ένα άγχος το οποίο τον εγκλωβίζει σε μια κατάσταση η οποία είναι ανυπόφορη ένα άγχος το οποίο τον βυθίζει σε ένα διέξοδο αυτός ο άνθρωπος, αυτό το άγχος μάλλον κάπου θα πάει και αυτός ο άνθρωπος κάποια στιγμή θα αρρωστήσει και γι' αυτό στα αυτοάνωσαν οσύνοματα συναντάμε προσωπικότητες τύπου Γ.

Ανθρώπους δηλαδή οι οποίοι αποφεύγουν κάθε σύγκρουση, ανθρώπους οι οποίοι δείχνουν υπερβολική συμμόρφωση. Και αυτό είναι ένα χαρακτηριστικό το οποίο πιστεύω ότι αποτελεί μέρος μιας πολυπαραγωγικής εξίσωσης η οποία σχετίζεται μαζί με άλλα φυσικά πράγματα για τα οποία αρμόδιαν το που θετθεί είναι η ιατρική επιστήμη με την ανάπτυξη του καρκίνου.

Το χρόνιο στρες, το χρόνιο άγχος, δημιουργεί πάρα πολλά προβλήματα και σήμερα έχουμε πληθώρα μελετών οι οποίες μας δείχνουν τις οδυνηρές συνέπειες του χρόνιου άγχους. Αλλά επειδή ακριβώς αυτό το άγχος είναι ασυνείδητο, εάν κανείς δεν το εξερευνήσει, εάν κανείς δεν το κατανοήσει και δεν είναι εύκολο πράγμα, δεν είναι καθόλου εύκολο, γιατί παίρνει πάρα πολύ καιρό σε έναν άνθρωπο ο οποίος είναι αυτό που ονομάζουμε και δεν μου αρέσει η κατηγοριοποίηση, σας την ανέφερα για λόγους βιβλιογραφίας, του τύπου Γ, δηλαδή έναν άνθρωπο ο οποίος φοβάται τον θυμό του, αυτή είναι η ουσία του τύπου Γ και είναι επιθύμιος και συμμορφωμένος και απόλυτα προσαρμοσμένος στις ανάγκες των άλλων, παίρνει πάρα πολύ καιρό η εργασία μαζί του, διότι φοβάται πάρα πολύ τον θυμό και συνήθως οι θεραποί αρχίζουν και αλλάζουν το πράγμα όταν ο θυμός αυτός πάει προς τον θεραπευτή.

Όταν αρχίζει και τιμώνει λίγο ο θεραπευόμενος με τον θεραπευτή. Και έτσι δίνεται η δυνατότητα στη θεραπευτική διάδα να εξερευνήσουν αυτόν τον θυμό μέσα από την σχέση. Ερώτηση 17. Κάνω χρόνια ψυχοθεραπεία και παίρνω αγωγή για μίζωνα κατάθλιψη. Τι μπορεί να σκεφτεί κάποιος για να ανακουφιστεί από την βαθύτατη οδύνη και απελπισία που νιώθει τις στιγμές που είναι μόνος παρά την προσπάθεια που κάνει.

Η μείζωνα κατάθλιψη είναι μια κατάσταση που κάνει έναν άνθρωπο να υποφέρει και είναι βοηθητικό το ότι υπάρχει μια συνδυαστική προσέγγιση και ψυχοθεραπεία και αγωγή. Η βιβλιογραφία μας δείχνει ότι σε πολλές περιπτώσεις είναι μια πιο αποτελεσματική παρέμβαση από ότι κάθε μία από τις δύο παρεμβάσεις μόνη, είτε ψυχοθεραπεία είτε αγωγή.

Αλλά η αλήθεια είναι ότι στην πραγματικότητα οι σκέψεις σε αυτές τις περιπτώσεις δεν μπορεί να είναι βοηθητικές, διότι η σκέψη δεν είναι ανεξάρτητη από ένα συνέστημα. Η σκέψη γεννιέται από ένα συνέστημα. Είναι πολύ δύσκολο συμπεριφορικά να τροποποιήσουμε την σκέψη που βιώνει ένας άνθρωπος που είναι καταθλιπτικός, γιατί το χαρακτηριστικό της κατάθλιψης είναι η έλλειψη, η αυτοπεποίθηση, η οποία εκφράζεται μέσα από αυτομονφές.

Ακόμα και αν συμπεριφορικά παρέμβει κανείς, γνώστικο συμπεριφορικά, στις αυτομονφές, μπορεί για ένα διάστημα να νιώσει καλύτερα. Αλλά μετά αυτές θα επανέλθουν, θα έρχονται ξανά και ξανά, διότι έρχονται από βαθιά συναισθήματα ανεπάρκειας και από ένα ασυνείτο μίσος προς τον εαυτό. Αυτό είναι η κατάθλιψη. Και όπως έλεγε και ο Νίτσε, οι σκέψεις είναι πάντοτε ριχότερες των συναισθημάτων, τα οποία πάντοτε καινότερες, πάντοτε απλούστερες. Είναι σκιές μάλλον, όπως τις έλεγε, των συναισθημάτων.

Και όταν υπάρχουν σκέψεις οι οποίες είναι αυτοαγκυρωτικές, έρχονται από αυτά τα συναισθήματα μίσους. και πράγματι ένας άνθρωπος ο οποίος βιώνει κατάθλιψη, βιώνει απελπισία. Είναι ένα εξαιρετικά οδυνηρό συνέστημα. Ωστόσο υπάρχουν πράγματα που είναι βοηθητικό να κάνει κανείς και το λέω έχοντας πλήρη επίγνωση του πόσο δύσκολο είναι να κάνει κανείς ακόμα και πολύ απλά πράγματα όταν βιώνει κατάθλιψη.

αλλά αν μπορεί κανείς να κάνει κάποια πράγματα μέσα στην ημέρα του, τα οποία του δίνουν μια μικρή αίσθηση σκοπού, όσο μικρά και αν είναι αυτά, αυτά προσθέτουν μια αίσθηση αξίας. Και αυτό είναι φυσικά μια συμπεριφορική προσέγγιση, μέχρι να λειτουργήσει φυσικά το κομμάτι της ψυχοθεραπείας και της αγωγής. γιατί αυτό το οποίο χρειάζεται, πέρα από την χημία του εγκεφάλου, η οποία αριθμίζεται μέσω της αγωγής, είναι να ανακαλύψει κανείς για ποιον λόγο μισεί τον εαυτό του και ποιον ακριβώς μισεί μέσα στον εαυτό του.

Αυτό απαιτεί μια μακρά θεραπευτική εργασία και στην κατάθλιψη, δυστυχώς πολλές φορές, μπορεί να χρειάζεται να πάρει κανείς περισσότερο χρόνο γιατί δεν ξέρουμε πότε αλλάζουν τα πράγματα. Όταν φυσικά αλλάζουν τότε το ξέρει και ο θεραπευτής, το ξέρει και ο θεραπευόμενος. Αλλά είναι καλό κανείς να προσπαθήσει να έχει ένα υποστηρικτικό δίκτυο, να έχει ανθρώπους δίπλα του, να προσπαθεί να κάνει πράγματα ακόμα και αν νιώθει ότι είναι σχεδόν αδύνατο να σηκωθεί από το κρεβάτι, αν μπορεί να παρακινήσει ούτε να αυτόν, ακόμα και για τα πιο απλά πράγματα, τα οποία είναι πολύ βοηθητικά.

Ξέρω ότι με ρωτήσατε για σκέψεις, αλλά δυστυχώς δεν πιστεύω ότι αυτό μπορεί να είναι βοηθητικό και η αλήθεια είναι ότι είναι σαν να ζητάμε, για να πάω πίσω στο παράδειγμα που έδωσα με την έκαια τεραψοδία της Ομυρικής Οδύσης, είναι σαν να ζητάμε στο τάνταλο να σκύψει να πιει νερό. Δεν μπορεί διότι κάθε φορά που σκύβει το νερό εξαφανίζεται.

Έτσι είναι και οι σκέψεις οι θετικές για τον άνθρωπο ο οποίος βιώνει στην πραγματικότητα κατάθλιψη. Δεν μπορεί να έχει πρόσβαση σε αυτές. Αλλά θεωρώ ότι η ψυχοθεραπεία και εύχομαι και στην περίπτωση σας ψυχοθεραπεία να είναι βοηθητική, να σας βοηθήσει να επεξεργαστείτε πράγματα και αν νιώθετε ότι κάτι δεν βοηθάει να το πάτε μέσα στην θεραπεία σας, να το φέρετε στον θεραπευτή ή στην θεραπευτριά σας.

Αυτά τα πράγματα μπορεί να είναι πάρα πολύ βοηθητικά και πολλές φορές μπορούν να αλλάξουν και τον ρου της ψυχοθεραπείας και να σας βοηθήσουν περισσότερο από όσο πιστεύετε. Αλλά η προσπάθεια επίσης είναι σημαντική. ακόμα και μικρά πράγματα, το επαναλαμβάνω, μπορεί να έχουν πολύ μεγάλα αποτελέσματα. Ερώτηση 18. Πώς ξεπερνάει κανείς την καχυποψία απέναντι στον θεραπευτή του, τι σημαίνει αν αυτή εξακολουθεί να υπάρχει ακόμα και μετά από χρόνια θεραπευτικής σχέσης και τι μπορεί να σημαίνει η καχυποψία όταν είναι σημαντικό χαρακτηριστικό σε όλες τις σχέσεις του εντός και εκτός θεραπευτικού πλαισίου.

δεν είμαι βέβαιος αν αυτή η καχυποψία έχει έρθει μέσα στη θεραπευτική σας σχέση, κάτι το οποίο σας ενθαρρύνω σε κάθε περίπτωση να κάνετε. Διότι αν μείνει έξω, και πολύ φοβάμαι ότι απαντώντας σε αυτή την ερώτηση, υπό την προϋπότηση ότι δεν το έχετε πάει στη θεραπεία, είναι σαν να συμβάλλω και εγώ ίδιο σε μια προσπάθεια να απαντηθεί κάτι θεωρητικά, ενώ είναι ένα συναισθηματικό ερώτημα.

αυτό λοιπόν το οποίο σας ενθαρρύνω να κάνετε είναι να πάτε στον θεραπευτή ή στη θεραπεύτριά σας και να του μιλήσετε ή να της μιλήσετε ανοιχτά για αυτή την καχή υποψία ξέρω ότι χρειάζεται κουράγιο για να γίνει αυτό αλλά δεν υπάρχει βολικός τρόπος για να φέρει κανείς μέσα σε μία σχέση κάτι το οποίο είναι άβολο αν εγώ σας απαντήσω το τι σημαίνει και μπορώ να πω μερικά πράγματα πάνω σε αυτό αλλά προτιμώ να είμαι ουσιαστικά βοηθητικός απέναντι σας και να σας πω και σε εσάς και σε όλους τους ανθρώπους οι οποίοι μπορούν να στείλουν παρενφερή ερωτήματα ότι είναι σημαντικό, αναγκαίο και απαραίτητο ενδεχομένως να πάνε αυτά τα ερωτήματα μέσα στη θεραπευτική σχέση και να εξερευνήσετε το τι σημαίνει για εσάς μέσα στην θεραπεία.

Και είναι ένα χαρακτηριστικό, η καχυποψία, σχετίζεται πάρα πολύ με το άγχος το οποίο περιέραψα σε μια προηγούμενη ερώτηση ως παρανοϊκό. Δεν σημαίνει ότι είναι κανείς παρανοϊκός σε καμία των περιπτώσεων. Στη ψυχαναλυτική βιβλιογραφία το ονομάζουμε παρανοϊκό ότι κάποιος θα του κάνει κακό. Πολλές φορές αυτά τα πράγματα έρχονται από μέσα ότι είναι ένα άγχος το οποίο έρχεται από...

βγαίνει από μέσα προς τα έξω και μετά επανεσωτερικεύεται ότι κάποιος θα μου κάνει κακό, κάποιος θα με εξαπατήσει. Αλλά είναι βασικό και αναγκαίο να το πάτε στην θεραπεία και να το συζητήσετε και θα δείτε ότι αυτό μπορεί να αλλάξει τα πράγματα. Και όπως είπα, το λέω σε όλους τους ανθρώπους οι οποίοι διστάζουν να φέρουν άβολα συναισθήματα στην θεραπεία.

Η θεραπεία είναι μια ανθρώπινη σχέση. Μπορεί να είναι επαγγελματική, αλλά είναι ανθρώπινη και η θεραπεία έχει να κάνει με το άβολο μέχρι το άβολο αυτό να γίνει βολικό. Και δεν μπορεί να μετωπιστεί θεωρητικά ένα ερώτημα το οποίο αφορά μία σχέση και έχει να κάνει με το σχετίζεσθε. Και οι άνθρωποι εκπλήσονται όταν καταφέρνουν και οκτούν το κουράγιο να φέρουν αυτά τα ερωτήματα στη θεραπεία και διαπιστώνουν ότι ούτε ο άλλος καταβρόχθησε, ούτε η σχέση κατέρευσε, αλλά βοηθήθηκαν και μπόρεσαν και να προχωρήσουν ψυχικά.

Οπότε σας ενθαρρύνω λοιπόν να το πάτε αυτό και να το συζητήσετε με τον θεραπευτή σας. Ερώτηση 19. Τι συμβαίνει όταν κάποιος δεν μπορεί να αποφασίσει αν χρειάζεται να βρίσκεται στη θεραπεία ή όχι, όταν δεν ξέρει τι θέλει ή τι χρειάζεται, μπορεί να βρίσκεται ήδη σε θεραπεία για καιρό, αλλά μέσα του να συνεχίσει να αμφιταλαντεύεται για το αν πράγματι το χρειάζεται, παρόλο που συνεχίζει να πηγαίνει, σαν να βρίσκεται πάντα με το ένα πόδι στη θεραπευτική σχέση και με το άλλο έξω.

Όπως και στο προηγούμενο ερώτημα, επίσης σας ανθαρρύνω να φέρετε το ερώτημα αυτό μέσα στην θεραπεία σας και να δείτε τι συμβαίνει. Μπορεί να αφήνετε σε πολλά βράγματα. Μπορώ να το απαντήσω μόνο θεωρητικά, αλλά είναι ένα βιωματικό ερώτημα. Μπορεί να έχει να κάνει με αμφιθυμικά συναισθήματα που μπορεί να νιώθει ένας άνθρωπος για τον θεραπευτή του.

Μπορεί να έχει να κάνει και με μία ανάπτυξη που συμβαίνει μέσα στην θεραπεία. Πολλές φορές, και αυτό θα ακουστεί παράδοξο, αλλά όταν πράγματα αρχίζουν και αλλάζουν, μπορεί κανείς να θέλει να εγκαταλείψει την θεραπεία. Και να θέλει να την εγκαταλείψει γιατί η αλλαγή είναι κάτι το οποίο τρομάζει έναν άνθρωπο και μάλιστα ένας Βρετανός ψυχανάλυτής, ο Μπίον, ονόμαζε την αλλαγή καταστροφική αλλαγή.

Και την έλεγε καταστροφική διότι είναι πόδινη και διότι πάντοτε μέσα από αυτή την αλλαγή, για να αναπτυχθεί ένα κομμάτι του αυτού, πεθαίνει ένα άλλο. Και αυτό βιώνεται ως ένα βίαιο σοκ. Και γι' αυτό το λόγο πολλοί άνθρωποι όταν φτάνουν σε μία αλλαγή είτε ουσιαστικά παλαιδρομούν, είτε σκέπτονται να φύγουν από την θεραπεία γιατί η αλλαγή αυτή ακόμα κι αν τους ανοίξει προς την ζωή και τους βοηθήσει να είναι πιο δημιουργική είναι πόδινη.

Επίσης μπορεί να είναι μία άμυνα το να είναι κανείς με το ένα πόδι μέσα και με το άλλο ουσιαστικό δεν είναι ποτέ μέσα. Και όταν κανείς είναι μέσα τότε έρχεται αντιμέτωπος και με κινδύνους που ενέχει αυτό το μέσα. Τι θα γίνει αν ο θεραπευτής με αφήσει είναι πιο εύκολο να αισθάνομαι ότι μπορώ εγώ να αφήσω τον θεραπευτή, τι θα γίνει αν βασιστώ στον θεραπευτή μου.

Αλλά δεν θέλω να πω περισσότερα όπως και στην προηγούμενη ερώτηση γιατί θεωρώ ότι αν είναι διαφορετικών ανθρώπων οι ερωτήσεις αυτές που ενδεχομένως είναι ότι η πιο ουσιαστική τοποθέτηση που μπορώ να κάνω και προτροπή είναι να πάνε αυτά μέσα στην θεραπεία. Και εκεί είναι που θα δείτε ότι θα δημιουργηθεί ένας χώρος για μια γόνιμη συζήτηση η οποία πιστεύω θα είναι πολύ βοηθητική.

Ερώτηση 20. Επειδή το φάσμα του αυτισμού είναι πραγματικότητα για αρκετούς γονείς σήμερα στην περίοδο της εφηβείας, παρουσιάζεται συχνή έξαρση του συναισθηματικού κόσμου του παιδιού που διαταράσσει την καθημερινότητα της οικογένειας. Πού μπορούν να απευθύνονται οι γονείς για συμβουλές και στήριξη? Υπάρχουν, αρκεί να πω ότι η πράγματι η εφηβεία δίνει δυσκολίες συναισθηματικής ρύθμισης και ειδικά σε άτομα που βρίσκονται στο φάσμα του αυτισμού.

Υπάρχουν όμως πολλοί χώροι στήριξης, αυτοί μπορεί να είναι παιδοψυχίατροι με εξειδίκευση στις διαταραχές αυτιστικού φάσματος, να είναι παιδοψυχολόγοι, να είναι πρότυπα κέντρα αυτισμού, ομάδες γονέων που μπορούν να στηρίξουν τους γονείς κάποιες δομές ειδικής αγωγής. Σε κάθε περίπτωση όμως αυτό που θεωρώ βοηθητικό είναι να ψάξετε ανθρώπους οι οποίοι έχουν εξειδίκες σε αυτό που ονομάζουμε διαταραχή αυτιστικού φάσματος, δηλαδή ανθρώπους οι οποίοι γνωρίζουν από τον αυτισμό και φυσικά αυτοί οι άνθρωποι είναι ειδικοί και στο να σας κατευθύνουν όσον αφορά και την δική σας στήριξη, δηλαδή αν χρειάζεται και μια συμβουλευτική υποστήριξη των γονιών που σε πολλές περιπτώσεις κρίνεται αναγκαία.

Μπορεί να είναι παιδοψυχέτρι, μπορεί να είναι παιδοψυχολόγη, μπορεί να είναι κλινική ψυχολόγη. Το σημαντικό όμως είναι να πάτε σε έναν άνθρωπο που είναι εκπαιδευμένος ή σε κάποιο κέντρο, το οποίο να είναι όμως ένα πρότυπο κέντρο αυτισμού, να έχουν αυτοί οι άνθρωποι δηλαδή μία εμπειρία στα ζητήματα που έχουν να κάνουν με τον αυτισμό.

Ερώτηση 21. Πρώτη. Μπορεί κάποιος να βιώσει συνθήκες μη επαρκούς φροντίδας από σημαντικούς άλλους μόνο στην πρώη ημιλικία ή μπορεί να συνδύει και σε μεταγενέστερη φάση της ζωής. Μπορούν να συνδυάζονται οι τύποι προσκόλλησης. Ξεκινώ από το πρώτο ερώτημα. Φυσικά μπορεί να βιώσει κανείς συνθήκες μη επαρκούς φροντίδας και σε μετέπειτα φάσεις της ζωής.

Μπορεί να είναι η εφηβεία, μπορεί να είναι η λανθάνωσα περίοδος, μπορεί ακόμη και να είναι και η πρώιμη ειλικίωση που καμιά φορά ονομάζουμε εφηβεία, δηλαδή μέχρι την ηλικία των 20-κάτι ετών. Αλλά η μη επαρκής φροντίδα στα πρώτα χρόνια της ζωής δημιουργεί τις μεγαλύτερες δυσκολίες, δηλαδή η μη επαρκής φροντίδα στην πρώιμη ηλικία.

Και όσον αφορά τους τύπους προσκόλλησης, αν μπορούν να συνδυάζονται, βεβαίως, μπορούν να συνδυαστούν. Έχω κάνει ένα σχετικό επεισόδιο πάνω στους τύπους προσκόλλησης στο οποίο μπορώ να σας παραπέμψω και στο οποίο στο τέλος του μιλάω για τους τύπους οι οποίοι συνδυάζονται μεταξύ τους. Ποιοι τύποι συνήθως ταιριάζουν με ποιους το οποίο αφορά την επιλογή ερωτικού συντρόφου.

Λοιπόν, ερώτηση 22. Δεύτερη. Πώς διαφοροποιείται η διπολική διαταραχή από τις οριακές οργανώσεις προσωπικότητας? Θα μπορούσατε να πείτε κάποια κοινά και κάποιες διαφορές. Αρχικά είναι δύο διαφορετικές διαταραχές. Η διπολική διαταραχή από τις οριακές οργανώσεις προσωπικότητας. Η διπολική διαταραχή έχει αρχικά πρωτίστως ένα ισχυρό βιολογικό και γενετικό υπόβαθρο.

Είναι μία διαταραχή η οποία όπως και η οριακή περιλαμβάνει συναισθηματική αστάθεια, περιλαμβάνει περιόδους μανίας, η οποία είναι συνήθως επεισοδιακή, έχουμε δηλαδή επεισόδια μανίας. ακολουθείται από πολύ έντονη κατάθλιψη και είναι μία διαταραχή στην πραγματικότητα διάθεσης, η διπολική διαταραχή. Η οριακή διαταραχή προσωπικότητας είναι μία διαταραχή η οποία αφορά την προσωπικότητα ενός ανθρώπου που χαρακτηρίζεται επίσης από πολύ έντονη συναισθηματική αστάθεια ενδέχεται να υπάρχουν και έντονα καταθλιπτικά επεισόδια στην οριακή διαταραχή προσωπικότητας, ωστόσο οι εξάρσεις της οριακής διαταραχής συνήθως είναι λιγότερο έντονες από τις διπολικές διαταραχές, εξαρτάται βέβαια σε ποιο φάσμα βρίσκεται κανείς της οριακής διαταραχής προσωπικότητας.

Και υπάρχει μία επικάλυψη, γι' αυτόν τον λόγο η διαφορική διάγνωση είναι δύσκολη, γιατί και η διπολική διαταραχή και η οριακή διαταραχή περιλαμβάνουν συναισθηματική αστάθεια. Συνήθως όμως η διπολική διαταραχή, μάλλον στη διπολική διαταραχή, η αστάθεια αυτή διαρκεί ημέρες, εβδομάδες, ενώ στην οριακή μπορεί να διαρκεί κάποιες ώρες και έχει να κάνει κυρίως με τα πρόσωπα και ερεθίσματα που μπορεί να αντιδράσει ένας άνθρωπος που είναι οριακά οργανωμένος.

Ενώ στη διπολική δεν έχει τόσο να κάνει με τα πρόσωπα και τα ερεθίσματα, διαρκεί πολύ περισσότερο. Υπάρχει μεγάλο ποσοστό, είναι ενδιαφέρουσα η ερώτησή σας, γιατί υπάρχει μεγάλο ποσοστό λανθασμένης διάγνωσης στην διεθνή βιβλιογραφία και υπάρχει πολύ διαφορετικός τρόπος αντιμετώπισης των δύο διαταραχών. Για παράδειγμα, στην τυπολική διαταραχή έχουμε, πέρα από ψυχοθεραπευτική στήριξη, έχουμε κυρίως φαρμακευτικές παρεμβάσεις, δίνονται κυρίως σταθεροποιητές, ενώ στην ωριακή διαταραχή κάνουμε περισσότερες θεραπευτικές παρεμβάσεις και σε κάποιες περιπτώσεις υποστηρίζεται με φαρμακευτική αγωγή.

Είναι, λοιπόν, τη διαφόρες διαταραχές. Η υπολική διαταραχή είναι πιο σοβαρή διαταραχή από την ωριακή διαταραχή και λοιπόν πιο σοβαρή ως προς τη πρόγνωση, ως προς τις δυσκολίες που αντιμετωπίζει ο θεραπευτής και ως προς τις δυσκολίες που αντιμετωπίζει ο θεραπευόμενος. ενώ στην ουριακή διαταραχή έχουμε μεγαλύτερη πληθώρα παρεμβάσεων και η πρόγνωση στην πραγματικότητα είναι καλύτερη.

Ερώτηση 23η. Ερώτηση για τις κρίσεις πανικού. Όταν γίνονται διαταραχή πανικού, η θεραπεία είναι διαφορετική. Το παροξυσμικό άγχος έχει τρόπος να κατευναστεί την στιγμή που συμβαίνει. Το άγχος το οποίο υπάρχει στις κρίσεις πανικού, στην προηγούμενη ερώτηση, είναι αυτό το πολύ έντονο άγχος, το οποίο, με συγχωρείτε, ονομάζουμε ψυχωτικό άγχος.

Είναι ένα άγχος το οποίο χαρακτηρίζεται με κατακαιρματισμό, με αποσωματοποίηση, με αποπραγματοποίηση, το οποίο είναι πάρα πολύ έντονο εκείνη την στιγμή. υπάρχουν τεχνικές για να μπορέσει κανείς να διεχειριστεί την κρίση πανικού. Εκείνη τη στιγμή τεχνικές αυτές είναι κυρίως πυροσβεστικές τεχνικές. Οι συνάδελφοι που είναι γνωστικο-συμπεριφορικοί γνωρίζουν καλά αυτές τις τεχνικές.

Δεν είμαι ο καθόλου αρμόδιος να μιλήσω για τις τεχνικές αυτές. αλλά όταν αυτή η διαταραχή γίνεται, πάνω από αυτά τα στιγμιαία επεισόδια, γίνονται μία διαταραχή πανικού, δηλαδή μία διαταραχή που, τι σημαίνει διαταραχή πανικού, σημαίνει αδυναμία, να μπορεί κανείς να εμπεριέξει όλο αυτό το άγχος το οποίο έρχεται και εκφράζεται μία μορφή συμπτωμάτων.

Εκεί πέρα, αν προσπαθήσεις κανείς να ελέγξει στην πραγματικότητα το άγχος αυτό συμπεριφορικά και λέγοντας αυτό, να πω ότι οι συνάδελφοι που δουλεύουν γνωστικοσυμπεριφορικά με πανικό κάνουν μια καταπληκτική δουλειά, αλλά δίπλα σε αυτή τη συμπεριφορική εργασία θεωρώ ότι κανείς θα πρέπει να κάνει και μια άλλη εργασία η οποία πάει πέρα από τον έλεγχο του συμπτώματος και έχει να κάνει με την αιτία του συμπτώματος αυτού.

Καταλαβαίνω πάρα πολύ το πόσο θέλει κανείς να κατευνάσει εκείνη τη στιγμή το άγχος το οποίο του συμβαίνει, αλλά είναι εξίσου σημαντικό να γίνει μία εργασία στο γιατί ξυπνάει αυτό το άγχος, γιατί έρχεται το άγχος αυτό, τι το πυροδοτεί. Σε πολλές περιπτώσεις είναι επιθετικότητα, σε άλλες περιπτώσεις είναι ανεπεξέργαστα απένθηση, σε άλλες περιπτώσεις είναι διάφορες συγκρούσεις οι οποίες υπάρχουν μέσα σε έναν άνθρωπο και αν αυτές οι συγκρούσεις δεν εξερευνηθούν, τότε πάντοτε κανείς μπορεί να είναι στην πραγματικότητα έρμεο των κρίσεων αυτών πανικού.

Τα μεμονωμένα επεισόδια είναι επεισόδια που κάποια στιγμή μπορεί να τα βιώσουν όλοι οι άνθρωποι στη ζωή τους και δεν είναι και πρόβλημα, γιατί υπάρχουν περιπτάσεις και περιστάσεις στη ζωή όπου η χωρητικότητα ενός ανθρώπου εξαντλείται και δεν μπορεί να διαχειριστεί έναν χογόνο ερέθισμα. Όμως στη διαταραχή πανικού, όταν δηλαδή έχουμε επαναλαμβανόμενα επεισόδια πανικού, τότε ομιλούμε στην πραγματικότητα για κατάρρευση.

Της δυνατότητας να εμπεριέξει κανείς το άγχος και είναι κάτι το οποίο χρειάζεται τη δική του επεξεργασία με έναν άλλον τρόπο. Ώστε να δούμε τη σύγκρουση η οποία βρίσκεται πίσω από αυτό. και η ουσιαστική ανακούφιση θα έρθει μέσα από αυτή την εξερεύνηση όταν μπορεί κανείς στην πραγματικότητα να αντιληφθεί τι βρίσκεται πίσω από τη διαταραχή πανικού.

Εκείνη τη στιγμή θέλει κανείς να κατευνάσει το άγχος του αλλά την κρίση πανικού δεν θα πεθάνει κανείς και το λέω έχοντας πλήρη επίγνωση του τρόμου που δημιουργεί αυτό το ψυχωτικό άγχος αλλά θα επιβιώσει από την κρίση πανικού. Οι συνεχείς όμως κρίσεις πανικού κάνουν τη ζωή του ένα μαρτύριο στην πραγματικότητα. Και ίσως η πυροσβεστική αντιμετώπιση να μην είναι πάντα βοηθητική ή να μην είναι από μόνη της, για να το πω λίγο πιο σωστά και να διορθώσω την προηγούμενη με τοποθέτηση, να μην είναι από μόνη της βοηθητική, αλλά να θέλει και μια ταυτόχρονη εξερεύνηση του τι βρίσκεται πίσω της ασυνήτης, δηλαδή της σύγκρουσης, η οποία βρίσκεται πίσω από την διαταραχή πανικού.

Ερώτηση 24 Επειδή είναι αρκετά προσωπική η ερώτηση σκέφτομαι πως μπορώ να την διατυπώσω και πώς λιένεται ή προσεγγίζεται το τραύμα. Δεν υπάρχει εύκολος τρόπος να μπορέσει κανείς να προσεγγίσει το τραύμα χωρίς να εκτεθεί στον πόνο που έχει αυτό το τραύμα. Γι' αυτόν τον λόγο η θεραπεία είναι δύσκολη και είναι πόδινη γιατί κανείς έρχεται αντιμέτωπος με τραύματα και όλοι οι άνθρωποι έχουν τραύματα, όσοι έχουν ζήσει έχουν εκτεθεί σε περισσότερα ή σε λιγότερα τραύματα.

Το ερώτημά σας το πώς λιένεται ή προσεγγίζεται το τραύμα είναι δύο διαφορετικές λέξεις. Το πώς προσεγγίζεται αφορά τη διαργασία. Το τραύμα είναι κάτι το οποίο προσεγγίζεται πολύ προσεκτικά στα πλαίσια μιας ψυχοθεραπευτικής σχέσης με έναν ρυθμό ο οποίος είναι ο κατάλληλος για κάθε θεραπευόμενο. Σε άλλους χρειάζεται πολύ περισσότερος χρόνος, σε άλλους χρειάζεται λιγότερος χρόνος, σε άλλους χρειάζεται πάρα πολλής χρόνος για να μπορέσει κανείς να προσεγγίσει το τραύμα.

Η λέξη σας είναι ιδιαίτερα ενδιαφέρουσα στο πώς λυαίνετε γιατί η αλήθεια είναι ότι το τραύμα δεν μπορεί να εξαφανιστεί. Μπορεί όμως να σταματήσει να αιμορραγεί. Η μεταφορική ουλή θα είναι πάντα εκεί. Και αυτή η ουλή, αν θέλετε, είναι και κάτι το οποίο θυμίζει ότι υπάρχει κάτι εκεί από την προσωπική ιστορία ενός ανθρώπου.

Και αυτό είναι κάτι το οποίο χρειάζεται, όπως είπα, τον χρόνο του. Η ερώτηση που αφορά το πώς είναι μια ερώτηση που αφορά στην πραγματικότητα τη διεργασία, όχι τόσο τον τρόπο. Δεν υπάρχει τρόπος να λιάνει ή να προσεγγίσει κανείς στο τράβο του. Υπάρχει η διεργασία. Και η διεργασία είναι μια ανθρώπινη σχέση, ψυχοθεραπευτική σχέση, όπου υπάρχει εμπιστοσύνη, όπου υπάρχει ασφάλεια και όπου μπορεί να εξερευνηθούν αυτές οι άμυνες που αναφέρεται εδώ πέρα.

η άμυνα της διανοητικοποίησης, όπως το ονομάζεται υπερδιανοητικοποίησης, που είναι μία άμυνα απέναντι στον πόνο και υπάρχει εκεί ενδεχομένως για να προστατεύσει απέναντι στον αβίωτο και ανεπεξέργαστο ενδεχομένος πόνο που μπορεί να φέρει το τραύμα. Αλλά δεν είμαι βέβαιος και δεν μπορώ να το αποθετηθώ κλινικά, γιατί δεν έχω κάνει εγώ την αξιολόγηση την κλινική, αλλά δεν είμαι βέβαιος ότι μόνο η συμβουλευτική μπορεί να είναι η κατάλληλη παρέμβαση.

Και στο πρώτο σας ερώτημα του πώς βιώνει κανείς τον χρόνο μέσα στη θεραπεία σε σχέση με την εξωτερική πραγματικότητα και αν υπάρχουν τρόποι να βιώνουμε τον χρόνο αυτή είναι μια πολύ ουσιαστική ερώτηση η οποία στην πραγματικότητα έχει να κάνει με την δυσκολία του να βιώσει κανείς τον χρόνο και ο χρόνος της ανθρωπογενής ο οποίος έχει βιώσει τραύμα.

Διότι το τραύμα καθυλώνει έναν άνθρωπο στο σημείο 0, εκεί που δεν υπάρχει χρόνος. Είναι παγιδευμένος δηλαδή κανείς σε μια ψυχική κατάσταση όπου δεν μπορεί να βιώσει τον χρόνο. Και τον χρόνο μπορεί να τον βιώσει κανείς μόνο όταν μπορεί να επεξεργαστεί λίγο τα συναισθήματά του. Γι' αυτόν τον λόγο λέμε ότι στην ψύχωση είναι πιο δύσκολο να βιωθεί ο χρόνος και δεν αφέρομαι σε ψυχωτικό επεισόδιο όπως μου αναφέρεται εδώ πέρα, αλλά αναφέρομαι κυρίως σε οργάνωση της προσωπικότητας.

Σε ψυχωτικό επεισόδιο μπορεί να πάθει ένας άνθρωπος ο οποίος δεν χρειάζεται να είναι ψυχωτικά οργανωμένος. Κάθε άνθρωπος είναι εκτεθειμένος σε μεγαλύτερο ή σε μικρότερο βαθμό, άλλοι σε περισσότερο, άλλοι σε λιγότερο στην πιθανότητα, ενός ψυχωτικού επεισοδίου. αλλά οι άνθρωποι που είναι οργανωμένοι ψυχωτικά δεν μπορούν να αντιληφθούν την αίσθηση του χρόνου γιατί δεν μπορούν να έχουν ανατυγμένη την ικανότητα να μπορούν να εμπεριέχουν τα συναισθήματά τους, να μπορούν να σκέπτονται πάνω στα συναισθήματά τους.

ο χρόνος έχει αξία μόνο όταν μπορεί κανείς να βιώνει τη ζωή του στο παρόν και για να μπορεί κανείς να βιώνει τη ζωή του στο παρόν, στο εδώ και τώρα, το να είναι παρόν δηλαδή στην ζωή του, χρειάζεται να μπορεί να έχει κάποιον έλεγχο, όχι τον παντοδύναμο και ψυχαναγκαστικό που ανέφερα πριν, αλλά κάποιον έλεγχο της συναισθηματικής του πραγματικότητας.

Και είναι πολύ σημαντικό το ότι καταφέρατε 8 χρόνια δουλειά, στο οποίο είναι μια πολύ εντατική δουλειά και να πω και κάτι τελευταίο πάνω στο όλοι ένετε τρόπι το βλέπω ξανά μπροστά μου μια άλλη λέξη που εγώ θα χρησιμοποιούσα εδώ και πάλι όχι για να παίξω με τις λέξεις αλλά γιατί πιστεύω ότι ανταποκρίνεται πολύ καλύτερα στο ερώτημά σας είναι ότι ίσως με ρωτάτε πώς ενσωματώνεται το τραύμα στον εαυτό γιατί το τραύμα όταν είναι ανεπεξέργαστο ή όταν δεν το έχει κανείς επεξεργαστεί πλήρως.

Γιατί μπορεί κανείς να επεξεργαστεί ένα κομμάτι του τραύματος, κάποιο άλλο κομμάτι να μην έχει επεξεργαστεί. Αλλά όταν μένει κάτι ανεπεξεργαστό από το τραύμα, τότε αυτό είναι σαν να μην είναι ενσωματωμένο στον ψυχισμό, σαν να είναι κάτι έξω από τον άνθρωπο αυτόν. Και γι' αυτόν τον λόγο είναι πολύ βοηθητικό να εργαστεί κανείς, να συνεχίσει μάλλον να εργάζεται πάνω σε αυτό, ώστε να ενσωματώσει αυτό το τραύμα μέσα στον ψυχισμό του και εκεί που υπήρχε κάτι ανεπεξάργαστο και κάτι αποσυνδετικό, να νιώσει κανείς πιο δημιουργικός και να μπορέσει να βρει και περισσότερο νόημα στην ζωή του και να απολαύσει και περισσότερο τη ζωή του.

Ερώτηση 25. Άνθρωπος με μεγάλη πρόοδο σε θεραπεία, όχι τόσο ευγενικός πλέον με όρια, φροντίζει το σώμα του, εξελίσσεται επαγγελματικά, αλλά ξαφνικά έντονει η ανάγκη να νιώσει υποθητός από γυναίκα, ερωτική μεταβίβαση, ανέπτυξη με τη θεραπεύτριά του. Η σύζυγος έχει γίνει πιο μετρική φιγούρα. Πρέπει να ξανασυστηθούν ή δεν σώζεται όταν το ερωτικό στοιχείο σβήνει.

Το ερώτημα λοιπόν αφορά αυτή τη στιγμή τη σχέση σας με την σύζυγό σας, την οποία την βλέπετε ως μητρική φιγούρα. Αυτό είναι κάτι το οποίο συμβαίνει μέσα στις σχέσεις, στις ερωτικές, διότι η ψυχαναλυτική εργασία μας έχει δείξει ότι οι ερωτικές σχέσεις βασίζονται πάρα πολύ στις αρχαϊκές σχέσεις. στις σχέσεις δηλαδή που είχαμε με τους σημαντικούς άλλους της παιδικής μας ηλικίας.

Πολλές φορές ένας σύντροφος μπορεί να πάρει χαρακτηριστικά μητρικά ή πατρικά και ως αποτέλεσμα να μειωθεί η ερωτική επιθυμία. Αυτό δεν είναι απαραίτητα μία κρίση. Είναι ένα στάδιο το οποίο υπάρχει μέσα στη σχέση, το οποίο θέλει μία δουλειά και μία επεξεργασία για να μπορέσει κανείς να ξεθάψει ξανά και να αναβιωθεί το ερωτικό στοιχείο.

Για να απαντήσω στο τελευταίο σκέλος, πιστεύω ότι φυσικά και σώσεται και το ερωτικό στοιχείο ίσως να μην έχει σβήσει. Το ερωτικό στοιχείο ενδεχομένως να έχει θαυτεί. Και όσον αφορά την ανάγκη για να νιώσει κανείς υποθυντός που αναφέρεται εδώ πέρα από τη γυναίκα ή την ερωτική μεταβίβαση στην θεραπεύθρια, Όλα αυτά μπορεί να είναι πολύ σημαντικές πηγές πληροφορίων των συνδέω και με την απάντηση που έδωσα πριν στην ερωτική μεταβίβαση.

Αλλά μπορεί να είναι και μία μετάθεση στην πραγματικότητα των συναισθημάτων τα οποία για διάφορους λόγους που δεν μπορώ να γνωρίζω και δεν θα μπορούσα να γνωρίζω από την ερώτηση μπορεί να μετατίθονται στη θεραπεύθρια ή σε άλλες γυναίκες αλλά να υπάρχει ένας φόβος να βιωθούν αυτά τα ερωτικά συναισθήματα μέσα στην σχέση με την γυναίκα σας.

Και αυτό είναι κάτι που αξίζει να εξερευνηθεί μέσα στην θεραπεύση. Αυτό είναι άλλο ένα ερώτημα το οποίο θεωρώ πολύ βασικό να το φέρετε και μέσα στην θεραπεία και να το συζητήσετε. Αλλά πιστεύω ότι είναι κάτι το οποίο συμβαίνει συχνά και το οποίο μπορεί κανείς να το επεξεργαστεί και να δει τι είναι αυτό που μπλοκάρει στην πραγματικότητα την ανάδυση των αρρικών συναισθημάτων, τι είναι αυτό το οποίο μητρικοποιεί μία ερωτική σχέση.

Μπορεί να είναι κάποια συγκρούσεις που αναδύονται εκεί πέρα και αξίζει να τις εξερευνήσετε. Ερώτηση 26, αν δεν κάνω λάθος. Άντρας παντρεμένος δεν συνδέεται με άλλους άντρες πέρα από επαγγελματικά Ελκύεται από γυναίκες με κοινά ενδιαφέροντα, χωρίς σεξουαλική πρόθεση Και πρόσφατα ανέπτυξε ερωτική μεταβίβαση προς θεραπεύτριά του Και αρχίζει ερωτική ροπή και προς υποψήφιες φίλες Είναι η περίοδος αυτή ή απλώς δεν τον καλύπτει η σύζυγος Νομίζω ότι είναι πολύ βοηθητικό εδώ να σκεφτείτε τι είναι αυτό το οποίο μπορεί να συμβαίνει Και τι είναι αυτό το οποίο μπορεί να συμβαίνει μέσα στη σχέση σας με την σύζυγο Γιατί και μόνο που θέσατε το ερώτημα νομίζω ότι δείχνει ότι κάτι συμβαίνει εκεί και δεν είναι απαραίτητο να έχει να κάνει με το αν σας καλύπτει ή δεν σας καλύπτει η σύζυγός αλλά να έχει να κάνει με πράγματα τα οποία μπορεί να αναδύονται μέσα στην σχέση και τα οποία να είναι τόσο άβολα, τόσο δύσκολα και έτσι να μετατοπίζεται όλο αυτό μέσα από την έκφραση ερωτικού ενδιαφέροντος για κάποιες άλλες γυναίκες

ή μέσα από τη μεταβίβαση προς την θεραπεύτρια. μπορεί να συμβαίνει κάτι μέσα στην σχέση όπως πολύ συχνά είναι προβλήματα που μέσα σε ένα γάμο μπορεί να υπάρχουν με την πάροδο του χρόνου και τα οποία όταν δεν συζητιώνται προσπαθεί κανείς να βρει ένα καταφύγιο και να νιώσει καλύτερα. Έχω κάνει ένα επεισόδιο πάνω στην απιστία δεν αναφέρομαι στο ερώτημα αυτός κυριμένα αλλά ορμόμενος από το ερώτημα για το οποίο μιλάω για τα δυναμικά της απιστίας η οποία μπορεί να έχει να κάνει με φόβους εξάρτησης και πολλές φορές κανείς αρχίζει να αρτήσει ερωτικό ενδιαφέρον και πιστεύοντας ότι δεν το καλύπτει ο σύντροφος ή η σύντροφός του όταν αρχίζει να νιώθει πιο εξαρτημένος από τον σύντροφο ή την σύντροφό του και αυτό είναι κάτι το οποίο επίσης αξίζει να εξερευνηθεί, να δει δηλαδή κανείς για ποιον λόγο μετατίθεται το ενδιαφέρον εκεί.

και το οποίο σπανίως είναι ένα φαινόμενο το οποίο έχει να κάνει με την περίοδο ή με μία φάση, αν και μπορεί να έχει να κάνει με μία φάση, αλλά πίσω από αυτή τη φάση, η οποία μπορεί να διαρχεί περισσότερο ή λιγότερο, να υπάρχουν άλλου είδους συγκρούσεις, άλλου είδους αν έχει ασυνείδητος θυμός ή επιθετικότητα προς τη σύζυγο, για παράδειγμα, τα οποία χρειάζεται να τα συζητήσει κανείς, χρειάζεται κανείς να κάνει μία ενδοσκόπηση μέσα του για να δει τι ακριβώς μπορεί να συμβαίνει εκεί πέρα.

Ερώτηση 27. Άνθρωπος που χρησιμοποιούσε την τέχνη σχεδόν αιμονικά για να διοικητεύει τα συναισθήματά του, με τη θεραπεία έμαθε να εκφράζεται, να μιλάει, να βάζει όρια, να γίνεται εντός ισορροκών ορατός, αντίδιαφανος. αλλά έμεινε ένα κενό στον ελεύθερο χρόνο και στην ζωή του. Γεμίζει ποτέ ένα τέτοιο κενό. Θα ξεκινήσω από το ρήμα που χρησιμοποιήσατε στο τελευταίο ερώτημα, αν γεμίζει ένα κενό.

Και η αλήθεια είναι ότι ένα κενό δεν γεμίζει ποτέ. Και αν γεμίσει θα είναι προβληματικό, γιατί το κενό χρειάζεται να υφανθεί. Και όταν λέω να υφανθεί, εννοώ να δημιουργήσει κανείς κάτι μέσα σε αυτό το κενό και όχι τόσο να το γεμίσει. γιατί μπορεί να γεμίσετε το κενό με πάσης φύσεως υποκατάστατα. Και το ότι η τέχνη, η οποία είναι μια δημιουργική δραστηριότητα, χρησιμοποιούνταν αιμονικά και η αιμονία έχει να κάνει με την άρνηση πραγματικότητας, κυρίως με την άρνηση να βιώσει κανείς πολύ επόδυνα συναισθήματα και πένθει, μπορεί να δείχνει ότι μπορεί να υπάρχει μια ροπή στο να γεμίσει αυτό το κενό με αυτόν τον τρόπο, αλλά είναι ένα κενό το οποίο πιστεύω ότι μπορεί να υφανθεί υπό την προϋπόθεση ότι είναι ένα κενό το οποίο μπορεί να εξερευνηθεί και να δείτε τι είναι αυτό το οποίο το δημιουργεί.

Δεν ξέρω ποια είναι η σχέση σας για παράδειγμα τώρα με την τέχνη αν έχετε βρει έναν άλλον τρόπο να χρησιμοποιείτε την τέχνη αλλά το γεγονός ότι μπορέσατε και μαθάτε να εκφράσετε να εκφράσετε με τη θεραπεία, να βάζετε όρια, να γίνεστε ορατός είναι μια πολύ σημαντική ανάπτυξη μέσα από την θεραπεία και το οποίο ανοίγει και χώρο για να εργαστείτε πάνω σε αυτό το κενό το οποίο υπάρχει στη ζωή και στον ελεύθερο χώρο.

Ένα κενό το οποίο χρειάζεται να ειφανθεί με έναν δημιουργικό τρόπο. Γιατί αλλιώς υπάρχει πάντοτε το ρίσκο να ξαναγεμίσει το κενό βιαστικά με διάφορα άλλα υποκατάστατα αντί αυτό το κενό να είναι και ένα κενό μετάβασης. δηλαδή είναι το κενό όπως λέει ο Λάο Τσετούγκ είναι το κενό αυτό το οποίο χρειάζεται στην πραγματικότητα μέσα στο βάζο είναι αυτό το οποίο είναι το χρήσιμο είναι το κενό το οποίο επιτρέπει το δοχείο να γεμίσει με κάτι είναι το κενό αυτό το οποίο βοηθάει έναν άνθρωπο να μπορέσει να το υφάνει με έναν τρόπο που να κάνει τη ζωή του δημιουργική.

Αρκεί να μην το γεμίσει με υποκατάστατα και αρκεί να μην το κάνει αυτό βιαστικά. Ερώτηση 28. Είναι πρόταση για επεισόδιο, το οποίο ναι, είναι η περίπτωση συμβίωσης με οικογενειακό μέλος πρώτου βαθμού που πάσχει από σοβαρή ψυχική ασθένεια εντός παρενθέσεως σχιζοφρένια. Δεν είναι ακριβώς ερώτηση και είναι ένα πολύ ενδιαφέρον θέμα με το οποίο θα προσπαθήσω να καταπιεστώ με την πρώτη δυνατή ευκαιρία.

Ερώτηση 29. Πώς επηρεάζει η χαμηλή ανοχή στιματέωση μια σχέση, ποια συμπεριφορικά ή συναισθηματικά προβλήματα μπορεί να εμφανιστούν και ποιες είναι οι καλύτερες στρατηγικές ενίσχυσης λειτουργικότητας της σχέσης. Η χαμηλή ανοχή στιματέωση για την οποία μίλησα νωρίτερα μπορεί να δημιουργήσει πολλά και σημαντικά προβλήματα μέσα σε μία σχέση.

Διότι αν ένας σύντροφος ή αν και οι δύο σύντροφοι νιώθουν πάρα πολύ ευάλωτοι, τότε οποιαδήποτε τριβή, οποιαδήποτε σύγκρουση μπορεί να δημιουργήσει σημαντικά προβλήματα. Κανείς είναι περισσότερο ευάλωτος, κανείς είναι περισσότερο εφθυκτός. Και τι σημαίνει εφθυξία. Εφθυξία είναι ναρκισσιστική ευαλωτότητα στην πραγματικότητα.

και αυτό μπορεί να έχει να κάνει με τις προσωπικότητες δύο ανθρώπων δηλαδή να είναι και οι δύο άνθρωποι οι οποίοι έχουν χαμηλή ανοχή στην ματέωση και σε αυτές τις περιπτώσεις πέρα από την ψυχοθεραπευτική εργασία βοηθάει να γίνονται ειλικρινείς συζητήσεις οι οποίες έχουν να κάνουν με το πώς έλαβε κανείς κανείς το τι συνέβη μέσα στη σχέση για ποιο λόγο κάποιος προσβλήθηκε τι είναι δικό μου και τι είναι δικό σου όχι με τη τη τη τη τη τη τη τη τη τη τη τη τη τη τη τη τη τη τη τη τη τη τη τη τη τη τη τη τη τη τη τη τη τη τη τη τη τη τη τη τη τη τη τη τη τη τη τη τη τη τη τη τη τη τη τη τη τη τη τη τη τη τη τη τη τη τη τη τη τη τη τη τη τη τη τη τη τη τη τη τη τη τη τη τη τη τη τη τη τη τη τη τη τη τη τη τη τη τη τη τη τη τη τη τη τη τη τη τη τη τη τη τη τη τη τη τη τη τη τη τη τη τη τη τη τη τη τη τη τη τη τη τη τη τη τη τη τη τη τη τη τη τη τη τη τη τη τη τη τη τη τη τη τη τη τη τη τη τη τη τη τη τη τη τη τη τη τη τη τη τη τη τη τη τη τη τη τη τη τη τη τη τη τη τη τη τη τη τη τη τη τη τη τη τη τη τη τη τη τη τη τη τη τη τη τη τη τη τη τη τη τη τη τη τη τη τη τη τη

ένα οτσακωμό σε μια κατάσταση η οποία θα διονίζεται συνεχώς και μια κατάσταση η οποία δεν θα μπορέσει να λυθεί. Χρειάζεται λοιπόν και να αναπτύξει η σχέση μια αυτορύθμιση, δηλαδή σαν διάδα να μπορεί ένα ζευγάρι να αυτορυθμιστεί και αυτό δεν αφορά μόνο συμπεριφορικές στρατηγικές επικοινωνίες, αλλά έχει να κάνει με το πώς μπορεί να λειτουργήσουν δύο άνθρωποι σαν να είναι μια δημιουργική διάδα όταν μπορούν να συζητούν πράγματα και όχι τόσο όταν κανείς προσπαθεί σαδιστικά να επιβάλλει την θέλησή τους των άλλων.

Και αν αυτά αποτύχουν, είναι καλό κανείς αρκετές φορές να επισκεφτεί έναν θεραπευτή ζεύγους. Τι είναι ο θεραπευτής ζεύγους, στην πραγματικότητα είναι ένας μεταφραστής. Ένας άνθρωπος δηλαδή, ο οποίος βοηθάει το ζευγάρι να κατανοήσει ο ένας τον άλλον γιατί σε πολλές σχέσεις αυτό το οποίο υπάρχει ως πρόβλημα είναι ένα πρόβλημα το οποίο έχει να κάνει με τη μετάφραση.

Δεν μπορεί δηλαδή να καταλάβει ο ένας την γλώσσα του άλλου. Και αυτό είναι ένα πρόβλημα το οποίο υπάρχει στις σχέσεις. Αλλά ξεκινούμε πάντοτε από την προσπάθεια μέσα στο ζευγάρι να μπορέσει δηλαδή το ζευγάρι να φουγγραστεί γιατί συμβαίνει αυτό που συμβαίνει, τι είναι αυτό που κάνει τη διάδα ευάλωτη και τι είναι αυτό το οποίο κάνει και τους δύο, πέρα από τα ατομικά χαρακτηριστικά προσωπικότητας, να έχουν χαμηλή ανοχή στην ματέωση.

Ερώτηση 30. Αφορά μια γυναίκα η οποία μεγάλωσε με έντονα αντιφαντικά μηνύματα, την αγάπη των Θεώτης, συγχώρεση, χριστιανικές αξίες, αλλά και εκτέθηκε σε καθημερινή συμπεριφορά γεμάτη φόβο, μίσος, ζήλια και πίεση. Ζει από τα 20 με σοβαρό αυτοάνωσο νόσμα, με μόνιμες βλάβες και αναπηρία 80%. Θεωρεί ότι το τοξικό περιβάλλον συνέβαλε στην εκδήλωση του αυτοάνωσου.

Στα 53η συνειδητοποιεί ότι δεν νιώθει αγάπη για τη μητέρα της, η οποία μιλά για αμαρτία και ενοχές. Τι είναι πιο υγιές, να καταπιέσει και να αναγκάσει τον εαυτό της να συγχωρήσει και να αγαπήσει ή να αποδεχτεί τα αυθεντικά αρνητικά συναισθήματα, ακόμη και αν αυτό σημαίνει απόσταση και σύγκρουση. Μπορεί κανείς να συγχωρήσει πραγματικά ενώ συνεχίζει να δέχεται πίεση, ενοχές και απαξίωση.

Απαξίωση. Είναι όλα σημαντικά ερωτήματα, αλλά όπως έλεγε και ο Ντοστογιεύσκη, μπορώ να αντέξω τα πάντα εκτός από να προδώσω τον εαυτό μου. Και το να προδώσω κανείς τον εαυτό του σημαίνει να αγνοήσει τα συναισθήματα. Και έχω την αίσθηση ότι αυτό ήταν και μια ερώτηση που αφορούσε τα συναισθήματα στο προηγούμενο Q&A, το ανεβοηθητικό να τα εκφράζει κανείς.

και η έκφραση είναι σημαντική, αλλά το πιο σημαντικό από όλα είναι η επεξεργασία των συναισθημάτων και χρειάζεται κουράγιο να αναγνωρίσει κανείς ότι μπορεί να έχει συναισθήματα μίσους προς έναν σημαντικό, άλλως συναισθήματα οργής, συναισθήματα απογοήτευσης και πόσο μάλλον αν αυτός ο άλλος είναι η μητέρα. Αυτό φέρνει πολύ μεγάλα συναισθήματα ενοχής και κοινωνικά και θρησκευτικά για τους θρησκευόμενους ανθρώπους, αλλά κυρίως ενδοψυχικά.

Δεν μπορείτε κανείς, ούτε εσείς ούτε κανείς, να αναγκάσει τον εαυτό του να κάνει κάτι και αν το κάνει αυτό οι συνέπειες θα είναι πολύ μεγαλύτερες γιατί θα είναι μια συγχώρεση καταναγκαστική. Ούτε επίσης μπορείτε να αναγκάσετε τον εαυτό σας να συγχωρήσει ή να αγαπήσει την μητέρα σας. Γιατί αυτό θα ήταν ψεύτικο στην πραγματικότητα.

Θα βόλωσε αυτή την ντοστογευκική προδοσία. αλλά μπορείτε να αποδεχτείτε όπως σωστά λέτε τα αυθεντικά και μου άρεσε ο τρόπος που το θέσατε αρνητικά συναισθήματα ακόμα και αν αυτό σημαίνει απόσταση και σύγκρουση. Είναι σημαντικό να αναγνωριστούν αυτά τα συναισθήματα αλλά είναι σημαντικό να σκεφτείτε και πάνω σε αυτά τα συναισθήματα γιατί ποτέ δεν είναι μόνο μίσος ή μόνο αγάπη αυτά τα δύο πράγματα συνυπάρχουν και σε όλες τις σχέσεις και αυτό σας το λέω από την θεραπευτική μου εμπειρία δουλεύοντας με ανθρώπους που έχουν πληγωθεί από τους σημαντικούς άλλους της ζωής τους ότι ακόμα και όταν κανείς αισθάνεται μόνο μίσος πάντα υπάρχει εκεί μέσα αγάπη και όταν κανείς έρχεται και αισθάνεται μόνο αγάπη πάντα υπάρχει εκεί μέσα και μίσος.

Αυτά τα δύο πάνε μαζί. αλλά έχετε δίκιο στο ότι είναι πολύ βοηθητικό να αποδεχτείτε τα αρνητικά αυτά συναισθήματα γιατί δεν υπάρχει εναλλακτική. Αν δεν τα αποδεχτείτε θα είναι σαν να εξαπατάτε τον εαυτό σας, σαν να προδίδετε τον εαυτό σας που πάω πάλι στον Τσογεύσκη έλεγε ότι είναι το μεγαλύτερο τόπιμα. Το τελευταίο σας ερώτημα είναι επίσης βαθύ και ουσιαστικό.

αν μπορεί κανείς να συγχωρέσει πραγματικά ενώ συνεχίζει να δέχεται πίεση ενοχές και απαξίωση. Η συγχώρεση είναι μια ιδιαίτερη λέξη και μια ακόμα βαθύτερη ψυχική κατάσταση. Έχει να κάνει με την ικανότητα να χωρέσει κανείς κάτι μέσα του, να συνεπάρξει μαζί με έναν άλλον μέσα στο νου του. Και η συγχώρεση, για την οποία έχουν γραφτεί φιλοσοφικά κείμενα, θεολογικά κείμενα, αλλά με την βαθύτερη ψυχαναλυτική της έννοια έχει να κάνει με το να χωρέσετε κάτι μέσα σας.

Μπορεί σε αυτή την περίπτωση να είναι μία μητέρα η οποία δεν ήταν η μητέρα που θα θέλατε να έχετε και πολλές φορές αυτό είναι μία επόδυνη συνειδητοποίηση και το να χωρέσει κανείς μέσα του μία τέτοια αλήθεια δεν είναι πάντοτε εύκολο και σε περισσότερες περιπτώσεις αν όχι πάντα είναι επόδυνο. αλλά είναι αναγκαίο. Είναι αναγκαίο να μπορέσει κανείς να χωρέσει μέσα του στην πραγματικότητα κάτι το οποίο αν δεν το κάνει δεν θα μπορέσει να έχει ειρήνη μέσα του.

Διότι η αναλλακτική είναι η μόνιμη πικρία, το μόνιμο μίσος και πάντοτε θα υπάρχει λίγη πικρία. Κανείς δεν μπορεί να νιώθει καλά που έχει μεγαλώσει με ένα σημαντικό άλλο ο οποίος τον υποτιμούσε. Κανείς δεν μπορεί να εξαναγκάσει τον εαυτό του να τον αγαπήσει. μπορεί όμως να συγχωρέσει τον εαυτό του, γιατί η συγχώρεση αφορά πρώτα τον εαυτό, να κλείσει μέσα του και αυτή τη σχέση όπως αυτή η σχέση υπήρχε, κοιτάζοντάς την δηλαδή με αθόρλωτα μάτια με τα καλά και με τα κακά της, κρατώντας και τα δύο μέσα, και έτσι να εμπεριέξει όλα αυτά και να κρατήσει και μια βοηθητική απόσταση στις περιπτώσεις όπου δεν μπορεί να υπάρξει επίλυση αυτών των συγκρούσεων και δεν επιλύονται πάντα όλα.

Γι' αυτό όπως είπα και πριν, οι άνθρωποι αποχωρήσουνται ο ένας τον άλλον όταν καθίσταται αδύνατη η επικοινωνία μεταξύ τους. Συνεπώς νομίζω ότι η συγχώρεση είναι μια αναγκαιότητα, Όχι όμως με την έννοια και δεν την θεολογική απαραίτητα και δεν το λέω αυτό για να εκφράσω θεολογική τοποθέτηση που έχει μια αρκετά διαφορετική έννοια από την ψυχαναλυτική συγχώρεση αλλά το λέω με βάση την ψυχαναλυτική συγχώρεση να χωρέσετε μέσα σας μια πραγματικότητα και να συγχωρέσετε τον εαυτό σας γιατί δεν ευθυνόσασταν εσείς για όλο αυτό το οποίο βίωσατε.

Οι άνθρωποι νιώθουν ανοχές όταν δεν τους συμπεριφέρονται οι οικοί τους με την αγάπη και τη φροντίδα που έχουν ανάγκη σαν αυτέν οι ίδιοι και δυσκολεύονται να κατανοήσουν ότι δεν φταίνε και αυτή είναι η ουσία της συγχώρεσης. Ερώτημα 31ο και τελευταίο. Ποιοι είναι οι λόγοι αποτυχίας του κράτους να σοφρονίσει τους τροφίμους των φυλακών.

Στην χώρα μας δυστυχώς είμαστε αρκετά πίσω στο κομμάτι του σοφρονισμού με την βαθύτερη έννοια του όρου. Για παράδειγμα στην Αγγλία που ζούσα εγώ και σε αυτό συνέβαλε πολύ και ο υπόπτισμος στο διδακτόρικο είχαν δημιουργηθεί ειδικά θεραπευτικά προγράμματα μέσα σε φυλακές, προγράμματα τα οποία πλαισιόνταν από ατομική θεραπεία, από ομαδική θεραπεία.

Υπήρχε ένα οργανωμένο σύστημα. Οι Ολλανδοί έχουν κάνει επίσης καταπληκτική δουλειά, αξιόλογη δουλειά έχουν κάνει και οι Γερμανοί, αλλά νομίζω ότι στην Ευρώπη οι πρωτοπόροι είναι οι Ολλανδοί και οι Άγγλοι σε αυτό το κομμάτι. στην Ελλάδα είμαστε πολύ πίσω στην δημιουργία και ύπαρξη θεραπευτικών προγραμμάτων το οποίο είναι ένα πρόβλημα το οποίο είναι ζήτημα βούλησης ενδεχομένως υπάρχει απουσία πόρων και ψυχοθεραπευτικών και οικονομικών και εκπαιδευτικών πόρων εντός των φυλακών έχουμε ένα ζήτημα υποστελέχωσης της ψυχικής υγείας και το οποίο είναι ένα πολύ μεγάλο πρόβλημα.

Χρειάζεται να δημιουργηθούν θεραπευτικά προγράμματα εντός των φυλακών και το λέω γιατί είναι το ενδιαφέρον μου, ένα μεγάλο κομμάτι του ενδιαφέροντος μου έχει να κάνει με την εγκληματική ψυχολογία και η διδακτορική μου διατριβή αφορούσε την εγκληματική ψυχολογία και επειδή είδα λίγο πώς λειτουργούν και τα συστήματα στην Βρετανία, μπορώ να δω ότι πραγματικά υπάρχει ελπίδα.

Ένας άνθρωπος ο οποίος θα μπει για παράδειγμα για ένα έγκλημα μέσα ακόμα και αν αυτό το έγκλημα είναι φόνο σε πολλές περιπτώσεις σε κάποια χρόνια θα είναι έξω. Αν αυτός ο άνθρωπος βγαίνει πιο επιθετικός, πιο παραβατικός, πιο αντικοινωνικός από ό,τι μπήκε μέσα γιατί δεν υπάρχουν θεραπευτικά προγράμματα αυτό αποτελεί ένα πολύ σημαντικό πρόβλημα.

Και γι' αυτόν τον λόγο χρειάζεται να γίνει μια ουσιαστική προσπάθεια στην χώρα μας, μια ουσιαστική προσπάθεια η οποία να έχει ως στόχο αυτό που ονομάζουμε, το λέτε σοφρονισμό, αλλά εγώ θα χρησιμοποιήσω μια άλλη έννοια, τις αποϊδρυματοποίησεις. Γιατί όταν μιλούμε για σοφρονισμό, μιλούμε ουσιαστικά για αποϊδρυματοποίηση.

Να μπορέσει δηλαδή κανείς να βγει έξω ξανά στην κοινωνία, να μπορέσει να επεξεργαστεί και το έγκλημα που έχει κάνει και το ότι τον οδήγησε στο έγκλημα και να μπορέσει μετά να ενταχθεί ξανά στην κοινωνία ως μέλος της. Γιατί οι άνθρωποι αυτοί οι περισσότεροι θα βγουν ξανά έξω και έχουν πρόβλημα. πρόβλημα. Όταν το σοφρονιστικό μας σύστημα είναι ένα σύστημα τιμωρίας και όχι ένα σύστημα το οποίο είναι σύστημα αποκατάστασης, σοφρονισμού και αποϊδρυματοποίησης.

Αλλά νομίζω ότι τουλάχιστον αυτό βλέπω εγώ ότι δεν φαίνεται να υπάρχει βούληση αντιθέσει με το Αγγλικό, το Ολλανδικό και τα σκανδιναβικά φυσικά μοντέλα, όπου βλέπουμε ένα πολύ χαμηλότερο ποσοστό υποτροπής, διότι έχουν επενδύσει οι άνθρωποι αυτοί στην αποϊδρυματοποίηση και τον ουσιαστικό σοφρονισμό. Φτώντας λοιπόν στο τέλος, θα ήθελα να σας ευχαριστήσω για όλες τις πολύ ενδιαφέρουσες ερωτήσεις που μου στείλατε και να πω ότι στο μέλλον ξανά θα ανακοινώσω το επόμενο Q&A, όπου και θα μπορέσετε να μου στείλετε ερωτήσεις που ενδεχομένως θα θέλατε να απαντήσω.

Σας ευχαριστώ πολύ.

Σχόλια

Χωρίς σχόλια

Συνδεθείτε για να συμμετάσχετε στη συζήτηση

Σύνδεση για Σχολιασμό

Δεν υπάρχουν σχόλια ακόμα

Πίσω 15 δευτ.
Play
Μπροστά 30 δευτ.
00:00:00
00:00:00