Skip to content
PodBase
Φοβόταν τη μοναξιά...τόσο που αποφάσισε να τους φάει! Jeffrey Dahmer

Φοβόταν τη μοναξιά...τόσο που αποφάσισε να τους φάει! Jeffrey Dahmer

Τι στο καλό;
Αύγουστος 02, 2026 00:53:09 Σεζόν 1 Επεισόδιο 4
Συνδεθείτε για να δηλώσετε αν σας αρέσει
Συνδεθείτε για να δηλώσετε αν σας αρέσει
Προσθήκη σε Λίστα Επεισοδίων
Αποθηκεύστε αυτό το επεισόδιο σε λίστα.
Όνομα Λίστας

Σχετικά με αυτό το επεισόδιο

Σήμερα μιλάμε για τον Jeffrey Dahmer, ο οποίος δολοφόνησε 17 άντρες και αγόρια, διαμέλισε τα σώματά τους, διατήρησε ανθρώπινα λείψανα στο διαμέρισμά του και έγινε γνωστός ως «Ο Κανίβαλος του Μιλγουόκι».

Πίσω από τη φρίκη των εγκλημάτων του κρύβεται και μία από τις πιο ενδιαφέρουσες ποινικές δίκες στην ιστορία των ΗΠΑ.

Θα δούμε τα εγκλήματά του, γιατί δεν κατηγορήθηκε για όλα, την περίπτωση της υπεράσπισης λόγω ακαταλογισίας, και πράγματα που αποκάλυψε ο ίδιος σε ανακρίσεις και συνεντεύξεις.

Προειδοποίηση περιεχομένου: Το επεισόδιο περιέχει αναφορές σε ακραία βία, διαμελισμό, νεκροφιλία και κανιβαλισμό.

Αυτόματη μεταγραφή — ενδέχεται να περιέχει λάθη.

Καλημέρα, καλησπέρα, χαίρετε και καλώς ήρθατε πίσω στο Τις το Καλό. Είμαι η Κάρμιν και σε κάθε επεισόδιο σας αφηγούμε μια υπόθεση true crime με λίγο κορτ δράμα. Και σήμερα πριν ξεκινήσουμε θα χρειαστεί να δώσουμε πάλι ένα disclaimer, ίσως πιο έντονο από ό,τι συνήθως γιατί το σημερινό επεισόδιο περιέχει σκληρές περιγραφές βίας, νεκροφιλίας, ακροτουριασμού και κανιβαλισμού.

Και ο λόγος είναι ότι θα μιλήσουμε για τον περιβόητο κανίβολο του Μιλ Γουόκι, τον Τζέφρι Ντάμερ, ο οποίος δολοφόνησε 17 άντρες και αγόρια μεταξύ του 1978 και 1991, τους διαμέλησε, διατήρησε μέρη των σωμάτων τους και σε αρκετές περιπτώσεις κατανάλωσε τμήματα των θυμάτων του. Είναι από τις πιο διαβόητες υποθέσεις serial killer Υπάρχουν και πάρα πολλές σειρές και πάρα πολλές ταινίες Αλλά η υπόθεση του Ντάμερ δεν είναι απλώς μια ιστορία φρίκης που είναι Είναι επίσης ένα από τα πιο διδακτικά case studies στο Αμερικανικό Ποινικό Δίκαιο για ένα συγκεκριμένο ζήτημα Τι σημαίνει νομικά τρέλα Ο Ντάμερ δεν αρνήθηκε ποτέ ότι σκότωσε. Ομολόγησε τα πάντα με εκπληκτική λεπτομέρεια.

Το μόνο ερώτημα που έμεινε για τους ενόρκους ήταν αν ήταν νομικά υπεύθυνος για τις πράξεις του. Θα δούμε φυσικά και κόρτ τράμα όπως την ιδιόρυθμη διχοτομημένη διαδικασία που ακολουθεί το Wisconsin για την υπεράσπιση λογό καταλογισίας, την τραγική υπόθεση ενός στήματος που η αστυνομία κυριολεκτικά επέστρεψε στα χέρια του δολοφόνου του, και την νομική μάχη που ακολούθησε, το τι σημαίνει να παρετήσει από το δικαίωμα σε δικηγόρο κατά την ανάκριση, γιατί ο Ντάμερ δεν κατηγορήθηκε επίσημα για όλους τους φόνους που ομολόγησε και θα δούμε επίσης και το τι είπε ο ίδιος ο Ντάμερ στους ανακριτές και σε δημοσιογράφους για το γιατί έκανε αυτά που έκανε.

Ας ξεκινήσουμε λοιπόν. και της Joyce Tammer, εκπαιδεύτρια σε μηχανές τηλετύπου. Δεν υπάρχει εδώ πέρα μία ιστορία εμφανού σωματικής κακοποίησης. Υπάρχει όμως μία εικόνα οικογενειακής αστάθειας, γιατί η μητέρα του υπέφερε από κατάθλιψη και υποχονδρία. Απαιτούσε συνεχή προσοχή και σε μία περίπτωση επιχείρησε αυτοκτονία με υπερβολική δόση ηρεμιστικού.

Ενώ ο πατέρας του απουσίαζε συχνά λόγω σπουδών και δουλειάς. Ο ίδιος ο Ντάμερ θυμόταν αργότερα ότι ένιωθε από πολύ νωρίς αβέβαιος για την σταθερότητα της οικογένειας. Ήταν ένα ενεργετικό και χαρούμενο παιδί, μέχρι που λίγο πριν τα τέταρτα γενέθλιά του υποβλήθηκε σε εγχείρηση διπλής κύλης και μετά από αυτό έγινε αισθητά πιο σιωπηλός και αποτραβηγμένος, σύμφωνα με μαρτυρίες διαφόρων, δασκάλων, συγγενών.

Από πολύ μικρή ηλικία ανέπτυξε ένα ασυνήθιστο ενδιαφέρον για νεκρά ζώα. Σε ηλικία τεσσάρων ετών είδε τον πατέρα του να φέρει κόκαλα ζώων κάτω από το σπίτι τους και όπως θυμόταν ο ίδιος ο Λάιονέλ ο πατέρας, ο μικρός Τζέφρι ενθουσιάστηκε παράξενα με τον ήχο που έκαναν τα κόκαλα. Άρχισε να ψάχνει συστηματικά για κόκαλα, να τα αποκαλεί τα ραβδάκια μου και ανεξερευνά ζωντανά ζώα προσπαθώντας να εντοπίσει πού βρίσκονταν τα ουστά τους.

Όταν η οικογένεια μετακόμισε σε ένα σπίτι με τασωμένο οικόπεδο στο χάιο, ο μικρός Στάμερ άρχισε να συλλέγει σκελετούς μικρών ζώων, σκύρους, κατζόχυρους, και να τους διατηρήσει σε φορμόλι μέσα σε μία μικρή καλύβο κοντά στο σπίτι. Σε ηλικία 12 ετών, ο πατέρας του τον έμαθε, με καλή πρόθεση νομίζοντας ότι ενθάρρυνε ένα επιστημονικό ενδιαφέρον, πώς να λευκαίνει και να διατηρεί κοκαλαζόν με χλωρίμι.

Ο Ντάμερ εσωμάτωσε αυτή τη διεχνική στήση λογή του και άρχισε να μαζεύει και νεκρά ζώα από το δρόμο, να τα ανατέμνει και να τα θάβει δίπλα στην καλύβα, πολλές φορές τοποθετώντας τα κρανία πάνω σε αυτοσχέδιους σταυρούς. Στο σχολείο ήταν κοινωνικά αποκομμένος Στα 14 του είχε ήδη αρχίσει να πίνει αλκοόλ Κρύβοντας συχνά μπουκάλια μέσα στο τζάκετ που φορούσε στο σχολείο Και όταν ρωτήθηκε γιατί έπινε ουίσκι σε πρωινό μάθημα Απάντησε ότι ήταν το φάρμακό του Ήταν ταυτόχρονα ένας ασυνήθιστα ευφύης μαθητής Και ένας κλόουν της τάξης Γνωστός για φάρσες που οι συμμαθητές του ονόμαζαν Κάνε έναν ντάμερ Προσποιούνταν δηλαδή επιληπτικές κρίσεις ή εγκεφαλική παράλυση στο σχολείο και σε μαγαζιά Μερικές φορές έναντι χρημάτων για να αγοράσει αλκοόλ Στην εφηβεία του ο Ντάμερ συνειδητοποίησε ότι ήταν ομοφυλόφιλος Χωρίς ποτέ να το πει στους γονείς του Ανέπτυξε σταδιακά φαντασιώσεις κυριαρχίας πάνω σε έναν εντελώς παθητικό υποταγμένο σεξουαλικό σύντροφο φαντασιώσεις που όπως παραδέχτηκε αργότερα ο ίδιος

σταδιακά συνδέθηκαν με την ιδέα της ανατομής. Γύρω στα 16 φαντάστηκε να ανισθητοποιεί έναν συγκεκριμένο άντρα που πήγαινε για τζόκινγκ που τον είχε τραβήξει σεξουαλικά και μία φορά κρύφτηκε σε θάμνος κρατώντας ρόπαλο του μπέιζμπουλ περιμένοντάς τον ο άντρας αυτός ωστόσο δεν πέρασε ποτέ εκείνη την ημέρα. Ο ίδιος ο Ντάμερ αναγνώρισε αργότερα αυτή τη στιγμή ως την πρώτη του απόπειρα να καθυποτάξει βία έναν άλλον άνθρωπο.

Το 1978 οι γονείς του χώρισαν μέσα σε μια εξαιρετικά πικρή διαδικασία. Ο πατέρας μετακόμισε σε μοτέλ και η μητέρα παραβιάζοντας δικαστική εντολή έφυγε από το σπίτι, παίρνοντας μαζί της τον μικρότερο αδερφό, αφήνοντας τον 18χρονο πλέον Τζέφρι μόνο του στο σπίτι. Μέσα σε αυτό ακριβώς το κενό, χωρίς κανέναν αγωνία στο σπίτι, λίγες εβδομάδες μετά την αποφύτισή του, διέπραξε το πρώτο του έγκλημα Και εδώ, αν θυμάστε από προηγούμενο επεισόδιο, ταιριάζει η θεωρία του Χίρση για τους κοινωνικούς δεσμούς Δηλαδή όσο αποδυναμώνονται οι δεσμοί με την οικογένεια, το σχολείο, την εργασία και την κοινωνία τόσο λιγότερα είναι τα φρένα που συγκρατούν κάποιον Και να περάσουμε τώρα στα εγκλήματά του Στις 18 Ιουνίου του 1978, μόλις τρεις εβδομάδες μετά την αποφύτισή του Ο Ντάμερ σταμάτησε το αυτοκίνητό του για έναν 18χρονο τον Στίβεν Χίξ Ο οποίος πήγαινε με οτοστόπ σε μια συναυλία Ο Στίβεν δέχτηκε να πάει στο σπίτι του Ντάμερ για λίγες μπύρες μη γνωρίζοντας ωστόσο ότι ο Ντάμερ θα ήταν μόνος του εκεί.

Κατά την δική του αργότερη περιγραφή, η θέα του Στίβεν τον διέγερε σεξουαλικά, αλλά όταν ο Στίβεν άρχισε να μιλά για κορίτσια, ο Ντάμερ κατάλαβε ότι οποιαδήποτε σεξουαλική προσέγγιση θα απορριπτώταν. Μετά από ώρες κουβέντας, ποτού και μουσικής, ο Στίβεν θέλησε να φύγει. Και όπως είπε αργότερο ο Ντάμερ, εγώ δεν ήθελα να φύγει.

Τον χτύπησε δύο φορές από πίσω με έναν αλτήρα Ενώ καθόταν σε καρέκλα Και όταν έπεσε ανέστητος τον στραγγάλισε μέχρι θανάτου Με την ράβδο του ίδιου αυτού αλτήρα Μετά ξέντησε το σώμα του Το εξερεύνησε με τα χέρια του Και αυτοεικανοποιήθηκε πάνω στο σώμα Την επόμενη μέρα διαμέλυσε το σώμα στο υπόγειο Το έθαψε αρχικά σε έναν ριχοτάφο στην πίσω αυλή Το ξέθαψε εβδομάδες αργότερα αφαίρεσε την σάρκα από τα κόκαλα, διέλυσε την σάρκα σε οξύ και την έριξε στην τουαλέτα, έσπασε τα κόκαλα με σφυρί και τα σκόρπισε σε ένα κοντινό δάσος.

Έξι εβδομάδες αργότερα ο πατέρας του Ντάμερ επέστρεψε στο σπίτι και βρήκε τον γιο του να ζει εντελώς μόνος του. Ο Ντάμερ γράφτηκε τον Αύγουστο στο Ohio State University, αλλά λόγω της χρόνιας κατανάλωσης αλκοόλ δεν κατάφερε να πετύχει στα μαθήματά του με αποτέλεσμα να εγκαταλείψει τις σπουδές του μετά από τρεις μήνες. Τον Ιανουάριο του 1979, με προτροπή του πατέρα του, κατατάχθηκε στον στρατό, εκπαιδεύτηκε ως νοσοκόμος μάχης και υπηρέτησε στην Γερμανία.

Μέχρι που η χρήση του αλκοόλ, η κατάχρηση του αλκοόλ οδήγησε στην τιμητική του απόλυση το 1981. Επέστρεψε στη ΣΥΠΑ, δοκίμασε να ζήσει μόνος του στο Μαϊάμι, απέτυχε και τελικά τον Δεκέμβριο του 1981 οι γονείς του τον έστειλαν να ζήσει με τη γιαγιά του από την πλευρά του πατέρα του Το μοναδικό μέλος της οικογένειας στο οποίο ο Ντάμερ έδειχνε κάποια στοργή Για ένα διάστημα η συμβίωση ήταν αρμονική Πήγαινε μαζί της στην εκκλησία, έκανε δουλειά στο σπιτιού, βρήκε δουλειά ως τεχνικός εμολυψίας τον Αύγουστο όμως του 1982 συνελήφθη για άσημνη συμπεριφορά επειδή εκτέθηκε δημόσια μπροστά σε 25 ανθρώπους ανάμεσά τους γυναίκες και παιδιά.

Το 1985 βρήκε δουλειά στην εργοστάσια Σοκολάτας και αρκετά σύντομα αναζωπυρώθηκαν οι παλιές φαντασιώσεις κυριαρχίας που είχε και άρχισε να συχνάζει σε gay bar, σάουνες και βιβλιοπουλία στο Μιλουόκι. Τον Ιούνιο του 1986 άρχισε να δίνει στους συντρόφους του που έπαιρνε στις σάουνες ποτανοθευμένα με υπνοτικά χάπια περιμένοντας να αποκοιμηθούν πριν προχωρήσει σε σεξουαλικές πράξεις.

Μετά από περίπου 12 τέτοια περιστατικά η διεύθυνση των σαουνών αυτών ανακάλυψε τη συντρομή του και άρχισε να χρησιμοποιεί δωμάτια ξενοδοχείων για σάουνες. Τον Σεπτέμβριο του 1986 συνελήφθη διότι αυτοεικανοποίητο μπροστά σε δύο 12χρονα αγόρια δίπλα σε ένα ποτάμι. Αρχικά ισχυρίστηκε ότι απλώς ουρούσε αλλά τελικά παραδέχτηκε την πράξη.

Στις 20 Νοεμβρίου του 1987, εννέα χρόνια μετά τον φόνο του Στίβεν, ο Ντάμερ γνώρισε σε ένα μπαρ τον 25χρονο Στίβεν του Όμι και τον έπεισε να πάνε μαζί σε ένα δωμάτιο ξενοδοχείου. Κατά την δική του εκδοχή δεν σκόπευε να τον σκοτώσει. Ήθελε απλώς να τον αρκώσει και να ξαπλώσει δίπλα του εξερευνώντας το σώμα του. Το επόμενο πρωί ξύπνησε και βρήκε τον Στίβεν νεκρό κάτω από αυτόν με το στήθος τσακισμένο και γεμάτο με λανιές και τις γροθιές του διοκομμένες, πρισμένες.

Εισχυρίστηκε αργότερα ότι δεν είχε καμία ανάμνηση του φόνου. Αγόρασε λοιπόν μια μεγάλη βαλίτσα μετέφερε το σώμα του Στίβεν στο σπίτι της γιαγιάς του το διαμέλησε μια εβδομάδα αργότερα και κράτησε το κρανέο για δύο εβδομάδες πριν το βράζει σε απορριπαντικό και αχλωρίνη για να το διατηρήσει ως αντικείμενο που θα του προκαλούσε ικανοποίηση ας πούμε μέχρι που έγινε πολύ εύθραυστο και το κατέστρεψε Κατά την δική του παραδοχή ο φόνος του Στίβεν του Όμη ήταν το σημείο καμπής μετά το οποίο έπαψε να προσπαθεί να ελέγξει τις παρονομήσεις του και άρχισε να αναζητά ενεργά πλέον τα θύματα του, τα περισσότερα σε gay bar, οδηγώντας τα συνήθως στο σπίτι της γιαγιάς του.

Όπως τον 14χρονο James Dockstator, τον Ιανουάριο του 1988, τον 22χρονο Richard Guerrero, τον Μάρτιο του 1988 και στο ενδιάμεσο μία σχεδόν θανατηφόρα απόπειρα εναντίον ενός άλλου νεαρού του Ρόναλτ Φλάουερς που διέκοψε η ίδια του γιαγιά φωνάζοντας από το άλλο δωμάτιο σώζοντάς τον εντελώς τυχαία. Τον Σεπτέμβριο του 1988 η γιαγιά του εξαντλημένη από το ποτό της παραξενής μυρωδιάς από το υπόγειο και τις νυχτερινές ευισκέψεις νεαρών αντρών του ζήτησε να φύγει.

Ο Ντάμερ νίκαισε δικό του διαμέρισμα, αλλά μόλις δύο μέρες αργότερα συνελήφθη για ανάρκωση και σεξουαλική επίθεση σε 13χρονο αγόρι, το οποίο είχε προσελκύσει με το πρόσχημα γυμνών φωτογραφιών. Ο πατέρας του προσέλαβε τον δικαιωρό Τζέραλτ Πόιλ, ο Ντάμερ υποβλήθηκε σε ψυχολογικές αξιολογήσεις πριν τη δική, οι οποίες εντόπισαν βαθιά αισθήματα αποξένωσης και παρουσίασαν μια πρόημη διάγνωση σχιζοειδούς διαταραχής προσωπικότητας.

Στις 30 Ιανουαρίου του 1989 δήλωσε ένοχος για σεξουαλική επίθεση δεύτερου βαθμού και η ποινή αναβλήθηκε μέχρι τον Μάιο. Και εδώ συμβαίνει το εξής. Δύο μήνες μετά την καταδίκη του και δύο μήνες πριν την επιμέτρηση της ποινής, ενώ δηλαδή ήταν ήδη νομικά καταδικασμένος και περίμενε να μάθει την ποινή του, ο Ντάμπρ σκότωσε το πέμπτο του θύμα, τον 24χρονο Άνθονι Σίερς.

Τον πρώτο από τον οποίο διατήρησε μόνιμα μέρη του σώματος, το κρανίο και τα γενετικά όργανα σε ασετών. Στις 23 Μαΐου του 1989 καταδικάστηκε σε πέντε χρόνια με αναστολή και έναν χρόνο σε σοφρονιστικό ίδρυμα με δυνατότητα εργασιακής άδειας ώστε να κρατήσει τη δουλειά του. Ποινή που πολλοί θεώρησαν αργότερα εκπληκτικά επίκει, δεδομένη στη σοβαρότητα της κατηγορίας.

Αποφυλακίστηκε υπό όρους δύο μήνες πριν τη λήξη, με πενταετή περίοδο δοκιμασίας. Τον Μάιο του 1990 μετακόμισε στο διαμέρισμά του στο συγκρότημα Oxford Apartments, μεταφέροντας μαζί του το μουμιοποιημένο κεφάλαιο και τα γενετικά όργανα του Άμφωνη. Μέσα σε μία εβδομάδα από τη μετακόμιση, σκότωσε το έκτο του θύμα, τον 32χρονο Ρέιμοντ Σμιθ, δίνοντάς του ποτό με επτά υπνοτικά χάπια πριν το στραγγαλίσει.

Την επόμενη μέρα αγόρασε μηχανή Polaroid και άρχισε να φωτογραφίσει τα θύματα του σε προκλητικές πόζες πριν τα διαμελήσει, μια πρακτική που θα επαναλάμβανε σχεδόν σε κάθε επόμενο φόνο και η οποία τελικά θα αποδεικνύονταν καθοριστική για την ταυτοποίηση αρκετών θυμάτων. Οι φωτογραφείς δεν είχαν μόνο το ρόλο ενός αναμνηστικού.

Σύμφωνα με τις ομολογίες του, τις χρησιμοποιούσε για να ξαναζήνω ιτικά κάθε στάδιο των εγκλημάτων. Οι ερευνητές θεωρούν ότι λειτουργούσαν ως μέσο ενίσχυσης των φαντασιώσεών του, αλλά και ως ένας τρόπος να διατηρεί την αίσθηση του απόλυτου ελέγχου που ήθελε να έχει πάνω στα θύματα του. Τον Ιούνιο του 1990 σκότωσε τον 27χρονο Έντουαρτ Σμιθ.

Τρεις μήνες αργότερα τον 22χρονο Έρνεστ Μίλερ τον οποίον έχοντας μόνο δύο υπνοτικά χάπια διαθέσιμα σκότωσε κόβοντάς του την καροτίδα ενώ φύλαξε την καρδιά, το σηκώτη, τους δικέφαλους και τμήματα από τους μυρούς του τυλιγμένα σε σακούλες στην κατάψυξη για μελλοντική κατανάλωση. Όπως δήλωσε ίδιος αργότερα αναφορικά με τις φωτογραφίες και με το γιατί κρατούσε μέρη του σώματος και σκελετούς ήταν ο τρόπος μου να θυμάμαι την εφάνισή τους, τη σωματική τους ομορφιά.

Ήθελα επίσης να κρατήσω, εάν δεν μπορούσα να τους κρατήσω ολόκληρους μαζί μου μπορούσα τουλάχιστον να κρατήσω τους σκελετούς τους. Τον Σεπτέμβριο σκότωσε τον 22χρονο Ντέιβιτ Τόμας τον οποίον όπως παραδέχτηκε δεν έβρισκε καν ελκυστικό μετά από την άρκωση αλλά τον σκότωσε ούτως ή άλλως. Ακολούθησαν σχεδόν πέντε μήνες χωρίς φόνο.

Αν και ο Ντάμερ επιχείρησε ανεπιτυχώς τουλάχιστον πέντε φορές να παρασύρει άλλους άντρες στο διαμέρισμά του στον υπεύθυνο αναστολής του ανέφερε επανειλημμένα άγχος και κατάθλιψη, αναφερόμενος επίσης στην μοναχική του ζωή, στις οικονομικές δυσκολίες, ακόμα και στις αυτοκτονικές του σκέψεις. Τον Φεβρουάριο του 1991 σκότωσε τον 17χρονο Κέρτις Στρότερ.

Στις 7 Απριλίου τον 19χρονο Έρολ Λίντζεϊ, στον οποίον δοκίμασε για πρώτη φορά αυτό που αργότερα ονόμασε στους ανακριτές τεχνική τρυπανίσματος. Τρίπησε το κρανίο του με τρεπάνι και του έχησε υδροχλωρικό οξύ στον εγκέφαλο Ελπίζοντας να τον καταστήσει μόνιμα ήσυχα υποταγμένο χωρίς να τον σκοτώσει Ο Λίντζεϊ ξύπνησε μετά από αυτό λέγοντας έχω πονοκέφαλο τι ώρα είναι Ο Ντάμερ τον άρκωσε ξανά και τον στραγγάλισε Και εδώ η ιατροδικαστική εξέταση επιβεβαίωσε κάτι ιδιαίτερα σημαντικό Οι επεμβάσεις αυτές δεν είχαν γίνει μόνο με τα θάνατον.

Σε ένα από τα θύματα του, η μικροσκοπική εξέταση του εγκεφαλικού τραύματος έδειξε φλεγμονώδη αντίδραση και αγκιακές αλλοιώσεις μακριά από την πορεία του τραύματος. Με απλά λόγια, ο οργανισμός είχε προλάβει να αντιδράσει στην έγχυση της χημικής ουσίας, γεγονός που επιβεβαίωνε ότι το θύμα ήταν ακόμα ζωντανό όταν πραγματοποιήθηκε η διαδικασία.

Στις 24 Μαΐου σκότωσε τον 31χρονο Τόνι Χιούς, στον οποίον επανέλαβε την ίδια τεχνική τρυπανίσματος Και φτάνουμε τώρα στο πιο τραγικό, πιο νομικά αβαρισίμαντο περιστατικό όλης της υπόθεσης Στις 26 Μαΐου του 1991, ο Ντάμερ γνώρισε τον 14χρονο Κόνερακ Σιδασόμφων στον δρόμο χωρίς να γνωρίζει ότι ήταν ο μικρότερος αδερφός ενός αγοριού που είχε ο ίδιος κακοποίηση σεξουαλικά το 1988.

Τον παρέσυρε στο διαμέρισμά του με το πρόσχημα φωτογραφιών. Τον άρκωσε και έκανε την ίδια τεχνική τρυπανίσματος. Τρίπησε το κρανίο του και έχησε υδροχλωρικό οξύ στον εγκέφαλό του, χωρίς αυτή τη φορά να τον σκοτώσει αμέσως. Ενώ ο Κόνερακ βρισκόταν σε κατάσταση ζαλάδας, ο Ντάμερ βγήκε από το διαμέρισμα για να αγοράσει μπύρα.

Ο Κόνερακ, γυμνός, περδεμένος και αιμορραγώντας, κατάφερε να βγει στον δρόμο. Τρεις γυναίκες τον βρήκαν σε κατάσταση σοπ και κάλεσαν αμέσως το 9-11, την άμεση δράση δηλαδή. Όταν έφτασε ο Ντάμερ έπεισε τους αστυνομικούς ότι ο Κόνερακ ήταν ο 19χρονος ερωτικός του σύντροφος και ήταν μεθυσμένος μετά από ένα καυγά που είχαν.

Οι γυναίκες προσπάθησαν να εξηγήσουν στους αστυνομικούς ότι το αγόρι είχε αίμα στα γενετικά του όργανα και αιμαρουργούσε και από τον προκτό και ότι είχε αντισταθεί σωματικά όταν ο Ντάμερ προσπαθούσε να τον σύρει πίσω στο διαμέρισμα. αλλά ένας αστυνομικός της διέταξε να μην χώνουν τη μύτη τους. Μέσα στο διαμέρισμα ο Ντάμερ έδειξε στους αστυνομικούς φωτογραφίες πολλά ρόλια που είχε τραβήξει του Κόνερακ με τα εσώρουχα αποδεικνύοντας έτσι κατά κάποιο τρόπο τον ισχυρισμό του.

Ένας από τους αστυνομικούς ζουμίρισε μια περίεργη οζουμί στο διαμέρισμα που ήταν η μυρωδιά από το σώμα του Τόνι Χιούς που βρισκόταν ήδη στο υπνοδωμάτιο. κοίταξε γρήγορα προς το δωμάτιο χωρίς να το ερευνήσει σοβαρά. Έτσι οι αστυνομικοί έφυγαν αφήνοντας τον Κόνερακ με τον Ντάμερ με μια τελευταία παρατήρηση προς τον Ντάμερα να τον φροντίσει καλά.

Κατέγραψαν το περιστατικό μάλιστα ως οικογενειακή διαφορά. Μόλις έφυγε η αστυνομία, ο Ντάμερ τρέπησε ξανά το κρανίο του Κόνερακ και του έχησε ξανά οξύ, αυτή τη φορά θανάσιμα. Η συγκεκριμένη υπόθεση δεν οδήγησε μόνο σε κατακραυγή για την αστυνομία, άνοιξε και μια πολύ μεγαλύτερη συζήτηση σχετικά με το κατά πόσο στερεότυπα απέναντι στους ομοφυλόφιλους και απέναντι στις εθνικές μειονότητες επηρέασαν την κρίση των αστυνομικών εκείνο το βράδυ.

Θα ήταν εύκολο να το περιγράψουμε απλά αυτό που συνέβη ως ένα τραγικό λάθος. Όμως η υπόθεση απέκτησε μεγαλύτερη κοινωνική και θεσμική διάσταση. ο Ντάμερ κατάφερε να παρουσιάσει ένα εμορραγούν από προσανατολισμένο 14χρονο παιδί ως τον ενήλικο σύντροφό του και το περιστατικό όλος ιδιωτική ερωτική διαφορά. Οι γυναίκες που είχαν βρει τον Κόνερακ επέμεναν ότι κάτι δεν πήγαινε καλά, αλλά οι ανησυχίες τους αγνοήθηκαν.

Νομικές και κοινωνικές αναλύσεις της υπόφεσης αυτής υποστηρίζουν ότι δεν μπορεί να αγνοηθεί καθόλου το πλαίσιο. Ένας λευκός άντρας κρύθηκε πιο αξιόπιστος από νεαρές μαύρες γυναίκες, ενώ η υπόθεση αντιμετωπίστηκε με στερεότυπα απέναντι στους ομοφυλόφουλους και τους μετανάστες. Και εδώ να αναφερθούμε και λίγο σε κάτι άλλο, να ανοίξουμε μια μικρή νομική γωνία, γιατί αυτό το περιστατικό δεν είναι απλώς μια τραγική ιστορία, που προφανώς είναι, έγινε και αντικείμενο μακράς δεκαστικής διαμάχης.

η οικογένεια του Κόνερακ μήνυσε τον Δήμο του Μυρουόκη και τους τρεις εμπλεκόμενους αστυνομικούς, στηριζόμενοι σε δύο νομικά επιχειρήματα. Πρώτον, ότι παραβιάστηκε για αρχή της ίσης προστασίας του 14ου τροπολογικού άρθρου του Αμερικανικού Συντάγματος. Με το επιχείρημα ότι οι αστυνομικοί αντιμετώπισαν το περιστατικό με τόση αμέλεια, ακριβώς επειδή το θεί μετανάσιατης και πιθανός υποφιλόφιλος.

και δεύτερον ότι παραβιάστηκε η ρήτρα ουσιαστικής δίκαιης διαδικασίας. Οι αστυνομικοί επικαλέστηκαν στο δικαστήριο κάτι που ονομάζεται ειδική ασυλία, ένα θεμελιώδες δόγμα του Αμερικανικού Δικαίου που προστατεύει δημόσιους υπαλλήλους, συμπεριλαμβανομένων αστυνομικών, από προσωπική αστική ευθύνη για πράξεις κατά την άσκηση των καθηκόντων τους, εκτός αν παραβίασαν ένα σαφώς καθιερωμένο συνταγματικό δικαίωμα που κάθε λογικός αξιωματούχος τα γνώριζε.

Το Ομοσπονδιακό Δικαστήριο εξέτασε προσεκτικά αν οι συγκεκριμένες πράξεις των αστυνομικών, όχι απλώς η αποτεχεία τους να προστατεύσουν το θύμα, αλλά η ενεργή τους απόφαση να τον επιστρέψουν σε επικίνδυνη κατάσταση, υπερέδαιναν αυτό το όροι προστασίας. Παράλληλα με την δικαστική διαδικασία το ίδιο το αστυνομικό τμήμα απέλησε τους δύο αστυνομικούς Εκείνοι όμως άσκησαν έφεση μέσω της διαδικασίας διατησίας που προβλέπεται στην συλλογική σύμβαση του συνδικάτου τους και ένας δικαστής διατησίας τους επανέφερε στη θέση τους με αναδρομικές αποδοχές 55.000 δολαρίων έκαστος Ο ένας από αυτούς μάλιστα εξελέγει αργότερα πρόεδρος της αστυνομικής ένωσης του Μιλγόκη Μετά τον θάνατο του Κόνερακ, ο ρυθμός των φόνων του Ντάμερ επιταχύνθηκε δραματικά.

Στις 30 Ιουνίου ταξίδευσε στο Σικάγο για το Chicago Pride Parade, όπου γνώρισε τον 20χρονο Ματ Τέρνερ και τον έπεισε να τον ακολουθήσει στο Μιλγκόκι για ένα επεγγελματικό φωτογραφικό σχέδιο. Στις 5 Ιουλίου από το ίδιο μπαρ του Σικάγο παρέστησε τον 23χρονο Τζερεμάια Βάινμπεργκερ Στον οποίον σε μια ακόμα πιο ακραία παραλλαγή της τεχνικής τρύπησε το κρανίο δύο φορές Και έχησε μέσα βραστό νερό στέλνοντάς τον σε κόμμα από το οποίο πέθανε δύο μέρες αργότερα Στις 15 Ιουλίου σκότωσε τον 24χρονο Όλιβερ Λέισι Σε αυτή την περίπτωση μετά το στραγγαλισμό είχε σεξουαλική επαφή με το πτώμα πριν το διαμελήσει διατηρώνοντας το κεφάλι και την καρδιά στο ψυγείο και τον σκελετό στην κατάψυξη για να τον χρησιμοποιήσει σε κάτι που ίδιος σχεδίαζε.

Θα φτάσουμε και εκεί σε λίγο. Τέσσερις μέρες αργότερα στις 19 Ιουλίου απολύθηκε από την εργασία του στο εργοστάσιο σοκολάτας και την ίδια μέρα σκότωσε τον 25χρονο πατέρα τριών παιδιών, Joseph Breithoft, το 17ο και τελευταίο του θύμα. Στις 22 Ιουλίου του 1991, ο Ντάμερ προσέγγισε τρεις άντρες σε εμπορικό κέντρο, προσφέροντας 100 δολάρια στον καθένα, για να τον ακολουθήσουν στο διαμέρισμά του για γυμνές φωτογραφίες.

Δέχτηκε μόνο ο 32χρονος Tracy Edwards. Μέσα στο διαμέρισμα, ο Edwards παρατηρήσε μια έντονη δυσοσμία και κουτιά με υδροχλωρικό οξύ στο πάτωμα, τα οποία ο Dumberg ισχυρίστηκε ότι χρησιμοποιούσε για καθάρισμα των τούβλων. Ο Dumberg κατάφερε να του περάσει μια χειροπέδα στον καρπό, τον οδήγησε στο υπνοδωμάτιο με το πρόσχημα της φωτογράφησης και εκεί με μαχαίρι στο χέρι του είπε ότι σκόπευε να φάει την καρδιά του.

Ο Edwards σε μια απίστευτη επίδειξη ψυχραιμίας κατάφερε να τον καθυσυχάσει να τον πείσει να χαλαρώσει μπροστά στην τηλεόραση με μια μπύρα και τελικά όταν ο Ντάμερ αφαιρέθηκε στιγμία τον χτύπησε στο πρόσωπο και έτρεξε με μια χειροπέδα ακόμα κρυμασμένη στον καρπό του μέχρι που συνάντησε δύο αστυνομικούς που περνούσαν με το περιπολικό τους Οι αστυνομικοί τον συνόδευσαν πίσω στο διαμερίσμα για να διαρευνήσουν Ο ίδιος ο Ντάμερ τους άνοιξε την πόρτα και παραδέχτηκε ότι είχε βάλει τη χειροπέδα στον Έντουαρτς Χωρίς όμως καμία εξήγηση Ο ένας αστυνομικός μπαίνοντας στο υπνοδωμάτιο για να βρει το κλειδί της χειροπέδας Είδε ένα μεγάλο μαχαίρι κάτω από το κρεβάτι και ένα ανοιχτό σιρτάρι γεμάτο φωτογραφίες Polaroid Διαμελισμένων ανθρώπινων σωμάτων Βγήκε στο σαλόνι κρατώντας οι φωτογραφίες λέγοντας μόνο «αυτές είναι αληθινές».

Οι φωτογραφίες αυτές δεν ήταν απλώς αποδεικτικά στοιχεία ούτε συνηθισμένα τρόπεα. Ο Ντάμερτ τις τραβούσε σε διαφορετικά στάδια της διαδικασίας, ώστε να μπορεί αργότερα να επιστρέφει νοητικά στα εγκλήματα και να τα ξαναζεί μέσα από τις εικόνες. Οι φωτογραφίες απέκτησαν όμως και απρόβλεπτη ιατροδικαστική σημασία. Σε ορισμένες περιπτώσεις, οι παθολόγοι μπόρεσαν να διακρίνουν επάνω τους σημάδια περίδεσης στον λαιμό και να τις χρησιμοποιήσουν για να προσδιορίσουν την αιτία και τον τρόπο θανάτου όταν η κατάσταση των λειψάνων δεν επέτρεπε πλέον ασφαλές συμπέρασμα.

Ο Ντάμερ προσπάθησε να αντισταθεί στη σύλληψη, αλλά οι αστυνομικοί τον ακινητοποίησαν. Ανοίγοντας το ψυγείο βρήκαν ένα φρεσκοκομμένο ανθρώπινο κεφάλι στο κατωράφι Και ο Ντάμερ ξαπλωμένος στον πάτο μου όπως ήταν με τις χειροπέδες Μουρμούρησε για ό,τι έκανα θα έπρεπε να είμαι νεκρός Μία πιο λεπτομερής έρευνα του διαμερίσματος αποκάλυψε τέσσερα ολόκληρα κομμένα κεφάλια στην κουζίνα Εφτά κρανία στο ύπνο δωμάτιο και σε ντουλάπια δύο ανθρώπινες καρδιές και τμήματα μειών τυλιγμένα σε σακούλες, έναν ολόκληρο κορμό και σακούλα με όργανα στην κατάψυξη, δύο πλήρες σκελετούς, ένα ζευγάρι κομμένων χεριών, ένα μομιοποιημένο τριχωτό κεφαλής και μέσα σε ένα μπλε βαρέλι 200 λίτρων τρεις ακόμα κορμούς που διαλύονταν σε οξύ.

Βρέθηκαν επίσης 74 φωτογραφίες Polaroid που τεκμηρίωναν το διαμελισμό των θυμάτων του. Αυτό που ακολούθησε ήταν ίσως μία από τις πιο πλήρες ομολογίες στην ιστορία των serial killers. Ο Ντάμερ δεν προσπάθησε να αρνηθεί τα εγκλήματα ούτε να τα ελεγχιστοποιήσει. Αντίθετα, περιέγραψε με εξαιρετική λεπτομέρεια κάθε φόνο, κάθε στάδιο του διαμελισμού και τους λόγους για τους οποίους κρατούσε μέρη των σωμάτων.

Οι αστυνομικοί που τον ανέκριναν είχαν αναφέρει ότι απαντούσε ήρεμα σχεδόν σε κάθε ερώτηση και πολλές φορές έδινε πληροφορίες που ακόμα δεν του είχαν ζητηθεί. Παρά την εκτενή ομολογία του, οι αρχές δεν μπορούσαν φυσικά να βασιστούν μόνο στον λόγο του. Έπρεπε να αναγνωρίσουν κάθε θύμα, να προσδιορίσουν όσο ήταν δυνατόν την αιτία θανάτου και να συνδέσουν τα λείψανα με συγκεκριμένες εξαφανίσεις.

Όλοι οι 11 άνθρωποι των οποίων τα λείψανα βρέθηκαν στο διαμέρισμα ταυτοποιήθηκαν μέσω σύγκρισης με προγενέστερα οδοντιατρικά αρχεία, ενώ σε τέσσερις περιπτώσεις η ταυτότητα επιβεβαιώθηκε επιπλέον με δακτυλικά αποτυπώματα. Ο ίδιος ο Ντάμερ διευκόλυνε την ταχαία ταυτοποίηση δίνοντας ονόματα και εξηγώντας τον τρόπο με τον οποίο είχε επεξεργαστεί τα λείψανα.

Η ιατροδικαστική βιβλιογραφία έχει χαρακτηρίσει την υπόθεση ένα είδος μικροκαταστροφής Παρότι ο αριθμός των θυμάτων μέσα στο διαμέρισμα ήταν 11 Η πολυπλοκότητα της κοινής, ο διαμερισμός, η ανάμιξη των λειψάνων, η πίεση των μέσων ενημέρωσης και οι οργοί της κοινότητας εξάντλησαν τις καθημερινές δυνατότητες των τοπικών υπηρεσιών Τις επόμενες εβδομάδες, πολίτες παρέδιδαν συνεχώς μικρά οστά ή σακούλες με οστά που πίστευαν ότι μπορεί να σχετίζονταν με τον Ντάμερ.

Το γιατροδικαστικό γραφείο χρειάστηκε να ανοίξει 42 επιπλέον έρευνες, πολλές από τις οποίες αφορούσαν τελικά οστά ζώων από εστιατόρια ή αντικείμενα που είχαν αφηθεί σκόπιμα κοντά στο κτίριο. Ένα από τα πιο ανησυχητικά πράγματα που είπε αργότερα ο Ντάμερ είναι ότι δεν πίστευε πως θα σταματούσε μόνος του Σε ηχογραφημένη συνομιλία από τη φυλακή παραδέχτηκε ότι είχε απορροφηθεί τόσο πολύ από αυτό που έκανε ώστε θεωρούσε πως θα συνέχιζε για όλη του τη ζωή αν δεν είχε συλληφθεί Και αυτό έχει σημασία όταν ακόμα αργότερα της δηλώσεις μεταμέλειας η σύλληψη δεν ήρθε επειδή αποφάσισε να παραδοθεί να ζητήσει βοήθεια ήρθε επειδή ο Tracy Edwards καταφέρει να διαφύγει.

Από τις πρώτες πρωινές ώρες της 23ης Ιουλίου του 1991 ο Detective Patrick Kennedy και αργότερα ο Detective Dennis Murphy ξεκίνησαν μια σειρά ανακρίσεων με τον Dahmer που αθρηστικά ξεπέρασαν τις 60 ώρες μέσα σε δύο εβδομάδες καταλήγοντας σε μια ομολογία 178 σελίδων. Εδώ αξίζει μια σύντομη παρατήρηση. Ο Ντάμερ παρετήθηκε ρητά από το δικαίωμά του να έχει δικηγόρο παρόντα κατά τη διάρκεια των ανακρίσεων.

Δήλωσε στους detective ότι ήθελε να ομολογήσει τα πάντα γιατί όπως είπε δημιούργησε αυτή τη φρίκη και έχει νόημα να κάνω ό,τι μπορώ για να τη σταματήσω. Αυτό είχε νομική σημασία επειδή σε πάρα πολλές υποθέσεις που καταλήγουν σε ακυρώσεις ή εφέσεις το κρίσιμο ερώτημα δεν είναι αν κάποιος ομολόγησε αλλά αν η ομολογία ήταν πραγματικά οικιοθελής αν δηλαδή δεν αποσπάστηκε με εξαναγκασμό, απάτη ή χωρίς ουσιαστική κατανόηση των δικαιωμάτων του Στην περίπτωση του Ντάμερ η ομολογία θεωρήθηκε από την αρχή ανδιαφυσβήτητα έγκυρη Ο ίδιος ήταν πρόθυμος, συνεργάσιμος, ήρεμος και μάλιστα βοήθησε ενεργά την αστυνομία να ταυτοποιήσει θύματα, δίνοντας φυσικά λεπτομέρειες που κανείς άλλος δεν θα μπορούσε να γνωρίζει.

Αυτό μάλιστα θα αποδεικνύονταν αργότερα ένα από τα ισχυρότερα επιχειρήματα της κατηγορούς αρχής εναντίον της υπεράσπισης λόγω καταλογισίας, θέτοντας το ερώτημα πώς μπορεί κάποιος να είναι τόσο μεθοδικός, τόσο συνεπής, τόσο ικανός να θυμάται και να εξηγεί κάθε λεπτομέρεια δεκάδων φόνων για μια δεκαετία αν πραγματικά δεν καταλάβαινε τι έκανε.

Ο Ντάμερ παραδέχτηκε 16 φόνους στο Βουισκόνσιν από το 1987 και έναν στο ΟΧΑΙΟ το 1978. Εξήγησε ότι στα περισσότερα θύματα δεν είχε συνείδηση κατά τη στιγμή του θανάτου τους, ήταν ήδη ανέσθητα από τα ηρεμιστικά, αν και σε ορισμένες περιπτώσεις ο θάνατος προκλήθηκε από το ίδιο το οξύ ή το βραστό νερό που τους έριχνε στον εγκέφαλο.

Παραδέχθηκε ανοιχτά ότι είχε σεξουαλική επαφή με πολλά από τα σώματα, ακόμα και με τα εσωτερικά όργανα, καθώς τα διαμέλυζε στην πανιέρα του. παραδέχτηκε ότι είχε καταναλώσει στην καρδιά το συκώτι τους δικεφάλους και τμήματα μυρού από τρία τουλάχιστον θύματα. Σχετικά με την κατανάλωση εξήγησε «Νομίζω με έναν παράξενο τρόπο με έκανε να νιώθω ότι ήταν ακόμα πιο μόνιμο μέρος μου».

Περιέγραψε την επιτάχυνση της συχνότητας των φόνων στους τελευταίους μήνες πριν τη σύλληψή του ως κάτι που τον παρέστηκε ολοκληρωτικά. Είχε δηλώσει Το ρώτησαν σε ποιον ήταν αφιερωμένος αυτός ο εβωμός, απάντησε στον εαυτό μου. Ήταν ένα μέρος όπου μπορούσα να νιώθω σαν στο σπίτι μου. Τον περιέγραψε ως τόπο διαλογισμού από όπου πίστευε ότι θα ντλούσε δύναμη προσθέτοντας αν αυτό, η σύλληψή μου δηλαδή, είχε συμβεί έξι μήνες αργότερα, αυτό είναι που θα είχαν βρει.

Ο Ντάμερ δεν ισχυρίστηκε ποτέ ότι έκανε αυτά τα πειράματα επειδή πιστεύει πραγματικά ότι θα δημιουργούσε έναν ζωντανό νεκρό, όπως σε κάποια ταινία τρόμου. Ο ίδιος εξήγησε ότι προσπαθούσε να δημιουργήσει έναν άνθρωπο που θα παρέμενε ζωντανός, αλλά δεν ήταν απόλυτα υπάκος και δεν θα μπορούσε ποτέ να τον εγκαταλείψει. Αυτό το στοιχείο θα παίξει πολύ σημαντικό ρόλο αργότερα, όταν δούμε τι υποστήριξαν οι ψυχιατρές στη δίκη.

Ο Ντάμερ παρουσίαζε αυτή την επιθυμία ως ανάγκη για έναν απολύτως παθητικό σύντροφο έναν άνθρωπο ζωντανό αλλά χωρίς δική του βούληση ο οποίος δεν θα μπορούσε να αντισταθεί ή να φύγει Αυτό όμως δεν θα πρέπει να εξοραίζεται ως απλός φόβος εγκατάληψης Στην πράξη πρόκειτο για πλήρη κατάργηση της αυτονομίας ενός άλλου ανθρώπου Δεν επιζητούσε αμοιβαία σχέση, επιζητούσε κατοχή Και εδώ βλέπουμε ξανά κάτι που είχαμε συζητήσει σε προηγούμενο επεισόδιο για τον Πινατέλ Έντονος εγωκεντρισμός και πλήρη συναισθηματική αδιαφορία για την αυτονομία του άλλου Αυτό μάλιστα το ανέφερε αρκετές φορές και στις συνεντεύξεις του Όταν τον ρωτούσαν γιατί δεν αφήνει απλώς τους ανθρώπους να φύγουν Και απαντούσε ότι δεν ήθελε να τους χάσει Ήθελε να παραμένουν μαζί του για πάντα και προσπαθώντας να τους κρατήσει κοντά του, κατελείγει να τους σκοτώνει.

Για να γίνει ακόμα καλύτερα κατονοητό, θα σας βάλω ένα σύντομο απόσπασμα από μία από τις συνεντεύξεις του Τσέφρι για να δείτε τι συγκεκριμένα λέει σχετικά με τα θύματα του ή μάλλον πώς τους αντιμετώπιζε. Στην ανακρίση του, όπως ανέφερα και λίγο πιο πριν, ο Ντάμερ είπε ότι αρχικά δοκίμασε ανθρώπινη σάρκα από περιέργεια, αλλά στη συνέχεια συνέδεσε την πράξη με την ιδέα ότι μπορούσε έτσι να κρατήσει ορισμένα θύματα μαζί του.

Σύμφωνα με τις καταγραφές της ανάκρισης, επέλεγε κυρίως ανθρώπους που έλεγε ότι του άρεσαν ιδιαίτερα και περιέγραφε την κατανάλωσή του σαν έναν τρόπο να γίνουν μέρος του και να παραμείνουν μαζί του Μετά την καταδίκη του, ο Ντάμερ παραχώρησε αρκετές τηλεοπτικές συνέντευξεις κάτι ασυνήθιστο για έναν καταδικασμένο Σίρα Κίλερ τόσο σύντομο μετά τη δίκη του Στην τριαντάλεπτη συνέντευξη με τη δημοσιογράφο Νάνση Γκλάς για το Inside Edition τον Ιανουάριο του 1993 και αργότερα στην ενενηντάλεπτη συνέντευξη με τον Στον Φίλιπς στο Deadline NBC τον Μάρτιο του 1994 ο Ντάμιρ μίλησε με εκπληκτική ρεμία για τα κίνητρά του.

Στον Φίλιπς, εξηγώντας πως έφτασε τόσο μακριά, είχε πει «Αν κάποιος δεν πιστεύει ότι υπάρχει Θεός τον οποίο να είναι υπόλογος, τότε ποιο είναι το νόημα να προσπαθείς να τροποποιήσεις τη συμπεριφορά σου ώστε να παραμείνει μέσα σε αποδεκτά όρια». Έτσι σκεφτόμουν τουλάχιστον εγώ. Δεν λέει δηλαδή ότι δεν ήξερε αν αυτό που έκανε ήταν λάθος, λέει ότι δεν ένιωθε κανέναν λόγο να σταματήσει.

Μετά τη σύλληψή του ζήτησε από τον Detective Murphy ένα αντίτυπο της βίβλου και σταδιακά αφοσιώθηκε στον χριστιανισμό, βαφτίστηκε μέσα στη φυλακή τον Μάιο του 1994 από τον ιεροκύρικα Ρόι Ράτκλιφ ο οποίος τον επισκεπτόταν κάθε εβδομάδα οι δυο τους συζητούσαν τακτικά την ιδέα του θανάτου ο Ράτκλιφ αποκάλυψε αργότερα ότι τους τελευταίους μήνες πριν το θάνατό του ο Ντάμερ αναρωτιόταν αν αμάρτανε ενάντια στον Θεό απλώς συνεχίζοντας να ζει και να περάσουμε τώρα σε ορισμένα ζητήματα για την δίκη ομολόγησε 17 φόνους συνολικά.

Αλλά δικάστηκε μόνο για 15 στο Βουισκόνσιν και έναν ξεχωριστά στο ΟΧΑΙΟ. Γιατί? Στην περίπτωση του Τουόμι η εισαγγελία εξήγησε ρητά ότι η απόφαση να μην διώξει βασίστηκε σε μια θεμελιώδη αρχή. Ο εισαγγελέας φέρει το βάρος απόδειξης να αποδείξει την ενοχή πέρα από κάθε εύλογη αμφιβολία. Και στην περίπτωση του Τουόμι ο ίδιος ο Ντάμερ δήλωσε ότι δεν είχε καμία ανάμνηση της πράξης.

Ενώ δεν υπήρχε κανένα φυσικό στοιχείο, κανένα λείψανο, τίποτα εκτός από την δική του αβέβαιη περιγραφή. Ακόμα και όταν κάποιος ομολογεί, αν η ίδια η ομολογία είναι ασαφής ή δεν συνοδεύεται από επαρκή ανεξάρτητα στοιχεία, μία εισαγγελία μπορεί λογικά να αποφασίσει ότι δεν αξίζει τον κίνδυνο μιας αθώωσης ή απλώς ότι δεν χρειάζεται αφού οι υπόλοιπες 15 κατηγορίες ήδη εγγυόνταν τα εισόβια.

Είναι μια πρακτική αρχή που εφαρμόζεται σε υποθέσεις πολλαπλών φόνων όταν οι αποδεδειγμένες κατηγορίες ήδη εξασφαλίζουν τη μέγιστη δυνατή ποινή οι εισαγγελίες συχνά επιλέγουν να μην σπαταλήσουν δεκαστικούς πόρους σε επιπλέον κατηγορίες με ασθενέστερα στοιχεία. Και τώρα φτάνουμε σε ένα άλλο κομμάτι που κάνει αυτή την δίκη ιδιαίτερα μοναδική. Στις 13 Ιανουαρίου του 1992 ο Ντάμερ δήλωσε guilty but insane, δηλαδή ένοχος αλλά ακαταλόγιστος, για τις 15 κατηγορίες.

Αυτό δεν είναι απλώς ορολογική λεπτομέρεια, είναι κομβικό. Σε πολλές πολιτείες των ΙΠΑ υπάρχει η δήλωση not guilty by reason of insanity, ανθός λόγο ακαταλογισίας, όπου αν πετύχει, ο κατηγορούμενος αθώνεται τυπικά και οδηγείται συνήθως σε ψυχιατρική νοσηλεία. Οι ένωρκοι είχαν επίσης ενημερωθεί ρητά ότι η αποδοχή της ακαταλογισίας δεν σήμαινε ότι ο Ντάμερ θα έβγαινε ελεύθερος.

Θα παραδιδόταν στην κρατική επιμέλεια και πιθανότατα θα νοσηλευόταν σε ψυχιατρικό ίδρυμα, εκτός αν το δικαστήριο έκρινε ότι δεν αποτελούσε κίνδυνο για τον εαυτό του ή για άλλους. Άρα, τουλάχιστον θεωρητικά, η επιλογή των ενόρκων δεν ήταν τιμωρία ή ελευθερία. Αλλά φυλάκιση ως ποινικά υπεύθυνου ή εγκλισμός και θεραπεία ως νομικά ακαταλόγιστο.

Το πιο δύσκολο εμπόδιο για την υπεράσπιση δεν ήταν να αποδείξει ότι ο Ντάμερ είχε σοβαρές ψυχικές και σεξουαλικές διαταραχές. Σε αυτό συμφωνούσαν ουσιαστικά όλοι. Το πρόβλημα ήταν να συνδέσει αυτές τις διαταραχές με νομική ανυκανότητα. Η κατηγορούσα αρχή μπορούσε να δείξει ότι αγόραζε φάρμακα και εξοπλισμό, επέλεγε θύματα, άλλαζε μεθόδους όταν κάτι αποτύχανε, καθάριζε τις σκηνές, εξαφάνιζε λείψανα και έλεγε ψέματα σε γείτονες, συγγενείς και αστυνομικούς.

Κάθε ενέργεια απόκρυψης μπορούσε να ερμηνευτεί ως ένδειξη ότι γνώριζε όχι μόνο τι έκανε, αλλά και ότι αυτό ήταν απαγορευμένο και έπρεπε να παραμείνει κρυφό. Το Winsconsin όμως, μετά την υπόθεση Hinkley, την απόπειρο δολοφονία στον πρόεδρο Ρίγκαν το 1981, όπου η επιτυχής περάσπιση λογοκαταλογισίας προκάλεσε τεράστια δημόσια κατακραυγή, αναθεώρησε την ομοθεσία του ώστε να απαιτεί ρητή αναγνώριση της ενοχής, τονίζοντας την λογοδοσία για την πράξη ενώ παράλληλα προβλέπει υποχρεωτική νοσηλιά αν η εκαταλογισία γίνει δεκτή.

Αλλά υπάρχει και κάτι ακόμα. Το Wisconsin ακολουθεί μία διχοτομημένη διαδικασία. Επειδή ο Ντάμερ είχε δηλώσει ένοχο στην αρχική φάση δεν χρειαζόταν καν δίκη για να αποδειχθεί ότι διέπραξε τις πράξεις. Αυτό είχε ήδη κλειδώσει. Το μόνο που έμενε να κρίνουν οι ένορκοι ήταν αν τη στιγμή που τις διέπρατε ήταν νομικά ακαταλόγιστος.

Και εδώ είναι το πιο ασυνήθιστο σημείο από όλα. Ενώ για την αρχική ενοχή θα χρειαζόταν ομόφωνη απόφαση 12 ενόρκων, για το ζήτημα της ακαταλογισίας στο Βουισκόνσιν απαιτεί μόνο 10 από τους 12 ενόρκους να συμφωνήσουν. Μία πολύ χαμηλότερη γέφυρα απόδειξης από ότι θα περίμενε κανείς για ένα τόσο σοβαρό ζήτημα. Στην δίκη που κράτησε δύο εβδομάδες παρέλασαν έξι διαφορετικοί ειδικοί ψυχικής υγείας με έντονα αντικροώμενες απόψεις.

Ο ψυχίατρος Fred Berlin, μάρτυρας της υπεράσπισης, κατέθεσε ότι ο Ντάμερ δεν μπορούσε να ελέγξει τη συμπεριφορά του λόγω της παραφιλίας του, συγκεκριμένα της νεκροφιλίας. Η ψυχολόγος Judith Becker τον διέγνωσε επίσης ως νεκροφιλικό, αν και πρόσθεσε ότι ο ίδιος της είχε πει πως προτιμούσε συντρόφους σε κόμμα, παρά ήδη νεκρούς, στο 75% των περιπτώσεων, μία λεπτομέρεια που παραδόξως αποδυνάμωνε το επιχείρημα περί καθαρής νεκροφιλίας.

Ο δικαστικός ψυχίατρος Carl Wollstorm διέγνωσε συνδυασμό οριακής και σχιζότυπης διαταραχής προσωπικότητας εξάρτησης από αλκοόλ και ψυχοσικής διαταραχής. Η κατηγορούς αρχή απάντησε με δύο δικούς της μάρτυρες. Ο ψυχίατρος Φρέντ Φωστάλ περιγράψε τον Ντάμερ ως έναν υπολιγιστικό, πονηρό άνθρωπο, απόλυτα ικανό να διακρίνει το σωστό από το λάθος και να ελέγχει τις πράξεις του.

Απλώς η λαγνεία του υπερίσχε της ηθικής του. Ο δεύτερος, ο διάσημος δικαστικός ψυχίατρος Παρκ Τίτς, ο οποίος είχε καταθέσει και σε άλλες γνωστές αμερικανικές υποθέσεις, εξήγησε ότι ο Ντάμερ πήγαινε σε μεγάλα μήκη για να μείνει μόνος με το θύμα του και να μην έχει μάρτυρες. Στοιχείο όπως τόνισε που δείχνει προμελέτη και όχι παρορμητισμό, ο Δίτς σημείωσε επίσης κάτι ενδιαφέρον.

Ο Ντάμερ ταυτιζόταν έντονα με κακούς χαρακτήρες ταινιών όπως ο εξουρκιστής και η επιστροφή του Τζένταϊ. Παρακολουθούσε συχνά αποσπάσματα αυτών των ταινιών πριν αναζητήσει θύμα. Ο Δίτς επισήμανε επίσης ότι αν ο Ντάμερ πραγματικά είχε ασυγκράτητη παρόρμηση φόνου, δεν θα χρειαζόταν να μυθήσει πριν από κάθε φόνο για να ξεπεράσει τους ενδιασμούς του.

Άρα ίσως δεν υπήρχε πλήρης απουσία ηθικών αναστολών, υπήρχαν αναστολές που προσπαθούσε συνειδητά να εξοδετερώσει. Δύο ανεξάρτητοι ειδικοί, χωρίς να νοικούν σε καμία πλευρά, πρόσθεσαν μια δική τους οπτική. Ο δικαστικός ψυχίατρος Τζόρτς Παλέρμο θεώρησε ότι ο Ντάμερ σκότωνε αποσυσσωρευμένη επιθετικότητα απέναντι στην ομοφυλοφιλική του έλξη.

Σκότωνε αυτούς τους άντρες γιατί ήθελε να σκοτώσει την πηγή της έλξης του προς αυτούς. Σκοτώνοντάς τους, σκότωνε αυτό που μισούσε στον εαυτό του. Είχε δηλώσει και κατέληξε σε βαριά αλλά νομικά υγιή διάγνωση. Ο κλινικός ψυχολόγος Σάμιου Ελφρίδμαν, αντίθετα, τον περιέγραψε ως «καλόβολος, ευχάριστη παρέα, ευγενικός, με χιούμορ, συμβατικά όμορφος, γοητευτικός στους τρόπους. Ήταν και παραμένει ένας έξυπνος νέος άνθρωπος».

Είπε «Μία περιγραφή που ξαφνιάζει, δεδομένη στις φρικές των πράξεών του, αλλά που δείχνει για ακόμα μια φορά πόσο παραπλανητική μπορεί να είναι η επιφανειακή εντύπωση». Στις τελικές τους αγορεύσεις, ο συνήγωρος υπεράσπισης Gerald Boyle παρουσίασε τον Ντάμερο σε έναν απληπιστικά μοναχικό, βαθιάρωστο άνθρωπο, τόσο εκτός ελέγχου που δεν μπορούσε πια να συμμορφώσει τη συμπεριφορά του.

Ο εισαγγελέας Μάικελ Μακκάν απάντησε περιγράφοντάς τον ως έναν λογικό άνθρωπο, απόλυτα κύριο των πράξεών του, που απλώς προσπαθούσε να αποφύγει τον εντοπισμό και ότι η δήλωση ένοχος αλλά καταλόγιστος ήταν ουσιαστικά μία πόπειρα να αποφύγει την ευθύνη. Ο Ντάμερ είπε επίσης ότι δεν είχε προβάλλει την ακαταλογισία απλώς για να αποφύγει την τιμωρία, αλλά επειδή ήθελε οι γιατροί να τον μελετήσουν και να κατανοήσουν τι του συνέβαινε με την ελπίδα ότι αυτό θα βοηθούσε άλλους ανθρώπους.

Αυτή ήταν φυσικά η δική του παρουσίαση του σκοπού της υπεράσπισης, όχι μια αντικειμενικά αποδειδηγμένη εξήγηση των κινήτρων του. Στις 15 Φεβρουαρίου του 1992, οι ένορκοι έκραναν ότι ακόμα και αν έπασχε από σοβαρές ψυχικές και σεξουαλικές διαταραχές, δεν είχε αποδείξει ότι αυτές του στερούσαν την ουσιώδη ικανότητα να αντιληφθεί το άδικο των πράξεών του ή να συμμορφώσει τη συμπεριφορά του με τον νόμο για τον κάθε ένα από τους 15 φόνους, αν και σε κάθε κατηγορία, δύο από τους 12 ενόρκους διαφώνησαν, πράγμα που, θυμηθείτε, ήταν αρκετό ώστε η ετιμιγωρία να παραμείνει έγκυρη, αφού το Wisconsin απαιτεί μόνο 10 στους 12.

Η ετιμιγωρία προκάλεσε ότι πολλοί νομικοί σχολιαστές περιέγραψαν ως γνωστική ασυμφωνία, τόσο στη νομική κοινότητα όσο και στο ευρύ κοινό. Από τη μία, ο κόσμος ένιωσε ανακούφιση που ο Ντάμερ δεν γλίτωσε με μια ετικέτα τρέλας. Από την άλλη, ένιωθαν αμηχανία με το γεγονός ότι η πλειοψηφία των ίδιων των ψυχιάτρων και ψυχολόγων που τον εξέτασαν, συμπεριλαμβανομένων και μαρτύρων της κατηγορούς αρχής, πιστεύαν πως έπασχε από κάποιο είδους ψυχική διαταραχή.

Πώς μπορεί κανείς να σκοτώσει 17 ανθρώπους, να συλλέγει κρανία, να τρώει ανθρώπινο κρέας, να σχεδιάζει βωμό λατρείας νεκρών και να είναι νομικά λογικός. Η απάντηση, όπως έχουμε δει και σε προηγούμενα επεισόδια, βρίσκεται στη διαφορά ανάμεσα στο ιατρικό ερώτημα «Πάσει από κάποια διάγνωση» και στο νομικό ερώτημα «Πορούσε να αντιληφθεί το άδικο της πράξης και να ελέγξει τη συμπεριφορά του».

Στην περίπτωση του Ντάμερ, το ίδιο το επίπεδο προμελέτης, οργάνωσης και συστηματικής απόκριψης που κράτησε 14 χρόνια έδειχνε στα μάτια των ενόρκων ακριβώς το αντίθετο από «απόλυα ελέγχου». Δύο μέρες αργότερα, στην απαγγελία της ποινής, ο Ντάμερ μίλησε ο ίδιος στο δικαστήριο διαβάζοντας μία δήλωση που είχε γράψει με τη βοήθεια της υπεράσπισης.

Και είχε πει «Ξέρω ότι ο χρόνος μου στη φυλακή θα είναι τρομερός, αλλά αξίζω ό,τι μου συμβεί εξαιτίας αυτού που έκανα. Ευχαριστώ κύριε πρόεδρε και είμαι έτοιμος για την ποινή σας, την οποία ξέρω ότι θα είναι η μέγιστη. Δεν ζητώ καμία επίκεια». Καταδικάστηκε σε ισόβια συν 10 χρόνια για τις πρώτες δύο κατηγορίες και ισόβια συν 70 χρόνια για τις υπόλοιπες 13.

Χρωτική ποινή, χωρίς το δικαστήριο να έχει τη δυνατότητα να εξτάσει τη θανατική ποινή, αφού το Βουισκόνσιν την είχε καταργήσει από το 1853, γεγονός που το κάνει μία από τις πρώτες πολιτείες παγκοσμίως που κατάργησαν την ποινή του θανάτου. Τρεις μήνες αργότερα εκδόθηκε στο Ohio για τη δολοφονία του πρώτου θύματος του Steven Hicks σε ακρόαση που κράτησε μόλις 45 λεπτά, δήλωσε ξανά ένοχος και έλαβε ένα δέκατο έκτο εισόβιο.

Ο Ντάμερ πέρασε τον πρώτο χρόνο της φυλάκησης του σε απομόνωση για την δική του σωματική ασφάλεια. Έλαβε άφθονη αλληλογραφία από ανθρώπους σε όλο τον κόσμο, μερικοί από αυτούς του έστελναν χρήματα. μετά από αίτημά του μεταφέρθηκε σε λιγότερο αυστηρή πτέρυγα όπου του ανατέθηκε καθαριότητα του αλετών και αργότερα του γυμναστηρίου της φυλακής.

Στις 3 Ιουλίου του 1994 ένας συγκρατούμενος επιχείρησε να του κόψει το λαιμό με ξηραφάκι κρυμμένο σε οδοντόβουρτσα μέσα στο κλισάκι της φυλακής. Ο Ντάμερ τραυματίστηκε ελαφρά. Στις 28 Νοεμβρίου του 1994 βγήκε από το κελί του για την καθημερινή του εργασία καθαριότητα συνοδευόμενος από δύο άλλους κρατούμενους. Οι τρεις τους έμειναν χωρίς επίβλεψη στα ντους του γυμναστηρίου για περίπου 20 λεπτά.

ο ένας από αυτούς, τους συγκρατούμενούς του, ο Σκάρβερ, που εξέτειε ήδη η Σόβια για άλλον φόνο και θεωρούνταν σχιζοφρενής, χτύπησε τον Ντάμερ κάτω επανάληψη στο κεφάλι με μεταλλική ράβδο 50 εκατοστών, χτυπώντας το κεφάλι του και στον τοίχο. Ο Ντάμερ πέθανε μία ώρα αργότερα σε νοσοκομείο. Ο άλλος ο συγκρατούμενος, ο Άντερσον, χτυπημένος με το ίδιο αντικείμενο, πέθανε δύο μέρες αργότερα.

Ο Σκάρβερ δήλωσε στους οφρονιστικούς υπαλλήλους «Ο Θεός μου είπε να το κάνω. Ο Τζέσσι Άντερσον και ο Τζέφρι Ντάμερ είναι νεκροί». Σύμφωνα με τον ίδιο, τα τελευταία λόγια του Ντάμερ ήταν «Δεν με νοιάζει αν ζήσω ή πεθάνω, προχώρα και σκότωσέ με». Ο εισαγγελέας προειδοποίησε δημόσια να μην μετατραπεί ο Σκάρβερ σε λαϊκό ήρωα.

Ο θάνατος του Ντάμερ τον είσε παρέμεινε φόνος. Η μητέρα του Ντάμερ αντέδρασε με οργή στα μιμιέ και έλεγε «Είναι όλοι χαρούμενοι τώρα, τώρα που τον χτύπησαν μέχρι θανάτου, είναι αρκετό για όλους». Η αντίδραση των οικογενειών των θυμάτων ήταν ανάμεκτη, κάποιοι πανηγύριζαν, άλλοι λυπήθηκαν. Η μητέρα ενός θύματος του, Όλιβερ Λέισι, σχολίασε «ο πόνος είναι χειρότερος τώρα γιατί εκείνος δεν υποφέρει όπως εμείς».

Και εδώ κλείνω με μία τελευταία λιγότερο γνωστή νομική ιστορία. Η περιουσία του Ντάμερ επιδικάστηκε στις οικογένειες 11 θυμάτων που είχαν καταθέσει αστικές εγωγές αποζημίωσης εναντίον του. Το 1996, ο δικηγόρος που εκπροσωπούσε οκτώ από αυτές τις οικογένειες ανακοίνωσε σχέδιο δημοπράτησης των προσωπικών αντικειμένων του Ντάμερ, εργαλεία, έπιπλα, ακόμα και το ίδιο το ψυγείο, για να καλυφθούν οι αποζημιώσεις.

Η ανακοίνωση προκάλεσε κύμα αντιδράσεων στο Milwaukee. Παρά της διαβεβαιώσης ότι κίνητρο δεν ήταν η απληστία, μία τοπική πολιτική ομάδα, η Milwaukee Civic Pride, οργανώθηκε γρήγορα και συγκέντρωσε 407.225 δολάρια συμπεριλαμβανομένης δωρεάς 100.000 δολαρίων από τοπικό επιχειρηματία κινήτων ειδικά για να αγοράσει η ίδια την περιουσία και να την καταστρέψει αντί να καταλήξει σε ιδιωτικές συλλογές ή δημοπρασίες μακάβριων αναμνηστικών.

Πέντε από τις οκτώ οικογένειες δέχτηκαν τη συμφωνία. Τα αντικείμενα καταστράφηκαν τελικά και θαύτεκαν σε άγνωστη χωματερή στο Ιλληνόι. Ο πατέρας του Ντάμερ, ο Λάιον Λιντάμερ, εξέδωσε το 1994 βιβλίο με τίτλο A Father's Story, δορίζοντας μέρος των εσόδων στις οικογένειες των θυμάτων. Παρότι οι περισσότερες οικογένειες έδειξαν κατανόηση, τρεις τον μείνησαν, δύο επειδή χρησιμοποίησε τα ονόματα τους στο βιβλίο χωρίς συνένεση και μία τρίτη η οικογένεια του πρώτου θυματός του Στίβεν Χίξ τον μείνεσε μαζί με τη σύζυγό του και την πρώην σύζυγό του Τσόις για αμέλεια γονικής ευθύνης, ένα ζήτημα που άγγιξε ένα ακόμα ανοιχτό νομικό ερώτημα αν μπορούν οι γονείς ενός ενήλικου δολοφόνου να θεωρηθούν αστικά υπεύθυνοι για τις πράξεις του.

Η αγωγή αυτή, όπως και οι περισσότερες παρόμοιες Αντίστοιχες υποθέσεις της είπα δεν οδήγησε τελικά σε ουσιαστική νομική ευθύνη των γονέων. Η αστική ευθύνη γονέα για τις πράξεις ενήλικου παιδιού είναι με ελάχιστες εξαιρέσεις εξαιρετικά δύσκολο να στοίχειοδετηθεί στο Αμερικανικό Δίκαιο. Κλείνοντας το σημερινό επεισόδιο θέλω να επιστρέψω σε κάτι που είπα στην αρχή.

Η υπόθεση Ντάμερ δεν είναι απλώς μια ιστορία φρίκης για να σοκάρει. που εννοείται πως είναι αρκετά φρικιαστική. Αλλά είναι και μία από τις πιο καθαρές αποδείξεις του πόσο δύσκολο είναι, ακόμα και για ολόκληρο το ψυχιατρικό επιστημονικό σύστημα μιας χώρας, να απαντήσεις σε ένα ερώτημα που φαίνεται απλό. Πότε κάποιος δεν ξέρει τι κάνει και πότε απλώς επιλέγει ξανά και ξανά να το κάνει ούτως ή άλλως.

Το Wisconsin έδωσε μία απάντηση μέσα από μία ιδιορρυθμή διαδικασία που ούτε κανεί οι υπόλοιπες Αμερικανικές Πολιτείες ακολουθούν με τον ίδιο τρόπο και η απάντηση αυτή δεν ικανοποίησε πλήρως κανέναν ούτε την νομική κοινότητα, ούτε τους ψυχιάτρους, ούτε το κοινό. Ίσως το πιο δυνατό μάθημα είναι αυτό που είδαμε στη νύχτα του Κόνερακ πόσο εύκολα η ίδια η θεσμική εξουσία, η αστυνομία το σύστημα που υποτίθεται μας προστατεύει μπορεί να αποτύχει καταστροφικά όχι απαραίτητα από κακία αλλά από συνδυασμό προκατάληψης, διασύνης και απλής άρνησης να πιστέψει αυτό που έβλεπε μπροστά του.

Αν σας άρεσε το σημερινό επεισόδιο μπορείτε να μείνετε συντονισμένοι και για τα επόμενα. Στο επόμενο επεισόδιο θα μιλήσουμε για μια ιστορία εξίσου γνωστή αλλά θα έλεγα όχι τόσο γνωστή. Ευχαριστώ πάρα πολύ που με ακούσατε και τα λέμε στο επόμενο επεισόδιο του Τις το Καλό.

Σχόλια

Χωρίς σχόλια

Συνδεθείτε για να συμμετάσχετε στη συζήτηση

Σύνδεση για Σχολιασμό

Δεν υπάρχουν σχόλια ακόμα

Πίσω 15 δευτ.
Play
Μπροστά 30 δευτ.
00:00:00
00:00:00