Πώς επιλέγουμε ερωτικό σύντροφο; Η θεωρία της προσκόλλησης
The Ψ PodcastΣχετικά με αυτό το επεισόδιο
Σε αυτό το επεισόδιο εξετάζεται η επιλογή ερωτικού συντρόφου μέσα από το πρίσμα της θεωρίας της προσκόλλησης. Παρουσιάζεται ο τρόπος με τον οποίο οι πρώιμες σχέσεις διαμορφώνονται και επηρεάζονται οι μετέπειτα ερωτικές επιλογές. Αναλύονται οι βασικοί τύποι προσκόλλησης και διερευνάται πώς η έλξη κατευθύνεται συχνά από ασυνείδητα μοτίβα και εσωτερικές αναπαραστάσεις. Εξηγείται γιατί ορισμένοι σύντροφοι βιώνονται ως οικείοι, ακόμη και όταν δυσλειτουργικές δυναμικές αναπαράγονται.Παράλληλα, διερευνάται ο τρόπος με τον οποίο οι εμπειρίες της παιδικής ηλικίας, οι ανάγκες προσκόλλησης και οι ασυνείδητες προσδοκίες επηρεάζουν την έλξη, την επιλογή συντρόφου και τη διαμόρφωση των ερωτικών σχέσεων
Αυτόματη μεταγραφή — ενδέχεται να περιέχει λάθη.
Χαίρετε. Με το παρόν επεισόδιο θα επιχειρήσω να πω ορισμένα πράγματα σχετικά με ένα ζήτημα το οποίο γνωρίζω ότι απασχολεί πάρα πολλούς ανθρώπους, για να μην πω όλους τους ανθρώπους, και το οποίο αφορά την επιλογή ερωτικού συντρόφου. Θα ήθελα να πω ωστόσο κάτι εξ αρχής, το οποίο αφορά τον τίτλο του επεισοδίου, ο οποίος είναι πώς επιλέγουμε ερωτικό σύντροφο μέσα από τη θεωρία της προσκόλλησης, διότι δεν θέλω σε καμία των περιπτώσεων να φανεί ο τίτλος παραπλανητικός προς τον ακροατή και την ακροάτρια και να πω ότι με το πώς δεν αναφέρομαι ούτε υπενήσωμε ούτε φυσικά υπονώ ότι υπάρχει ένας τρόπος μέσα από τον οποίο κανείς μπορεί να επιλέξει έναν ερωτικό σύντροφο, ότι υπάρχει δηλαδή ένας σωστός τρόπος αλλά περισσότερο με το πώς αναφέρομαι στην διεργασία.
Διότι η ψυχαναλυτική θεωρία αλλά και η κλινική εργασία μας έχει δείξει ότι η επιλογή του ερωτικού συντρόφου δεν είναι μία διαδικασία η οποία είναι τυχαία, μία διαδικασία δηλαδή η οποία βασίζεται στους νόμους της τύχης ή στις πιθανότητες αλλά είναι μία βαθιά ασυνείδητη διεργασία η οποία πάει πολύ πίσω πάει πίσω στις πρώτες πρώτες σχέσεις, τις σχέσεις οποίες ονομάζουμε στην ψυχανάλυση αρχαϊκές σχέσεις με τους σημαντικούς άλλους της ζωής μας.
Και γι' αυτόν τον λόγο επιθυμώ να κάνω αυτό το επεισόδιο για να φωτίσω την επιλογή του ερωτικού συντρόφου ή τουλάχιστον να προσπαθήσω να το κάνω μέσα από το πρίσμα μιας πολύ σημαντικής θεωρίας, της θεωρίας της προσκόλλησης. Πριν από περίπου τέσσερα χρόνια, τέτοια εποχή, είχα κάνει ένα αντίστοιχο επεισόδιο με τη λόγω της επιλογής ερωτικού συντρόφου, στο οποίο πραγματεύτηκα χρησιμοποιώντας το συμπόσιο του Πλάτωνα, ένα ρηστούργημα της αρχαίας ελληνικής γραμματείας, για να μιλήσω για τα δυναμικά της επιλογής ερωτικού συντρόφου, Ωστόσο περιορίστηκα σε εκείνο το επεισόδιο στις δύο επιλογές ερωτικού συντρόφου, δηλαδή την αρκισιστική επιλογή, όταν κανείς επιλέγει έναν σύντροφο είτε για να εξυπηρετήσει τις επιθυμίες του, με έναν αρκισιστικό δηλαδή τρόπο, είτε καθ' εικόνα και καθ' ομοίωση ενός ιδανικού το οποίο θα ήθελε να έχει και το οποίο βασίστε σε ανεπάρχεις ή ανεπίλητα και ανεπεξέργαστα τραύματα τα οποία έχει βιώσει κανείς στην παιδική του ηλικία και στην ανακλητική επιλογή, όπου είναι μία όριμη επιλογή, μία επιλογή η οποία είναι συμπληρωματική,
όπου διαλέγει κανείς έναν ερωτικό σύντροφο για να τον συνοδεύσει, για να τον συμπληρώσει, γι' αυτό λέμε συμπληρωματικά, στην ζωή. Θα πω αρκετά περισσότερα πράγματα στο συγκεκριμένο επεισόδιο, θα επεκτείνω δηλαδή τις ιδέες τις οποίες παρουσίασα στο επεισόδιο περί της εκλογής ερωτικού συντρόφου, μέσα από τη θεωρία της προσκόλλησης και θα ήθελα να πω ότι το επεισόδιο αφορά όλες τις σεξουαλικότητες, δεν περιορίζεται δηλαδή στις ομοφυλόφιλες ή σετεροφυλόφιλες σχέσεις, αλλά θα περιγράψω πράγματα τα οποία είναι αρχετυπικά, δηλαδή βρίσκονται στον ψυχισμό ενός ανθρώπου και επεκτείνονται πολύ πέραν της εκάστοτες σεξουαλικότητας που έχει κανείς.
Θα ξεκινήσω το σεμινάριο λέγοντας μερικά πράγματα για τη θεωρία της προσκόλλησης, το οποίο είναι πολύ βασικό για να μπορέσουν να κατανοηθούν αργότερα τα δυναμικά της επιλογής ερωτικού συντρόφου. Θα περιγράψω τους τύπους προσκόλλησης, οι οποίοι υπάρχουν και οι οποίοι σχετίζονται πάρα πολύ με το ερωτικό σχετίζεστε. και θα κλείσω το επεισόδιο λέγοντας ορισμένα πράγματα για τους τύπους προσκόλλησης και το πώς αυτοί συνδέονται μεταξύ τους.
Ποιοι τύποι δηλαδή προσκόλλησης συνδέονται μεταξύ τους. Ξεκινώντας λοιπόν θα επιχειρήσω να περιγράψω λίγο το τι είναι η προσκόλληση, μια έννοια που ενδεχομένως οι περισσότεροι και οι περισσότερες από εσάς έχετε ακούσει. και η προσκόλληση είναι ένα έμφυτο βιολογικό σύστημα επιβίωσης το οποίο υπάρχει σε εμάς τους ανθρώπους, υπάρχει φυσικά και στα θηλαστικά, υπάρχει και σε ορισμένα πτεινά το οποίο χαρακτηρίζεται από ορισμένες συμπεριφορές, για την ακρίβεια χαρακτηρίζεται από εσωτερικευμένα και αυτοποιημένα συστήματα συμπεριφορών όπως είναι το χαμόγελο, όπως είναι για παράδειγμα το πιπίλισμα όπως είναι το κλάμα του μωρού, τα οποία έχουν ένα συγκεκριμένο σκοπό.
Από σκοπούν δηλαδή στην εξασφάλιση και διατήρηση της εγκύτητας ανάμεσα στο βρέφος και τον άνθρωπο το οποίο το φροντίζει, δηλαδή το φροντιστεί. Τα συστήματα αυτά ονομάζονται συμπεριφορές προσκόλλησης και έχουν σκοπό να ενισχύσουν τους δεσμούς προσκόλλησης, δηλαδή να εντύνουν, να ενισχύσουν την εγκύτητα μεταξύ του βρέφους και του βασικού φροντιστή.
Οι αρχικές αυτές ιδέες για την θεωρία της προσκόλλησης ήρθαν από έναν Βρετανό ψυχαναλυτή, τον Τζον Μπόλμπι, ο οποίος χαρακτηρίστηκε αιρετικός από ορισμένους ψυχαναλυτές και βασίστηκε στην ψυχανάλυση, βασίστηκε στην ηθολογία, βασίστηκε στην εξελικτική και στην πειραματική ψυχολογία για να διατυπώσει μία πολύ σημαντική θεωρία, τη θεωρία της προσκόλλησης, η οποία μας βοηθάει να κατανοήσουμε αρχικά όχι μόνο το πώς συνδεόμαστε με τους άλλους, αλλά και τμήματα, κομμάτια δηλαδή της προσωπικής μας ιστορίας, τα οποία διαβορφώθηκαν πολύ νωρίς στην ζωή ενός ανθρώπου, πολύ νωρίς πριν ο ίδιος μπορέσει να κατανοήσει πράγματα για τον κόσμο στον οποίο ζει.
Ο Μπόουλμπι ανέφερε ότι αυτό το βιολογικό σύστημα το οποίο ονομάζουμε προσκόλληση δεν έχει να κάνει τόσο με την ποιότητα της φροντίδας και σήμερα έχουμε πάρα πολλά paper, πάρα πολλές έρευνες παρός την προσκόλληση και μας έχουν δείξει οι έρευνες αυτές ότι τα βρέφη προσκολώνται ακόμα και σε γονείς οι οποίοι είναι κακοποιητικοί, σε γονείς οι οποίοι είναι βίοι Υπάρχουν σωματικά βίαιοι, μπορεί να είναι ψυχολογικά βίαιοι και αυτό δεν έχει τόση σημασία.
Και αυτό μας δείχνει πως η προσκόλληση είναι βιολογικώς καθορισμένη και είναι έμφυτη σε όλους τους ανθρώπους. Φυσικά όλο αυτό επηρεάζει το πώς σχετίζεται κανείς αργότερα με τους άλλους και σε αυτό θα επανέλθω αργότερα. Η προσκόλληση περνάει από ορισμένα στάδια και δεν είναι ενιαία. και αυτό είναι κάτι το οποίο το έχουν παρατηρήσει διάφοροι ψυχοθεραπευτές που δουλεύουν με βρέφη το παρατηρήσε ο Μπόλμπι ο οποίος το παιδιάγραψε εντελεχώς στα βιβλία του και φυσικά είναι κάτι το οποίο ενδεχομένως μπορεί πολύ εύκολα και απλά να παρατηρήσει και μία μητέρα ή ένας πατέρας και τα στάδια αυτά είναι τέσσερα το πρώτο είναι το στάδιο το οποίο το ονομάζουμε προσκόλληση χωρίς διάκριση προσώπων είναι το στάδιο όπου ένα βρέφος στην πραγματικότητα δεν μπορεί να αναγνωρίσει το πρόσωπο το οποίο το φροντίζει ακόμα.
Συμβαίνει από την αρχή της ζωής μέχρι περίπου τις έξι πρώτες εβδομάδες. Το δεύτερο στάδιο είναι η προσκόλληση, το ονομάζουμε μάλλον προσκόλληση υποδιαμόρφωση, το οποίο ξεκινάει από τον δεύτερο μήνα και εκτείνεται μέχρι τον έκτο ή τον όγδοο μήνα, όπου το βρέφος αρχίζει και αναγνωρίζει τον βασικό φροντιστή, τον πατέρα ή την μητέρα που το φροντίζει.
Το τρίτο στάδιο είναι το στάδιο το οποίο ονομάζουμε σαφώς αστιασμένη προσκόλληση, το οποίο ξεκινάει κάπου μεταξύ του έκτου και του όγδου μήνα και εκτείνεται μέχρι περίπου το πρώτο ή το δεύτερο χρόνο της ζωής, ένα πολύ σημαντικό στάδιο και ένα στάδιο στο οποίο συμβαίνουν πολλές δυσκολίες οι οποίες αργότερα επηρεάζουν την επιλογή ερωτικού συντρόφου και το τελευταίο στάδιο είναι το στάδιο της αμοιβαιότητας το οποίο ξεκινάει το δεύτερο ή τρίτο χρόνο της ζωής και επεκτείνεται και αργότερα.
Η τρίτη φάση της προσκόλλησης, η οποία είναι πολύ σημαντική όπως ανέφερα, είναι η φάση κατά την οποία οι εμπειρίες που έχει κανείς με τον βασικό φροντιστή, με την μητέρα και όπως έχω πει πολλές φορές, την ψυχανάλυση με τον όρο μητέρα δεν αναφερόμαστε στην γυναίκα που φροντίζει το παιδί ή απαραίτητα στην βιολογική μητέρα, αλλά αναφερόμαστε στην ψυχαναλυτική μητέρα, δηλαδή τον βασικό φροντιστή.
Κατά την τρίτη λοιπόν φάση της προσκόλλησης, την φάση που ονομάζουμε σαφώς εστιασμένη προσκόλληση, οι βασικές εμπειρίες με τα πρωταρχικά πρόσωπα φροντίδας εσωτερικεύονται και οργανώνται σε ένα σταθερό στυλ προσκόλλησης. Αυτό το ονομάζουμε εσωτερικευμένα μοντέλα εργασίας. Δηλαδή ότι κανείς εσωτερικεύει την σχέση που έχει με τον βασικό του φροντιστή και σχηματίζει ένα στυλ προσκόλλησης.
Δηλαδή καθορίζει τον τρόπο με τον οποίο θα σχετιστεί και με άλλους ανθρώπους αργότερα στην ζωή του. το στυλ αυτό μπορεί να περιέχει όλες τις μέχρι πρώτην ως αλληλεπιδράσεις που έχει η μητέρα για παράδειγμα με το παιδί και καθορίζει τον τρόπο με τον οποίο θα σχεδιστεί στις φιλικές, συναδερφικές και εισερωτικές τους σχέσεις.
Υπάρχουν λοιπόν βάσει αυτών των εσωτερικευμένων μοντέλων εργασίας διάφορες μορφές και διάφοροι τύποι προσκόλλησης. Και θα ήθελα να πω εδώ ότι φυσικά υπάρχουν πολύ σημαντικές διαφορές. στους δεσμούς που δημιουργούν οι άνθρωποι, καθώς οι διαφορές αυτές οφείλονται στις πολύ διαφορετικές εμπειρίες τις οποίες έχει βιώσει ο καθένας και η καθεμία από εμάς.
Όλες αυτές οι πολύ σημαντικές θεωρίες αυτού του Βρετανού ψυχαναγητή, του Τζον Μπόλμπι, ήρθαν και πήραν σάρκα και οστά μέσα από την εμπειρική έρευνα, μέσα από τη δουλειά της Έινσουόρτς και ορισμένων συναδέλφων της, οι οποίοι κατηγοριοποίησαν τις μορφές αυτές των δεσμών προσκόλλησης μέσα από μία πειραματική συνθήκη, την οποία ονομάζουν συνθήκη του ξένου, όπου η μητέρα στη συνθήκη αυτή έχει απομακρυθεί προσωρινά και αφήνει το βρέφος σε έναν άγνωστο χώρο, με έναν άγνωστο, ο οποίος προκειμένου είναι ο ερευνητής, και παρατηρεί τις αντιδράσεις.
Βάσει λοιπόν αυτής της πειραματικής συνθήκης, της συνθήκης του ξένου, προκύπτουν δύο είδη προσκόλλησης και αυτό είναι και δύο τύποι σχετίζεσθε το πόσο καθένας και καθεμία από εμάς σχετίζεται με τους άλλους και προσκολάται στους Ο πρώτος, η πρώτη μορφή, το πρώτο είδος προσκόλλησης είναι η ασφαλής προσκόλληση και το δέυτερο είναι η ανασφαλής προσκόλληση και η ανασφαλής και η ασφαλής προσκόλληση είναι ο τρόπος με τον οποίο κανείς συνδέεται με τους άλλους και θα πω πολλά περισσότερα γύρω από αυτό αλλά θέλω να καταστήσω σαφές ότι ένας άνθρωπος μπορεί να συνδέεται είτε με ασφάλεια, και θα εξηγήσω τι σημαίνει αυτό, είτε με ανασφάλεια με τους άλλους ανθρώπους. Και τι εννοούμε με ασφάλεια.
Αρχικά να πω εδώ πέρα ότι η ασφαλής προσκόλληση έχει να κάνει στην πραγματικότητα με την ικανότητα ενός ανθρώπου να μπορεί να επιτρέπει στη συνενήλικη ζωή, σε έναν άνθρωπο να είναι σημαντικός για τον ίδιο, να μπορεί να βασίζεται πάνω του και να μπορεί να εξαρτάται υγιώς πάνω του. Οι άνθρωποι ξέρω ότι έχουν σωθέσει την εξάρτηση με κάτι αρνητικό, αλλά όταν αναφέρομαι στην εξάρτηση δεν αναφέρομαι στην παθολογική της μορφή, όπου κανείς δεν έχει τη δυνατότητα να μείνει μόνος με τον εαυτό του, που κανείς δεν μπορεί να επιβιώσει χωρίς τον άλλον, αλλά αναφέρομαι στη δυνατότητα να μπορεί κανείς να εξαρτηθεί από τον άλλον, να τον κατιστά σημαντικό στο νου του ή στο νου της, χωρίς να χάνει τον εαυτό του.
Και αυτό είναι στην πραγματικότητα η επιτομή της ασφαλούς σύνδεσης. Και αυτό μπορούμε να το παρατηρήσουμε από την πολύ πρώην παιδική ηλικία, όπου, για παράδειγμα, όταν η μητέρα φεύγει και αφήνει το βρέφος μόνο του, το βρέφος αρχίζει και διαμαρτύρεται, αντιδράει στον αποχωρισμό, μπορεί να κλάψει, αλλά δεν έχει ακραίες αντιδράσεις.
Και όταν η μητέρα επιστρέφει, πάλι αναφέρομαι συνθήκη του ξένου, όταν η μητέρα πάει πίσω στο δωμάτιο, το έχει αφήσει λίγο μόνο, έχει πάει σε ένα άλλο δωμάτιο, μετά επιστρέφει πίσω, το βρέφος ηρεμεί εύκολα με την επανένωση και όχι μόνον αυτό, αλλά υποδέχεται και τη μητέρα με χαρά. Ένας άνθρωπος ο οποίος συνδέεται ασφαλώς με τους άλλους, έχει μια καλή εικόνα του εαυτού του.
Δηλαδή, επειδή έχει δεχτεί ακριβώς μία φροντίδα η οποία είναι αρκετά καλή, μία φροντίδα η οποία του έδειξε ότι είναι σημαντικός, έχει εσωτερικέψει αυτή την αίσθηση. Κάποιος με φρόντισε κάποτε στην ζωή μου και γι' αυτόν τον λόγο αξίζω. Και αξίζω την φροντίδα. Και μάλιστα, επειδή κάποιος τον φρόντισε στη ζωή του, πιστεύει ότι οι άλλοι άνθρωποι είναι διαθέσιμοι και αξιόπιστοι.
όπως διαθέσιμη και αξιόπιστη ήταν και η μητέρα του και οι άλλοι άνθρωποι οι οποίοι τον φρότισαν. Αυτός ο άνθρωπος μπορεί στη ζωή του να κάνει μακρές ουσιαστικές σχέσεις, έχει αναπτύξει υγιή οικειότητα, μπορεί να ρυθμίζει τα συναισθήματά του μέσα από την σχέση, μπορεί να συνδέεται συμπληρωματικά με τον άλλον και έχει μια χαμηλότερη ανασφάλεια εγκατάληψης ότι ακόμα και αν δεν έχει συνεχή επαφή με τον άλλον, νιώθει μέσα του μια εσωτερική ασφάλεια.
Ότι εγώ ξέρω ότι έχω αξία μέσα μου και εγώ ξέρω ότι και ο άλλος είναι αξιόπιστος και διαθέσιμος και δεν θα με εγκαταλείψει. Οι άνθρωποι αυτοί, για να το πω δηλαδή με απλά λόγια, είναι άνθρωποι οι οποίοι έχουν πίστη στον εαυτό τους και έχουν και πίστη στους άλλους. Συνήθως, αν και αυτά θα τα έλεγα στο τέλος, αλλά εφόσον το πιάνω θα το πω και λίγο τώρα, Συνήθως αυτοί οι άνθρωποι σχετίζονται μεταξύ τους, δηλαδή ένας άνθρωπος ο οποίος είναι ασφαλώς προσκολλημένος, έχει δηλαδή αναπτύξει ασφαλή προσκόλληση, συνδέεται με τους άλλους με έναν περίπτωνο τρόπο και επιλέγει και αντίστοιχους συντρόφους.
Δηλαδή οι άνθρωποι οι οποίοι συνδέονται συμπληρωματικά, συνδέονται ανακλητικά, συνδέονται με ασφάλεια, επιλέγουν συνήθως ασφαλείς συντρόφους. γιατί τους είναι πάρα πολύ δύσκολο να διαχειριστούν αυτό το οποίο θα περιγράψω τώρα ως ανασφαλή προσκόλληση. Και όταν μιλούμε για ανασφαλή προσκόλληση, στην πραγματικότητα αναφερόμαστε σε τρεις τύπους προσκόλλησης.
Στην αγχώδη ή στην αμφιθυμική προσκόλληση, στην αποφευτική προσκόλληση και έχουμε πλέον και έναν τρίτο τύπο, τον οποίο με σχωρείτε, ονομάζουμε αποδιοργανωμένη προσκόλληση. Θα ξεκινήσω λοιπόν με τον πρώτο, με τον αγχώδη αμφιθυμικό δεσμό προσκόλλησης, όπου είναι άνθρωποι οι οποίοι στην ενήλικη ζωή έχουν μια πολύ έντονη ανάγκη επιβεβαίωσης.
Είναι άνθρωποι οποίοι διακατέχονται από έναν πολύ μεγάλο φόβο εγκατάληψης. Φοβούνται δηλαδή ότι ο άλλος θα τους εγκαταλείψει, θα τους αφήσει ανά πάσα στιγμή. Δεν μπορούν μέσα σε μία σχέση να νιώσουν ήρεμοι. Στην πραγματικότητα έχουμε μία υπερ-ενασχόληση και μία υπεραπασχόληση με την σχέση. Συνέχεια θέλουν ο σύντροφός τους να είναι δίπλα τους.
Συνέχεια επιθυμούν να έχουν επαφή μαζί τους. και αυτό το βλέπουμε πολύ πιο έντονα πλέον, γιατί ζούμε και σε μια εποχή η οποία είναι αν μη τι άλλο σε μεγάλο βαθμό ψηφιακή εποχή, θέλουν συνέχεια να έχουν επαφή μαζί τους και είναι άνθρωποι οι οποίοι δεν έχουν τη δυνατότητα να μείνουν μόνοι τους. Γιατί για να μείνει κανείς μόνος του, και αναφέρομαι στην υγιή μοναχικότητα, στην ικανότητα δηλαδή, να μείνει κανείς μόνος του, απαραίτητη προϋπόθεση είναι μέσα του να αισθάνεται ασφαλής και απαρτιωμένος, ότι εγώ είμαι εντάξει με τον εαυτό μου και μπορώ να μείνω μόνος μου.
Από πού όμως προκύπτει όλη αυτή η ανασφάλεια. Αυτή η ανασφάλεια προκύπτει από την πρώην βρεφική ηλικία, διότι οι άνθρωποι οι οποίοι έχουν αναπτύξει τον αγχώδη και αμφιθυμικό δεσμό προσκόλληση, είναι άνθρωποι οι οποίοι δεν μεγάλωσαν με μια διαθέσιμη μητέρα, χωρίς αυτό να σημαίνει ότι η μητέρα τους ήταν απαραίτητα μη διαθέσιμη όλες τις φορές.
Αλλά ήταν μια μητέρα η οποία για πολλούς και διάφορους λόγους δεν ήταν συνεπής ως προς την φροντίδα. Δεν ήταν συνεπής δηλαδή ως προς το κάλεσμα του βρέφους, δεν ήταν συνεπής ως προς την ποιότητα της φροντίδας. Γι' αυτόν τον λόγο οι άνθρωποι αυτοί ως παιδιά είχαν πολύ έντονο άγχος από χωρισμό όταν έφευγε η μητέρα, αν σκεφτούμε πάλι την συνθήκη του ξένου έκλαιγαν πάρα πολύ έντονα, γοερά, νιώθαν όλο αυτόν τον τρόμο μέσα τους και ακόμα και όταν έρχονταν οι μητέρες πίσω ήταν παιδιά τα οποία είχαν πολύ σημαντική δυσκολία στο να ηρεμήσουν ακόμα και στην επανένωση και γι' αυτόν τον λόγο τα βρέφη αυτά είχαν δυσκολίες να ρυθμίσουν το συνέστημά τους τι εσωτερικεύει ένας άνθρωπος και πώς είναι ο ψυχικός του κόσμου ένας άνθρωπος ο οποίος, ενός ανθρώπου για να πω λίγο πιο σωστά ο οποίος παρουσιάζει τον δεσμό προσκόλλης τον οποίο ονομάζουμε αγχώδη ή αμφιθυμικό είναι ένας άνθρωπος ο οποίος πιστεύει ότι δεν είναι αρκετός αρχικά δεν νιώθει καλά με τον εαυτό του, έχει πολύ χαμηλή αυτοεκτήμηση
και αισθάνεται ότι ζει σε έναν πάρα πολύ εχθρικό και επικίνδυνο κόσμο σαν απρόβλεπτο κόσμο. Βλέπει τους άλλους ανθρώπους σαν ασυνεπείς, τους βλέπει σαν απρόβλεπτους και γι' αυτόν τον λόγο αναπτύσσει και αυτή την αιμονική υπεραπασχόληση με την σχέση, γιατί φοβάται ότι ο άλλος θα τον εγκαταλείψει όπως βίωνε αυτές τις εγκαταλείψεις από το πρόσωπο φροντίδας νωρίτερα στην ζωή του.
Γι' αυτό οι άνθρωποι με εγχώδικη ή αμφιθυνικό δεσμό προσκόρηση θέλουν συνέχεια να γνωρίζουν που βρίσκεται ο άλλος, γιατί ακόμα και το παραμικρό κενό στην επικοινωνία, ακόμα και η παραμικρή απόσταση μεταξύ τους και του συντρόφου τους, είναι μια απόσταση η οποία ενεργοποιεί μέσα τους όλον αυτόν τον τρόμο, τον οποίον βίωσαν πολύ νωρίτερα στην ζωή τους.
Και θα μιλήσω φυσικά στο τέλος με ποιους ανθρώπους συνήθως οι άνθρωποι αυτοί συνδέονται μεταξύ τους, αλλά καθώς τα λέω αυτά, στο νου μου έρχεται μία νεαρή γυναίκα με την οποία έργαζόμουν κάποια χρόνια και η οποία ήρθε σε εμένα ακριβώς γι' αυτόν τον λόγο. Βίωνε πάρα πολύ έντονο τρόμο κάθε φορά που ο σύντροφός της δεν απαντούσε στα μηνύματα αμέσως και μάλιστα έψαχνε συνεχώς τα social media του για να δει που είναι.
ένιωθε έναν φόβο ότι θα την προδώσει ο ίδιος, ένιωθε ότι δεν είναι διαθέσιμος, πίστευε ότι της λέει ψέματα και ακόμα και όλες όταν μάλλον ο σύντροφός της προσπαθούσε να την καθυσυχάσει, η ίδια δεν πίστευε όλα αυτά τα οποία της έλεγε και αισθάνονταν ότι ο ίδιος την κοροϊδεύει, ο ίδιος την εξαπατά. και μια φορά σε μια πολύ μεγάλη παρεξήγηση όταν διαπίστωσε ότι η ίδια, όπου χρησιμοποιεί τη λέξη που η ίδια χρησιμοποίησε, ήταν παρανοϊκή, γιατί πίστευε ότι ο σύντροφός ήταν με μια άλλη γυναίκα, αλλά ο ίδιος βρίσκονταν στη δουλειά του, κάτι το οποίο απέδειξε στην ίδια.
Αυτό την τρόμαξε πάρα πολύ και την έκανε να έρθει σε εμένα, γιατί συνειδητοποίησε ότι βιώνει όλον αυτόν τον έντονο φόβο και το να είναι κανείς παγιδευμένος μέσα σε έναν κόσμο που ο άλλος είναι απρόβλεπτος, είναι ασυνεπής και να αισθάνεται μάλιστα μέσα του τέννιν αρκετούς, είναι πολύ έντονο. Και μέσα στη διάρκεια της θεραπείας η γυναίκα αυτή ανέπτυξε παρόμοιους φοβούς και για εμένα.
Πιστεύω ότι την κρατάω μόνον επειδή με πληρώνει, ότι αισθάνομαι πάρα πολύ άσχημα μαζί της, ότι πλείτω αφόρητα, ότι βαριέμαι αφόρητα, ότι δεν παίρνω τίποτα από αυτήν και μάλιστα πίστευε ότι με την πρώτη ευκαιρία θα την εγκαταλείψω. Ήταν συναισθήματα δηλαδή τα οποία έρθανε πολύ έντονα και στην μεταξύ μας σχέση, συναισθήματα τα οποία είχαμε τον χώρο και τον χρόνο να τα επεξεργαστούμε, διότι μόνον όταν τα επεξεργαστεί κανείς με τον θεραπευτή, μία, δύο, πέντε, δέκα, χίλιες, δέκα χιλιάδες φορές όσες χρειαστεί μέχρι να αλλάξουν, μόνο τότε κανείς μπορεί να εσωτερικεύσει μία άλλη σχέση, ένα άλλο για να χρηματοποιήσω τον όρο του Μπόλμπι, μοντέλο εργασίας, ότι δίπλα σε μία σχέση ανασφάλειας την οποία είχα στην παιδική μου ηλικία, με έναν σημαντικό άλλο, μια μητέρα, έναν πατέρα, ο οποίος δεν ήταν εκεί πέρα όταν το χρειαζόμουν, κάπου σε μία άλλη συνθήκη στην ενήλικη ζωή μου, σχετίστηκα με έναν θεραπευτή, ο οποίος ήταν εκεί για εμένα.
Και έχω πει σε διάφορα επεισόδια ότι ο θεραπευτής μέσα στη συνεδρία είναι ένας πατέρας ή μία μητέρα με τις ψυχαναλυτικές τους έννοιες για τον θεραπευό μόνο. Οπότε το να έχει κανείς μία σχέση η οποία είναι πολύ διαφορετική και την οποία στην αρχή είναι λογικό να την προσεγγίζει με δυσπιστία. Μάλιστα δειμάμαι συγκεκριμένη γυναίκα μου έλεγε κάθε φορά που πλησίαζε το διάλειμμα μου των Χριστουγέννων ή του καλοκαιριού που είναι ένα πιο μεγάλο διάλειμμα, μου έλεγε ότι ήταν επεπισμένη ότι δεν πρόκειται να γυρίσω πίσω από το διάλειμμα και ότι θα την εγκαταλείψω διότι έχω πολύ καλύτερα πράγματα από την ίδια να κάνω.
Αυτό το οποίο μετέφερε σε εμένα ήταν όλο αυτό το βίωμα το οποίο είχε βιώσει φυσικά από σημαντικούς άλλους της ζωής της, με έναν πατέρα τον οποίο περιέγραφε η ίδια ο Σαπόντα και μία μητέρα η οποία μόνο μερικώς ικανοποιούσε τις ανάγκες της και το οποίο φυσικά δεν μετέφερε σε εμένα αλλά το μετέφερε και στον σύντροφο της, αλλά το γεγονός ότι αυτή η γυναίκα μπόρεσε να το παρατηρήσει και είχε το ψυχικό σθένος να το επεξεργαστεί και μετά από αρκετή δουλειά και φυσικά πολιετή δουλειά μπόρεσε και δίπλα στην ανασφάλεια να εισάγει και μία ασφάλεια είναι κάτι το οποίο είναι αξιοθαύμαστο και κανείς δεν μπορεί να... για να πω κάτι και στο σημείο αυτό για κάτι το οποίο πολλές φορές οι άνθρωποι το αντιλαμβάνονται με έναν τρόπο ο οποίος δεν είναι τόσο αντιπροσωπευτικός.
Δεν θα πω λαθεμένο, αλλά θα πω ότι δεν είναι τόσο αντιπροσωπευτικός. Πολλές φορές κανείς έρχεται στην θεραπεία διότι πιστεύει ότι θα αλλάξει τα πράγματα και αυτό είναι σωστό υπό μία έννοια, δηλαδή ότι τα πράγματα πράγματι αλλάζουν μέσα στην θεραπεία, αλλά αυτό δεν σημαίνει ότι διαγράφεται το παρελθόν ενός ανθρώπου. αλλάζω στη θεραπεία σημαίνει ότι δίπλα σε ένα τραυματικό παρελθόν μπορώ να εισάγω μία διαφορετική συνθήκη ότι δεν είμαι έρμεο του ψυχικού μου τραύματος ότι δεν είμαι έρμεο του ασυνειδήτου μου και ότι μπορεί να βίωσα μία ή περισσότερες τραυματικές συνθήκες όπως έχουμε βίωσει όλοι οι άνθρωποι που είμαστε ζωντανοί δεν υπάρχει άνθρωπος ο οποίος και φυσικά δεν μιλώ επί προσωπικού αλλά αναφέρομαι σε κάτι οικουμενικό Δεν υπάρχει άνθρωπος ο οποίος ζει και δεν έχει βιώσει περισσότερα τραύματα.
Απλά ορισμένοι άνθρωποι έχουν βιώσει πολύ εντονότερα τραύματα από άλλους ανθρώπους. Ορισμένοι άνθρωποι έχουν βιώσει τραύματα στα οποία δεν τους βοήθησε ποτέ κανείς και τα οποία τραύματα καθορίζουν την ζωή τους. και εκεί ακριβώς έρχεται ο ρόλος της θεραπείας ότι δεν αλλάζει την ιστορία ενός ανθρώπου δεν αλλάζει αυτό το οποίο του συνέβη τον βοηθά να το επεξεργαστεί ώστε να δει ότι τα πράγματα μπορούν να είναι διαφορετικά έτσι με αυτή τη θεραπευόμενή μου κάποια στιγμή πίστηκε ότι δεν θα εξαφανιστώ μετά από το διάλειμμα του Πάσχα ή των Χριστουγεννών ότι δεν θα την εγκαταλείψω ότι δεν την κρατάω μόνο γιατί με πληρώνει και ότι μπορεί και να εκτιμάω κάτι σε αυτήν.
Αυτό πήρε πολύ καιρό. Αλλά ήταν κάτι το οποίο άλλαξε. Αυτά λοιπόν τα λέω για να πω μερικά πράγματα για τον δεσμό τον οποίο ονομάζουμε αγχώδη αμφιθυμικό. Το άλλο μοντέλο του ανασφαλούς δεσμού είναι αυτό που ονομάζουμε αποφευτικό δεσμό. Εδώ μιλούμε δηλαδή για ανθρώπους οι οποίοι είναι συνήθως αποστασιοποιημένοι, είναι άνθρωποι οι οποίοι δυσκολεύονται πάρα πολύ στο σχετίζεσθε, δυσκολεύονται πάρα πολύ στην οικειότητα, είναι ενήλικες οι οποίοι έρχονται με ένα φαινομενικό και ψευδές, στις περισσότερες των περιπτώσεων, αίσθημα εσωτερικής αυτάρκειας και σιγουριάς, ότι εγώ δεν χρειάζομαι τους άλλους, ότι εγώ είμαι εντάξει μόνος μου, εγώ είμαι αυτάρκης μόνη μου, ότι εγώ δεν χρειάζομαι καμία σχέση για να με συμπληρώνει.
Είμαι πλήρης. Άνθρωποι οι οποίοι δυσκολεύονται πάρα πολύ με την εξάρτηση και είναι άνθρωποι οι οποίοι αισθάνονται ότι πρέπει να βασίζονται εξ ολοκλήρου στον εαυτό τους διότι ο άλλος είναι μη διαθέσιμος ή απορριπτικός. Και φυσικά οι άνθρωποι αυτοί στην πρώη μη παιδική τους ηλικία μεγάλωσαν με σημαντικούς άλλους οι οποίοι ήταν είτε μη διαθέσιμοι είτε απορριπτικοί και ένα παιδί το οποίο μεγαλώνει με σημαντικούς άλλους οι οποίοι είναι είτε μη διαθέσιμοι είτε απορριπτικοί είναι ένα παιδί το οποίο μαθαίνει αργά ή γρήγορα ότι εγώ δεν μπορώ να βασιστώ στους άλλους και κατ' επέκταση δεν μπορώ να βασιστώ στον κόσμο στον οποίο ζω πρέπει να βασίζω μόνο στον εαυτό μου πρέπει να κάνω τα πάντα μόνος μου ή μόνιμου διότι οι άλλοι δεν είναι αξιόπιστοι Και εδώ έχουμε ασυνέβεια της φροντίδας και εδώ έχουμε μία κατάσταση όπου ένα παιδί, το ανάβουμε πάλι στη συνθήκη του ξένου, έχει ελάχιστη εξωτερική αντίδραση όταν η μητέρα φεύγει, ή διότι έχει αποκολληθεί κατά έναν τρόπο από την μητέρα,
παρουσιάζει μια φαινομενική ανεξαρτησία, η οποία δεν είναι πραγματική ανεξαρτησία, διότι η πραγματική ανεξαρτησία είναι η ικανότητα κανείς να εξαρτάται από τον άλλον χωρίς να χάνει τον εαυτό του. Και όταν επανέρχεται η μητέρα μέσα στο δωμάτιο, ας πούμε ότι πήγε να κάνει κάτι και μπήκε ξανά στο δωμάτιο, είναι παιδιά τα οποία αποφεύγουν στην πραγματικότητα την επαφή με την επανένωση και την αποφεύγουν διότι είναι πάρα πολύ επώδυνη αυτή η επαφή η οποία γίνεται με μία μητέρα η οποία δεν ήταν διαθέσιμη.
Και γι' αυτόν τον λόγο ένα παιδί και αργότερα ο ενήλικας αποτραβά την προσοχή του, αποτραβά το ενδιαφέρον του για να χρησιμοποιήσω μία ψυχαναλυτική έκφραση από επενδύει από τον άλλον. Και έτσι κάθε οικειότητα φαντάζει τρομακτική. Γιατί εγώ να βασιστώ στον άλλον, ο οποίος ξέρω απριόριε εκ των προτέρων ότι θα είναι μη διαθέσιμος, αφού έτσι είναι ο κόσμος στον οποίο μεγάλωσα, έτσι είναι ο κόσμος τον οποίο έχω βιώσει.
Αυτό στην ψυχοθεραπεία, και πάλι μου έρχεται ένα παράδειγμα, ένας ανθρώπου με τον οποίο εργαζόμουν, ο οποίος αισθάνονται ότι δεν μπορούσε να συνδεθεί με τίποτα μαζί μου. με έβλεπε και μόνον σαν έναν ψυχρό επαγγελματία, ο οποίος θα του έδινε τα φόντα, θα του έδινε τις γνώσεις για να μπορέσει να λύσει όλες τις δυσκολίες τις οποίες δημετώπιζε στην ζωή του και όχι σαν έναν άνθρωπο με τον οποίο θα μπορούσε να σχετιστεί.
Και αυτό είναι κάτι το οποίο φυσικά δυσκολεύει πολλούς ανθρώπους, αλλά κυρίως τους ανθρώπους με αποφευτικό δεσμό προσκόλλησης, διότι οι άνθρωποι με πολύ μεγάλες δυσκολίες στο σχετίζεστε έτσι ήταν ευκολότερο για τον άνθρωπο αυτό να με βλέπει σαν ένα στιγμό επαγγελματία, τον οποίο θα πάρει γνώση, διότι το να με δει σαν έναν άνθρωπο στον οποίο μπορεί να βασιστεί και ο οποίος θα τον βοηθήσει ήταν εξαιρετικά τρομακτικό για τον ίδιο.
Και η ψυχοθεραπεία είναι μία σχέση. Εάν κανείς δεν μπορεί να σχετιστεί με τον άλλον, και αυτό ισχύει και για τις δύο πλευρές, και ο θεραπευτής πρέπει να μπορεί να σχετιστεί με τον άνθρωπο με τον οποίο δουλεύω και θα το πάω και ένα βήμα παρακάτω. Πρέπει να μπορεί, όχι πρέπει να είναι υποχρεωτική έννοια, αλλά καταλαβαίνετε πώς το εννοούμε, νέο, ότι είναι βοηθητικό, πρέπει να μπορεί να αγαπήσει και κάτι στον άνθρωπο με τον οποίο δουλεύει, διότι η ψυχοθεραπεία είναι μια θεραπεία μέσω της αγάπης.
Αν δεν μπορείς να αγαπήσεις κάτι σε έναν άνθρωπο, τότε δεν μπορείς να κάνεις αυτήν την δουλειά με τον συγκεκριμένο άνθρωπο πρέπει με κάποιο τρόπο να μπορέσεις να συνδεθείς. Και πολλοί άνθρωποι μπερδεύουν το επαγγελματικό γιατί είναι μια επαγγελματική σχέση η θεραπεία. Με το σχετίζεστε. Μια σχέση μπορεί να είναι επαγγελματική αλλά αυτό δεν αναρρεί το γεγονός ότι είναι μια σχέση.
Και μάλιστα όταν έφεραν αυτές τις δυσκολίες τον άνθρωπο αυτό μου έλεγε, μα πώς, αφού έχουμε επαγγελματική σχέση, το οποίο φυσικά ήταν ένα είδος αντίστασης στο να έρθει πιο κοντά μου και αντίστασης στο να γνωρίζεις τη δική μου σημαντικότητα για τον ίδιο. Και είναι λογικό να υπήρχε αυτή η αντίσταση, διότι πώς αυτός ο άνθρωπος να βασιστεί σε έναν ξένο όταν έχει προδοθεί από τα πρόσωπα φροντίδας, τα οποία θα έπρεπε να ήταν εκεί και να βοηθούν.
Έτσι έχει αναπτύξει αυτό που ο Έρικ Έριξον, σημαντικός ψυχολόγος, περιέγραφε ως βασική δυσπιστία. Όταν κανείς δηλαδή μεγαλώνει σε ένα περιβάλλον το οποίο περιβάλλουν δεν περιέχει φροντίδα και αγάπη, δεν είναι ένα προβλέψιμο δηλαδή περιβάλλον, αναπτύσσει μία βασική δυσπιστία προς τον κόσμο. Και αυτό είχε ακριβώς αυτός ο άνθρωπος με τον οποίο εργαζόμασταν μαζί, μια πολύ μεγάλη δυσπιστία απέναντι σε εμένα και φυσικά απέναντι και σε όλο τον κόσμο.
και σε αυτές τις δυσκολίες πάνω βασίζονταν και όλες οι σχέσεις του. Και πρέπει ο θεραπευτής να μπορεί να αναγνωρίσει ότι δεν είναι εύκολο για έναν άνθρωπο ο οποίος έχει προδοθεί από τους ανθρώπους οι οποίοι ιδανικά θα έπρεπε να ήταν εκεί και αγαπάνε, είναι δύσκολο για αυτόν τον άνθρωπο να εμπιστευτεί άλλους ανθρώπους. Είναι ένα πολύ μεγάλο ρίσκο, το οποίο απαιτεί ψυχικό κουράγιο, απαιτεί ψυχικό σθένος, και απαιτεί ένα μεγάλο ρίσκο, γιατί είναι ρίσκο να εμπιστευτεί κανείς έναν άνθρωπο όταν έχει βιώσει όλη αυτή την αλλεπάλληλη προδοσία και εγκατάλειψη.
Η τελευταία μορφή, ο τελευταίος τύπος ανασφαλούς δεσμού είναι αυτός που ονομάζουμε αποδιοργανωμένος δεσμός. Αναφέρεται κυρίως σε ανθρώπους, αν και όχι απαραίτητα κατά κανόνα, οι οποίοι έχουν βιώσει πολύ έντονα τραύματα, κακοποίησεις σωματικές, σεξουαλικές, ψυχολογικές. Αναφέρεται σε παιδιά τα οποία μεγάλωσαν σε τέτοιου είδους τραυματικά περιβάλλοντα, έχω δει τέτοιου είδους περιβάλλοντα κυρίως στον χώρο των εγκληματολογικών, όπου άνθρωποι μεγάλωσαν με εξαιρετικά κακοποιητικούς φροντιστές, οι οποίοι από τη μία ήταν η πηγή του τρόμου, Από την άλλη όμως, όπως είπα και στην αρχή του επεισοδίου, η προσκόλληση δεν έχει να κάνει με την ποιότητα της φροντίδας, είναι βιολογικώς καθορισμένη.
Συνεπώς ένα παιδί προσκολάται ακόμα και σε έναν γονέα ο οποίος μπορεί να είναι εξαιρετικά βίος. Όταν όμως μεγαλώνει αυτό το παιδί, αργότερα μπερδεύεται πάρα πολύ διότι από τη μία υπάρχει ο φόβος εγκύτητας, διότι πώς να συνδεθώ με τους άλλους όταν έχω βιώσει όλη αυτή την κακοποίηση στο πρώι μου περιβάλλον μου και από την άλλη υπάρχει η ανάγκη για αυτή την εγκύτητα και βρίσκεται σε μια διαρκή σύγκρουση ένας άνθρωπος με αποδιοργανωμένο δεσμό.
Είναι άνθρωποι οι οποίοι έχουν πολύ μεγάλη δυσκολία στις σχέσεις, οι σχέσεις τους είναι χαοτικές, υπάρχουν έντονες διακυμάνσεις συναισθηματικές μέσα στις σχέσεις τους, έχουν υψηλή αστάθεια για τη δράση τους, μπορεί να είναι ταυτόχρονα προσέγγιση και αποφυγή, μπορεί να είναι πάρα πολύ ζεστή στην αρχή της ημέρας και να είναι τελείως απόμακρη στο τέλος της ημέρας και να μπερδεύεται ο άνθρωπος με τον οποίο άλλοι λεπιδρούν, αλλά αυτός είναι ο αποδιοργανωμένος θεσμός.
Γιατί από τη μία έχω την ανάγκη, είμαι πολύ θερμός και σε προσεγγίζω, από την άλλη δεν μπορώ να αντέξω αυτή την αιγύτητα και λέγοντας αυτό, στέλνω μου έρχεται μία θεραπευόμενή μου, η οποία μόλις ερχόμουν πιο κοντά της και έρχονταν και αυτοί πιο κοντά μου και ένιωθα ότι πράγματι αγγίζουμε κάτι ουσιαστικό και συνδεόμαστε ουσιαστικά, μετά την επόμενη συνεδρία την ακύρωνε.
Και την ακύρωνε ακριβώς γι' αυτό, γιατί το να έρχονταν εκείνη την στιγμή ξανά κοντά μου ήταν τρομακτικό. Από τη μία υπήρχε η ανάγκη για όλη αυτή τη σύνδεση, από την άλλη όμως αυτή η σύνδεση ήταν και πάρα πολύ τρομακτική. Και αυτό συνέβαινε κάμπος φορές, δεν θα πω στο κλινικό κομμάτι και στην επεξεργασία φυσικά όλου αυτού, αλλά αυτό το βλέπουμε και σε ερωτικές σχέσεις, όταν κανείς μπορεί να είναι πάρα πολύ θερμός και μετά να αποτραυγέται.
Αυτό είναι το μοντέλο το οποίο ονομάζουμε αποδιοργανωμένος δεσμός προσκόλησης, όταν κανείς έχει ανάγκη των άλλων και φοβάται παράλληλα των άλλων. Τώρα λοιπόν που τα είπαμε όλα αυτά για την προσκόλληση και τους τύπους προσκόλλησης, την ανασφαλή προσκόλληση, την ασφαλή προσκόλληση, είναι βοηθηρικό να πούμε και μερικά πράγματα για το πώς όλα αυτά μεταφράζονται στις ερωτικές σχέσεις.
Και όλα αυτά τα οποία ανέφερα και τα οποία αφορούν την προσκόλληση, παροσκόλυση, παρ' λεβάνουν ουσιαστικά αν τα ομαδοποιήσουμε τρεις καταστάσεις. Η πρώτη είναι οι προσδοκίες που διατηρούν οι άνθρωποι για τον εαυτό τους. Αυτό μας τείχνει η προσκόλυση. Δηλαδή, αν αξίζουν την αγάπη και την αφοσίωση των άλλων. Τις προσδοκίες τις οποίες διατηρούν για τους άλλους αν είναι δοτικοί, αν είναι επικριτικοί, αν οι άλλοι είναι άξιοι εμπιστοσύνης και συλλείβδουν τις προσδοκίες τις οποίες διατηρούν για τις διαπροσωπικές τους σχέσεις.
Για να το κάνω ακόμα πιο απλό, οι θεωρίες προσκόλησης μας δείχνουν ότι οι άνθρωποι ενημερωπίζουν δύο ουσιαστικά ερωτήματα. Αξίζω αγάπη, το οποίο αφορά τον εαυτό τους. Και το δεύτερο είναι μπορώ να εμπιστευτώ τους άλλους ανθρώπους, το οποίο αφορά τους άλλους. Και αν πάμε πάλι στους τύπους προσκόλησης, ο άνθρωπος ο οποίος παρουσιάζει έναν αγχώδη δεσμό προσκόλησης είναι ένας άνθρωπος ο οποίος νιώθει ότι δεν είναι αρκετός.
Και στις ερωτικές τους σχέσεις οι άνθρωποι αυτοί επειδή ακριβώς βιώνουν όλον αυτόν τον πολύ έντονο φόβο εγκατάληψης, όλον αυτόν τον τρόμο που θα μείνουν μόνοι τους, τείνουν να εξειδανικεύουν τον άλλο. Αυτό του είδους εξειδανίκευση γεννάει ζήλια, γεννάει μια συμπεριφορά η οποία είναι υπερβολικά υποχωρητική, είναι άνθρωποι οι οποίοι δίνουν γη και ύδρο στον άλλον, Όχι απαραίτητα επειδή είναι δοτική ή επειδή όλο αυτό έρχεται από ευνομοσύνη, αλλά δίνουν γη και ύδρο ασνίτα και για να πάρουν πράγματα, αλλά κυρίως δίνουν γη και ύδρο διότι θέλουν ο άλλος να μείνει.
Και αυτόν τον λόγο οι άνθρωποι με αγχώδη δεσμοκροσκόλησης είναι άνθρωποι οι οποίοι πέφτουν πολύ συχνά θύματα εγκατάληψης και θύματα εγκατάληψης πέφτουν, αλλά πέφτουν κυρίως και θύματα εκμετάλλευσης. Είναι άνθρωποι οι οποίοι έχουν χαμηλή αυτοαξία, την οποία προσπαθούν να την κατακτήσουν μέσα από την αγάπη των άλλων. Στον απορριπτικό από την άλλη δεσμό, εδώ πέρα έχουμε μια συνθήκη όπου κανείς νιώθει, στον αποφευτικό ή απορριπτικό, αποφευτικός νομίζω είναι μια καλύτερη λέξη, αν και οι δύο συναντώρεις στη βιβλιογραφία, νιώθει ότι μόνος του είναι εντάξει, ότι εγώ είμαι μια χαρά μόνος μου, παρουσιάζω μια φαινομενική διαφορία, αποφεύγουν τις σχέσεις, έχουν δυσκολία όπως ανέφερα και λίγο πριν στην οικειότητα που παρουσιάζουν μία μόνωση του συναισθήματος και έχουν πείσει τους εαυτούς τους ότι είναι ανεξάρτητοι, ότι είναι παντοδύναμοι, ότι δεν έχουν ανάγκη κανέναν.
Είναι άνθρωποι οι οποίοι κατά βάση εμπλέκοντας σε πολύ εφήμερες σχέσεις, κατά βάση σεξουαλικές σχέσεις ή αν κάνουν μία σχέση δεν έχει τόσο πολύ δέσμευση, είναι περισσότερο μια πιο βραχεία σχέση, διότι φοβούνται να τους δει ο άλλος και φοβούνται και να δούνε τον άλλον. Διότι πιστεύουν ότι ο άλλος δεν είναι διαθέσιμος, έχουν δηλαδή μια πολύ αρνητική εικόνα των άλλων ανθρώπων και μια φαινομενικά θετική εικόνα, ψευδός, θετική εικόνα του εαυτού τους και γι' αυτόν τον λόγο αποφεύγουν τις σχέσεις αυτές.
και είναι άνθρωποι οι οποίοι όπως είπα δεν μπορούν να μπουν σε σχέσεις οι οποίες είναι μακροχρόνιες. Γι' αυτόν ακριβώς τον λόγο. Συνήθως οι άνθρωποι αυτοί έρχονται στη θεραπεία για να δουλέψουν όταν το συνειδητοποιούν βέβαια συναισθηματικά. Ακριβώς αυτό το μοτίβο ότι μπαίνω σε σχέσεις εφήμερες αλλά δεν μπορώ να μπω σε μια σχέση μακροχρόνια.
Όχι γιατί κανείς πρέπει να μπει σε μία σχέση μεκροχρόνια, αλλά γιατί το να θέλει κανείς να κάνει μία σχέση αλλά να μην μπορεί γιατί έχει όλα αυτά τα έντονα, αυτό είναι αντικείμενο μίας ψυχοθεραπευτικής εργασίας, την οποία είναι βοηθητικό να κάνει. Και στο κομμάτι της αποδιοργανωμένης ή της φοβικής προσκόλλησης, εδώ πέρα έχουμε μία πολύ μεγάλη αντίφαση, δηλαδή έχουμε ανθρώπους οι οποίοι πλησιάζουν και αποφεύγουν, εδώ έχουμε και αρνητική εικόνα του εαυτού, δεν αξίζω τίποτα, έχουμε και αρνητική εικόνα του άλλου, ο άλλος είναι αναξιόπιστος, ο άλλος είναι απόμακρος, ο άλλος είναι μη διαθέσιμος και γι' αυτόν τον λόγο οι άνθρωποι αυτοί απαξιώνουν τον εαυτό τους, οι σχέσεις τους είναι χαοτικές, τις αποφεύγουν και υπάρχει μέσα σου μια αέναη σύγκρουση μεταξύ εγκύτητας, επιθυμίας σχετίζεσθε και τρόμου σχετίζεσθε.
Και τώρα που ανέφερα λίγο ουσιαστικά τους τύπους προσκόλλησης και τι χαρακτηρίζει τον καθένα, θα κλείσω το επεισόδιο λέγοντας μερικά πράγματα για τα μοντέλα σχετίζεσθε, δηλαδή για το ποιοι τύποι προσκόλλησης ταιριάζουν, σχετίζονται μάλλον, μπορεί να μην ταιριάζουν απαραίτητα, αλλά σχετίζονται με άλλους τύπους. Ο πρώτος είναι ο ασφαλής δεσμός.
Οι άνθρωποι που είναι ασφαλώς προσκολλημένοι και έχουν βιώσει μια σταθερή προβλέψιμη και επαναλαμβανόμενη φροντίδα αναζητούν συντρόφους οι οποίοι έχουν βιώσει το ίδιο. Είναι πάρα πολύ δύσκολο ένας άνθρωπος ο οποίος είναι μέσα του ασφαλής εσωτερικά να μπορεί να σχετιστεί με έναν άνθρωπο ο οποίος, για παράδειγμα, παρουσιάζει αγχώδη τεσμοπροσκόλησης, διότι, αν το σκεφτείτε, ο ένας νιώθει μεγάλη ασφάλεια, ο άλλος νιώθει πολύ μεγάλο άγχος.
Πού ήσουν, γιατί ήσουν εκεί, δεν πήρες στο τελευταίο δύο ώρο τηλέφωνο, νιώθω πάρα πολύ μεγάλο άγχος, δεν με καταλαβαίνεις. Αυτές οι σχέσεις δεν μπορούν να προχωρήσουν και γι' αυτόν τον λόγο, αν ξεκινήσει μια τέτοια σχέση, πολύ γρήγορα τελειώνει. Υπάρχουν φυσικά κάποιες περιπτώσεις όπου κανείς ο οποίος είναι ασφαλώς προσκολημένος μπορεί να συνδεθεί με έναν ανασφαλώς προσκολημένο, με έναν άνθρωπο που παρουσιάζει αγχώδη προσκόλληση και σε αυτές τις περιπτώσεις ο άνθρωπος ο οποίος είναι ασφαλώς προσκολημένος λειτουργεί σαν περιέχον, δηλαδή σαν μια αρκετά καλή μητέρα και μπορεί αν επιθυμήσει ο ίδιος, αν θέλετε και να εμπεριέξει αλλά και να φροντίσει και να αποτελέσει μια ασφαλή βάση για να χρησιμοποιήσει τον όρο του Μπόλμπι για να σχετιστεί με τον άλλον άνθρωπο ωστόσο αυτές οι σχέσεις είναι περισσότερο σπάνιες.
Μια σχέση που είναι πολύ συνηθισμένη και την βλέπουμε και στην κλινική μας εργασία είναι η σχέση μεταξύ ενός ανθρώπου ο οποίος παρουσιάζει αγχώδη δέσμο προσκόλλησης και του ανθρώπου ο οποίος παρουσιάζει αποφευτικό δέσμο προσκόλλησης. Και εδώ υπάρχει το εξής παράδοξο, ότι ο άνθρωπος ο οποίος παρουσιάζει αγχώδη δέσμο προσκόλλησης παρουσιάζει μια έντονη εγκύτητα, είναι ένας άνθρωπος ο οποίος επιδιώκει συνέχεια την εγκύτητα, επειδή όχι την τρυπή δεν μπορεί να μείνει όπως είπαμε μόνος του, ενώ ο άλλος είναι ένας άνθρωπος ο οποίος αποσύρεται.
Και μπορεί αυλόγα να αναρωτηθεί κανείς πώς είναι δυνατόν να λειτουργεί μια τέτοια σχέση. Και είναι δυνατόν διότι ένας άνθρωπος, και στο νόμο έρχονται διάφορα παραδείγματα, αλλά ένας άνθρωπος ο οποίος έχει μεγαλώσει σε ένα περιβάλλον όπου ο γονέας, ο βασικός φροντιστής του ήταν αποφευτικός, επιδιώκει ασυνείδητα να επαναλάβει κάτι το οποίο είναι η οικείο.
Και αυτό είναι στα πλαίσια αυτού που ονομάζουμε καταναγκασμός επανάληψης. Ότι αν εγώ παίξω ξανά το δράμα της ζωής μου, ξανά και ξανά και ξανά, τότε μπορεί κάποια στιγμή αυτό το δράμα να διορθωθεί και από δράμα να γίνει μια ταινία με αίσιο τέλος. Η τραγωδία όμως εμπροκειμένο είναι ότι δεν υπάρχει αίσιο τέλος σε ένα επαναλαμβανόμενο δράμα.
Μπορεί κανείς να παίζει την ίδια κασέτα ξανά, να αλλάζει τους ηθοποιούς, ομιλό μεταφορικός, αλλά η έκβαση του δράματος να είναι πάντοτε ίδια, το σενάριο δεν αλλάζει. Αλλά μέσα από αυτόν τον καταναγκασμό επανάληψης και την ψευδή και λαθεμένη υπεποίθηση ότι αν εγώ επαναλάβω το δράμα μου, το δράμα μου κάποια στιγμή θα αλλάξει, οι άνθρωποι αυτοί επανατραυματίζονται.
Έτσι μπορεί κανείς να επιλέγει ξανά έναν σύντροφο ο οποίος είναι αποφευτικός, γιατί μεγάλωσε μια αποφευτική μητέρα, σε μια απέλπιδα προσπάθεια να κάνει αυτήν τη μητέρα να διαφερθεί για τον ίδιο. και θυμάμαι μια γυναίκα η οποία ήλθε να με δει, η οποία μου είπε στην πρώτη-πρώτη συνεδρία ότι δεν μπορώ να σχετιστώ, κάθε φορά επιλέγω έναν σύντροφο ο οποίος είναι αποφευτικός, πάρα πολύ αποφευτικός.
Και η ίδια είχε μεγαλώσει με μια μητέρα η οποία ήταν εξαιρετικά αποφευτική ως προς την φροντίδα της και μόνον όταν αυτή η γυναίκα κατάφερε ουσιαστικά να πενθύσει για τη φροντίδα που δεν πήρε, μόνον τότε άρχισε να φιλοξενεί μέσα της την πιθανότητα να κάνει σχέση με έναν άνθρωπο ο οποίος ήταν διαφορετικός. Πολύ διαφορετικός από το μοντέλο στο οποίο είχε βιώσει και στο οποίο είχε εκτεθεί, διότι οι άνθρωποι αναζητούμε το οικείο.
Δεν έχει σημασία αν είναι τραυματικό ή όχι. Θέλουμε το οικείο, θέλουμε το προβλέψιμο και υπάρχει μια εγγενής στάση και μια εγγενής φαντασίωση να προσπαθεί κανείς να αλλάξει τη μοίρα του μέσα από έναν αέναο καταναγκασμό, αυτό που περιέγραψα και που ονομάζομαι στην ψυχανάλυση ως καταναγκασμό επανάληψης, ο οποίος όμως οδηγεί σε ένα συσύφιο κυριολεκτικά μαρτύριο, το οποίο μαρτύριο όπως και το μαρτύριο του Σύσυφου δεν έχει τέλος.
Κάποιες σχέσεις συμβαίνουν και μεταξύ ανθρώπων οι οποίοι παρουσιάζουν, και αυτές είναι πολλές σχέσεις, αγχώδη δεσμό προσκόλλησης, είναι άνθρωποι οι οποίοι παρουσιάζουν αυτό που ονομάζουμε στην πραγματικότητα συνεξάρτηση. Έχω κάνει ένα επεισόδιο πάνω στην συνεξάρτηση. Και υπάρχουν περιπτώσεις όπου είναι και οι δύο σύντροφοι συνεξαρτώμενοι, όπου και οι δύο έχουν ανάγκη για να είναι ο άλλος συνεχώς παρόν, είναι άνθρωποι που μιλάνε συνέχεια, έχουν συνεχή επικοινωνία, αλλά όταν αυτή η επικοινωνία για τον α ή β λόγο διαταράσσεται, όταν δηλαδή κάποιος δεν είναι διαθέσιμος, αισθάνονται, το λέω είναι ήδη υπερβολής, ότι ενδεχομένως και όχι, ότι θα καταρρεύσουν.
Είναι άνθρωποι δηλαδή οι οποίοι προσπαθούν να επαναλάβουν ξανά αυτό το πρώιμο, αυτή η πρώιμη κατάσταση, αυτό το δράμα της ζωής τους, επιλέγοντας έναν άνθρωπο τον οποίο προσπαθούν να τον ελέγξουν και να τον αλλάξουν ασυνείδητα, ωστόσο και αυτό δημιουργεί σε αστάθεια και σε έντονα σκαμπανεβάσματα. Ένα άλλο τυπικό μοντέλο σχέσης το οποίο συναντάμε και νομίζω ότι θα κλείσω με αυτό, δεν μου έρχεται κάποιο άλλο στο νου αυτήν την στιγμή, είναι το μοντέλο το οποίο είναι ένας αποφευτικός άνθρωπος με έναν άλλον αποφευτικό άνθρωπο.
Είναι σχέσεις οι οποίες είναι στην πραγματικότητα ελεύθερες, πως το λέμε, ελεύθερες σχέσεις, δηλαδή δεν έχουν καμία απολύτως δέσμευση και δεν υπάρχει τίποτα κακό σε αυτό, όπως δεν υπάρχει τίποτα κακό με οποιοδήποτε τρόπο σχετίζεστε, αρκεί να είναι μια ελεύθερη επιλογή, αρκεί να είναι μια επιλογή, συνειδητή αυτό σημαίνει ελεύθερη επιλογή.
Σε αυτές τις περιπτώσεις, οι άνθρωποι οι οποίοι παρουσιάζονται με μια ρητορική ελευθεριότητα, ότι εγώ δεν θέλω να δεσμεύομαι, ούτε ο άλλος σύντροφος θέλει να δεσμεύεται, είμαστε σε μια κατάσταση πάρα πολύ ελεύθερη, δεν έχουμε καμία πολιτός σχέση και δεν χρειάζεται να έχουμε καμία ουσιαστική ή βαθιά σχέση και είμαστε εντάξει με αυτό, αλλά πίσω από αυτό.
στην πραγματικότητα κρύβεται ένας πολύ μεγάλος φόβος ο φόβος να σχετιστεί κανείς με τον άλλο και εδώ μπορεί να υπάρχει μια σταθερότητα ότι έχουμε μια κατάσταση και αυτή η κατάσταση καμιά φορά ξέρετε διαρκεί χρόνια αλλά δεν υπάρχει οικειότητα και βάθος σε αυτή την κατάσταση και κυρίως πίσω από αυτό κρύβεται ο αποφευτικός θεσμός και η δυσίωνη πρόβληψή μου είναι ότι πολλές σχέσεις στο μέλλον θα βασίζονται σε αυτό το μοντέλο, δηλαδή μεταξύ αποφευτικών ανθρώπων, καθώς για λόγους που δεν μπορώ να εξηγήσω, διότι αν εξηγήσω σε αυτό το επεισόδιο θα γίνει ιδιαίτερα μακροσκελές, ίσως τα πω σε κάποιο άλλο επεισόδιο, οι άνθρωποι τείνουν να είναι σήμερα περισσότερο αποφευτικοί και σε αυτό μεγάλο ρόλο παίζει και η κακή χρήση της τεχνολογίας και επειδή ακριβώς είναι αποφευτικοί, βρισκόνται σε καταστάσεις οι οποίες δεν είναι ούτε βαθιές, απαραίτητα, ούτε ουσιαστικές, κυρίως καταστάσεις οι οποίες είναι άνευ οικειότητας.
Και ένα τελευταίο πραγματικά αυτή τη φορά μοντέλο το οποίο αμέλησα να αναφέρω είναι το μοντέλο μεταξύ ενός ανθρώπου ο οποίος, πολύ σπάνια κατάσταση βέβαια, ενός ανθρώπου ο οποίος είναι ασφαλώς προσκολλημένος και ενός ανθρώπου ο οποίος είναι αποφευτικός. Αυτό είναι πολύ σπάνιο μοντέλο, δηλαδή δεν το βλέπει κανείς εύκολα, ούτε είναι η νόρμα, γιατί όπως είπα συνήθως οι ασφαλείς άνθρωποι αναζητούν ασφαλείς ανθρώπους, αλλά σε αυτό το μοντέλο που πολλά πράγματα συμβαίνουν, η ποιότητα της σχέσης εξαρτάται από την ευελιξία του ανθρώπου, ο οποίος είναι ασφαλώς προσκολλημένος.
Η εγκήτητα εδώ πέρα είναι ασύμετρη, ο άνθρωπος ο οποίος είναι ασφαλώς προσκολλημένος σε επιδιώκητη σύνδεση, ο άλλος άνθρωπος ο οποίος είναι αποφευτικός αποσύρεται και αργά ή γρήγορα φυσικά η σχέση αυτή καταλήγει στον χωρισμό, διότι αυτοί οι δύο ψυχισμοί δεν μπορούν να συμβαδίσουν. Θα κλείσω λοιπόν το επεισόδιο εδώ και θα ήθελα να κλείσω λέγοντας κάτι το οποίο ανέφερα και κατά τη διάρκεια, ότι κανείς δεν μπορεί να αλλάξει το παρελθόν του με την έννοια να παρέμβει και να διορθώσει τα όσα συνέβησαν ή να τα αναιρέσει.
Μπορεί όμως να κάνει μία βαθιά εργασία, η οποία εργασία να τον απελευθερώσει από αυτό το συσύφιο μαρτύριο και το λέω πραγματικά για τους ανθρώπους οι οποίοι υποφέρουν από τις ανθρώπινες σχέσεις, σαν τις ερωτικές σχέσεις, σαν τις φιλικές σχέσεις οι οποίες αισθάνονται και οι οποίες αισθάνονται ότι δεν μπορώ να σχετιστώ, συνεχέω, συνεχέω, μου συμβαίνουν τραγωδίες στην ζωή μου αυτές οι τραγωδίες δεν είναι ακριβώς ζήτημα τύχης και η τύχη εδώ να πω ότι παίζει πολύ μεγάλο ρόλο στις σχέσεις αλλά δεν είναι όλα ζήτημα τύχης και αν δεν εκστάσουμε προσεκτικά πολλές φορές αυτό το οποίο ονομάζουμε τυχέω είναι το ασυνείδητο το οποίο δεν του έχει επεξεργαστεί κανείς.
Θέλω λοιπόν να πω και κλείνω με αυτό ότι ένας άνθρωπος ο οποίος συνειδητοποιεί τη δυνατότητα να εργαστεί πάνω σε αυτά τα ζητήματα, ένας άνθρωπος ο οποίος θέλει να σηκώσει στους ώμους του το βάρος της ύπαρξής του και να αναλάβει την ευθύνη του εαυτού του, αντί να υπομένει αυτό το συσήφιο μαρτύριο, ένας άνθρωπος ο οποίος μπορεί να έχει, αν θέλετε, την ευκαιρία να σχετιστεί με έναν διαφορετικό τρόπο και να μπορεί να επιλέξει πιο συγκροτημένα, πιο ουσιαστικά και πιο όρημα τον άνθρωπο με τον οποίο θα σχετιστεί αργότερα στη ζωή του.
Και αυτό είναι απολύτως δυνατό και γιατί να μην το κάνει κανείς και γιατί να μην αλλάξει τη ζωή του κανείς αντί να υποφέρει. Διότι αυτό είναι μία αλλαγή η οποία είναι και δυνατή, είναι και εφικτή. Σας ευχαριστώ.
Σχόλια
Χωρίς σχόλιαΣυνδεθείτε για να συμμετάσχετε στη συζήτηση
Σύνδεση για ΣχολιασμόΔεν υπάρχουν σχόλια ακόμα