Skip to content
PodBase
 Παιδικό Τραύμα, Ναρκισσιστές Γονείς & Νόημα Ζωής | Q&A #5

Παιδικό Τραύμα, Ναρκισσιστές Γονείς & Νόημα Ζωής | Q&A #5

The Ψ Podcast
Ιούλιος 15, 2026 01:47:12 Σεζόν 4
Συνδεθείτε για να δηλώσετε αν σας αρέσει
Συνδεθείτε για να δηλώσετε αν σας αρέσει
Προσθήκη σε Λίστα Επεισοδίων
Αποθηκεύστε αυτό το επεισόδιο σε λίστα.
Όνομα Λίστας

Σχετικά με αυτό το επεισόδιο

Στο πέμπτο επεισόδιο ερωτήσεων του κοινού (Q&A #5) του Ψ Channel, απαντώνται 23 ερωτήσεις που στάλθηκαν από τους ακροατές και αφορούν το παιδικό τραύμα, τη γονεϊκή δυσλειτουργία, τον ναρκισσισμό και το διαχρονικό ερώτημα του νοήματος της ζωής.Εξετάζεται η έννοια του παιδικού τραύματος πέρα από τη βρεφική ηλικία, αναλύεται η ασυνείδητη ψυχολογική κακοποίηση από κρυφούς ναρκισσιστές γονείς, και συζητούνται οι τρόποι με τους οποίους διαχειρίζεται το ψυχικό υποκείμενο τέτοιες πρώιμες εμπειρίες αργότερα στη ζωή του. Παράλληλα, διερευνάται το ερώτημα του νοήματος μέσα από ψυχαναλυτική και υπαρξιακή οπτική, με αναφορές στο έργο των Freud, Klein, Winnicott, Bion και Frankl.Θίγονται επίσης: το πένθος και η απώλεια, η ωνιομανία, οι κρίσεις πανικού, η ερωτική μεταβίβαση στη θεραπευτική σχέση, η τάση υπερδιάγνωσης (αυτισμός, ADHD), και η διαφοροποίηση της διπολικής διαταραχής από την οριακή οργάνωση προσωπικότητας.Κεφάλαια:0:00 Καλωσόρισμα και Εισαγωγή2:28 Ερώτηση 1 – Αρχαιοελληνικές ρήσεις6:16 Ερώτηση 2 – Τεχνητή Νοημοσύνη9:19 Ερώτηση 3 – Επεξεργασία συναισθημάτων12:52 Ερώτηση 4 – Ψυχανάλυση ως επιστήμη18:40 Ερώτηση 5 – Πολιτισμός και δυστυχία (Φρόιντ)21:57 Ερώτηση 6 – Μηχανισμός άμυνας: προβολή26:22 Ερώτηση 7 – Αναζήτηση νοήματος στη ζωή30:41 Ερώτηση 8 – Θεραπεία, πρόοδος και κενό νοήματος35:18 Ερώτηση 9 – Αλλαγή ουσίας vs αλλαγή σκέψης39:42 Ερώτηση 10 – Μητέρα χωρίς ψυχικά εργαλεία43:46 Ερώτηση 11 – Υπερπροστατευτική μητέρα47:12 Ερώτηση 12 – Αμφιθυμία: μίσος και αγάπη προς τη μητέρα51:39 Ερώτηση 13 – Πατρική παρουσία στη ζωή του παιδιού54:46 Ερώτηση 14 – Μακρόχρονη θεραπεία και ναρκισσισμός1:00:20 Ερώτηση 15 – Ασυνείδητη ψυχολογική κακοποίηση1:05:10 Ερώτηση 16 – Ενήλικο παιδί ναρκισσίστριας μητέρας1:09:12 Ερώτηση 17 – Εκμετάλλευση ευαλωτότητας1:12:06 Ερώτηση 18 – Θάνατος και πένθος1:18:56 Ερώτηση 19 – Βιβλία και λογοτεχνία1:19:17 Ερώτηση 20 – Ορισμός παιδικού τραύματος1:25:19 Ερώτηση 21 – Απώλεια συντρόφου (Ορφέας/Ευρυδίκη)1:28:19 Ερώτηση 22 – Ψυχαναλυτική προσέγγιση ωνιομανίας1:37:27 Ερώτηση 23 – Διαγνώσεις: αυτισμός/ADHD

Αυτόματη μεταγραφή — ενδέχεται να περιέχει λάθη.

Αγαπητές φίλες και αγαπητοί φίλοι καλησπέρα. Θα ήθελα να σας καλωσορίσω στο πέμπτο κατά σειρά επεισόδιο ερώτα-απαντήσεων, το Q&A 5 και θα ήθελα επί τη ευκαιρία να σας ευχαριστήσω για τις πολύ ενδιαφέρουσες ερωτήσεις τις οποίες μου στείλατε, τις οποίες θα προσπαθήσω να απαντήσω όσο επαρκέστερα και δελεχέστερα μπορώ στο συγκεκριμένο επεισόδιο.

Θα ήθελα ξεκινώντας να πω τρία πράγματα για το πώς θα ήταν βοηθητικό να ακουστούν οι απαντήσεις μου, δεδομένου του ότι οι ερωτήσεις σας δεν άτοτε μόνον της επιστήμης, της ψυχολογίας, αλλά αφορούν και γενικότερα ζητήματα τα οποία αφορούν την φιλοσοφία, αφορούν ενδεχομένως την οργάνωση της κοινωνίας, αφορούν υπαρξιακού τύπου ζητήματα και για τις απαντήσεις αυτές, όπως βέβαια και για κάθε ζήτημα, δεν υπάρχει μία καθολική απάντηση.

Συνεπώς θα ήθελα να ξεκινήσω με το «εν δέχεται άλλος έχει», δηλαδή ότι παρότι καταβάλλω κάθε δυνατή προσπάθεια οι απαντήσεις μου να είναι όσο το δυνατόν περισσότερο ακριβής και κοντά στην αλήθεια, υπάρχουν όψεις της αλήθειας, δεν υπάρχει μία καθολική αλήθεια, ακόμα και για ζητήματα τα οποία είναι αυστηρά επιστημονικά και με τη στενή έννοια του όρου.

Το δεύτερο το οποίο θα ήθελα να πω είναι ότι οι απαντήσεις μου ορμώνται εν μέρη από τη βιβλιογραφία και την ανασκόπηση αυτής και από την κλινική μου εμπειρία. Θεωρώ ότι όταν οι απαντήσεις είναι καθαρά βιβλιογραφικές, αυτό στερεί κάτι από τη ζωντάνια και το βάθος των απαντήσεων, ενώ από την άλλη, αν βασίζονται μόνο στην κλινική εμπειρία και είναι αποκομμένες από την βιβλιογραφία, τότε στερούνται και του επιστημονικού βάθους.

Και το τρίτο το οποίο θα ήθελα να πω είναι ότι πολλές από τις ερωτήσεις σας αφορούν κλινικά ζητήματα ή πολύ προσωπικά ζητήματα. Σαφώς μπορεί να δοθεί μία απάντηση γενικότερη, αλλά σε καμία περίπτωση μία απάντηση σε ένα τέτοιο πλαίσιο δεν θα μπορούσε να σχεγγραφίσει διάφορα ζητήματα, διάφορα δυναμικά και εν τέλει να μπορέσει να δώσει μία απάντηση σε κάτι το οποίο συμβαίνει μέσα σε έναν άνθρωπο.

Πολλά από αυτά τα ζητήματα είναι ζητήματα τα οποία χρειάζεται να εξεταστούν μέσα σε ένα θεραπευτικό πλαίσιο. Ωστόσο, προσπάθησα να εκμεέψω το γενικότερο του ερωτήματος και να δώσω μία απάντηση η οποία να είναι περισσότερο ή λιγότερο βοηθητική. Λέγοντας λοιπόν αυτά, θα ξεκινήσω απαντώντας της ερωτής σας από την πρώτη ερώτηση.

Ερώτηση πρώτη. Ποιες αρχαιολυνικές ρήσεις θεωρείτε σημαντικές και γιατί? Αν διάλεγα δύο αρχαιοληνικές ρήσεις, δύο αρχαιοληνικές φράσεις τότε θα διάλεγα αναμφίβολα τα δύο δελφικά παραγγέλματα το γνώθεις αυτόν και το μηδέν άγαν Το γνώθεις αυτόν σημαίνει να γνωρίζει κανείς τον εαυτό του και θεωρώ ότι είναι η επιτομή ενός βίου ο οποίος μπορεί να είναι βαθύς μπορεί να είναι ουσιαστικός διότι μόνο όταν κανείς γνωρίζει τον εαυτό του μόνο όταν κανείς έχει εξερευνήσει πτυχές του ασυνειδήτου του, μόνο τότε μπορεί να έχει έναν ουσιαστικό βίο, αλλά και μόνο τότε μπορεί να αποκομίσει κάτι από την ζωή του.

Και καμιά φορά το παράδειγμα το οποίο δίνω είναι το εξής. Σκεφτείτε ότι είναι σαν να βλέπει κανείς μία ταινία επιπαραδείγματη και ταυτόχρονα να παίζει με το κινητό του. Ενώ η ταινία περνάει, δεν έχει παρακολουθήσει την ταινία και η ταινία έχει τελειώσει. και σε αυτή την περίπτωση δεν μπορεί να ξαναδεί την ταινία. Κάτι τέτοιο συμβαίνει και με την ζωή όταν αυτή είναι ασυνείδητη.

Όταν δηλαδή κανείς περνάει την ζωή του χωρίς να την εξετάζει, χωρίς να εξετάζει όπως έλεγε ο Σοκράτης, που δεν το είπε μόνο ο Σοκράτης, το είπε ο Πίνταρος, το είπε ο Ηράκλητος, το είπανε πολλοί άλλοι, χωρίς λοιπόν να εξετάσει αυτήν την ζωή, τότε αυτή η ζωή περνάει σαν μία ταινία την οποία δεν μπορεί να την παρακολουθήσει κανείς και δεν μπορεί, και αυτό είναι η τραγωδία, να γυρίσει και πίσω και να την παίξει από την αρχή.

Για να μπορεί κανείς να είναι παρόν στη ζωή του, για να μπορεί κανείς να απολαμβάνει τη ζωή του, για να μπορεί κανείς να είναι δημιουργικός, το π tio год tio год tio год tio год tio год tio год είναι δημιουργικός, απαραίτητη προϋπόθεση είναι να γνωρίζει τον εαυτό του, να γνωρίζει τη συναισθηματική του πραγματικότητα. και υπάρχουν δύο είδη γνώσης.

Το ένα είναι η γνώση η οποία είναι λογική, είναι περισσότερο γνωστική. Σε αυτό βοηθάνε πάρα πολλά πράγματα, όπως και τα επεισόδια, όπως και τα podcast, όπως και ένα βιβλίο να διαβάσει κανείς. Υπάρχει όμως και ένα άλλο είδος γνώσης και εκεί ακριβώς πάει το γνώθις αυτόν, το οποίο δεν μπορεί κανείς να το αποκτήσει μόνον με το διάβασμα, δεν μπορεί να το αποκτήσει μόνον με την παρακολούθηση εκπομπών, αλλά είναι κάτι το οποίο απαιτεί μια άλλη είδους συναισθηματική εργασία, μια εργασία η οποία είναι αμυγός ψυχοθεραπευτική και είναι το είδος της γνώσης το οποίο ονομάζουμε συναισθηματική γνώση.

Να μπορεί δηλαδή κανείς να αντιλαμβάνεται τι νιώθει, γιατί το νιώθει και τι του συμβαίνει. Τότε μπορεί να είναι παρόν. Όσον αφορά το δεύτερο δελφικό παράγγελμα, το 0-1, που σημαίνει να μην κάνει κανείς τίποτα με υπερβολή, το θεωρώ πάρα πολύ βοηθητικό, διότι άπτεται σε αυτό που εμείς στην ψυχανάλυση ονομάζουμε έλεγχο των παρορμήσεων.

Και θεωρώ ότι οι περισσότερες τραγωδίες, και δεν μιλώ για τις τυχαίες τραγωδίες που θα έρθουν στη ζωή ενός ανθρώπου, αλλά μιλάω για τις τραγωδίες οι οποίες ασυνείδητα προκαλούνται από έναν άνθρωπο, προέρχονται από δύο πράγματα. Το ένα είναι η ελλειπή γνώση του εαυτού και εκεί πάει το γνώθις αυτόν. Το άλλο όμως είναι η δυσκολία του να ελέγξει τις παρορμήσεις του, να ελέγξει δηλαδή τις επιθετικές του ενορμήσεις, να ελέγξει τις σεξουαλικές του ενορμήσεις, να ελέγξει επιθυμίες των οποίων η ικανοποίηση μπορεί να είναι βραχυπρόθεσμα, ωραία αλλά μακροπρόθεσμα φέρνει περισσότερο πόνο.

Όταν λοιπόν κανείς τηρεί το μέτρον άριστον το αρχαιοελληνικό, τότε υποφέρει λιγότερο στη ζωή του και θεωρώ ότι ο συνδυασμός αυτών των δύο, δηλαδή η βαθιά γνώση του αυτού και η δυνατότητα να ελέγχει κανείς τις παρορμήσεις του, είναι συστατικό για μια αρκετά ικανοποιητική ζωή. Ερώτηση δεύτερη. Ποια είναι η γνώμη σας για την τεχνητή νοημοσύνη και τι κινδύνες πιστεύετε ότι έχει για την ανθρωπότητα.

Είχα κάνει ένα επεισόδιο πάνω στην τεχνητή νοημοσύνη, συγκεκριμένα νομίζω το τίτλο φόρησα chat GPT και είχα βάλει και έναν άλλο τίτλο δίπλα, τον οποίο δεν ανακαλώ αυτήν την στιγμή, και στο οποίο πραγματευόμουν κάποιους από τους κινδύνους τους οποίους μπορεί να έχει η λανθασμένη χρήση της τεχνητής νοημοσύνης, διότι θα ήθελα να ξεκινήσω με αυτό, ότι πιστεύω ότι η τεχνητή νοημοσύνη μπορεί να είναι ένα πολύ βοηθητικό εργαλείο στην υπηρεσία της ανθρωπότητας υπό την προϋπόθεση ότι θα παραμείνει στην υπηρεσία της ανθρωπότητας και ότι ο άνθρωπος δεν θα εξυπηρετεί την τεχνητή νοημοσύνη, αλλά η τεχνητή νοημοσύνη των άνθρωπων.

Το μεγάλο πρόβλημα το οποίο βλέπω εγώ, και αυτό είχα αναλύσει στο εμπλόγο επεισόδιο, είναι ότι όταν η τεχνητή νοημοσύνη χρησιμοποιείται εκτεταμένα, και αναφέρομαι κυρίως στα εργαλεία της τεχνητής νοημοσύνης όπως είναι το chat GPT και τα παρέμφερη, όταν αυτά χρησιμοποιούνται εκτεταμένα, τότε στερούν τη δυνατότητα από έναν άνθρωπο να σκεφτεί πάνω σε ένα πρόβλημα.

Γίνονται δηλαδή υποκατάστατα σκέψεις και έτσι ένας άνθρωπος ευνοχίζεται διανοητικά, ευνοχίζεται όμως και συναισθηματικά, δεν μπορεί δηλαδή να σκεφτεί. και γνωρίζουμε από την αναπτυξιακή ψυχαναλυτική βιβλιογραφία ότι η σκέψη και η δυνατότητα για σκέψη γεννιέται στην απουσία. Όταν δηλαδή η μητέρα αποτραβά τη φροντίδα της, τότε το βρέφος έρχεται αντιμέτωπο με ματαιώσεις και σκέφτεται πάνω σε αυτές τις ματαιώσεις.

Το ίδιο συμβαίνει και στην ενήλικη ζωή. Αν, για παράδειγμα, κανείς χωρίσει από μία σχέση και μετά μπαίνει στη μία σχέση μετά την άλλη με έναν τρόπο ο οποίος είναι μανιακός, αλλά δεν καθίσει να σκεφτεί γύρω από αυτό το οποίο του συνέβη, τότε του στερεί τη δυνατότητα να σκεφτεί. Επίσης, όταν χρησιμοποιεί κανείς την τεχνητή νοημοσύνη για να λάβει συνέχεια απαντήσεις και δεν επιτρέπει στον εαυτό του να σκεφτεί γύρω από ένα πρόβλημα και τη χρησιμοποιεί ως υποκατάστατο της σκέψης, τότε η σκέψη αυτή, αν θέλετε, ασθενεί, φθήνει και στο τέλος νομίζω ότι ευνοχίζεται αυτή η ικανότητα και για την ακρίβεια αυτό ευνοχίζεται και αυτό θεωρώ ότι είναι ο μεγαλύτερος κίνδυνος της τεχνητής νοημοσύνης να υποκαταστήσει και να αντικαταστήσει το σκέπτεστε το ανθρώπινο.

Φυσικά, όπως συνέβη και με άλλα πράγματα, με άλλες σπουδαίες ανακαλύψεις όπως το διαδίκτυο, για παράδειγμα αυτά είναι ανακαλύψεις οι οποίες μπορούν να ξυπνήσουν, πιστεύω, την ανθρωπότητα και θέλω να πιστεύω ότι θα ξυπνήσουν την ανθρωπότητα υπό την προϋπόθεση όμως ότι κάποιος τις χρησιμοποιεί συμπληρωματικά και όχι ως επέκταση του εαυτού του.

Ερώτηση τρίτη. Ποια είναι η σημασία της επεξεργασίας των συναισθημάτων και γιατί η έκφρασή τους δεν αρκεί. Στην λαϊκή σοφία υπάρχει η φράση «βγάλ' το από το στήθος σου» και αυτή η φράση ήταν βοηθητική διότι έδειχνε την σημασία του να μπορεί κανείς να εκφράζει τα συναισθήματά του και συνεπώς το να εκφράζει κανείς τα συναισθήματά του είναι πολύ βοηθητικότερο από το να τα έχει μέσα του κρυμμένα και να τα έχει μέσα του και να βράζει με αυτά τα συναισθήματα και ξέρουμε σήμερα από την ψυχοσωματική και αυτά είναι πράγματα τα οποία ενδεχομένως θα τα γνωρίζουμε πολύ καλύτερα τις επόμενες δεκαετίες, ότι οι άνθρωποι οι οποίοι δεν εξέφραζαν τα συναισθήματά τους ήταν περισσότερο επιρρεπείς ασθένειες.

Ξέρουμε για παράδειγμα έρευνες πάνω σε γυναίκες οι οποίες είχαν αναπτύξει καρκίνο του μαστού και η συντριπτική τους πλειονότητα είχαν αποθήσει πάρα πολύ τον θυμό τους. Σαφώς δεν πρόκειται για αιτιακή σύνδεση ότι η απόθυση και η μία έκφραση του θυμού σχετίζεται με καρκίνο του μαστού, αλλά μπορεί να είναι ένας παράγοντας μιας πολυπαραγοντικής εξίσωσης.

Δηλαδή το να μην εκφράζει κανείς τα συναισθήματά του ενέχει πάρα πολλούς κινδύνους. Ωστόσο δεν θα πρέπει να συγχαίεται η έκφραση των συναισθημάτων με την επεξεργασία τους. Είναι δύο διαφορετικά πράγματα. Κανείς μπορεί να εκφράζει τα συναισθήματά του που όπως είπα είναι προτιμότερο από το να τα κρατάει μέσα του αλλά αυτό δεν συνιστά πραγματική επεξεργασία.

Η πραγματική επεξεργασία σημαίνει να εκφράσω κάτι διότι η απαραίτητη προϋπόθεση για να επεξεργαστεί ένας άνθρωπος τα συναισθήματά του είναι να μπορεί να τα εκφράσει. Να σκεφτώ πάνω σε αυτό, να κατανοήσω την ουσία του συναισθήματός μου ούτως ώστε αυτό το συνέστημα να μην είναι ακατέργαστο, να γίνει μεταβολίσιμο, να γίνει επεξεργάσιμο και έτσι να βρω ένα νόημα γύρω και πάνω σε αυτό.

Μόνο τότε μπορεί κανείς να αποκτήσει τον έλεγχο της συναισθηματικής του πραγματικότητας. Αντιθέτως, αν κανείς συνεχώς εκφράζει τα συναισθήματά του αλλά δεν σκέπτεται πάνω σε αυτά, τότε αυτό έχει περισσότερο έναν χαρακτήρα εκενωτικό. Είναι σαν να το πω μεταφορικά, ξερνάει κανείς τα συναισθήματά του, αλλά αυτό φέρνει μια ανακούφιση εκείνη την στιγμή, αλλά είναι καταδικασμένος να το κάνει αυτό αένα ως, να το κάνει δηλαδή συνεχόμενα.

Γι' αυτό είναι ο λόγος της ψυχοθεραπείας. Αυτό είναι το βασικό το οποίο κάνουμε με τους ανθρώπους. Είναι ότι τους βοηθούμε να επεξεργαστούν τα συναισθήματά τους, να βάλουν λέξεις πάνω στα συναισθήματα αυτά, διότι το μεγαλύτερο πρόβλημα του καιρού μας, κατά την άποψή μου, είναι αυτό που ονομάζουμε αλεξιθυμία. Ότι οι άνθρωποι δεν μπορούν εύκολα να αναγνωρίσουν τα συναισθήματά τους, είτε τα αποφεύγουν, είτε τους φαίνονται ανίκαια, αλλά το κυριότερο είναι ότι δεν μπορούν να τα αναγνωρίσουν και το σημαντικότερο και το πιο προβληματικό, ότι δεν μπορούν να τα βιώσουν.

Εδώ λοιπόν χρειάζεται ένα βίωμα και μία επεξεργασία των συναισθημάτων αυτών, διότι η έκφραση ναι μεν βοηθάει, αλλά είναι η επεξεργασία αυτή η οποία οπλίζει έναν άνθρωπο με τη δυνατότητα να μπορεί να είναι κύριος της συναισθηματικής του πραγματικότητας. Ερώτηση τέταρτη. Έχετε πει ότι δεν θεωρείτε την ψυχανάλυση επιστήμη.

Θα μπορούσατε να εμβαθύνετε γιατί και αν σε αυτό οφείλεται η αδυναμία των ψυχανάλυτων να βγάλουν την ψυχανάλυση έξω από το αυστηρά ψυχαναλυτικό πλαίσιο. Νομίζω ότι το σημαντικό εδώ πέρα είναι να σκεφτούμε, αρχικά τι ορίζουμε ως επιστήμη και νομίζω ότι είχα δεχτεί και ένα παρεμφερές ερώτημα σε ένα προηγούμενο Q&A. Και πράγματι η ψυχανάλυση δεν είναι επιστήμη με τη στενή ενία του όρου και δεν είναι επιστήμη για δύο βασικούς λόγους.

Διότι η επιστήμη, όπως ορίζεται σήμερα, χαρακτηρίζεται από δύο πράγματα. Το ένα είναι η εμπειρική επαληθευσιμότητα. Ότι δηλαδή κάτι μπορεί να μπει κάτω από πειραματικό έλεγχο. Και το δεύτερο είναι ότι μπορεί να διαψευστεί εμπειρικά αυτά. Τα έλεγε ο Πόπερ για παράδειγμα. Το πρόβλημα είναι ότι όταν στην ψυχαναλυτική ψυχοθεραπεία, για παράδειγμα, ένας θεραπευτής διατυπώνει μία ερεμηνία.

Αυτή η ερμηνεία είτε γίνεται δεκτή είτε απορρίπτεται από τον θεραπευόμενο, γίνεται αντικείμενο επεξεργασίας και το εάν αυτή η ερμηνεία είναι έγκυρη ή όχι είναι κάτι το οποίο το αποφασίζει η θεραπευτική διάδα. Δεν υπάρχει όμως εμπειρικός τρόπος να αποδείξουμε ότι αυτή η ερμηνεία είναι σωστή. Ούτε υπάρχει τρόπος να γενικευτεί αυτή η ερμηνεία.

Υπάρχει πάντοτε κάτι στην ανθρώπινη ύπαρξη το οποίο είναι μη επιστημονικό Και όταν λέω μη επιστημονικό εννοώ ότι δεν μπορεί πάντοτε να μπει κάτω από πειραματικό έλεγχο το τι σημαίνει ένα όνειρο, για παράδειγμα, για έναν θεραπευόμενο. Δεν μπορεί επιστημονικά να απαδεχθεί ότι η ερμηνεία του όνειρου, την οποία διατυπώνει ο θεραπευτής εν είδη υπόθεσης, δεν την αποδίδει κατηγορηματικά, διατυπώνει μία υπόθεση η οποία φυσικά έχει τη δικιά της διαψευσιμότητα μέσα στο θεραπευτικό δωμάτιο, Τώρα αυτό είναι πολύ διαφορετικό από την επιστημονική διαψευσιμότητα, την εμπειρική διάψευση όπως την όρισε ο Πόπερ για παράδειγμα.

Συνεπώς δεν θα μπορούσε η ψυχανάλυση να γίνει επιστήμη με την έννοια τουλάχιστον της επιστήμης όπως αυτή ορίζεται από τις θετικές επιστήμες. Θεωρώ ότι η ψυχανάλυση είναι επιστήμη και παράλληλα είναι και τέχνη, αλλά είναι περισσότερο μία ερμηνευτική επιστήμη, δεν είναι πειραματική. Γιατί, ναι, έχουμε φτάσει κοντά στην επιστήμη της ψυχολογίας, η οποία είναι επιστήμη, διότι πληρεί τα κριτήρια των επιστήμων.

Μπορεί δηλαδή να είναι μια επιστήμη η οποία υπόκειται σε πειραματικό έλεγχο, είναι μια πειραματική επιστήμη. Έχουμε προχωρήσει πάρα πολύ κοντά στο να καταλάβουμε τι συμβαίνει μέσα στον ανθρώπινο εγκέφαλο, στην ευρωψυχολογία, τι συμβαίνει με το ορμονικό προφίλ ενός ανθρώπου. αλλά δεν είμαι βέβαιος και θεωρώ ότι είναι σχεδόν αδύνατον να μπορέσουμε με επιστημονικό τρόπο να αποδείξουμε ή να ελέγξουμε το νόημα, το βαθιά υποκειμενικό νόημα, το οποίο έχει για έναν άνθρωπο ένα όνειρο ή κατάθλιψη ή ένα πένθος ή ένας χωρισμός.

μπορούμε να μετρήσουμε τι συμβαίνει στον αγκέφαλό του αλλά δεν μπορούμε να βρούμε επιστημονικό τρόπο να ανάγουμε το νόημα αυτό σε μια γενική και εμπειρικός ελέγξη μια αλήθεια. Γι' αυτόν τον λόγο πιστεύω ότι η ψυχανάλυση δεν μπορεί να είναι με αυτήν την έννοια επιστήμη και δεν θα έπρεπε να είναι. Και όταν, μπορώ νομίζω να το πω, δεν είναι ιδιαίτερα προσωπικό, όταν έκανα το βάιβα μου για το διδακτορικό και ήταν πάνω στην εκκληματολογική ψυχολογία, αλλά η ανάλυση μου ήταν καθόλου ψυχαναλυτική.

Θυμάμαι ότι ένα μέρος των διορθώσεων που χρειάστηκε να κάνω αφορούσε στο να τοποθετηθώ για τους πάνω περιορισμούς της ψυχανάλυσης. Και τότε αυτό το οποίο μου είχε πει ο ένας από τους δύο εξεταστών είναι ότι δεν είναι ανάγκη να προσπαθήσουμε να πείσουμε κάποιον ότι ψυχανάλυση είναι επιστήμη. Και μάλιστα είχε πει τη φράση stick to your guns, Δηλαδή, χρησιμοποιήσε τα όπλα τα οποία έχεις.

Και αυτή είναι η αλήθεια. Η αξία της ψυχανάλυσης δεν εξαρτάται από το αν πληρεί το στάτους ή τα κριτήρια της επιστήμης, αλλά από την ερμηνευτική και θεραπευτική της ισχύ. Και αυτό πάει στο δεύτερο σκέλος του ερωτήματός σας. Και σήμερα έχουμε διάφορα paper, τα οποία την τελευταία δεκαετία, δεκαπενταετία, κυρίως με την άνοδο των πιο τροποποιημένων, αν θέλετε, ψυχαναλυτικών ψυχοθεραπείων, όπως είναι το mentalization-based treatment, όπως είναι η μεταβιβαστικά εστιασμένη θεραπεία, είναι δύο manualized, τις λέμε στα αγγλικά, ψυχαναλυτικές ψυχοθεραπείες.

Έχουμε λοιπόν σήμερα έρευνες οι οποίες αποδεικνύουν την κλινική αποτελεσματικότητα της ψυχαναλυτικής ψυχοθεραπείας σε ένα έυρος διαταραχών, όπως είναι οι αγχώδεις διαταραχές, όπως είναι η κατάθλιψη, όπως είναι άλλου είδους δυσκολίες στην συμπεριφορά. Και έτσι λοιπόν έχουμε εμπειρικά αποτελέσματα και την ερμηνευτική και την θεραπευτική της ισχύ.

Και αυτό θεωρώ ότι είναι πολύ βοηθητικό και νομίζω ότι δεν είναι τόσο βοηθητικό το να προσπαθήσουμε να κάνουμε την ψυχανάλυση επιστήμη με την θετική πειραματική ενία του όρου. Ερώτηση πέμπτη. Αν όπως λέει ο Φρόιντ ο πολιτισμός είναι η πηγή της δυστυχίας μας ένας εναλλακτικός τρόπος ζωής θα μας έκανε πιο ευτυχισμένους δεν είμαι απόλυτα βέβαιος τι εννοείται με τον όρο εναλλακτικός τρόπος ζωής αλλά θα ξεκινήσω από το πρώτο κομμάτι για τον πολιτισμό ως πηγή της δυστυχίας το οποίο ήταν μια θέση του Φρόιντ, ότι ο σύγχρονος πολιτισμός απαιτεί την απάρνηση των ενστήκτων για να μπορέσουν οι άνθρωποι να ζήσουν μαζί, δηλαδή για τη συλλογική τους συνύπαρξη.

Και αυτό έχει ως αποτέλεσμα να δημιουργείται ένα άγχος από την πίεση η οποία δημιουργείται λόγω της απόθεσης των ενστήκτων ενός ανθρώπου. Ωστόσο, η δική μου προσωπική άποψη, και αν με το εναλλακτικό σου εδώ πέρα εννοείται για παράδειγμα μια ζωή πιο κοντά στη φύση ή έξω από το άστι, θα σας πω ότι η δική μου προσωπική άποψη είναι πιο κοντά στη θέση του Αριστοτέλη.

Ότι δηλαδή ο άνθρωπος είναι ζώων πολιτικών, ότι ο άνθρωπος μπορεί να πραγματώσει τις δυνατότητές του μόνο μέσα στο άστι, μόνο μέσα στην πόλη. Φυσικά όταν τα έγραφε αυτά ο Αριστοτέλης, είχαμε τις πόλεις κράτη στην αρχαία Ελλάδα, δεν ήταν πολύ διαφορετική έννοια της πόλεως, αλλά με την έννοια της συμμετοχής του πολίτης στα κοινά, με την έννοια του σκέπτεστη, με την έννοια της ανάπτυξης, της αρετής ενός ανθρώπου.

Θεωρώ λοιπόν ότι ο πολιτισμός με όλα του τα αρνητικά δίνει χώρο στο να αναπτυχθεί κάτι το οποίο πλέον έχει γίνει ενστικτόδης ανάγκη και το οποίο δεν υπήρχε στον Homo sapiens, παραδείγματι, και το οποίο είναι το νόημα ενός ανθρώπου. Ο πολιτισμός δίνει μια πρώτης τάξης ευκαιρία σε έναν άνθρωπο να κάνει αυτό το οποίο ονομάζουμε στη ψυχανάλυση μετουσίωση, δηλαδή τις ενστικτότητες του σωματικές του ενορμήσεις, που δεν είναι μόνο σωματικές, είναι και ψυχικές, να τις ανάγει σε μια δημιουργική κατεύθυνση προς την ζωή, σε έναν δημιουργικό προσανατολισμό, τον οποίο ονομάζουμε νόημα.

Υπό αυτή την έννοια πιστεύω ότι ο πολιτισμός Φυσικά μπορεί να δημιουργεί άγχος και αυτό το βλέπουμε και στην ανάπτυξη ενός παιδιού, στο άγχος, την επιθετικότητά του, όταν οι γονείς προσπαθούν να το φέρουν κοντά στα νερά του πολιτισμού, το βρέφος αντιστέκεται. Αλλά ακόμα και με αυτό το άγχος, θεωρώ ότι ο πολιτισμός μπορεί να βοηθήσει έναν άνθρωπο να αξιοποιήσει άλλα πράγματα, τα οποία είναι περισσότερο πνευματικά και ενδεχομένως, αυτό είναι προσωπική υπόθεση φυσικά, εάν ο Φρόιτζ Ζούς αργότερα μπορεί να είχε αναθεωρήσει την θέση αυτή και τα μεταγενέστερα ψυχαναλυτικά ρεύματα δώσανε πολύ περισσότερη έμφαση όχι στην ικανοποίηση των ενστυπτόδων εννορμήσεων, αλλά στο σχετίζεσθε, το οποίο ανοίγαγαν στην πιο σημαντική ανάγκη ενός ανθρώπου.

Ερώτηση έκτη. Ευχαριστώ. Υπάρχει άνθρωπος που δεν κάνει ποτέ προβολές σε κανένα στάδιο της ζωής του ή είναι πανανθρώπινη η λειτουργία, είναι η χρήση αμυντικών μηχανισμών παθολογία ή είναι απαραίτητη για την ανάπτυξη. Σε τι βοηθά η αναγνώριση της συμπεριφοράς ενός ανθρώπου. Ένα εξίσου ενδιαφέρον ερώτημα όπως και όλα τα προηγούμενα.

Αρχικά να πω ότι οι αμυντικοί μηχανισμοί είναι μηχανισμοί οι οποίοι αναπτύσσονται πολύ νωρίς στην ζωή ενός ανθρώπου και είναι πάρα πολύ βοηθητικοί, ειδικά κατά την βρεφική ηλικία, διότι βοηθούν τον ανώριμο ψυχισμό ενός βρέφους να προστατευτεί από πάσης φύσεως αγχωγόνα αερεθίσματα. Όλοι οι άνθρωποι έχουμε αμυντικούς μηχανισμούς και φυσικά τους έχουμε για να προστατευτούμε από τον άγχος του, διότι όσο βαθιά εργασία και αν έχει κάνει κανείς με τον εαυτό του, όσο μεγαλύτερη ενδοσκοπική ικανότητα και αν έχει, όση περισσότερη αυτογνωσία και αν έχει, δεν υπάρχει άνθρωπος επί της γης, ο οποίος μπορεί να αντέξει τον ψυχικό πόνο και το άγχος σε όλες του τις μορφές, σε όλες του τις παραλλαγές και με όλοι τους συνέντες.

Συνεπώς όλοι μας χρησιμοποιούμε αμυντικούς μηχανισμούς, ευτυχώς, διότι εάν δεν είχαμε τους αμυντικούς αυτούς μηχανισμούς, θα είχαμε διαλυθεί. Ωστόσο, κάποια αμυντικοί μηχανισμοί, οι οποίοι νωρίτερα στην ζωή μας, ειδικά κατά την περίοδο της βρεφικής και παιδικής ηλικίας, που ήταν πολύ βοηθητικοί, αργότερα δημιουργούν κάποιες δυσλειτουργίες στην ενήλικη ζωή.

Και το σημαντικό με τους αμυντικούς μηχανισμούς είναι να μπορεί κανείς να τους κατανοήσει. Και αυτό είναι αυτό το οποίο κάνουμε και στην ψυχαναλυτική ψυχοθεραπεία. Δηλαδή δεν γυμνώνουμε έναν άνθρωπο από τους αμυντικούς του μηχανισμούς, το οποίο παρεπιπτώντος είναι ένας φόβος, τον οποίο έχουν πολλοί άνθρωποι πριν ξεκινήσουν θεραπείο.

Ο θεραπευτής θα με αφήσει γυμνό και κάλυπτο, το οποίο δεν είναι σωστό. Ο θεραπευτής βοηθάει έναν άνθρωπο σιγά-σιγά και σταδιακά να αρχίζει να κοιτάζει λίγο πίσω από τις άμυνές του αυτές, ώστε να μπορεί να αντιλαμβάνεται για ποιον λόγο τις χρησιμοποιεί, τι σημαίνουν για τον ίδιο και έτσι να αναπτύξει και άλλους τρόπους προσαρμογής του άγχος, όχι μόνο αμυντικούς μηχανισμούς.

διότι η εκτεταμένη χρήση ορισμένων αμυντικών μηχανισμών στερεί έναν άνθρωπο και τη δυνατότητα να είναι ζωντανός στο παρόν και δεν τον προστατεύει μόνον από τον χωγόνο ερέθισμα, αλλά τον προστατεύει και από τη σύνδεση. Έκανα λοιπόν αυτή τη μικρή εισαγωγή και επιστρέφω στο ερώτημά σας για την προβολή και να πω πάνω σε αυτό ότι είναι πανανθρώπινη λειτουργία, όπως πανανθρώπινη λειτουργία είναι το να έχει κανείς μηχανισμούς άμυνας, Ωστόσο η προβολή και μάλιστα μία άλλη άμυνα την οποία ονομάζουμε προβλητική ταύτιση δεν είναι μόνον παθολογική.

Για να μπορέσουμε να καταλάβουμε έναν άνθρωπο ο οποίος νιώθει πόνο, χρειάζεται να προβάλλουμε ένα κομμάτι του εαυτού μας το οποίο νιώθει πόνο στον άνθρωπο αυτό, να ταυτιστούμε με αυτό και έτσι να μπορέσουμε να βιώσουμε τον πόνο αυτού του ανθρώπου. Υπάρχει λοιπόν και μία, αν θέλετε, θετική διάσταση, βοηθητική διάσταση, ίσως το θετική δεν είναι τόσο καλή λέξη, μια βοηθητική διάσταση στην προβολή, η οποία μας επιτρέπει να συνδεόμαστε με τους άλλους ανθρώπους. Δεν είναι μόνο ένας μηχανισμός άμυνας ο οποίος είναι προβληματικός. Αν όμως συνέχεια ένας άνθρωπος, επειδή δεν μπορεί να αντέξει τα συναισθήματά του, τα βάζει μέσα σε άλλους ανθρώπους, προσπαθεί να τους ελέγξει. Αυτό δημιουργεί πολλά προβλήματα στην ζωή του.

Γι' αυτόν τον λόγο χρειάζεται να κάνει εκεί πέρα μία εργασία, να αναγνωρίσει τη συμπεριφορά του, φυσικά, αλλά κυρίως να κοιτάξει πίσω από τον ρόλο και την λειτουργία της προβολής αυτής. Τι είναι αυτό το οποίο έχω μέσα μου, το οποίο δεν μπορώ να το αντέξω και γι' αυτόν τον λόγο χρειάζεται να εκενώσω τον ψυχισμό μου και να το βάλω μέσα σε έναν άλλον άνθρωπο.

Αυτό είναι κάτι το οποίο νομίζω είναι βοηθητικό να αναλογιστεί ο εκάστοτε άνθρωπος ο οποίος χρησιμοποιεί τις άμυνες αυτές. Ερώτημα 7 Τι θα προτείνατε σε έναν άνθρωπο Όποιος δυσκολεύεται να βρει νόημα στην ζωή του Στο νόμο έρχεται η φράση του Νίτσε Έχω κάνει ένα επεισόδιο πάνω σε αυτό Στο γίνε αυτό που είσαι Και ο Νίτσε μάλιστα έλεγε ότι για να γίνει κανείς αυτό το οποίο είναι, απαραίτητη προϋπόθεση είναι να μην έχει καμία ιδέα του τι είναι.

Και είναι αυτό που έλεγε και ο Φράγκλ, ότι το νόημα το βρίσκει κανείς μόνο αφηρημένα, το βρίσκει στην πραγματικότητα, μέσα από τη δέσμευση, μέσα από το έργο, μέσα από την δημιουργία. Και θεωρώ ότι για να μπορέσει κανείς να βρει το νόημα, και αυτό είναι προσωπικό. Ο κάθε άνθρωπος χρειάζεται να ανακαλύψει το νόημά του και λέω χρειάζεται διότι μια ζωή χωρίς νόημα είναι μια κενή ζωή. Και μια ζωή η οποία είναι κενή γεμίζει με άλλα πράγματα τα οποία δεν είναι βοηθητικά.

Γεμίζει με παρορμήσεις, γεμίζει με ευχαριστήσεις οι οποίες μακροπρόθεσμα δεν είναι τόσο βοηθητικές. Αλλά κυρίως είναι ένα κενό το οποίο για να το υφάνει κανείς και χρειάζεται να το υφάνει κανείς, όχι να το γεμίσει, αλλά να το υφάνει, χρειάζεται να βρει ένα νόημα στη ζωή του. Το νόημα έχει να κάνει με τη δημιουργικότητα.

Τι με κάνει να νιώθω ζωντανός, τι με κάνει να ξυπνάω το πρωί και να θέλω να ζήσω τη ζωή μου, τι είναι αυτό το οποίο με κρατάει ζωντανό, με κρατάει δημιουργικό, ακόμα και όταν πολλά πράγματα γύρω μου καταραίουν. Θεωρώ ότι αυτό είναι η επιτομή του ορισμού του νοήματος στην ζωή, κάτι το οποίο κρατάει έναν άνθρωπο σε επαφή με τις δημιουργικές του δυνάμεις.

Αν αυτός ο άνθρωπος δυσκολεύεται να βρει το νόημα, το πιθανότερο είναι ότι μπορεί να είναι βυθισμένος σε μια κατάθλιψη, μπορεί να είναι βυθισμένος σε ένα κενό, σε μια ανειδονία. Χρειάζεται να κάνει μια ψυχική εργασία πάνω σε αυτά τα πράγματα, διότι μόνο όταν κανείς τα επεξεργαστεί αυτά μπορεί να ανοιχθεί και στο νόημα και υπάρχουν πολλοί άνθρωποι οι οποίοι κάνουν θεραπεία απλώς για να είναι δημιουργικοί όχι απαραίτητα για να λύσουν τις συγκρούσεις τους όχι απαραίτητα για να κάνουν μια δουλειά στο άγχος τους ή να επεξεργαστούν κάτι μπορεί να ξεκίνησαν γι' αυτούς τους λόγους αλλά να έμειναν για κάμπος το διάστημα στην θεραπεία τους βοηθούσε να είναι δημιουργική και η θεραπεία, και να αφήνουμε κατά βάση στην ψυχαναλυτική θεραπεία, είναι μια θεραπεία που βοηθάει έναν άνθρωπο να αναπτύσσει την ικανότητα για δημιουργική ζωή, το οποίο ήταν και ένα ζήτημα που απασχόλησε ένα σημαντικό Βρετανό ψυχαναλυτή, τον Γουίνικο, το οποίος ενδιαφερόταν για ασθενείες,

οι οποίοι δεν μπορούσαν να είναι δημιουργικοί στον παρόν, δεν μπορούσαν να βρούνε δηλαδή νόημα στην ζωή τους. Έτσι λοιπόν ένας τέτοιος άνθρωπος είναι βοηθητικό, αν όχι αναγκαίο και αν όχι επιτακτική ανάγκη, να δουλέψει πάνω σε αυτό το υπαρξιακό κενό, να δουλέψει απέναντι στην καταθλιπτική του κενότητα και να δει τι είναι αυτό το οποίο του λείπει, τι είναι αυτό το οποίο τον δυσκολεύει στο να είναι δημιουργικός.

Πάρα πολλοί άνθρωποι, μπορώ να φέρω πολλά παραδείγματα σε αυτό, για παράδειγμα δυσκολεύονται να βρουν το νόημα στην ζωή τους επειδή ψάχνουν για κάτι το οποίο θα είναι τέλειο. Πολλοί από αυτούς τους ανθρώπους μεγάλωσαν με απορριπτικούς σημαντικούς άλλους και έτσι δυσκολεύονται να διακρίνουν ποια είναι η δική τους επιθυμία και ποια είναι η επιθυμία κάποιου άλλου.

Και εκεί είναι που χρειάζεται να κάνουμε επίσης μία εργασία για να το διαχωρίσουμε αυτό. Και όταν κανείς απελευθερωθεί από τις ανάγκες των άλλων, οι οποίες πλέον είναι μέσα του γιατί τις έχει εσωτερικέψει, τότε μπορεί πιο εύκολα να ανοιχθεί και στο νόημα και έτσι να βρει το όποιο νόημα είναι σημαντικό για την δική του την ζωή.

Ερώτηση 8. Είναι ένας άνθρωπος σε θεραπεία και φαρμακοθεραπεία με τεράστια πρόοδο. Από φοβίες που τον κρατούσαν σπίτι σε ελεύθερος και δραστήριος. Φτάνει να καταλαβαίνει ότι δεν βρίσκει ιδιαίτερο νόημα στη ζωή και δεν ξέρει αν θέλει τη ζωή ενός δυτικού πολίτη. Σπίτι, δουλειά, οικογένεια. Όσο πλησιάζει στον πραγματικό του εαυτό θα γεμίσει ψυχικά ή υπάρχουν άνθρωποι καταδικασμένοι να ζουν πιο άδειοι αφού η ύπαρξη προηγείται κάθε νοήματος.

Νομίζω ότι αυτή η ερώτηση έχει αρκετή σύνδεση με την προηγούμενη. Αρχικά είναι πάρα πολύ σημαντικό και εξαιρετικά ελπιδοφόρο ότι ένας άνθρωπος έχει κάνει τεράστια πρόοδο και πολλοί άνθρωποι, είναι αυτό που έλεγα πριν, πολλοί άνθρωποι έρχονται στην θεραπεία με σημαντικές δυσκολίες και καταφέρνουν να υπερνικήσουν τις δυσκολίες αυτές και αυτό παρότι είναι δύσκολο και παρότι χρειάζεται πολύ μεγάλο ψυχικό κουράγιο και χρειάζεται να αναγνωριστεί η προσπάθεια στους ανθρώπους αυτούς, μετά τους εκθέτει σε έναν πολύ διαφορετικό τρόπο ζωής.

Τώρα λοιπόν που έχουν φύγει οι δράκοι, τώρα λοιπόν που δεν υπάρχουν οι φόβοι, το άγχος να με κρατάνε καθυλωμένο, τι είδους ζωή θέλω να ζήσω. Και αυτό είναι κάτι το οποίο επίσης το επεξεργάζεται κανείς στην θεραπεία. ποια ζωή με εκφράζει περισσότερο, ποια είναι η ζωή την οποία εγώ θέλω να δημιουργήσω. Και δεν πιστεύω, για να απαντήσω εντοπισμένα στο ερώτημα, ότι υπάρχουν άνθρωποι οι οποίοι είναι καταδικασμένοι να ζουν πιο άδικοι.

Υπάρχουν όμως άνθρωποι οι οποίοι έχουν μέσα τους ένα μεγάλο κενό. Και αυτό το κενό προκύπτει, δεν μπορώ να ξέρω συγκεκριμένα, όπως είπα και στην αρχή του επεισοδίου, δεν μπορώ να απαντήσω ειδικώς, αλλά θα απαντήσω γενικώς. Συνήθως αυτό το κενό προκύπτει από την έλλειψη αγάπης, προκύπτει από την έλλειψη φροντίδας, προκύπτει από δυσκολίες οι οποίες υπήρξαν πολύ νωρίς στη ζωή ενός ανθρώπου και οι οποίες κλώνησαν την αυτοπεποίθησή του, κλώνησαν κυρίως την ικανότητά του να μπορεί να είναι αυθόρμητος και ελεύθερος, τα οποία είναι το αντίθετο του ψυχικού καινού.

Ο άνθρωπος ο οποίος νιώθει κενό, για παράδειγμα, αισθάνεται ότι δεν είναι σε επαφή με τον εαυτό του. Και είναι πράγματι τεράστιε η πρόοδος όταν κανείς καταφέρνει να χωρέσει μέσα του όλα αυτά τα άγχη, όλον αυτόν τον φόβο, όλες αυτές τις δυσκολίες. Και αυτό είναι μια πολύ αξιόλογη προσπάθεια, για την οποία πιστεύω ότι πρέπει κανείς να νιώθει πραγματικά περήφανος, και το λέω ουσιαστικά, ο χώρος το να σκεφτεί κανείς τώρα που φύγανε όλα αυτά, τώρα που δεν απειλούν πλέον την ύπαρξή μου, τώρα που δεν απειλούμε με κατάρρευση, πώς θέλω να ζήσω την ζωή μου.

Και εκεί πέρα είναι που δημιουργείται το κενό. Επίσης, μάλλον που εκφράζεται το κενό, όχι δημιουργείται. Διότι πολλές φορές, και αυτό θα ακουστεί παράδοξο, μπορεί πολλοί ανθρώποι να θέλουν να υποφέρουν, να θέλουν να βιώνουν φοβίες, να θέλουν να βιώνουν άγχοι, διότι ασυνείδητα ξέρουν ότι εάν αυτά τα άγχοι φύγουν, τότε θα έρθουν να αντιμέτωπη με ένα μεγάλο ψυχικό κενό.

Και όπως είπα και στην προηγούμενη ερώτηση, αυτό το ψυχικό κενό χρειάζεται να μπορέσει κάποιος να το υφάνει, να μπορέσει να χτίσει κάτι μέσα. Μιλώ μεταφορικώς, αλλά αυτό το οποίο θέλω να πω είναι ότι το κενό δεν είναι κάτι που το γεμίζουμε, Διότι θα είμαστε καταδικασμένοι σε ένα συσύφιο μαρτύριο να γεμίζουμε ξανά το κενό, αυτό να αδειάζει, μετά να το ξαναγεμίζουμε όπως ο σύσυβος εσμπρόχνεται τον βράχο.

Αλλά αν υφάνει κανείς το κενό και το υφάνει με νόημα και με δημιουργία, τότε νιώθει μέσα του πιο πλήρης. Και αυτό είναι κάτι το οποίο μπορεί κανείς να ανακαλύψει και με την ενδοσκοπησίδου και στη θεραπευτική συνθήκη. αλλά το σημαντικό είναι ότι δίνεται μια πρώτης τάξη ως δυνατότητα τώρα που φύγανε οι μεγάλες δυσκολίες να μπορέσετε να σκεφτείτε πάνω σε αυτό το κενό και επαναλαμβάνω ότι δεν πιστεύω ότι κανένας άνθρωπος είναι καταδικασμένος να είναι στο κενό.

Μπορεί να κάνει πράγματα και μπορεί να υφάνει αυτό το κενό. Ερώτηση είναι η θεραπευτική αλλαγή δεν είναι αλλαγή ουσίας αλλά αλλαγή στη σκέψη που προκύπτει από αλλαγή αξιώσεων η αξίες μας όμως δεν είναι μέρος του εαυτού μας άρα δεν αλλάζει και ένα μέρος θα μπορούσαμε να πούμε ότι η επιστροφή στον εαυτό είναι και αυτό αλλαγή Θα ξεκινήσω από την τελευταία φράση σας και νομίζω ότι αυτό ξέρετε είναι και το νόημα της Οδύσσιας του Ομήρου.

Και όσοι με παρακολουθείτε, ξέρετε ότι είναι ένα βιβλίο το οποίο το συστήνω ανεπιφύλακτα ένα έπος, το οποίο θεωρώ ότι βρήθη συμβολισμό και το οποίο περιγράφει την ζωή, μιμείται την ζωή. Και στο τέλος της Οδύσσιας, είναι ο Οδυσσέας, μάλλον λίγο πριν το τέλος, όχι ακριβώς το τέλος, φτάνει στην Ιθάκη. επιστρέφει θα λέγαμε μεταφορικά στον εαυτό του, αλλά χρειάζεται να κάνει κάποια δουλειά και εκεί.

Σταμάτησα να τα λεπορείτε και το συνδέω λίγο και με το ερώτημα το προηγούμενο. Ότι όταν φεύγουν οι φουρτούνες, όπως ήταν στην Οδύση οι φουρτούνες που αντιμετώπισε ο Οδυσσέας, όταν φεύγουν οι κύκλοπες, όταν φεύγει η σκύλα και η χάρη, δημιουργώ μεταφορικός, αλλά νομίζω καταλαβαίνετε τι θέλω να πω, μετά κανείς φτάνει στην πατρίδα του αλλά χρειάζεται να κάνει και εκεί κάποια δουλειά ο Οδυσσέας όταν έφτασε στην πατρίδα του είδε το βιός του, το σπίτι του να το έχουν καταλάβει επίδοξοι μνηστήρες έβλεπε να καθαρίσει αυτό το σπίτι από τους μνηστήρες και κατά έναν ανάλογο τρόπο ένας άνθρωπος χρειάζεται να καθαρίσει εντός εισαγωγικών τον ψυχισμό του από το τι είναι δικό του τι είναι δική του επιθυμία και τι είναι επιθυμίες άλλων τις οποίες έχει εσωτερικές.

Να διώξει δηλαδή αυτούς τους μνηστήρες στην πραγματικότητα από το εσωτερικό του σπίτι. Στο αν θα μπορούσαμε λοιπόν να πούμε ότι η επιστροφή στον εαυτό είναι και αυτό αλλαγή, είναι η επιτομή της αλλαγής. Και η ψυχοθεραπεία έχει να κάνει ακριβώς με το να βοηθήσει έναν άνθρωπο να επιστρέψει στην ψυχική του πραγματικότητα.

να επιστρέψει δηλαδή στην Ιθάκη του, να μπορέσει να έρθει σε επαφή με τον εαυτό του, να μπορέσει να αποκτήσει αυτοηγεσία, όπως επέστρεψε ο Οδυσσέας και ανέλαβε τον έλεγχο της πατρίδας του, τον έλεγχο του παλατιού του. Έτσι λοιπόν και η επιτομή της θεραπευτικής αλλαγής είναι όταν κανείς μπορεί στην πραγματικότητα να αναλάβει, να γίνει νίωχος, δηλαδή της ψυχικής του πραγματικότητας.

Θεωρώ ότι αυτή είναι και η ουσία της ψυχοθεραπείας, γιατί συγκρούσεις θα έχει κανείς σε όλη του την ζωή. Σαφώς υπάρχουν άνθρωποι με πολύ μεγάλες συγκρούσεις και γι' αυτό έρχονται και στη θεραπεία. Αλλά συγκρούσεις όσο είναι κανείς ζωντανός θα αντιμετωπίζει. Άγχος θα αντιμετωπίζει όσο είναι ζωντανός. Στην κατάθλιψη θα είναι εκτεθειμένος όσο είναι ζωντανός και στο πένθος.

αλλά αν μπορεί να τα σκεφτεί αυτά και αν μπορέσει να αποκτήσει τον έλεγχο της νεστηματικής του πραγματικότητας, να μπορέσει δηλαδή να επιστρέψει στον εαυτό του, σε αυτό που πραγματικά είναι ή σε αυτό το οποίο ο Γουίνικοτ ονόμαζε αληθινό εαυτό, αυτό είναι η ουσία της αλλαγής. Και όσον αφορά το υποερώτημά σας για τις αξίες, σαφώς και είναι μέρος του εαυτού μας.

Αλλά χρειάζεται κανείς, πάλι πάω πίσω στην Ιθάκη, να δει ποιες αξίες είναι δικές του και ποιες είναι εντός οικομηνιστήρες οι οποίες έχουν κάνει κατάληψη στο παλάτι του νου του. Και αυτό είναι πάρα πολύ σημαντικό και ακόμα περισσότερο χρήσιμο, διότι μετά κανείς αρχίζει και έρχεται πολύ περισσότερο κοντά στον αληθινό του εαυτό.

Το σύμπτωμα, οι δυσκολίες, είναι πράγματα που πιο εύκολα φεύγουν στην ψυχοθεραπεία. Το δύσκολο, και γι' αυτό η ψυχαναλυτική θεραπεία είναι μια συνήθως μακρά θεραπεία, διότι η αυτοηγησία είναι ένα ταξίδι σαν την Οδύσσια. Κρατάει καιρό. Και κρατάει καιρό γιατί δεν επέρχεται ουσιαστικά αυτού του είδους η αλλαγή, η επιστροφή στον εαυτό από τη μία μέρα στην άλλη.

Χρειάζεται μια μακρά δουλειά και μια μακρά επεξεργασία. Λοιπόν, ερώτημα 10 Τι γίνεται στην περίπτωση που η μητέρα δεν έχει τα ψυχικά εργαλεία να κατανοήσει τις δυσκολίες που φέρνει στο παιδί της Ξέρετε, καμιά φορά εμείς οι ειδικοί ψυχικής υγείας στην προσπάθειά μας να βοηθήσουμε και θέλω να πιστεύω ότι όλοι μας έχουμε ευγενή κίνητρα και έχουμε ευγενή κίνητα.

Πολλές φορές όμως, μέσα από όλη αυτή την υπερπληροφόρηση, ειδικά πάνω στη γονεϊκότητα, βάζουμε ένα άγχος πάνω στους γονείς. Θεωρώ ότι το σημαντικότερο είναι μια μητέρα να μπορεί να εμπιστεύεται το μητρικό της ένστικτο, να μπορεί να εμπιστεύεται τον εαυτό της, όχι όμως με αλαζονία και όχι χωρίς κριτική ικανότητα. Δηλαδή να μπορεί να παρακολουθεί τη συμπεριφορά της και να μπορεί να προβληματίζεται.

Αν μία μητέρα, και σκέφτομαι το ερώτημα, που φαντάζομαι το έκανε κάποια μητέρα, το ότι δεν έχει τα ψυχικά εργαλεία, και μόνο αυτό το ερώτημα δείχνει ότι ο άνθρωπος ο οποίος μου έθεσε αυτό το ερώτημα προβληματίζεται. Αυτό από μόνο του είναι ένα ευτύχημα. Διότι αν δεν προβληματιζόταν, τον είχε κατατρέξει η αλαζονία, ότι εγώ τα κάνω όλα τέλεια.

Αυτό και μόνο, όσο ξύμορο και να ακούγεται, φτάνει και είναι ανακουφιστικό. Όμως για να μην αφήσω αναπάντητο το ερώτημα. Αν μια μητέρα αισθάνεται ότι χρειάζεται στήριξη, φυσικά υπάρχουν πολλά επίπεδα στήριξης. Υπάρχουν θεραπευτές οι οποίοι είναι οικογένεια και υπάρχουν θεραπευτές οι οποίοι είναι παιδιών και οι οποίοι μπορούν να υποστηρίξουν μια μητέρα, θεραπευτές που δουλεύουν με βρέφη και μητέρες, για παράδειγμα.

Και σε αυτές τις περιπτώσεις, αν η μητέρα έχει δυσκολίες με το παιδί της, μπορεί αυτού του είδους υποστήριξη να είναι πάρα πολύ βοηθητική, γιατί ουσιαστικά σε αυτές τις περιπτώσεις ο θεραπευτής είναι σαν ένα είδος μεταφραστή μεταξύ του βρέφους και της μητέρας. Και αυτό βοηθάει την μητέρα να κατανοήσει λίγο βαθύτερα τις ανάγκες του παιδιού.

Υπάρχουν και άλλου είδους πράγματα τα οποία μπορεί να κάνει μια μητέρα. Όλο αυτό το υλικό που και εμείς, για παράδειγμα, δημοσιεύουμε, μπορεί να είναι βοηθητικό για κάποια μητέρα να πάρει κάτι, να κρατήσει ότι θεωρεί σημαντικό και βοηθητικό για την ίδια, αν όμως η ίδια αισθάνεται ότι της λείπει κάτι εσωτερικό δηλαδή. Και νομίζω ότι αυτό εννοείται με το «δεν έχει τα ψυχικά αργαλεία».

Αν της λείπει δηλαδή μια συναισθητική ικανότητα, για παράδειγμα, ικανότητα να διασταθεί το παιδί της, στο οποίο χωρίς να ξέρω τον άνθρωπο που μου έστειλε το ερώτημα αυτό, Και μόνο το ερώτημα δείχνει ότι υπάρχει μια τέτοια ικανότητα. Αλλά ας πούμε ότι αισθάνεται μια μητέρα ότι δεν έχει επαρκώς ανατυγμένη αυτή την ικανότητα, αυτό πάλι μπορεί να βοηθηθεί και με υποστήριξη, ανεχομένως, από το οικογενειακό της περιβάλλον, αλλά και με θεραπευτική υποστήριξη, αν νιώθει σε εκείνη την περίοδο ότι χρειάζεται μια τέτοιου είδους στήριξη.

Και μπορεί να είναι πολύ βοηθητικό αυτό, γιατί είναι παρεμβάσεις, που τις κάνουν ειδικοί θεραπευτές που είναι εκπαιδευμένοι να δουλεύουν με μητέρες και με βρέφη. Και ακριβώς αυτό που είπα πριν, βοηθάνε μία μητέρα να μπορέσει λίγο καλύτερα να κατανοήσει τις ανάγκες του βρέφους, να έρθει σε επαφή με κομμάτια του εαυτού της, τα οποία μπορεί ασυνείδητα να προβάλλει πάνω στο βρέφος.

Και υπάρχει ένα βιβλίο, πώς το λέγανε, η πρώτη-πρώτη σχέση, ήταν ένα κόκκινο βιβλίο, τώρα δεν ξέρω αν άλλαξε, στην πραγματικότητα, γιατί έχει πολλά χρόνια που το έχω, νομίζω λέγεται «Η πρώτη-πρώτη σχέση», το οποίο εξηγεί κάποια από αυτά τα πράγματα. Είναι ένα βιβλίο το οποίο έχει λίγο περισσότερο τεχνητή γλώσσα, αλλά πιστεύω ότι μπορεί να βοηθήσει και κάποιον άνθρωπο ο οποίος δεν έχει βαθιά γνώση ψυχολογίας και το συστήνω σε αυτές τις περιπτώσεις.

Ερώτηση εν δέκατη. Πώς μπορεί κανείς να διαχειριστεί την υπερπροστατευτική του μητέρα που δεν δέχεται καμία σύντροφο, που τον ελέγχει, που όλα τα βρίσκει λάθος Εντός παρενθέσεως, καταλαβαίνω τους νορδικούς λαούς που τα παιδιά φεύγουν από το σπίτι στα 18 Είχα κάνει ένα επεισόδιο για την υπερπροστατευτική μητέρα όπου ανέλυα λίγο τα δυναμικά αυτής της μητρότητας η οποία είναι μια προβληματική όψη της μητρότητας που δεν έχει να κάνει με την ανεπάρκεια αλλά με την εντός εισαγωγικών υπερεπάρκεια της μητέρας.

Και πράγματι αυτό δημιουργεί ένα πρόβλημα στο παιδί γι' αυτό είχατε τελειοφορήσει και το επεισόδιο όταν η αγκαλιά γίνεται φυλακή, διότι περιορίζεται. Και το ερώτημα είναι, μάλιστα δεν το διάβασα αυτό, πώς το λύνεις αυτό στα 40 σου. Και το ένα κομμάτι είναι η χρονολογική ηλικία ενός ανθρώπου, Το άλλο όμως είναι το άχρονο κομμάτι.

Και αυτά τα πράγματα τα οποία περιγράφεται στο ερώτημά σας είναι πράγματα τα οποία είναι άχρονα. Δεν έχει σημασία αν είναι κανείς 20, 30, 40 ή 50. Αυτά υπάρχουν μέσα σε ένα κομμάτι του ψυχισμού το οποίο δεν καταλαβαίνει την έννοια του ανθρωπογενούς χρόνου. Σε αυτές τις περιπτώσεις χρειάζεται ένας άνθρωπος αρχικά να κάνει μια ενδοσκόπηση, να σκεφτεί για ποιον λόγο έχω τόση πολύ ανάγκη την επιδοκιμασία της μητέρας μου, για ποιον λόγο πρέπει να εγκρίνει η μητέρα μου τη σύντροφό μου, για ποιον λόγο δεν μπορώ να αποδεσμευτώ από την κριτική της μητέρας μου.

Αλλά επειδή ακριβώς αυτά είναι πολύ βαθύτερα ζητήματα, χρειάζεται κανείς να τα επεξεργαστεί θεραπευτικά. Δεν είναι ζητήμα το οποίο μπορεί κανείς να σκεφτεί δύο πράγματα και να απαλλαγεί, διότι το ένα είναι η εξωτερική υπερπροστατευτική μητέρα, το άλλο είναι η ανάγκη που έχει ένας άνθρωπος για την αποδοχή αυτής της μητέρας και αν αυτό δεν το επεξεργαστεί κανείς, δηλαδή αν δεν επεξεργαστεί το γιατί εγώ έχω ανάγκη την μητέρα μου ή τι με εμποδίζει από το να αποχωριστώ την μητέρα μου και όπως έχω πει πολλές φορές ο αποχωρισμός είναι μια ψυχική και βιολογική αναγκαιότητα.

Εκεί γεννιέται ο ψυχολογικός εαυτός του ενός ανθρώπου. Σε άλλες περιπτώσεις βλέπουμε ανθρώπους οι οποίοι διεχούν πολύ μίσος και οργή, παράλληλα με αγάπη φυσικά. Αυτά τα δύο πάνε μαζί προς την υπερπροστατευτική τους μητέρα, διστάζουν να φύγουν διότι το θεωρούν ότι είναι πάρα πολύ επιθετικό προς την μητέρα. Μπορεί να είναι πολλά πράγματα.

Αλλά το πρώτο πράγμα το οποίο θα ενθάρρυνει είναι να σκεφτεί κανείς γιατί έχω μένει κάτω από αυτόν τον έλεγχο, τι είναι αυτό το οποίο με σταματάει από τον αφείο, αλλά επειδή ακριβώς αυτά είναι ζητήματα τα οποία είναι βαθιά εσωτερικά, χρειάζεται κανείς να τα επεξεργαστεί θεραπευτικά. Και όταν δει κανείς το τι είναι αυτό το οποίο δημιουργεί στον ψυχισμό του η υπερπροστατευτική του μητέρα ή τι είναι αυτό που συμβαίνει μέσα του που τον εμποδίζει να φύγει από την μητέρα αυτή, τότε αρχίζει και γίνεται περισσότερο ελεύθερος.

Και δεύτερος είναι ο άνθρωπος ο οποίος μπορεί να έχει τον έλεγχο της συναισθηματικής του κατάστασης. Ερώτηση 12. Μια αγχώδη σελεκτική μητέρα, λόγω του δικού της άγχος, εκπλήρωνε τις ανάγκες πριν το παιδί προλάβει να τις επεξεργαστεί. Ο ενήλικας, μετά από πολλοί ντιβάνι, συγχωνεύει τη σημερινή μητέρα και την αγαπά λόγω της ψυχαναλυτικής εργασίας, αλλά ταυτόχρονα τη μισεί.

Τι σημαίνουν αυτά τα συναισθηματικά δίπολα, μη πένθος ή ταύτιση με τη μητέρα, πώς σταματά κανείς αυτή τη διαγενεολογική κασέτα. Το δίπολο μίσους αγάπη, για να ξεκινήσω από αυτό που ονομάζουμε αμφιθυμία, είναι στην πραγματικότητα μια αρχιτεπική σύγκρουση που όλοι οι άνθρωποι έχουμε μέσα μας. Και όπως έλεγε και μία σημαντική ψυχαναλήτρια η Μέλλαν Νικλάιν, το ζητούμενο είναι το πώς μπορεί κανείς να αγαπάει χωρίς να καταστρέφει.

Και αυτό που ήθελα να πει με το απόφευγμα αυτό είναι ότι αναπόφευτα και αναμφίβολα υπάρχει μίσος και αγάπη προς τον ίδιο άνθρωπο. Το ζητούμενο είναι η αγάπη να υπερκερνά το μίσος και όχι το αντίθετο. Και αυτό έχει να κάνει με την αμφιθυμία. και όσο περισσότερο όριμος ψυχικά είναι κανείς τόσο περισσότερο μπορεί να διαχειρίζεται καλύτερα την αμφιθυμία ότι ο άνθρωπος τον οποίο αγαπάω είναι παράλληλα και αυτός ο άνθρωπος τον οποίο εν tio τοιμισώ και με ξοργίζει πάρα πολύ αυτό είναι μία αλήθεια και μάλιστα είναι μία πολύ όριμη αλήθεια και όταν κανείς αυτό μπορεί να το αντιλαμβάνεται χωρίς να χρειάζεται να σκίσει τον άλλον στον νου του στα δύο, τη μία είναι αυτός που μισώ την άλλη αυτός που αγαπώ, αλλά ότι έχει και τις δύο όψεις, τότε τον βοηθά να δει τον άλλον περισσότερο συνολικά, να το δει ως γκρι και όχι ως άσπρο ή μαύρο.

Και αυτό σημαίνει αυτός είναι σημαντικό δίπολο. Το ερώτημα είναι αν αυτό το δίπολο μπορεί να είναι ενωπημένο μέσα σαν έναν άνθρωπο. Δηλαδή αν μπορεί να συλλαμβάνει στην πραγματικότητα την μητέρα του, έναν σύντροφο, μία σύντροφο, σαν ένα όλον και όχι σαν καλό, σαν μόνο καλό ή σαν μόνο κακό. Στο ερώτημα τώρα του πώς σταματάει κανείς αυτή τη διαγενεολογική κασέτα, ακριβώς με αυτού του είδους την κατανόηση.

Διότι αυτά τα πράγματα είναι διαγενεολογικές επαναλήψεις, διότι κανείς μπορεί να είναι πατέρας ή μητέρα με τον ίδιο τρόπο ή σχεδόν με τον ίδιο τρόπο, με τον οποίο δέχτηκε και βίωσε την πατρότητα και τη μητρότητα από τους γονείς του. Όμως ένας άνθρωπος ο οποίος έχει καταφέρει να κάνει μία δουλειά με τον εαυτό του, ο οποίος μπόρεσε να διδαχθεί από την εμπειρία, ο οποίος απέκτησε αυτό που απάντησα στην πρώτη ερώτηση ως γνώθης αυτόν, είναι ένας άνθρωπος ο οποίος μπορεί να βάλει εκεί ένα φρένο σε αυτήν την ιδιογενεολογική κασέτα, γιατί πράγματι είναι κασέτα, είναι πολύ επιτυχημένος ο χαρακτηρισμός σας.

Είναι σαν να παίζει η ίδια κασέτα ξανά και ξανά, να παίζει η ίδια ταινία, το ίδιο σενάριο, απλώς αλλάζουν συνεχεία οι πρωταγωνιστές. Το σενάριο όμως παραμένει ίδιο. Και αυτό το οποίο χρειάζεται να αλλάξει για να μην υποφέρει κανείς και κυρίως για να μην υποφέρει αδίκους, είναι το σενάριο ουσιαστικά της ταινίας και αλλάζει όταν κανείς αποκτά μία εντοβάθη κατανόηση πάνω στην συναισθηματική του πραγματικότητα, ότι αυτός ήταν ο πατέρας μου και η μητέρα μου, με αυτά τα καλά, με αυτά τα κακά, θα κρατήσω τα καλά, θα βγάλω έξω τα κακά και θα φέρω μέσα και τον δικό μου τον εαυτό.

Και έτσι με αυτόν τον τρόπο σταματάει στην πραγματικότητα αυτού του είδους η κασέτα. Αλλά η αμφιθυμία, για να πω και αυτό κλείνοντας το ερώτημα, δεν είναι κάτι το οποίο μπορεί να εξεφορτωθεί κανείς. Είναι κάτι το οποίο χρειάζεται συνεχή επεξεργασία και είναι κάτι το οποίο χρειάζεται κανείς να το αντέξει. Διότι αν το εξωθήσει από το νου του, τότε αυτή η αμφιθυμία κάνει την ύπαρξή του πιο φτωχή, διότι θα κυριεύσει τη ζωή του.

Χρειάζεται κάποιος να έχει συνειδητή αντίληψη της αμφιθυμίας του, του μίσους και της αγάπης του προς τον ίδιο άνθρωπο. Ερώτηση 13. Λέτε ότι αρκεί να ασχολείται με το παιδί τα Σαββατοκύριακα όταν δεν είναι εκεί τις καθημερινές. Ένας πατέρας λέει ότι αρκεί να ασχολείται με το παιδί τα Σαββατοκύριακα όταν δεν είναι εκεί τις καθημερινές.

πώς η παρουσία θεωρείται επαρκής αν είναι μόνο τα Σαββατοκύρια και κάποιοι διαζύγει ο εργασία αρκεί για τη σωστή ανάπτυξη του παιδιού και τη σχέση του με τον πατέρα εδώ πάλι θα πω ότι εμείς ειδικοί ψυχικής υγείας όπως είπα και πριν στην προσπάθειά μας να βοηθήσουμε καμιά φορά περνάμε την αίσθηση ότι τα πράγματα είναι ιδανικά η ζωή έχει δυσκολίες η ζωή έχει οικονομική πραγματικότητα η ζωή έχει υποχρεώσεις και ζούμε σε έναν πολιτισμό που δεν ευνοεί πολλές φορές, ειδικά με τις δυσκολίες που υπάρχουν, τον ακολουθούνται ιδανικά.

Οπότε η απάντηση δική μου δεν θα μπορούσε να ξεκινήσει από αλλού, διότι είναι άλλο το τι θεωρείται ιδανικό και άλλο τι θεωρείται αρκετά καλό. Και το ένα κομμάτι είναι ο ποσοτικός χρόνος, δηλαδή το πόσο χρόνο περνάει ένας πατέρας με το παιδί του και μπορεί ένας πατέρας να περνάει με το παιδί του πολύ χρόνο, αλλά αυτός ο χρόνος να μην είναι ουσιαστικός.

Και μπορεί ένας πατέρας να περνάει με το παιδί του λιγότερο χρόνο, αλλά αυτός ο χρόνος να είναι περισσότερο ποιοτικός. Και τα δύο είναι σημαντικά. Και χρειάζεται και κάποια ποσότητα χρόνου, δεν μπορώ να το ποσοτικοποιήσω και δεν νομίζω ότι μπορεί να αποσυντικοποιηθεί. Χρειάζεται όμως και μία ποιότητα. Αν υπάρχουν πραγματικότητες της ζωής, όπως επί παραδείγματη, ένα διαζύγιο που αναφέρεται εδώ πέρα, η εργασία, όπως για παράδειγμα άλλου είδους δυσκολίες, οι οποίες δεν επιτρέπουν σε έναν πατέρα να είναι παρόν πολύ, χρονικά πολύ, τότε οι στιγμές που είναι παρόν είναι βοηθητικό να αξιοποιούνται με τον καλύτερο δυνατό τρόπο, δηλαδή να έχει ουσιαστική αλληλεπίδραση με το παιδί του, διότι είναι και το ποιοτικό.

Φυσικά ξέρουμε από την έρευνα ότι η σταθερότητα, η προβλεψιμότητα της επαφής μετράει πολύ περισσότερο από τη συχνότητα και σταθερά σαββατοκύριακα μπορεί να είναι αρκετά καλά, ακόμα και αν δεν είναι ιδανικό. Οπότε αν μπορεί να υπάρχει ένα σταθερό πλαίσιο πάνω και γύρω από αυτό νομίζω ότι είναι πολύ βοηθητικό και το λέω προς όλους τους ανθρώπους ότι καλό είναι κάτι να είναι αρκετά καλό δεν μπορεί να είναι ιδανικό διότι πολλές φορές μπλέκονται μέσα πραγματικότητες της ζωής και δεν μπορεί κανείς να κάνει πολλά πράγματα Λοιπόν, ερώτηση 14.

Νομίζω ότι δεν μπορώ να την απαντήσω την ερώτηση αυτή. Με ρωτάτε να πάρω θέση για την τοποθέτηση ενός συναδέλφου, το οποίο δεν θεωρώ σωστό να τοποθετηθώ, δεν το θεωρώ βοηθητικό και κυρίως δεν το θεωρώ και ήθως συναδελφικό. Επίσης, δεν μπορώ να ξέρω τι μπορεί να σκέφτεται κάθε συνάδελφος όταν κάνει μία τοποθέτηση. Συνεπώς, θα σας ενθάρρυνα να απευθύνετε το ερώτημα στον ίδιο.

Ωστόσο, μπορώ ίσως να πω κάτι για το δεύτερο σκέλος του ερωτήματός σας, σχετικά με το πότε τελειώνει μία ψυχοθεραπεία και τη διάρκεια της. Θα μιλήσω φυσικά για την ψυχοαναλυτική ψυχοθεραπεία η οποία είναι μια πιο ανοιχτή θεραπεία Άλλες θεραπευτικές προσεγγείς όπως για παράδειγμα η γνωστικο-συμπεριφορική θεραπεία είναι περισσότερο πιο εντοπισμένες Έχουμε και εμείς βραχίες ψυχοδυναμικές θεραπείες που είναι πιο εντοπισμένες, βοηθούν κάποιους ανθρώπους δεν κάνουν φυσικά για όλους Αλλά μια ανοιχτή θεραπεία τελειώνει και για να το συνδέσω και με τα προηγούμενα ερωτήματα των ανθρώπων που μου φέσανε αναφορικά με την κατανόηση και την επιστροφή στον εαυτό, όταν κανείς μπορέσει και αποκτήσει αυτό που ονομάζουμε αυτοειγεσία.

Μπορεί δηλαδή να είναι ενίοχος της ζωής του, μπορεί να αποκτήσει κάποιον έλεγχο πάνω στην ζωή του και δεν τον άγει και τον φέρει το ασυνείδητό του, το οποίο όπως έλεγε ο Κάρολος Γιούγκαν, αν δεν το κάνει κανείς συνειδητό, θα είναι καταδικασμένο να επαναλαμβάνεται και ο άνθρωπος αυτός θα αποκαλύπτει το ασυνείδητό του μοίρα.

Αλλά δεν είναι μοίρα, είναι ασυνείδητες διεργασίες που χρειάζονται να γίνουν συνειδητές. Η προσωπική μου άποψη πάνω στο πότε τελειώνει μία θεραπεία είναι πολύ κοντά στις θέσεις ενός Βρετανού ψυχαναλυτή, το όνομά του είναι Μπίον, ο οποίος ισχυρίζονταν ότι μια θεραπεία δεν τελειώνει ουσιαστικά. Όταν κανείς λύσει τα προβλήματά του, η λύση της συγκρούς του, αυτό είναι ένα μικρό κομμάτι της θεραπείας.

Η θεραπεία σταματάει όταν κανείς αποκτήσει την ικανότητα να σκέπτεται συναισθηματικώς πάνω σε αυτά τα οποία νιώθει. Όταν μπορεί κανείς δηλαδή να αναπτύσσει την ικανότητα του σκέπτεσθε, δηλαδή της επεξεργασίας των συναισθημάτων του. Όταν μπορεί να καταλάβει τι νιώθει, γιατί το νιώθει, τι συμβαίνει μέσα στον ψυχισμό του.

Κανείς δεν μπορεί να τα καταλάβει όλα και θα είμαι ειλικρινής. Όσα χρόνια και αν κάνει κανείς θεραπεία, μπορεί να καταλάβει ένα μικρό ή μεγαλύτερο κομμάτι του ασυνειδητή του. Όχι όλο. Αυτό όμως μπορεί να είναι αρκετό για να ζήσει κανείς μία πλήρη, μια ουσιαστική και μια δημιουργική ζωή. Και αυτό το μικρό κομμάτι πραγματικά μπορεί να κάνει κάποιον να νιώσει όσο περισσότερο ευτυχισμένος μπορεί να νιώσει μέσα στο διάστημα που ονομάζουμε ζωή.

Συνεπώς αυτό πιστεύω ότι σηματοδοτεί το τέλος της θεραπείας η οποία θεωρώ ότι πρέπει να τελειώνει. Έχω συναδέλφους, για παράδειγμα, στην Βρετανία στο νου μου έρχεται αυτή τη στιγμή μια πολύ έμπειρη συνάδελφος, είναι στα 70 της η οποία ήταν και είναι σε μια θεραπεία διότι την βοηθάει να σκέπτεται όχι γιατί το έχει η ανάγκη αλλά γιατί μέσα από τη θεραπεία και τον διάλογο την επεξεργασία μέσα στο θεραπευτικό δωμάτιο αναπτύσσει την δημιουργικότητά της νιώθει πιο κοντά στον εαυτό της, την βοηθάει να σκέπτεται οπότε ένας άλλος μπορεί να είναι σε θεραπεία για πολλούς και διάφορους λόγους.

Οι ανάγκες ενός ανθρώπου, μάλλον οι ανάγκες των ανθρώπων, δεν είναι οι ίδιες. Και δεν πιστεύω ότι η διάρκεια της θεραπείας έχει απαραίτητα να κάνει με τις δυσκολίες που αντιμετωπίζει κανείς, αλλά έχει να κάνει ακριβώς με αυτήν την ικανότητα. Την ικανότητα να μπορεί να σκέπτεται πάνω στα συναισθήματα του. Κάποιοι άνθρωποι κατακτούν αυτήν την δυνατότητα νωρίτερα, σε όλους παίρνει χρόνο, αλλά κάποιοι την κατακτούν νωρίτερα, κάποιοι άλλοι χρειάζονται περισσότερο χρόνο για να το κάνουν αυτό.

Και όταν λοιπόν φύγει κανείς από την θεραπεία, είναι όπως ο Οδυσσέας, ο οποίος επιστρέφει στην ψυχική του πραγματικότητα, επιστρέφει στην Ιθάκη του, επιστρέφει στο σπίτι του, αλλά επιστρέφει διαφορετικός. Επιστρέφει ταπεινωμένος, επιστρέφει ταπεινός μάλλον, όχι ταπεινωμένος, στον λάθος λέξη, επιστρέφει ταπεινός, επιστρέφει στην πραγματικότητα δημιουργικός, ξεκαθαρίζει τι είναι δικό του, τι είναι του άλλου και μπορεί να δομήσει ξανά την ζωή του και να είναι κοντά στον εαυτό του. Αυτό είναι κάτι το οποίο παίρνει χρόνο.

Οπότε η διάρκεια της θεραπείας, κατά την άποψή μου πάντα, έχει να κάνει με το πότε κανείς θα κατακτήσει τη δυνατότητα να σκέφτεται πάνω στην συναισθηματική του κατάσταση, κάτι το οποίο φυσικά παίρνει χρόνο. Ερώτηση 15. Αφορά έναν προβληματισμό για την ασυνείδη ψυχολογική κακοποίηση από κρυφούς ή ευάλωτους ναρκησιστές γονείς.

Η απουσία πρόθεσης δυσκολεύει ακόμα περισσότερο τα θύματα να αποδεχτούν την κατάσταση και να εμπιστευτούν τη δική τους αντίληψη αφού λένε στον εαυτό τους ότι ο γονέας τους αγαπά αφού δεν κακοποιεί συνειδητά. Αρχικά να πω ότι η απουσία πρόθεσης δεν αναιρεί το αποτέλεσμα. Η κακοποίηση είναι, μάλλον να το πω λίγο αλλιώς, κρίνεται από τον αντίκτυπο στον οποίο αφήνει σε έναν άνθρωπο και όχι μόνο από την συνειδητή πρόθεση.

Ένα παιδί το οποίο μεγαλώνει με γονείς, οι οποίοι ήταν αρκισιστικά οργανωμένοι και έχω κάνει ένα επεισόδιο για την αρκισιστική μητέρα. Ένα παιδί, νομίζω λέγεται η μητέρα που πληγώνει, ένα παιδί λοιπόν που μεγαλώνει με μια τέτοια μητέρα και με τους δύο γονείς, οι οποίοι είναι αρκισιστικά δομημένοι και οργανωμένοι, μαθαίνει ουσιαστικά να αφισβηθεί τον εαυτό του, να αφισβηθεί τη δική του αντίληψη, επειδή ο γονιός φανείστε καλό σε άλλα πλαίσια και σε άλλα όχι.

Όταν επίσης ένας γονέας ο οποίος πληρεί τα κριτήρια για αυτό που ονομάζουμε εναρκεσιστική διαταραχή προσωπικότητας, χρησιμοποιεί ένα παιδί ως προέκταση του εαυτού του, τότε αυτό το παιδί μπερδεύεται και δυσκολεύεται πάρα πολύ να αναπτύξει μια αίσθηση ταυτότητας και φυσικά αυτό είναι μια ουσιαστικά επίθεση στην αυτοπεποίθηση του παιδιού παρακολούια και η ικανότητά του να αναπτύξει υγιή αυτοπεποίθηση.

Φυσικά έχετε δίκιο σε αυτό που λέτε, ότι δυσκολεύει ακόμα περισσότερο τα θύματα να αποδεχτούν την κατάσταση και να εμπιστευτούν τη δική τους αντίληψη. Όταν οτιδήποτε σκεπτόμουν εγώ, το αφισβητούσε ο άνθρωπος που θαύμαζα και αγαπούσα περισσότερο, ο σημαντικός άλλος που λέγεται μητέρα ή πατέρας. η δική μου ζωή, θα εμπιστευτώ την κρίση μου, αφού η κρίση μου είναι φύση και θέση λάθος.

Πώς εγώ θα εμπιστευτώ τον εαυτό μου, όταν ο άνθρωπος με τον οποίο μεγάλωσα, με μείωνε από το πρωί έως το βράδυ, πώς εγώ μπορώ να αισθανθώ ότι έχω μία αίσθηση αξίας. Αυτό δημιουργεί, ξέρετε, ένα ανίποτο τραύμα στον ψυχισμό ενός παιδιού και ένα τραύμα το οποίο χρειάζεται μια πολύ μεγάλη επεξεργασία. Και πολλές φορές αυτό το οποίο βλέπουμε είναι στην πραγματικότητα ανθρώπους οι οποίοι μεγάλωσαν με κακοποιητικούς γονείς να μπερδεύουν την κακοποίηση με την αγάπη, γιατί ασυνείδα την ταυτίζουν.

Δεν μπορεί να καταλάβει ένας άνθρωπος ότι κακοποιείται. Και το βλέπουμε και στην κλινική μας εργασία με ανθρώπους οι οποίοι έχουν όλη τη διανοητική ικανότητα να αντιληφθούν ότι κακοποιούνται, αλλά συναισθηματικά δεν μπορούν να το αντιληφθούν. Γι' αυτό πάντοτε λέω ότι δεν αρκεί να πει κάποιος σε κάποιον ότι κακοποιείται.

Αυτό το ξέρουν οι περισσότεροι άνθρωποι, αλλά δεν μπορούν να το καταλάβουν. Είναι σαν να μιλάει σε έναν άνθρωπο κανείς κινέζικα. Οι άνθρωποι δεν έχουν δυσκολία να καταλάβουν ότι κακοποιούνται με την έννοια ότι αυτό που συμβαίνει είναι λάθος, αυτό το ξέρουν Αλλά το πρόβλημα είναι ότι τον μπερδεύουν με αγάπη Γιατί όταν κανείς μεγαλώνει με έναν σαδιστικό άλλο, με έναν αρκισιστικό άλλο άλλο με την έννοια του γονέα δηλαδή τότε δεν μπορεί να διαχωρίσει την κακοποίηση από την αγάπη και ασυνείδητα ψάχνει το οικείο γιατί ο ψυχισμός των ανθρώπων είναι, αν θέλετε, πρικισμένος να αναζητά το οικείο και αυτό το οποίο είναι γνώριμο ψυχικώς.

Και σε αυτές τις περιπτώσεις η δουλειά είναι πολύ αργή, χρειάζεται ο θεραπευτής να έχει πολύ μεγάλη υπομονή, διότι παίρνει πολύ καιρό μέχρι ένας άνθρωπος να κατανοήσει ότι αυτό το οποίο βιώνει είναι κακοποίηση. Όχι με τη γνωστική της διάσταση, αυτό όπως είπα το κατανοεί, αλλά με τη διάσταση ότι μου κάνει κάποιος κακό και δεν αξίζω αυτό το κακό.

Γιατί υπάρχει και τρίτη διάσταση ότι καταλαβαίνω ότι μου κάνει κάποιος κακό αλλά το αξίζω. Αχ, και γι' αυτό πρέπει να κάτσω σε αυτή τη σχέση, το οποίο είναι εξαιρετικά δυστυχές και το οποίο επίσης χρειάζεται μια βαθιά επεξεργασία. Ερώτηση 16. Τι γίνεται όταν το ενήλικο πλέον παιδί μιας ναρκισίστριας μητέρας, έχοντας και εκείνο ναρκισιστικά στοιχεία, έρχεται αντιμέτωπο με ναρκισιστική κρίση της μητέρας, αντιλαμβάνεται την υπερβολή, την παροδία που διαδραματίζεται.

Νομίζω ότι δεν είναι εύκολο για κανένα παιδί το οποίο μεγαλώνει σε μια συγκεκριμένη πραγματικότητα να σκεφτεί έξω και με διαφορετικούς όρους από αυτή την πραγματικότητα αν δεν υπήρξε στη ζωή του ένα πρόσωπο αρωγός όπως το ονομάζουμε το οποίο να τον βοήθησε ή να την βοήθησε να καταλάβει τι συμβαίνει ένα παιδί δεν μπορεί να καταλάβει τι σημαίνει να έχει κανείς μητέρα ναρκισιστική, ούτε και ένας ενήλικας.

Το χρησιμοποιούμε τον όρο, τον λέμε, αλλά μπορεί να έρθει κάποιος στη θεραπεία και να πει «Μητέρα μου ήταν ναρκισιστική». Αλλά το ένα κομμάτι είναι αυτό να μπει ο κλινικός όρος, το οποίο δεν είναι βοηθητικό ειδικά στην θεραπεία, γιατί αυτή η κλινική γλώσσα μας απομακρύνει από αυτό που πραγματικά συμβαίνει. αυτό που εμένα με ενδιαφέρει είναι να μάθω πώς ήταν αρκιστική.

Το αρκιστική δεν μου λέει τίποτα γιατί βιώθηκε έτσι, τι βίωσε το παιδί και να καταλάβω τι σημαίνει για το παιδί μέσα στον ενήλικα. Εγώ είμαι θεραπευτής ενήλικων, δουλεύω με ενήλικες, αλλά δουλεύω και με το παιδί μέσα στον ενήλικα, να καταλάβω πώς το βίωσε αυτός ο ενήλικας άνθρωπος που έχω απέναντί μου τότε, όταν ήταν παιδί.

Τι σήμαινε για τον ίδιο να μεγαλώνει με μια ναρκισιστική μητέρα. Αλλά αυτό για να το καταλάβει κανείς ουσιαστικά είναι σαν την κακοποίηση. Χρειάζεται να μπορέσει να πενθύσει. Να μπορέσει να πενθύσει το γεγονός ότι δεν είχε μια μητέρα η οποία τον φρόντισε πολύ, μια μητέρα η οποία αναγνώρισε τις ανάγκες του. Μπορεί γνωστικά να καταλάβει την υπερβολή.

Μπορεί γνωστικά για να χρησιμοποιήσει ό,τι λέξεις να καταλάβει την παροδία που διαδραματίζεται. Το ερώτημα είναι όμως αν αυτό το αντιλαμβάνεται συναισθηματικά. Και αυτό είναι δύσκολο, οφείλω να είμαι ειλικρινής. Δεν λέω ακατόρθωτο, ούτε το λέω από ένα τόπο πεσιμιστικό. Το λέω από έναν τόπο ρεαλισμού, ότι όταν εγώ αυτή την πραγματικότητα έχω γνωρίσει, είναι πάρα πολύ δύσκολο να φανταστώ ότι μπορεί να υπάρχει μια διαφορετική πραγματικότητα.

Και το βλέπουμε και στη θεραπεία. Ότι και ο θεραπευτής βιώνεται πολλές φορές σαν κακοποιητικός, ασυνείδητα, γιατί ασυνείδητα τοποθετεί αυτές τις όψεις του σημαντικού άλλου ο θεραπευόμενος πάνω στον θεραπευτή. Για να μπορέσει όμως να τα αντιληφθεί όλα αυτά το παιδί αυτό, το οποίο έχει, όπως είπατε, ναρκησιστικά στοιχεία και είναι λογικό να αναπτύξει ναρκισιστικά στοιχεία ένα παιδί, διότι κάπως πρέπει να επιβιώσει σε αυτόν τον κόσμο της απόλυτης υποτίμησης.

Η υποτίμηση και η ταπείνωση είναι η μητέρα και ο πατέρας του ναρκισισμού. Έτσι κανείς αναπτύσσει έναν ναρκισιστικό εξοσκελετό για να προστατευτεί από τις υποτιμήσεις και τις ταπείνωσεις και την τροπή που γύρουν αυτές, να συγχωρείτε, από έναν σημαντικό άλλο. Είναι λογικό να υπάρχουν αυτά τα αναρκησιστικά στοιχεία. Αλλά το ότι είναι κανείς ενήλικος δεν σημαίνει ότι απαραίτητα έχει αφήσει πίσω του εκείνο το στάθιο.

Αυτό το παιδί ζει μέσα του και ακριβώς αυτού του είδους η επεξεργασία χρειάζεται να γίνει στον θεραπευτικό χώρο. Και ξέρετε αυτό όπως και πολλά άλλα ζητήματα που ετέθησαν σήμερα είναι ζητήματα τα οποία είναι βαθιά θεραπευτικά. Είναι ζητήματα των οποίων το νόημα είναι πολύ υποκειμενικό και μπορεί κανείς να τα ανακαλύψει μόνο με μια εντοβάθεια ενδοσκοπική και θεραπευτική εργασία.

Ερώτηση 17. Εκμετάλλευση της απαλωτότητας που φοβούνται παιδιά μεγαλωμένα με δύο νάρκες στους γονείς. με την επικοινωνία πλέον διακεκομένη από την πλευρά του παιδιού, αποφεύγοντας από πείρες επαναπροσέγγισης, από φόβο ότι θα εκμεταλλευτούν ξανά αυτήν την ευαλωτότητα. Επίσης, ουσιαστικά, δεν λαμβάνομαι να το πω θετικώς, το αν αυτό μπορεί να είναι βοηθητικό ή όχι.

Το ένα είναι, ξέρετε, η εξωτερική πραγματικότητα, το ότι είναι προκειμένο για παράδειγμα ότι τα παιδιά αποφεύγουν τις απόπειρες επαναπροσέγγισης, διότι οι γονείς μπορεί να εκμεταλλευτούν ξανά την ευαλωτότητά τους. Αυτό είναι το εξωτερικό κομμάτι και δεν είναι η θέση μου σε καμία των περιπτώσεων πώς σε κάποιον τι πρέπει ή δεν πρέπει να κάνει.

Ούτε και ειδικά μάλλον στο θεραπευτικό δωμάτιο. Το ουσιαστικό όμως του ερωτήματός σας πιστεύω ότι είναι το εσωτερικό. τι θέση έχουν αυτοί οι δύο γονείς μέσα στην ψυχική πραγματικότητα ενός ανθρώπου. Το ένα είναι το εξωτερικό. Και εμάς τους θεραπευτές μας αρέσει να μιλάμε για τα όρια, αλλά τα όρια είναι πρωτίστως εσωτερικά και μετά έρχονται τα εξωτερικά όρια.

Αν κανείς βάζει ένα εξωτερικό όριο χωρίς να έχει μπορέσει να επεξεργαστεί το συνέστημά του, που να έχει, μπορέσει να επεξεργαστεί το εσωτερικό του όριο, τότε αυτό το όριο είναι καταδικασμένο να οδηγήσει σε πολύ περισσότερη πικρία, στεναχώρια και μαύρη θλίψη. Το ουσιαστικό εδώ πέρα είναι να μπορέσει να επεξεργαστεί ο άνθρωπος αυτός, τους γονείς οι οποίοι πλέον είναι και μέρος του εαυτού του.

Γιατί ο καθένας και η καθεμία από εμάς, σε μεγαλύτερο ή σε μικρότερο βαθμό, έχει εσωτερικεύσει μαζί με άλλα πράγματα φυσικά τους γονείς του οπότε αυτό είναι το πρωτεύων εδώ πέρα να μπορέσει κανείς να κάνει αυτήν την επεξεργασία. Όταν την κάνει αυτήν την επεξεργασία θα είναι πιο ελεύθερος ή ελεύθερη να μπορέσει να έχει μία σχέση με τους γονείς του ή να μην έχει σχέση με τους γονείς του αλλά αυτό πρέπει να έρθει μία ελεύθερη απόφαση γιατί όταν ένα όριο μπαίνει άγαρμπα εξωτερικά χωρίς να έχει προηγηθεί η εσωτερική επεξεργασία, τότε αυτό είναι ένα όριο που μπαίνει από φόβο.

Όμως το όριο είναι κάτι το οποίο δεν έρχεται για να διαχωρίσει απαραίτητα, έρχεται για να προστατεύσει. Αυτός πρέπει να είναι ο σκοπός ενός όριου, να μπορέσει να προστατεύσει, όχι να περιορίσει και όχι να απομονώσει. Ερώτηση 18. Οι όγδοοι. Γιατί ενώ ο θάνατος είναι η μόνη βεβαιότητα και έχουμε τελετές και γνωρίζουμε ανθρώπους που έχουν πεθάνει, ο θάνατος των ποιών δικών μας ανθρώπων μπορεί να μας κλονίσει τόσο ώστε να αρρωστήσουμε ή και να πεθάνουμε και εμείς.

Τι συμβαίνει, τι ταράζεται μέσα μας. θάνατος είναι ίσως η μεγαλύτερη τραγουδία και συνάμα όπως το λέτε η μόνη βεβαιότητα της ζωής ο άνθρωπος τουλάχιστον από όσο γνωρίζουμε είναι το μόνο θηλαστικό το οποίο έχει συνείδηση του θανάτου του και αυτό είναι μία βεβαιότητα η οποία είναι εξαιρετικά στενάχωροι. Γι' αυτόν τον λόγο όλοι οι άνθρωποι φοβούνται το θάνατο με εξαίρεση τους ανθρώπους που φοβούνται τη ζωή.

Και για τους οποίους ο θάνατος, κάποιοι άνθρωποι είναι πολύ βαθιά καταθλιπτικοί, άνθρωποι στους οποίους το να είναι ζωντανή είναι εξαιρετικά επώδυνο και είναι συνήθως οι άνθρωποι που καταλήγουν στην αυτοχειρία, το οποίο είναι πολύ ευαίσθητα κλινικό και πολύ πλοκοζήτημα, ενδεχομένως να κάνω ένα ξεχωριστό επεισόδιο. Για όλους όμως τους υπόλοιπους ανθρώπους, ο θάνατος είναι μια πολύ τρομακτική πραγματικότητα της ζωής.

Και λέω της ζωής, διότι προσωπικά, και να με συγχωρέσουν οι ακροατές που είναι φύλλα προσκύμενοι στον επίκουρο, αλλά διαφωνώ με την ρίση του επικούρου, όπως την αντιλαμβάνομαι εγώ, ότι εκεί που υπάρχει θάνατος δεν υπάρχει ζωή και το αντίθετο. Θεωρώ ότι ο θάνατος είναι μέρος της ζωής. Όχι μόνο ο θάνατος του ιδίου του ανθρώπου, αλλά όπως πολύ σωστά με ρωτάει ο άνθρωπος εδώ, ο θάνατος των οικείων προσώπων.

Και όταν κανείς έρχεται αντιμέτωπος με τον θάνατο των οικείων προσώπων, τότε γεννιέται μέσα του μια πολύ μεγάλη θλίψη, ένα πολύ μεγάλο πένθος, το οποίο μπορεί και να τον αρρωστήσει. σε έναν βαθμό αυτό είναι φυσιολογικό ότι ένας άνθρωπος πενθεί δηλαδή θα χάσει κάποιος τον πατέρα του, την μητέρα του ένα αγαπημένο πρόσωπο, έναν σύντροφο, μια σύντροφο έναν παππού, μια γιαγιά, έναν αδελφό δεν έχει να κάνει με τη σχέση έχει να κάνει με το τι σήμαινε ο άνθρωπος αυτός για τον άνθρωπο που τον έχασε όταν λοιπόν κανείς θα χάσει έναν τέτοιον άνθρωπο αναφίβολα θα πενθήσει και και θα υποφέρει για ένα διάστημα.

Το πένθος περνάει από διάφορα στάδια, δεν είναι μια γραμμική διαδικασία φυσικά, αλλά μπορεί να εκδηλωθεί και πολύ αργότερα σε έναν άνθρωπο και μπορεί να τον αρρωστήσει και ένα διάστημα. Ωστόσο, σε περιπτώσεις που κάποιος μπορεί να αρρωστήσει, για παράδειγμα βαριά, έχουμε δει περιπτώσεις στη βιβλιογραφία, αλλά και στη ζωή, να πεθαίνει ένας σύζυγος και μετά από λίγα χρόνια να πεθαίνει ο άλλος και μετά από λίγους μήνες.

Πράγματα τα οποία δεν μπορούν να εξηγηθούν πάντοτε επιστημονικά ή μόνο επιστημονικά. Έχουμε δει έναν άνθρωπο μετά από μια πόλια να αρρωσταίνει τόσο πολύ, να ανατύσει μια βαθιά κατάθλιψη. Αυτές είναι περιπτώσεις, ωστόσο, οι οποίες δεν έχουν να κάνουν μόνο με το πένθος το οποίο φέρνει ο θάνατος ή με τον φόβο του θανάτου.

έχουν να κάνουν και με μία άλλη απώλεια. Διότι όταν κανείς χάνει, και θα χρησιμοποιήσω εδώ τη φράση του Φρόιντ, όταν κανείς χάνει ένα αγαπημένο πρόσωπο, ο κόσμος γίνεται πιο φτωχός. Διότι αυτό το πρόσωπο λείπει. Αυτό είναι το πένθος. Και παρνάει ένα διάστημα πενθώντας και σταδιακά αρχίζει και βγάζει τον εαυτό του προς την ζωή.

Όταν όμως κανείς δεν χάνει μόνο ένα αγαπημένο πρόσωπο αλλά χάνει και ένα κομμάτι του εαυτού του το οποίο του είχε βάλει σε αυτό το πρόσωπο τότε αυτό το οποίο γίνεται φτωχότερο δεν είναι μόνο ο κόσμος αλλά είναι κυρίως ο εαυτός. Έτσι μαζί με τον άλλον έχει πεθάνει και ένα κομμάτι του εαυτού. Και αυτό δημιουργεί μία μαύρη κατάθλιψη σε έναν άνθρωπο.

Μία μαύρη κατάθλιψη την οποία δυσκολεύεται πάρα πολύ να αντιμετωπίσει και ταράζεται μέσα του συνθέμελα, για να απαντήσω και στο τελευταίο σκέλος το τι συμβαίνει, τι ταράζεται μέσα μας, ταράζεται μέσα του συνθέμελα όλο το οικοδόμημα του εαυτού του. Και εκεί πέρα είναι ακριβώς που έχουμε την μαύρη κατάθλιψη. Στην αρχή το πένθος μοιάζει με την κατάθλιψη.

Έχουν τα ίδια κλινικά χαρακτηριστικά με τη διαφορά, ότι έχω κάνει ένα επεισόδιο πάνω σε αυτό, με τη διαφορά, ότι στο πένθος η αυτοπεποίθηση ενός ανθρώπου παραμένει αλόβητη, θα κάνει αυτή την επόδυνη επεξεργασία κανείς και μετά θα επιστρέψει στην ζωή, ενώ στην μελαγχολία, στη μείζωνα κατάθλιψη, στη μαύρη κατάθλιψη δηλαδή, κανείς χάνει την αίσθηση του εαυτού του, χάνει την αυτοπεποίθησή του και δεν μπορεί να επιστρέψει στην ζωή.

Οπότε σε αυτές τις περιπτώσεις χρειάζεται βοήθεια και πολλές φορές χρειάζεται και ένας συνδυασμός βοήθειας και θεραπευτικής, υποστηρικτικής και φαρμακολογικής αν είναι πολύ βαριά η κατάθλιψη. Το να φύγει κανείς από τον καημό του, όπως λέτε εδώ εντός παρενθέσεως, το οποίο το έχουμε δει να συμβαίνει, είναι κάτι το οποίο το βλέπει κανείς, δεν χρειάζεται να είναι θεραπευτής ή να δουλεύει με ανθρώπους στην τρίτη ηλικία.

Αυτό είναι κάτι που το βλέπουμε στην ζωή ή το άλλο που γράφεται εδώ, να φύγουν μαζί. Αλλά στην πραγματικότητα αυτό πυροδοτείται από άλλα πράγματα. Η ζωή μου δεν έχει νόημα πέρα από τον άλλον. Και πάλι επιστρέφω στο νόημα να πω ότι οι σχέσεις είναι το α και το ω της ζωής όπως είναι και το νόημα. Και καλό είναι να έχει κανείς και τα δύο στην ζωή του.

Όχι ότι αυτά τα δύο είναι διαμέτρου αντίθετα, αλλά οι σχέσεις είναι απαραίτητες για να μπορεί κανείς να έχει μια δημιουργική ζωή, ουσιαστικές σχέσεις. Οι συντροφικές σχέσεις, οι φιλικές σχέσεις, όλων των ειδών σχέσεις. Αλλά δίπλα σε αυτό είναι καλό κανείς να έχει ένα νόημα το οποίο μπορεί να τον κρατήσει ζωντανό ακόμα και σε στιγμές ανίποτης τραγωδίας όπως είναι ο θάνατος ενός αγαπημένου προσώπου.

Ερώτηση 19 για να κάνω μία λίστα βιβλίων. Με συγχωρείτε πολύ, ξέρω ότι δεσμεύτηκα να το κάνω. Δυστυχώς δεν πρόλαβα να το κάνω. θα κάνω αυτήν την λίστα και θα τη δημοσιεύσω στο σελίδα μου το συντομότερο δυνατόν θα βροντίσω να το κάνω μέσα στις επόμενες λίγες εβδομάδες. Ερώτηση 20. Εκτός από τη βρεφική ηλικία, μέχρι ποια ηλικία μπορεί ένα βίωμα να θεωρηθεί παιδικό τραύμα όταν κάποιος καταφέρει να δει από πού προέρχεται ένα τραύμα που επαναλαμβάνεται σήμερα.

Αυτό δεν είναι απελευθέρωση, αλλά στην ιδιωτοποίηση που ανοίγει νέο κεφάλαιο επεξεργασίας, μπορεί να μοιάζει με στάδια του πένθους. Αρχικά να ξεκινήσω με το πρώτο σκέλος της ερώτησης, ότι ένα παιδικό τραύμα μπορεί να θεωρηθεί οποιοδήποτε τραύμα, το οποίο συμβαίνει όχι μόνο στην βρεφική ηλικία, αλλά καθ' όλη τη διάρκεια της παιδικής ζωής, μέχρι και την προεφηβεία.

Ωστόσο, πολλοί συνάλληλοι θεωρούν ότι παιδικά τραύματα καλύπτουν ακόμα και την προεφηβεία, δηλαδή μέχρι τα 11-12. Αλλά όλα αυτά δεν είναι πολύ στενά προσδιορισμένα χρονικά όρια. Θα μπορούσαμε να πούμε τα πρώτα χρόνια της ζωής ενός ανθρώπου, λίγο περισσότερο από την πρώτη δεκαετία, το θεωρούμε παιδικό τραύμα. Αλλά υπάρχει μια πολύ μεγάλη διαφορά και είναι σημαντικό το ερώτημά σας, μεταξύ ενός τραύματος που συμβαίνει νωρίτερα στην ζωή από ένα τραύμα το οποίο συμβαίνει αργότερα στην ζωή.

Γιατί όσο ένα παιδί μεγαλώνει, τόσο περισσότερο αναπτύσσονται και οι άμυνές του, τόσο περισσότερο μπορεί να λάβει διαφορετική βοήθεια, τόσο περισσότερο ο ψυχισμός του ρημάζει και μπορεί να αντιμετωπίσει καλύτερα τα αγχωγόνα ερεθίσματα. Συνεπώς, όταν ένα τραύμα συμβαίνει πολύ νωρίς στην ζωή, μπορεί να είναι κάτω των πέντε ετών μπορεί να είναι λίγο πάνω από τα πέντε έτοιμα αλλά είναι πολύ νωρίς στην ζωή σε μια περίοδο όπου αν θέλετε ένα παιδί δεν έχει την δυνατότητα, την ψυχική ορειμότητα και την αισθηματική ορειμότητα να αντιμετωπίσει να έχει τους μηχανισμούς μέσα του ή να τους αναζητήσει έξω για να μπορέσει να βρει βοήθεια αυτό το τραύμα γίνεται αυτομάτως στις περισσότερες των περιπτώσεων πολύ πιο σοβαρό διότι δεν έχει ο ψυχισμός του παιδιού τα εφόδια να το μεταβολήσει.

Όταν κάποιος καταφέρνει να δει από πού προέρχεται το τραύμα, αυτό μπορεί να είναι βοηθητικό. Από μόνο του όμως είναι ανεπαρκές για να μπορέσει να λύσει το τραύμα. Και πάλι εδώ θα πάω στον διαχωρισμό της γνωστικής κατανόησης από την συναισθηματική κατανόηση. Και ξέρετε, με την άνοδο του επαγγελματός ψυχοθεραπείας, μέσα από τα διάφορα podcast, μέσα από τα διάφορα βιβλία, τα οποία θεωρούν πολύ βοηθηρικά εγχειρήματα, όλα αυτά για να μπορέσει κανείς να καταλάβει κάποια πράγματα, ήρθε μία παρανόηση ότι εάν γνωρίζω κάτι συνειδητά και μόνο, χωρίς να το επεξεργαστώ συναισθηματικά, μπορώ να το ελέγξω.

Και πολλοί άνθρωποι γνωρίζουν κομμάτια της ψυχικής τους ιστορίας, δηλαδή γνωρίζουν γιατί συνέβη αυτό, αλλά είναι άλλο να ξέρω ότι εγώ είχα μιλή αυτοπεποίθηση επειδή με κακοποίησε η μητέρα μου και άλλο να έχω επαναβιώσει αυτή την κακοποίηση με ένα ασφαλές θεραπευτικό πλαίσιο, άλλο να έχω πενθύσει για αυτή, άλλο να έχω εκφράσει την οργή μου και φυσικά να τα έχω επεξεργαστεί όλα αυτά.

Και όλο αυτό, αυτή η συντοποίηση έχετε δίκιο. Είναι προθάλαμος ενός νέου κεφαλαίου επεξεργασίας. Και αυτή είναι και η χρήση της ουσιαστικής, ότι μια συντοποίηση πρέπει να ανοίγει ένα νέο κεφάλαιο επεξεργασίας και φυσικά συνδέεται με το πένθος. Διότι η ψυχοθεραπεία έχει να κάνει με την ψυχική ενλικίωση ενός ανθρώπου, ότι το παρελθόν δεν μπορώ να το αλλάξω.

Και αυτό είναι μια πραγματικότητα, ό,τι και να κάνω. Πρέπει να συμφιλειωθώ με αυτό το παρελθόν. Αλλά επειδή σε πολλούς ανθρώπους αυτό το παρελθόν ήταν εξαιρετικά επόδυνο, δεν μπορούν να συμφιλειωθούν με το παρελθόν αυτό. Και επειδή ακριβώς δεν μπορούν να συμφιλειωθούν με το παρελθόν αυτό, τίνουν είτε να αναζητούν να το αλλάξουν με έναν μαγικό τρόπο, ότι όχι, εγώ θα βρω τώρα έναν σύντροφο ή μία σύντροφο η οποία θα επαναρθώσει για όλη την ανεπάρκεια της μητέρας του πατέρα μου, το οποίο όμως δεν γίνεται.

Κάθε τέτοιο εγχείρημα θα καταλέγει σε τραγωδία. Μπορεί κανείς να βρει έναν αρκετά καλό σύντροφο ή μία αρκετά καλή σύντροφο και να ζήσει μία αρκετά καλή ζωή, αλλά απαραίτητη προϋπότητα για να γίνει αυτό είναι να μπορέσει να πενθύσει. και ναι έχετε δίκιο εδώ που λέτε ότι μοιάζει με τα στάδια του πένθους διότι περνάει κανείς από διάφορα στάδια στην αρχή μπορεί να είναι η άρνηση αναθυμός, στεναχώρια είναι διάφορα στάδια τα οποία περνάει κανείς αλλά το σημαντικό είναι όλα αυτά να τα επεξεργαστεί κανείς και όταν τα επεξεργαστεί τότε γίνεται και περισσότερο ελεύθερος και δεν επαναλαμβάνει το τραύμα του στο εδώ και τώρα γιατί έχει υπενθύσει για το παρελθόν.

Δεν χρειάζεται εγώ να προσπαθήσω να αλλάξω το παρελθόν μου. Το έχω αποδεχτεί. Έχω αποδεχτεί αυτό που μου συνέβη. Έχω στεναγωρθεί για αυτό. Έχω κλάψει για αυτό. Είναι μέρος της προσωπικής μου ιστορίας. Ούτε να το σκίσω και να το πετάξω από πάνω μου μπορώ. Όμως δεν ελέγχει πλέον την ζωή μου. Δεν με οθεί να κάνω πράγματα.

Αυτά είναι ένα μέρος προσωπικής μου ιστορίας, επεξεργασμένο, δεν είμαι όλος αυτό και έτσι μπορώ να προχωρήσω και να ορίσω εγώ την ύπαρξή μου. Λοιπόν... Ερώτηση 21. Επειδή έχει έναν προσωπικό τόνο η ερώτησή σας, σκεφτώ πώς να την διατυπώσω. φιλοσοφίας, ανακάλυψε, δεν την κρατάω ζωντανή, αλλά ως ύλη, αλλά ως μνήμη. Και εδώ υπάρχει παρορμίωση με τον Ορφέα και την Ευρυδίκη.

Είναι φυσιολογικό σε δύσκολες στιγμές να ανακαλεί κανείς αυτόματα σκέψης της για να αντλήσει δύναμη ή μήπως αυτό δείχνει ότι δεν έχει εσωτερικεύσει τη δύναμη, αλλά την αναζητά ακόμα σε εξωτερικό παράγοντα. Αρκά λυπάμαι, λυπάμαι πολύ για την απώλειά σας. Και θεωρώ ότι είναι απολύτως φυσιολογικό να φέρνετε στο νου σας έναν άνθρωπο τον οποίο έχετε χάσει σε ένα τραγικό δυστύχημα και ο οποίος πλέον ζει μέσα σας για να σας φέρνει δύναμη.

Και αυτή είναι και η ουσία και η επιτομή της εσωτερήκευσης. όταν κανείς χάνει έναν αγαπημένο άλλον, όταν κανείς χάνει έναν σύντροφο, έναν γονέα, έναν φίλο και ούτω καθεξής, μετά από τη διαδικασία του πέθους τον εσωτερικεύει. Δεν μπορεί να τον έχει από πίσω του, δίπλα του, όπως ήταν οι ευρυδίκοι πίσω από τον Ορφέα, όταν εξέρχονταν από τον κάτω κόσμο, μπορεί όμως να τον έχει μέσα του.

Συνεπώς η δική του ευρυδίκη με τη συμβολική έννοια του όρου είναι και ένα κομμάτι του ψυχισμού του στο οποίο μπορεί να ανατρέχει και δεν υπάρχει τίποτα προβληματικό σε αυτό και ίσα ίσα αυτό μπορεί να δώσει μια εσωτερική δύναμη και έτσι πλουτίζει και ο ψυχισμός ενός ανθρώπου και οι άνθρωποι τους οποίους έχει χάσει κανείς έχουν έναν τόπο αθανασίας μέσα στον νότο Και αυτό του είδους η αθανασία είναι μια αθανασία που διαρκεί όσο διαρκεί η ζωή ενός ανθρώπου, γιατί μπορεί να τους ανακαλεί, μπορεί να τους χρησιμοποιεί, μπορεί να τους κρατάει μέσα του και αυτό να τον οπλίζει με κουράγιο και να τον οπλίζει επίσης και με ελπίδα.

Ερώτηση 22. Ψυχαναλυτική προσέγγιση της ονειομανίας. Ποια είναι τα βαθύτερα της αίτια, τι αποζητά κανείς με αυτήν την διέξοδο και γιατί επιλέγει αυτήν την λύση, γιατί ο ονειομανής επιλέγει συγκεκριμένα τις αγορές ανάμεσα σε τόσους αιθισμούς και παρορμήσεις, σχετίζεται με άλλους τύπους αιθισμούς. Εντός παρενθέσεως, παρατηρείτε ότι δεν υπάρχει ερκετή θεωρία παρά τις σοβαρές συνέπειες.

Ξηνάω με το τελευταίο, είναι δίκαιη η παρατήρησή σας. Πράγματι, ούτε στο ψυχιαντρικό εγχειρίδιο υπάρχει επίσημη κατηγορία και είναι ένα πεδίο το οποίο ξέρουμε λιγότερα πράγματα συγκριτικά με άλλους εθισμούς. Θα προσπαθήσω να σας δώσω μία απάντηση, η οποία σε κάθε περίπτωση θα είναι μία γενική, όπως αναφέρα και πριν απάντηση, διότι τα βαθύτερα αίτια μίας ενός αθισμού ή αν θέλετε μίας μανιακής πράξης μπορούν να εξερευνηθούν μόνο εντός του θεραπευτικού πλαισίου.

Γιατί, ναι, υπάρχουν κάποια γενικά κίνητρα, κάποια γενικά αίτια, αλλά ο κάθε άνθρωπος είναι μοναδικός και οι λόγοι που οδηγούν έναν άνθρωπο στον αθισμό ή σε μία μανιακή συμπεριφορά είναι καθαρά προσωπική και φυσικά μοναδική. Θα ξεκινήσω με το δεύτερο συνθετικό της λέξης, το μανία. Για να μπορέσουμε να καταλάβουμε κάθε είδους μανία, είτε είναι ονειομανία είτε είναι οποιαδήποτε άλλη μανιακή συμπεριφορά, απαραίτητη προϋπόθεση είναι να κατανοήσουμε την ψυχική λειτουργία της μανίας.

Ο Φρόιντ έλεγε λοιπόν ότι η μανία έχει να κάνει με την άρνηση του πένθους, την άρνηση μιας βαθιάς στεναχώριας. Και μια άλλη σημαντική ψυχαναλήτρια, η Μελανί Κλάιν, έλεγε ότι η μανία έχει να κάνει με μια προσπάθεια του ατόμου να αρνηθεί τη συναισθηματική του πραγματικότητα. και θεωρώ ότι αυτό βρίσκεται πίσω από όλες τις μανίες, από όλες τις μανιακές συμπεριφορές, είτε είναι εργασιομανία, είτε είναι νοημανία, είτε είναι οποιαδήποτε τύπου μανιακή συμπεριφορά.

Διότι μέσα από την μανία προσπαθεί ένας άνθρωπος να αποφύγει δύο πράγματα. Το ένα είναι μια βαθιά κατάθλιψη που μπορεί να υπάρχει εκεί και συνήθως όταν κανείς βγάζει τη μανιακή συμπεριφορά έρχεται αυτή η κατάθλιψη. Γι' αυτόν τον λόγο ένας άνθρωπος χρειάζεται να χρησιμοποιεί και να επιδίδεται σε αυτή τη μανιακή συμπεριφορά γιατί ασυνείδητα ξέρει ότι είναι προτιμότερο να χάσω όλα μου τα χρήματα παρά να καταρρεύσω.

Είναι προτιμότερο να φορτώνω την πιστοντική μου με εκατοντάδες ή γιλιάδες ευρώ από το να έρθω αντιμέτωπος με αυτή τη βαριά μαύρη κατάθλιψη. Αυτό είναι μια ασυνείδητη σκέψη και γνώση. Το άλλο όμως, και ίσως αυτό πάει μαζί με τη μαύρη κατάθλιψη, είναι και το ψυχικό κενό. Ότι ένας άνθρωπος νιώθει ένα πολύ μεγάλο κενό και το οποίο προσπαθεί να το κατανοήσει, μάλλον ο λύστημα θα χρειάζεται να το κατανοήσει, αλλά δεν εννοούσε αυτό, προσπαθεί να το γεμίσει και όχι να το κατανοήσει, λοιπόν, μέσα από μια εξωτερική συμπεριφορά.

Και σε αυτήν την περίπτωση η ονειομανία είναι μια ευκαιρία του ανθρώπου να νιώσει καλά εκείνη τη στιγμή. Κάθε μανιακή συμπεριφορά κάνει έναν άνθρωπο να νιώθει καλά τη στιγμή της μανιακής συμπεριφοράς. Αν και μετά, από λίγο φέρνει ενοχή ή φέρνει και τύψη συνειδήσεως, αλλά κάνει και άγχος φυσικά, κάνει τον άνθρωπο να νιώθει καλά.

και έτσι κανείς στην ονειομανία γεμίζει αυτό το κενό με εξωτερικά αντικείμενα. Ξέρετε, το εξωτερικό αντικείμενο μπορεί να συμβολίζει πολλά πράγματα. Και αυτό επίσης είναι γενικές τοποθετήσεις, δεν πρέπει να θεωρηθούν ως απάντηση σε ένα ειδικό ερώτημα. Κάθε άνθρωπος που έχει μία μανιακή συμπεριφορά, όπως είπα, πρέπει να την εξετάζει θεραπευτικά.

Αλλά η αγορά είναι ένα εξωτερικό αντικείμενο το οποίο λειτουργεί σε πολλές περιπτώσεις ως υποκατάστατο της αγάπης. Ότι παίρνοντας κάτι νιώθω και αξίας φυσικά, η αγάπη και η αξία πάνε μαζί. Παίρνοντας κάτι, αγοράζοντας κάτι νιώθω αξία, νιώθω αγάπη. Αγοράζοντας κάτι αισθάνομαι ότι αποκτώ μία κάποια αυτοπεποίθηση. γεμίζω το κενό μου στην πραγματικότητα με αξία, αλλά με εξωτερική αξία.

Και όσο πιο ακριβό είναι στην πραγματικότητα το εξωτερικό αντικείμενο, τόσο μεγαλύτερη αίσθηση αξίας νιώθει κανείς. Φυσικά αυτό είναι μια παροντική αίσθηση αξίας. Δεν κρατάει. Μετά από λίγο χρειάζεται κανείς να επαναλάβει την αγορά, διότι αυτή η αγορά είναι μια προσπάθεια πλήρως ενός εσωτερικού κενού. και το εμπόρευμα, είναι παπούτσια, είναι τσάντα, είναι πουκάμισα ή ό,τι εν πάση περιπτώσει είναι, είναι ένα προσωρινό υποκατάστατο της σχέσης.

Και είναι και μία, αν θέλετε, προσκόλληση στο νεκροζώντανο, ότι οι σχέσεις είναι ρευστές, οι σχέσεις δεν έχουν διάρκεια, αλλά το νεκροζώντανο αντικείμενο, και το λέω νεκροζώντανο γιατί από τη μία είναι νεκρό, από την άλλη, μέσα στον ψυχισμό του ανθρώπου, ζωντανεύει με έναν τρόπο και εκείνη τη στιγμή ψεύδωζοντανεύει την αυτοεκτήμησή του και την αξία του, ουσιαστικά έχει και τα δύο χαρακτηριστικά.

Αλλά αυτό το νεκροζώντανο αντικείμενο μένει, δεν φεύγει. Συνεπώς, η ουσία της μανίας αυτής είναι η άρνηση μιας βαθιάς στεναχώριας, η άρνηση συναισθημάτων βαθιάς αναξιότητας που μπορεί να αισθάνεται κανείς, ενός μεγάλου και ανυπόφορου συναισθηματικού κενού και έχω πει σε παλαιότερο επεισόδιο, νομίζω το έχω πει και αρκετές φορές και όλες, ότι πιστεύω ότι ένας άνθρωπος μπορεί να αντέξει τα πάντα εκτός από το ψυχικό κενό.

Το ψυχικό κενό είναι κάτι το οποίο δεν μπορεί να το συλλάβει εύκολα. Και το πρόβλημα είναι ότι το κενό δημιουργείται από την έλλειψη αγάπης. την έλλειψη αγάπης η οποία ανοίγει αυτόν τον κενό χώρο μέσα στον ψυχισμό. Είναι σαν μια μαύρη τρύπα, δηλαδή ρουφάει τα πάντα και δεν γεμίζει ποτέ. Γι' αυτό όπως ανέφερα και στις προηγούμενες ερωτήσεις είναι σημαντικό να προσπαθείς κανείς να το υφάνει.

Καμία, με συγχωρείτε, καμία μανιακή συμπεριφορά συμπερλαμβανομένης και της ονειομανίας δεν μπορεί να αντιμετωπιστεί μόνο συμπεριφορικά. Μία συμπεριφορική παρέμβαση μπορεί να είναι πολύ βοηθή. Αλλά αν κανείς δεν κατανοεί στα βαθύτερα αίτια της μανίας αυτής τι αγοράζει, γιατί το αγοράζει, και μιλώ συμβολικά και μεταφορικά, τι λειτουργία έχει αυτό που αγοράζει για τον ψυχισμό του, τότε αυτό είναι κάτι το οποίο δεν μπορεί να επιληθεί.

Το ίδιο θα βοηθούσε και αν με ρωτούσατε για την εργασιομανία, που είναι μια μανία που έχει ακριβώς την ίδια λειτουργία πιο καινό προσπαθεί κανείς να καλύψει με την εργασία. Τι συμβαίνει σε έναν άνθρωπο όταν για παράδειγμα δεν εργάζεται. Ξέρετε ένας άνθρωπος που έχει εργασιομανία άμα κάτσει ένα διήμερο νιώθει βαθιά αχρηστός και ανίκανος.

Το ίδιο που νιώθει ένας άνθρωπος όταν δεν ψωνίζει με όλη η μανία. Συνεπώς όλες οι μανίες έχουν στον παρανομαστή τους το αίσθημα αναξιότητας, το αίσθημα κενού και σε πολλές περιπτώσεις υπάρχει και μια βαθιά κατάθλιψη πίσω από αυτές τις μανίες την οποία καλύπτει η μανία. Λοιπόν, υπάρχουν ακόμα πολλές ερωτήσεις και κοιτάζω και τον χρόνο για να μπορέσω να κάνω και το επεισόδιο λειτουργικό δηλαδή να το παρακολουθήσουν οι άνθρωποι, ήδη είναι 1 ώρα και 35 λεπτά νομίζω θα απαντήσω σε μία ακόμα ερώτηση και μετά θα κάνω ένα επεισόδιο δεύτερο θα κάνω ένα β' μέρος για να απαντήσω στις υπόλοιπες ερωτήσεις σας διότι είναι πολλές και είναι ουσιαστικές ερωτήσεις και δεν θέλω να τις περάσω γρήγορα οπότε θα απαντήσω στην τελευταία ερώτηση τώρα εδώ και θα βγάλω μέσα στις επόμενες ενδεχομένως 10-15 μέρες και ένα δεύτερο επεισόδιο όπου θα απαντάω σε ερωτήσεις που μου στείλατε.

Ερώτηση λοιπόν 23η. Η τάση των τελευταίων χρόνων που ενθαρρύνει είναι να ασχολείς με την ψυχική υγεία, εντός παραθέσεως θετικό, αλλά εντύπωση ότι όλοι θέλουν να έχουν κάτι, να έχουν αυτισμό, αδιαταραχή υπερκινητικής προσοχής, ελληματικότητας. Γίνονται διαγνώσεις πολύ γρήγορα και πρόχειρα. Ερώτηση. Το φάσμα αυτισμού φαίνεται να έχει διευρυνθεί απίστευτα και εκφράζει ο άνθρωπος που μου έστειλε το ρόλο με αυτό τη δυσπιστία για την διατεραχή ελληματικής προσοχής υπερκινητικότητας και κατά πόσον αποτελεί διάγνωση ή αν αποτελεί κάποιου άλλου είδους χαρακτηριστικό.

Λοιπόν, υπάρχει πράγματι μια ενασχόληση με την ψυχική υγεία, το οποίο συμφωνώ μαζί σας, είναι θετικό και γι' αυτό το λέω και η ψυχοθεραπεία έχει γίνει πλέον ένα επικερδές επάγγελμα. Το πρόβλημα όμως είναι όταν αυτή η ενασχόληση γίνεται όχι για να μπορέσει κανείς να είναι ψυχικά πλήρης και δημιουργικός, εγώ δεν έχουμε πει όταν όρο υγιής, δεν ξέρω τι σημαίνει ψυχικά υγιής και δεν ξέρω και πώς ορίζεται η ψυχική υγεία καθεαυτή.

και δεν αναφέρομαι στους ορισμούς που υπάρχουν, τους οποίους γνωρίζω, αλλά αναφέρομαι στην βαθύτερη ουσιαστικά ερμηνεία του τι σημαίνει να είναι κανείς ψυχικά υγιής. Εγώ ασπάζομαι την άποψη του Φρόιντ, ο οποίος έλεγε ότι δεν θα πρέπει κανείς να πασχίζει, να παλλαγεί από τα σύνδρομά του, αλλά να εναρμονίζεται με αυτά. Και αυτό πράγματι είναι η επιτομή της ψυχικής υγείας, όπως και η άλλη του η φράση, η οποία φορά την κατάθλιψη αλλά μπορεί να γενικευτεί, ότι η ψυχανάλυση δεν κάνει θάματα, βοηθάει έναν άνθρωπο να μετατρέψει την ανυπόφορη θλίψη σε καθημερινή μιζαρική.

Και αυτό που πιστεύω ότι ήθελε να πει ο Φρόιτ, τον καιρό που το είπε, είναι ότι δεν μπορούμε να απαλλάξουμε έναν άνθρωπο από τα δεινά και τις τραγωδίες της ζωής, ούτε να τον θωρακίσουμε απέναντι σε όλες αυτές τις δυσκολίες. αλλά μπορεί κανείς να μην υποφέρει αχρίαστα, μπορεί κανείς να έχει μια δημιουργική και ουσιαστική ζωή και αυτό πιστεύω ότι είναι η ψυχική υγεία, να είναι κανείς δημιουργικός, να έχει καλές σχέσεις και να έχει και ένα νόημα στην ζωή του.

Να το συνδέσω λίγο το ερώτημά σας με το παραπάνω ερώτημα το οποίο ετέθη για το κατά πόσον η ψυχανάλυση είναι επιστήμη και αυτό το οποίο εγώ παρατηρώ, ενδεχομένως το έχουν παρατηρήσει και άλλοι άνθρωποι, είναι ότι είναι σημείο των καιρών μας, ο τέμπορα, ο μόρες που λέγανε, η λατίνη, να αναζητούμε επιστημονικούς ορισμούς για τα πάντα.

Δεν λέει κανείς είμαι χαρούμενος, λέει αυξήθηκε η ντοπαμίνη μου ή η σεροτονίνη μου, για παράδειγμα. Ή ότι λέει κανείς είναι κρίνο κορτιζόλιο, όχι ότι είμαι αγχωμένος, το λίγο είναι ήδη υπερβολής. Αλλά αυτό το οποίο θέλω να πω είναι ότι πολλές φορές η επιστημονική ορολογία και η κλινική ορολογία μας απομακρύνει από το βίωμα.

Αυτοί είναι ορισμοί για να συνεννόμαστε εμείς σε κάνα συνέδριο. Αλλά δεν έχουν καμία χρησιμότητα στην καθημερινή ζωή. Εγώ δεν ξέρω τι σημαίνει να έχει κανείς οριακή διαταραχή. Υπό την έννοια ότι υπάρχουν ασθενείς με οριακή διαταραχή προσωπικότητας, οι οποίοι δεν μπορούν να σηκωθούν από το κρεβάτι τους. και υπάρχουν και ασθενείς με οριακή διαταραχή προσωπικότητας, οι οποίοι μπορεί να είναι απόλυτα δημιουργικοί σε ένα τομέα της ζωής τους, να μην φαίνεται καθόλου ότι έχουν οριακή διαταραχή, αλλά να υποφέρουν σε έναν άλλον.

Αυτό που θέλω να πω με αυτά, τα οποία τα λέω λίγο εν είδη αφορισμού και υπερβολής, είναι ότι η υποκειμενική ψυχική υγεία ενός ανθρώπου δεν μπορεί πάντοτε να μπαίνει εν είδη μιας κατηγοριοποίησης. Και αν υπάρχει μια τέτοια κατηγοριοποίηση, καλό είναι να είναι μια κατηγορία ομπρέλα, δηλαδή να αφήνει μέσα χώρο για διακοιμάντηση, το οποίο υπάρχει σε σημαντικό βαθμό σε αυτό που ονομάζουμε ψυχαναλυτική διάγνωση.

Και αλήθεια είναι ότι όλοι θέλουν να έχουν κάτι, έχετε δίκιο σε αυτό. διότι το να έχει κάτι κανείς είναι εύκολο. Το πρόβλημα είναι να είναι κανείς κάτι. Το να έχω κατάθλιψη έχω κάτι έξω από εμένα. Το να είμαι όμως καταθλιπτικός είναι κάτι που είμαι εγώ. Το να είμαι αντικοινωνικός είναι κάτι το οποίο είμαι εγώ, είναι μέρος της ταυτότητάς μου και υπάρχει πολύ μεγάλη δυσκολία ανάληψης ευθύνης για τη συναισθηματική κατάσταση των ανθρώπων και φυσικά αυτό είναι κάτι το οποίο φέρνει πολύ μεγάλο φόβο.

Όταν κανείς αντιμετωπίζει τον εαυτό του σαν να έχει κάτι που είναι έξω από αυτόν, μια κατάθλιψη, μια τάδη δύναμη διαταραχή, τότε πώς θα αντιμετωπίσει κάτι που είναι έξω τον ίδιο, είναι κάτι που το συμβαίνει, έχει κάτι που είναι ο ίδιος. Και θυμάμαι ότι όταν πρώτον ξεκίνησα να εκπαιδεύομαι, ξεκίνησα να εκπαιδεύομαι σε έναν οργανισμό στην Βρετανία, ο οποίος είχε θεραπευτικές κοινότητες τότε, δυστυχώς κλείσανε λόγω υποχρηματοδότησης, εξαιρετικές θεραπευτικές κοινότητες και θυμάμαι τότε ο Επόπτης μου μου έλεγε, ήταν άνθρωποι που είχαν πολύ μεγάλες δυσκολίες, ήταν δονκιχώτες της ζωής οι οποίοι είχαν και οι οποίες είχαν περάσει από το NHS, το Εθνικό Συνέγειο της Βρετανίας, από πολλούς θαλάμβους ψυχιατρικούς και κατέλεξαν στη θεραπευτική κοινότητα αυτή, η οποία είχε ένα μοντέλο βασισμένο στο κίνημα της αντιψυχιατρικής και φυσικά επηρεασμένο πάρα πολύ από το ψυχαναλυτικό κίνημα.

Και αυτό που μου έλεγε ο υπόπτυσμος τότε είναι ότι ο σκοπός κοινότητας αυτής είναι να μην κρύβεται ένας άνθρωπος πίσω από την διάγνωσή του, αλλά να μπορεί να αναλάβει την ευθύνη του εαυτού του παρά και πέρα από τις δυσκολίες τις οποίες έχει. Ήταν ένα καταπληκτικό μοντέλο. Άρμπουρς, λεγόταν και ο οργανισμός που ξεκίνησα να εκπαιδεύομαι εγώ και οι κοινότητες τις οποίες είχε τότε υπήρχαν τρεις στο Λονδίνο και είχα εντυπωσιαστεί από κάτι το οποίο για μένα τότε ήταν ξανό γιατί είχα και εγώ εκτεθεί στο νοσολογικό μοντέλο, στο ψυχιατρικό μοντέλο και το λέω με απόλυτο σεβασμό στην ψυχιατρική το οποίο υπάρχει στην χώρα μας και σε πολλές άλλες χώρες, αλλά όλοι έχουν τη θέση τους στην ψυχική υγεία.

Και θεωρώ ότι όλο αυτό το «έχω κάτι» είναι μέρος αυτού που μου περιέγραψα, για να επιστρέψω στην ερώτησή σας και να μην μακρυγόρω, είναι ένα μέρος αυτής της αλεξιθυμίας και της πολύ μεγάλης δυσκολίας του να αναλάβει κανείς την ευθύνη για τον εαυτό του. Η διάγνωση είναι μια εξαιρετικά πολύπλοκη και περίπλοκη και πολύδυναμική διαδικασία και πολλές φορές πράγματι υπάρχει λαθαμένη διάγνωση, υπάρχουν διαφοροδιαγνώσεις, υπάρχουν διαγνώσεις οι οποίες δεν είναι τόσο αντιπροσωπευτικές.

Γι' αυτόν τον λόγο καλό είναι κανείς όταν θέλει να διαγνωστεί με κάτι και υπάρχουν δύο τρόποι να το σκεφτούμε αυτό. Το ένα είναι η κλινική διάγνωση και το άλλο είναι από τη βαθιά γνώση, το διαγεγνώσκω τη βαθιά γνώση που μπορεί να έχει κανείς για τον εαυτό του και αυτό κάνουμε στην ψυχαναλυτική ψυχοθεραπεία, δεν αξιωθούμε κλινικούς όρους, αλλά κάνουμε μια ουσιαστικά εν το βάθι αν θέλετε επεξεργασία που οδηγεί έναν άνθρωπο να γνωρίζει τι έχει χωρίς να αναγκάζεται να χρησιμοποιεί κλινικούς όρους.

αλλά αν θέλει κανείς να λάβει μια διάγνωση κυρίως για νευροαναπτυξιακά καλό είναι να απευθυνθεί σε έναν φορέα ή σε έναν κλινικό που έχει την εμπειρία να το κάνει. Από την άλλη, γιατί η αλήθεια έχει πάντοτε περισσότερες από μία τουλάχιστον όψεις ότι η αύξηση αναγνώρισης είτε είναι στην ΔΕΠΗ είτε είναι στον αυτισμό αντανακλά προηγούμενη υποδιάγνωση πολλές φορές.

Δεν είχαμε τα ίδια μέσα να διαγνώσουμε την δέπη ή τον αυτισμό. Είναι και τα δύο όψεις της αλήθειας. Αλλά το σημαντικότερο, το οποίο θέλω να πω και με αυτό να κλείσω την απάντησή μου και να κλείσω και το επεισόδιο, είναι ότι η διάγνωση δεν πρέπει να λειτουργεί σαν ταυτότητα, αλλά σαν μια φετηρία διερεύνησης της υποκειμενικής ψυχικής κατάστασης ενός ανθρώπου.

Κάπου εδώ λοιπόν θα βάλω μια τελεία. Σας ευχαριστώ πολύ για τα ερωτήματα σας. Έχω άλλα τόσα, ίσως και περισσότερα ερωτήματα. Ήταν πολλές οι ερωτήσεις. Γι' αυτόν τον λόγο λοιπόν θα βγάλω άλλο ένα επεισόδιο. Θα είναι κάπου μέσα στις επόμενες δύο εβδομάδες. και φυσικά αν υπάρχουν άλλες ερωτήσεις ή αν έχω ξεχάσει να συμπεριλάβω την ερώτηση κάποιου ανθρώπου, μην διστάσετε παρακαλώ να μου στείλετε ένα email και θα προσπαθήσω να συμπεριλάβω τις ερωτήσεις σας στο επόμενο επεισόδιο.

Σας ευχαριστώ ξανά και εντός των επόμενων δύο εβδομάδων θα βγάλω και το επόμενο επεισόδιο.

Σχόλια

Χωρίς σχόλια

Συνδεθείτε για να συμμετάσχετε στη συζήτηση

Σύνδεση για Σχολιασμό

Δεν υπάρχουν σχόλια ακόμα

Πίσω 15 δευτ.
Play
Μπροστά 30 δευτ.
00:00:00
00:00:00