Skip to content
PodBase
Το «Τέρας του Βελγίου» που Έκανε το Κράτος να Καταρρεύσει: Marc Dutroux

Το «Τέρας του Βελγίου» που Έκανε το Κράτος να Καταρρεύσει: Marc Dutroux

Τι στο καλό;
Αύγουστος 23, 2026 00:35:15 Σεζόν 1 Επεισόδιο 7
Συνδεθείτε για να δηλώσετε αν σας αρέσει
Συνδεθείτε για να δηλώσετε αν σας αρέσει
Προσθήκη σε Λίστα Επεισοδίων
Αποθηκεύστε αυτό το επεισόδιο σε λίστα.
Όνομα Λίστας

Σχετικά με αυτό το επεισόδιο

Σήμερα μεταφερόμαστε στην Ευρώπη και μιλάμε για τον Marc Dutroux.

Ήταν ήδη καταδικασμένος για απαγωγές και σεξουαλικά εγκλήματα όταν αποφυλακίστηκε πρόωρα. Λίγα χρόνια αργότερα, η υπόθεσή του θα αποκάλυπτε μια αλυσίδα από αστυνομικά λάθη, χαμένες πληροφορίες, ανεξήγητες παραλείψεις και θεσμικές συγκρούσεις που συγκλόνισαν ολόκληρο το Βέλγιο.

Θα μιλήσουμε για τις απαγωγές και τα θύματα του Marc, την αποτυχημένη έρευνα, την περίφημη «Απόφαση του Σπαγγέτι», τη Λευκή Πορεία των 300.000 πολιτών και τις μεταρρυθμίσεις που άλλαξαν το βελγικό σύστημα αστυνομίας και δικαιοσύνης.

Δεν είναι μόνο η ιστορία ενός εγκληματία. Είναι η ιστορία του πώς ένα ολόκληρο σύστημα απέτυχε να τον σταματήσει!

Αυτόματη μεταγραφή — ενδέχεται να περιέχει λάθη.

Καλημέρα, καλησπέρα, χαίρετε και καλώς ήρθατε πίσω στο Τις το Καλό. Είμαι η Κάρμεν και σε κάθε επεισόδιο σας αφηγούμε μια υπόθεση true crime με λίγο court drama. Το σημερινό επεισόδιο είναι διαφορετικό από όλα τα προηγούμενα. Η υπόθεση αφορά εγκλήματα εναντίον παιδιών. Δεν θα δώσω κάποια γραφική λεπτομέρεια, θα σας πω μόνο όσο χρειάζεται να ξέρετε για να κατανοήσετε την ιστορία και τις συνεπιές της.

Το βάρος του επεισοδίου πέφτει κυρίως όχι στο ίδιο το έγκλημα, αλλά στο πώς ένα ολόκληρο κράτος με τους θεσμούς του, την αστυνομία του, τη δικαιοσύνη του, απέτυχε ξανά και ξανά και στο πώς μια κοινωνία αντέδρασε σε αυτή την αποτυχία. Επίσης, όπως σας είχα πει στο τέλος του προηγούμενου επεισοδίου, φεύγουμε από την Αμερική και ερχόμαστε στην Ευρώπη.

Θα μιλήσουμε για τον Μάρκ Ντούτρο και την υπόθεση του που στιγμάτισε το Βέλγιο τη δεκαετία του 1990 Δεν πρόκειται απλώς για την ιστορία ενός εγκληματία αλλά για την ιστορία ενός συστήματος που σχεδόν σε κάθε κρίσιμο σταυροδρόμι πήρε τη λάθος απόφαση Θα δούμε διάφορα γεγονότα όπως το ότι ένας κατάδικος βιαστής αποφυλακίστηκε πρόωρα ενάντια στη γνώμη και του εισαγγελέα και του ψυχιάτρου ότι μια μητέρα προειδοποίησε γραπτό στην αστυνομία και δεν εισακούστηκε ότι αστυνομικοί άκουσαν παιδικές φωνές μέσα από έναν τείχο και δεν το διερεύνησαν δύο αστυνομικά σώματα που αρνούνταν να μοιραστούν πληροφορίες μεταξύ τους από απλό ανταγωνισμό και μια απόφαση δικαστηρίου γνωστή στο Βέλγιο ως η απόφαση του Σπαγκέτη που έριξε τη χώρα σε μία από τις μεγαλύτερες κρίσεις και οδήγησε 300.000 ανθρώπους στους δρόμους των Βρυξελών.

Ας ξεκινήσουμε λοιπόν. Η οικογένεια πέστρεψε στο Βέλγιο. Ο Μάρκ ανέφερε αργότερα ότι υπέστηκε αγκοποίηση και από τους δύο γονείς του. Οι γονείς του έμειναν μαζί μέχρι το 1972 από ό,τι και χώρισαν. Παντρεύτηκε το 1976, χώρισε το 1983 και παντρεύτηκε ξανά το 1989 αυτή τη φορά την Μισελ Μαρτάν. Με την οποία απέκτησε τρία ακόμα παιδιά.

Λέω ακόμα γιατί είχε αποκτήσει κι άλλο στον προηγούμενο του γάμο. Από τα τέλη της δεκαετίας του 70 ζούσε εν μέρει από την παράνομη εμπορία κλεμμένων ανταλλακτικών αυτοκινήτων και είχε ήδη καταδικαστεί για μία σειρά μικροεγκλημάτων. Ανάμεσα στο 1985 και το 1986, ο Μάρκ μαζί με συνεργούς, ανάμεσά τους και η ίδια του γυναίκα η Μισελ, απήγαγε και βίασε τουλάχιστον πέντε νεαρές γυναίκες και ανήλικα κορίτσια, μεταξύ των οποίων μία ενδεκάχρονη, μία δεκαπεντάχρονη και άλλες δύο δεκαοχτάχρονες γυναίκες.

Συνελήφθη στις αρχές του 1986 και καταδικάστηκε τελικά στις 26 Απριλίου του 1989 σε 13,5 χρόνια φυλάκισης για απαγωγή και βιασμό συμπεριλαμβανωμένων ανηλίκων. Για να είναι ξεκάθαρο, σήμερα θα μιλήσουμε για τα εγκλήματα που έκανε μετά από αυτό το χρονικό σημείο Δηλαδή φυλακίστηκε το 1989, αποφυλακίστηκε όπως θα σας αναφέρω τώρα σε λιγάκι και συνέχισε να τελεί τα ίδια δικήματα Εμείς θα πιάσουμε αυτό το χρονικό σημείο Είναι κρίσιμο αυτό γιατί το βελγικό κράτος δεν αντιμετώπιζε έναν άγνωστο απλώς πιθανό κίνδυνο αντιμετώπιζε έναν ήδη δικαστικά αποδεδειγμένο, καταδικασμένο σεξουαλικό δράστη ανηλίκων και γυναικών.

Οπότε πάμε στην πρώτη κρίσιμη θεσμική αποτυχία. Ο Μάρκ αποφυλακίστηκε στις 8 Απριλίου του 1992, έχοντας εκτίσει μόλις τρία από τα 13,5 χρόνια της ποινής του. Η απόφαση για την πρόορια αποφυλάκηση πάρθηκε από τον τότε Υπουργό Δικαιοσύνης του Βελγίου, Melchior Wotelé, ενάντια στη ρητή σύσταση τόσο του εισαγγελία όσο και του ψυχιάτρου, που τον είχε εξετάσει μέσα στη φυλακή και ο οποίος είχε δηλώσει ρητά ότι ο Μάρκ παρέμενε εξαιρετικά επικίνδυνος.

Δεν πρόκειται δηλαδή για μια γενική αφηρημένη προειδοποίηση, ένας ειδικός είχε εξετάσει προσωπικά αυτόν τον συγκεκριμένο άνθρωπο με τον συγκεκριμένο ιστορικό απαγωγής και βιασμού ανηλίκων και είχε πει ρητά στο κράτος μην τον αφήσετε ελεύθερο. Το κράτος τον άφησε ελεύθερο ούτως ή άλλως. Η αναστολή ή η πρόορια αποφυλάκηση δεν είναι ποτέ μια απλή διοικητική διαδικασία.

Είναι μια απόφαση που σταθμίζει ουσιαστικά την ελευθερία ενός ανθρώπου έναντι της ασφάλειας της κοινωνίας. Και σε κάθε σοβαρό νομικό σύστημα προβλέπεται να στηρίζεται σε ειδική γνώμη όπως την ψυχιατρική αξιολόγηση και την εισαγγελική εκτίμηση κινδύνου. Όταν ένας πολιτικός αξιωματούχος όπως εδώ ένας υπουργός δικαιοσύνης παρακαμπτηρητά και τις δύο αυτές οι δικές νόμες, η ισορροπία αυτή ουσιαστικά καταραίει.

Δεν χρειάζεται δηλαδή κακή πρόθεση για να γίνει αυτό. Μπορεί να υπάρχουν άλλοι λόγοι όπως υπερφόρτωση φυλακών, γραφειοκρατική βολή ή απλώς αδιαφορία. Το αποτέλεσμα όμως είναι το ίδιο. Τρία χρόνια μετά την αποφυλάκησή του, ο ίδιος αυτός άνθρωπος, με το ίδιο ακριβώς μοτίβο, οργανωμένη απαγωγή, φυλάκηση θυμάτων, σεξουαλική κακοποίηση, θα ξεκινούσε ξανά.

Στο διάστημα που ήταν φυλακισμένος επίσης ο Μάρκ είχε καταφέρει να πείσει οι επαγγελματίες υγείας ότι ήταν ανάπηρος λόγω ψυχικών παθήσεων κερδίζοντας έτσι μηνιαίο κρατικό επίδομα περίπου 1200 δολαρίων και έπεισε επίσης τους ίδιους επαγγελματίες ότι χρειαζόταν ηρεμιστικά για προβλήματα ύπνου που αντιμετώπιζε Αργότερα θα χρησιμοποιούσε αυτά τα ηρεμιστικά για να καθυποτάξει τα θύματα του Και να περάσουμε τώρα στο δεύτερο κέιμμα εγκλημάτων και αυτό που μας αφορά σήμερα Πριν φτάσουμε στις είδες της απαγωγής αξίζει να πούμε δύο πράγματα για το πόσο μεθοδικός ήταν ο Μάρκ Από το 1993 και μετά άρχισε να μετατρέπει σιωπηλά τα υπόγεια δύο σπιτιών που κατήχε ένα στο Μαρσινέλ και ένα δεύτερο στο Σαρλαμπουσιέρ, σε κρυφούς χώρους κράτησης, πίσω από ψεύτικους στίχους και μεταλλικές πόρτες, παρουσιάζοντάς τα στους γείτονες ως απλές εργασίες υδραυλικών ή αποχέτευσης.

Στρατολόγησε επίσης δύο βοηθούς, τον Μισελ Λελιεύρ και τον Μπερναρτ Βάινσταϊν, στον οποίον είχε αναθέσει επίσης να επιβλέπει ένα από τα σπίτια. Στις 24 Ιουνίου του 1995, δύο οκτάχρονα κοριτσάκια, η Ζούλη Λεζέν και η Μελίσσα Ρούσο, εξαφανίστηκαν στον Γκράς Ολόν κοντά στην Λιέγη ενώ έπαιζαν κοντά στο σπίτι τους. Μία περιοχή αρκετά μακριά από την περιοχή όπου έμενε ο Μάρκ και αυτό ήταν ένα στοιχείο που δυσκόλεψε αργότερα τους ερευνητές να συνδέσουν την υπόθεση με την δική του περιοχή δραστηριότητας.

Σύμφωνα με την μεταγενέστερη ομολογία του, ο Μάρκ της πλησίασε με το βάν του και της μετέφερε βία στο σπίτι του Οι γονείς των κοριτσιών ειδοποίησαν αμέσως την αστυνομία και ξεκίνησε εκτεταμένη τοπική έρευνα με σκύλους ανείχνευσης και εκατοντάβες εθελοντές, χωρίς αποτέλεσμα όμως Μέσα στο κρυφό υπόγειο, τα δύο κοριτσάκια κρατούνταν αλυσοδεμένα σε στενό σχεδόν χωρίς φως χώρο με ελάχιστη τροφή.

Δύο μήνες αργότερα, τον Αύγουστο του 1995, στην παραθαλάσσια πόλη Οζτέτ, ο Μάρκ και ο Λιλιεύ πλησίασαν την 17χρονη Αν Μάρσουαλ και την 19χρονη Εφιέ Λάμπερξ. Οι δύο άντρες τις άρπαξαν με τη βία από το δρόμο και τις έσπρουξαν μέσα στο βάν πριν τις μεταφέρουν εκατοντάδες σιλιόμετρα μακριά στο σπίτι του Μάρκ. Η εξαφάνιση τους θεωρήθηκε αρχικά πριν τοπική αστυνομία της ως στέτ ως πιθανό περιστατικό δύο φίβων που απλώς είχαν φύγει ή και ο θελός.

Εσφαλμένη εκτίμηση. Το Νοέμβριο του 1995, ο Μάρκ σκότωσε τον συνεργό του, Μπερναρτ Βάινστάιν, φοβούμενος ότι θα τον πρόδιδε στην αστυνομία μετά από ένα ξεχωριστό επεισόδιο κλοπής αυτοκινήτου. Στις 6 Δεκεμβρίου του 1995, ο Μάρκ συνελήφθη. Όχι όμως για τις απαγωγές. Συνελήφθη για κλοπή οχήματος. Θα επανέλθουμε ξανά σε αυτό το σημείο πιο αναλυτικά λίγο αργότερα γιατί εδώ ακριβώς εντοπίζονται οι πιο σοβαρές θεσμικές αποτυχίες Πέρασε τρεις μήνες στη φυλακή και αποφυλακίστηκε στις 20 Μαρτίου του 1996 Τα κοριτσάκια Ζούλη και Μελίσσα σύμφωνα με τις μεταγενέστερες καταθέσεις του ίδιου και της γυναίκας του Μισελ πέθαναν από ασυτία μέσα στο διάστημα που ο Μαρκ βρισκόταν στη φυλακή αφού η Μισελ δεν πήγε να τη σταΐσει.

Στις 28 Μαΐου του 1996, ο Μάρκ απήγαγε την 12χρονη Σαμπίν Νταρτέν, η οποία πηγαίνε με το ποδηλατό της στο σχολείο της. Την σταμάτησε στο δρόμο λοιπόν, την άρπαξε με τη βία και την πέταξε στο βάν, μέχρι που να τη μεταφέρει στο σπίτι του, στο οποίο κρατήθηκε φυλακισμένη για 80 ημέρες. Η Σαμπίν αργότερα επιβίωσε και αργότερα δημοσίευσε ένα βιβλίο για την εμπειρία της το οποίο λέγεται I Choose to Live και μεταφράστηκε σε πολλές γλώσσες και αποτέλεσε μία από τις πιο σημαντικές πρωτογενείς πηγές για την κατανοήση της υπόθεσης.

Μέσα στο βιβλίο περιέγραψε πως την κρατούσαν αλυσοδεμένη από το πόδι σε ένα κρεβάτι μέσα σε ένα υπόγειο κελί σε πλήρες σκοτάδι για το μεγαλύτερο μέρος της ημέρας. Λίγο αργότερα στις 9 Αυγούστου του 1996 απήχθη η 14χρονη Λέι Τίσια Ντέλλες έξω από ένα δημοτικό κολυμπητήριο στο Μπερτρίξ, μια μικρή πόλη στη νότια περιοχή Λουξεμβούργου του Βελγίου, μια ακόμα τρίτη διαφορετική περιοχή της χώρας μακριά τόσο από την Λιέγη όσο και από την Οστέτ ή το Σαρλερουά που ήταν μια από τις περιοχές που είχε το σπίτι του ο Μάρκ.

Αυτή η γεωγραφική διασπορά των απαγωγών σε τέσσερις εντελώς διαφορετικές περιοχές της χώρας καθεμία από διαφορετική τοπική αστυνομική δικαιοδοσία είναι από μόνη της ένας από τους λόγους που η υπόθεση αργήσε τόσο πολύ να συνδεθεί σε ενιαία εικόνα. Κάθε τοπική αστυνομία βλέπε μόνο το δικό της μεμονωμένο κομμάτι του πάζολ.

Αυτή τη φορά, ωστόσο, ένας αυτόπτης μάρτυρας, ο Μπενουά Τινάντ, παρατήρησε το βάν του Μαρκ και το περιέγραψε, καταφέροντας επίσης να θυμηθεί ένα μέρος της πινακίδας. Έτσι, στις 13 Αυγούστου του 1996, ο Μαρκ, η Μισελ και ο Λελιεύ συνελήφθησαν. Δύο μέρες αργότερα, στις 15 Αυγούστου, η αστυνομία εντόπισε και διέσωσε την Σαμπίν και την Λεϊτήσια, οι οποίες ευτυχώς βρίσκονταν ακόμα ζωντανές μέσα στο κρυφό υπόγειο.

Στις 17 Αυγούστου, με τη βοήθεια του ίδιου του Μάρκ, η αστυνομία εντόπισε και εκταφίασε τα σώματα των κοριτσιών Ζούλη και Μελίσσα, όπως επίσης και το σώμα του συνεργού του Βάινστάιν, στον κήπο ενός από τα σπίτια του. Στις 3 Σεπτεμβρίου εντοπίστηκαν επίσης και τα σώματα των κοριτσιών Μάρσολ και Λαμπρέξ. Συνολικά λοιπόν, 4 από τις 6 κοπέλες που απήχθησαν να τον Μάρκ έχασαν τη ζωή τους και δολοφονήθηκε και ο συνεργός του.

Και τώρα φτάνουμε ίσως στο πιο τρομακτικό στοιχείο αυτής της υπόθεσης κατά με που έχει να κάνει με το πόσες φορές, πόσο εύκολα το κράτος είχε ήδη στα χέρια του την ευκαιρία να τον σταματήσει και δεν το έκανε Ήδη από το 1995 η μητέρα του ίδιου του Μάρκ Έγραψε επιστολή στις αρχές δηλώνοντας ότι γνώριζε πως ο γιος της είχε απαγάγει δύο κοριτσάκια και τα κρατούσε στο σπίτι του Που οδήγησε αυτή η καταγγελία? Πουθενά, δεν έδωσαν καμία σημασία Ένα από τα πιο σοκαριστικά ευρήματα της μετέπειτα κοινοβουλευτικής έρευνας ήταν η αποκάλυψη της μυστικής επιχείρησης της βελγικής χωροφυλακής γνωστής ως επιχείρηση Οτέλο Η χοροφυλακή παρακολουθούσε τον Μάρκ ήδη από το 1985, διατηρώντας έναν φάκελο ενημερωμένο.

Ο φάκελος περιείχε καταθέσεις ότι ο Μάρκ προσέφερε χρήματα σε αντάλλαγμα για μικρά κοριτσάκια, τα σχέδια του επίσης να κατασκευάσει κρυφό υπόγειο για να κρύβει θύματα και μάλιστα ρητή σημείωση ότι Όλα τα αστυνομικά τμήματα έπρεπε να ενημερωθούν για την πιθανή εμπλοκή του στην εξαφάνιση των κοριτσιών Ζούλη και Μελίσσα το καλοκαίρι του 1995.

Η χωροφυλακή ξεκίνησε ενεργή παρακολούθηση του Μαρκ ήδη από τις 28 Αυγούστου του 1995, μια βδομάδα δηλαδή μετά την απαγωγή των κοριτσιών Μάρσουαλ και Λαμπρέξ. Το δικαστήριο του Νούφ Σατώ που είχε αναλάβει την έρευνα έμαθε για την ύπαρξη αυτού του φακέλου έναν ολόκληρο χρόνο αργότερα Μετά δηλαδή την διάσωση της Σαμπίν και της Λεϊτήσια Το βελγικό αστυνομικό σύστημα της εποχής ήταν χωρισμένο σε τρία ξεχωριστά και ανταγωνιστικά σώματα Την χωροφυλακή, τη δικαστική αστυνομία και την τοπική κοινοτική αστυνομία Αυτά τα σώματα λειτουργούσαν ανεξάρτητα, βρίσκονταν συχνά σε άμεσο ανταγωνισμό μεταξύ τους και όπως αποκαλύφθηκε αργότερα η χωροφυλακή αρνιόταν συστηματικά να μοιραστεί πληροφορίες και καταγγελίες με την δικαστική αστυνομία φοβούμενη μήπως η άλλη υπηρεσία πάρει τα έφημα της επίλυσης της υπόθεσης.

Υπήρξαν και διάφορες δημοσιογραφικές διαρροές Διότι αυτές οι δύο υπηρεσίες προσπαθούσαν να δυσβημίσουν η μία την άλλη στην κοινή γνώμη Και ακόμα ο ίδιος ο εισαγγελέας που είχε αναλάβει να φέρει την υπόθεση στο δικαστήριο Ανακάλυψε αργότερα ότι το τηλέφωνο του είχε παρακολουθηθεί από εσωτερικό αντίπαλο μέσα στο ίδιο το σύστημα Εδώ βλέπουμε ότι δεν χρειάζεται πάντα διαφθορά και συνωμοσία για να αποτύχει ένα σύστημα Υπάρχει μια κυρία εικόνα της κατάστασης και κανένα να μην εμπιστεύεται αρκετά το άλλο ώστε να μεραστεί κάποια κρίσιμη πληροφορία.

Πάμε τώρα σε ένα άλλο οδυνηρό περιστατικό σε όλη αυτήν την υπόθεση που σας είπα ότι θα επανέλθουμε για την έρευνα του Δεκεμβρίου του 1995. Όταν ο Μάρξ συνελήφθη τον Δεκέμβριο του 1995 για εκείνη την ξεχωριστή υπόθεση κλοπής οχήματος και πριν συνεχίσει αυτό το που φυλακίστηκε με τις απαγωγές η αστυνομία έψαξε το σπίτι του στο Μαρσινέλ στο ίδιο το σπίτι όπου εκείνη ακριβώς τη στιγμή τα κοριτσάκια Ζούλη και Μελίσσα βρίσκονταν φυλακισμένος στο κρυφό υπόγειο και κατά την διάρκεια αυτής της έρευνας ένας αστυνομικός ανέφερε ότι άκουσε τη φωνή ενός μικρού κοριτσιού μέσα από έναν τείχο.

Υπέθεσε ωστόσο ότι ο ήχος προηγούνταν από τον δρόμο και δεν το διερεύνησε. Καθόλου. Η αστυνομία επίσης κατάσχεσε έναν μεγάλο αριθμό βίντεο κασετών από το σπίτι τις οποίες όπως αποδείχθηκε αργότερα ο τοπικός αστυνομικός σταθμός δεν μπορούσε καν να παρακολουθήσει διότι δεν είχε τηλεόραση. Δεν εξετάστηκαν ποτέ δηλαδή εκείνη τη στιγμή και αργότερα ανακαλύφθηκε ότι ανάμεσά τους υπήρχαν βίντεο που έδειχναν τον ίδιο τον Μάρκ να κατασκευάζει το κρυφό υπόγειο αλλά και βίντεο βιασμών νεαρών γυναικών.

Έχει και συνέχεια. Ένας μικρό κλέφτης, τον οποίον ο Μάρκ είχε επιχειρήσει να αστρατολογήσει είχε ήδη αναφέρει στην τοπική αστυνομία τα σχέδιά του να κατασκευάσει κρυφά υπόγεια για να φυλακίζει κοριτσάκια. Από πότε? Από την άνοιξη του 1993, δηλαδή δύο ολόκληρα χρόνια πριν την πρώτη απαγωγή. Την πρώτη απαγωγή μετά την αποφυλάκηση έτσι.

Όταν η αστυνομία έψαξε τα σπίτια του Μάρκ εκείνη την περίοδο, βρήκε μόνο η μητελή έργα ανακαίνησης, τα οποία ο ίδιος ισχυρίστηκε ότι ήταν έργα αποχέτευσης. Πόσες ευκαιρίες και πόσα περιστατικά, που πλέον δεν μιλάμε για ανθρώπινο λάθος, μιλάμε για αμέλεια. Ο δικαστής που είχε αναλάβει την ανακριτική έρευνα, ο Ζων Μαρκ Κόνεροτ, ήταν μαζί με τον επικεφαλής Detective Michel Bourlet, ο άνθρωπος που πιστώθηκε δημόσια με τη διάσωση της Σαμπίν και της Λεϊτήσια.

Θεωρούνταν δηλαδή τουλάχιστον στην περιοχή του Νόφσατο ήρωας Στις 21 Σεπτεμβρίου του 1996 ο Κόνεροτ, ο δικαστής, μαζί με την σύντροφό του και τον γιο τους Παρευρέθηκε σε μια εκδήλωση φιλανθρωπικής συγκέντρωσης χρημάτων για τους γονείς των εξαφανισμένων παιδιών Στην εκδήλωση η οικογένεια έφαγε ένα πιάτο σπαγκέτι και ο Κονερότ κάθισε δίπλα στον Μπουρλέ, τον επικεφαλής detective και τον εισαγγελέα του Νόφ Σατώ.

Έμεινε στην εκδήλωση μόλις μία ώρα και δεν μίλησε κιόλας και με τα θύματα όπως την Σαμπίν η οποία βρισκόταν εκεί. Στο τέλος οι δικαστές που παρευρέθηκαν έλαβαν ως δώρο ένα στυλό αξίας 27 ευρώ και η συζύγη τους μια ανθοδέσμη. Γιατί τα αναφέρω όλα αυτά Διότι στις 15 Οκτωβρίου του 1996 Το ανώτατο ακυρωτικό δικαστήριο της χώρας Απομάκρυνε τον Κονερότα την υπόθεση Με το σκεπτικό ότι η παρουσία του σε αυτή την φιλανθρωπική εκδήλωση Και η αποδοχή αυτών των δύο συμβολικών δώρων Έθετε σε αμφισβήτηση την αμεροληψία του Η απόφαση έμεινε γνωστή στην βιβλιακή ιστορία Ως η απόφαση του Σπαγκέτη και είναι ένα ιδιαίτερο ζήτημα σε αυτήν την υπόθεση διότι ναι η αρχή της δικαστικής αμεροληψίας είναι θεμελιώδη σε κάθε σοβαρό νομικό σύστημα και για καλό λόγο ένας δικαστής οφείλει όχι μόνο να είναι πραγματικά αμερόληπτος αλλά και να φαίνεται αμερόληπτος γιατί η εμπιστοσύνη του κοινού στο δικαστικό σύστημα εξαρτάται και από τα δύο και ο κανόνας εδώ που εφαρμόζεται και δεν ήταν αφαίρετο

Ως ένας δικαστής μπορεί να εξαιρεθεί από μία υπόθεση αν υπάρχει έστω και αυτή η εμφάνιση σύγκρουσης συμφερόντων ή στενής σχέσης με τα εμπλεκόμενα μέρη. Το πρόβλημα εδώ δεν ήταν η νομική ορθότητα της απόφασης αυτής καθ' αυτής. Πολλοί νομικοί σχολιαστές μάλιστα συμφώνησαν ότι τυπικά η αρχή εφαρμόστηκε σωστά. Το πρόβλημα ήταν η αντίληψη που δημιούργησε στο κοινό ότι ο μοναδικός δικαστής που φαινόταν πραγματικά να παλεύει για τα θύματα απομακρύνθηκε από την υπόθεση για έναν λόγο που φάνηκε γελίος και ασήμαντος.

Σε σύγκριση με όλα όσα είχαν ήδη πάει στραβά. Ήταν σαν να λέμε η σταγόνα που ξεχύλισε το ποτήρι. Στις 20 Οκτωβρίου του 1996, λίγες μέρες μετά, αυτό που ξεκίνησε ως μια μικρή συγκέντρωση αλληλεγγύης προς τις οικογένειες των θυμάτων μετατράπεκε σε μαζική διαδήλωση εναντίον της αποτυχίας της αστυνομίας και της δικαιοσύνης να ερευνήσουν και να αποτρέψουν τα εγκλήματα του Μαρκ περίπου 300.000 Βέλγοι βάδισαν στους δρόμους των Βρεξελών φορώντας ή κρατώντας κάτι λευκό σύμβουλο ελπίδας.

Επίσης, διαδηλωτές κρατούσαν πλακάτ με το σύνθημα «Σταματήστε τη συγκάλυψη». Για να το βάλουμε λίγο σε αναλογία, η Ακαδημαϊκή Βιολογραφία έχει περιγράψει την πορεία αυτή, η οποία ονομάστηκε «Λευκή πορεία», ζητούσαν και ριζική έρευνα και μεταρρύθμιση ολόκληρου του αστυνομικού και δικαστικού συστήματος της χώρας. Τόσο βαθιά ήταν η κρίση εμπιστοσύνης που προκάλεσε η λευκή πορεία, που ακόμα και ο ίδιος ο βασιλιάς, Αλβέρτος Β, αισθάνθηκε την ανάγκη να απευθυνθεί δημόσια στο έθνος, δηλώνοντας «Αυτό που συνέβη στο Βέλγιο είναι μια εθνική τραγωδία.

Το επαναλαμβάνω, θέλω πλήρη διαλέφκαση της έρευνας μέσα σε εύλογο χρονικό διάστημα. Τα οριγίνα και όλα τα ραμφωτικά, και αυτό σε έναν σχεδόν ρεζονάβλο. Το Βελγικό Κοινοβούλιο κατάλαβε αμέσως ότι δεν μπορούσε να γνωρίσει αυτό το μήνυμα. Και έτσι, τέσσερις μέρες μετά, στις 24 Οκτωβρίου του 1996, συστάθηκε ανεξάρτητη κοινοβουλευτική επιτροπή για να διερευνήσει την υπόθεση του Μάρκ και τα πιθανά διαδικαστικά λάθη της αστυνομίας και της δικαστικής εξουσίας.

Σε μια συνήθιστη κίνηση διαφάνειας, οι ακροάσεις αυτές της Επιτροπής μεταδόθηκαν πλήρως ζωντανά στη βελγική τηλεόραση. Το αποτέλεσμα, όπως φαντάζεστε, ήταν καταστροφικό για την εικόνα του κράτους, διότι ο κόσμος παρακολουθούσε ζωντανά χωροφύλακες να μαλώνουν με αστυνομικούς της δικαστικής αστυνομίας και δικαστές και ο καθένας προσπαθούσε να ρίξει την ευθύνη στον άλλον.

Κάτι άλλο επίσης ενδιαφέρον που είδα να σημειώνεται κάπου, μια μελέτη της φωτογραφικής κάλυψης εξέτασε 1788 φωτογραφίες που δημοσιεύθηκαν σε πέντε γαλλόφωνα βελγικά καθημερινά μέσα σε μόλις έναν μήνα, από τον Αύγουστο έως το Σεπτέμβριο του 1996. Το 65% των φωτογραφιών συγκεντρωνόταν σε τέσσερις επαναλαμβανόμενες εικόνες.

Τα πορτρέτα των παιδιών, τους συλληφθέντες, τις έρευνες και ανασκαφές και την αντίδραση των Βέλγων πολιτών. Με άλλα λόγια, τα μέσα δεν κατέγραφαν απλώς την υπόθεση, αλλά μέσα από αυτή τη συνεχή επανάληψη των συγκεκριμένων εικόνων διαμόρφωναν και τη συλλογική μνήμη. Η αναφορά της Επίτροπης που δημοσιεύτηκε τον Φεβρουάριο του 1998 κατέληξε στο εξής συμπέρασμα.

Δεν βρέθηκαν στοιχεία οργανωμένης συγκάλυψης ή προστασίας του Μαρκ από ανθρώπους υψηλές θέσεις εξουσίας παρά τις όποιες φήμες και θεωρήσεις συνωμοσίας που είχαν ήδη κυκλοφορήσει στη χώρα Ωστόσο η Επιτροπή διαπίστωσε ότι ο Μαρκ υποφελήθηκε ξεκάθαρα από διαφθορά, αμέγλια και σοβαρή έλλειψη επαγγελματισμού σε πολλαπλά επίπεδα του συστήματος Το πιο ριζικό αποτέλεσμα ήταν η λεγόμενη Συμφωνία του Χταποδιού, ένα πολιτικό σύμφωνο ανάμεσα στα βιλεγικά κόμματα που οδήγησε στην πλήρη αναδιοργάνωση της αστυνομίας της χώρας.

Τα τρία ανταγωνιστικά σώματα που σας ανέφερα καταργήθηκαν και αντικαταστάθηκαν από ένα ενωποιημένο σύστημα δύο επιπέδων, ομοσπονδιακή και τοπική αστυνομία. Το 1998 ψηφίστηκε ο νόμος Φραν Σιμμόντ που ενίσχυσε σημαντικά τα ανδικαιώματα των θυμάτων, το 1999 ιδρύθηκε το Ανώτατο Συμβούλιο Δικαιοσύνης και το 2007 άρχισε να λειτουργεί ειδικό δικαστήριο εκτέλεσης ποινών, το οποίο αν υπήρχε το 1992 ίσως και να είχε εμποδίσει την πρόρρευ που φυλάχισε του Μάρκ.

Με αφορμή την 30η επέτειο της σύλληψης του ΜΑΡΚ, βελγικά μέσα επανήλθαν σε αυτήν την υπόθεση τώρα, τον Αύγουστο του 1926 φέτος και τόνισαν ότι η κληρονομιά της δεν περιορίστηκε στην ενοποίηση της αστυνομίας. Ο νόμος Φρανς Σιμμόντ ενίσχυσε την δυνατότητα των θυμάτων να ζητούν πρόσθετες ανακριτικές πράξεις και να ακούγονται στις διαδικασίες σχετικά με την εκτέλεση της ποινής.

Τα ίδια πρόσφατα ρεπορτάζ ωστόσο επισημαίνουν και κάτι λιγότερο βολικό. Ορισμένες μεταρρυθμίσεις που είχαν εξαγγελθεί δεν εφαρμόστηκαν ποτέ πλήρως και οι πειθαρχικές κυρώσεις που αναμένονταν για επιμέρους αποτυχίες της έρευνας σε μεγάλο βαθμό δεν ήρθαν. Στις 23 Απριλίου του 1998 ο Μάρκ δραπέτευσε, στιγμία, από το δικαστικό μέγαρο του Νόβσατο.

Συνελήφθη ξανά μερικές ώρες αργότερα, αλλά ο Υπουργός Δικαιοσύνης, ο Υπουργός Ειστρικών και ο Αρχιεγός Αστυνομίας υπέβαλαν όλη την παρέτησή τους την ίδια μέρα. Η δίκη του Μάρκ ξεκίνησε την 1η Μαρτίου του 2004, σχεδόν 8 χρόνια μετά την αρχική του σύλληψη, στο Αρλόν, την πρωτεύουσα της βελγικής επαρχίας του Ξεμβουργού. Ήταν δίκη εν όρκων με έως και 450 μάρτυρες να πληθούν να καταθέσουν και κράτησε 56 ημέρες Ο Μάρκ, η Μισελ, ο Λελιεύ και ο επιχειρηματίας Μισελ Μιχούλ Τον οποίον ο Μάρκ κατηγόρησε στον πραγματικό εγκέφαλο της υπόθεσης Κάθονταν για λόγους ασφαλείας μέσα σε γυαλινοκλουβή κατά τη διάρκεια της δικής Ο Μάρκ ισχυρίστηκε απλώς ότι ήταν ένα χαμηλό βαθμό μέλος ενός ευρύτερου δικτύου παιδοφιλίας και αρνήθηκε συστηματικά την ευθύνη για τους φόνους Παραδέχθηκε δηλαδή τις απαγωγές και τη σεξουαλική κακοποίηση αλλά επέμενε μέχρι το τέλος σχεδόν της δίκης ότι δεν είχε σκοτώσει κανέναν παρά ότι είχε ήδη ομολογήσει νωρίτερα για τη δολοφονία του συνεργού του Βάινστάιν

Στις 17 Ιουνίου του 2004 μετά από τρεις μέρες διάσκεψης οι Ένωρ και έκριναν τον Μάρκ, τη Μισελ και τον Λιλιεύ ενόχους σε όλες τις κατηγορίες Δεν κατάφεραν να καταλήξουν σε ομοφωνή απόφαση για τον ρόλο εκείνου του επιχειρηματία του Νιχούλ και τελικά αθωώθηκε από τις κατηγορίες απαγωγής και συνωμοσίας αλλά καταδικάστηκε ξεχωριστά σε πέντε χρόνια φυλάκισης για εμπλοκή σε κίνημα διακίνησης ναρκωτικών Στις 22 Ιουνίου του 2004 ο Μάρκ καταδικάστηκε στη μέγιστη δυνατή ποινή η Σόβια Κάθριξη, η Μισελ σε 30 χρόνια και ο Λελιεύρ σε 25.

Το 2007 το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο Δικαιωμάτων του Ανθρώπου διέταξε το Βελγικό κράτος να καταβάλει 6.000 ευρώ αποζημίωσης στον Λελιεύρ, Επειδή η προσωρινή του κράτηση, δηλαδή το διάστημα που πέρασε φυλακισμένος πριν δικαστή, είχε διαρκέσει αδικαιολόγητα μεγάλο χρονικό διάστημα. Όπως και ο Μαρκ και η Μισελ, ο Λελιεύ είχε παραμείνει στη φυλακή σχεδόν 8 ολόκληρα χρόνια πριν την τελική του καταδίκη το 2004.

Αυτό το αναφέρω επειδή αγγίζει μια θημελιώδη αρχή του Ευρωπαϊκού Δικαιοανθρωπίνων Δικαιωμάτων η οποία είναι κατοχυρωμένη στο άρθρο 5 της ΕΣΔΑ, Ευρωπαϊκής Σύμβασης Δικαιωμάτων του Ανθρώπου σχετικά με την δίκαιη δίκη και η οποία συμπεριλαμβάνει μεταξύ άλλων ότι κάθε κατηγορούμενος που κρατείται προσωρινά έχει δικαίωμα να δικασθήνει σε εύλογο χρονικό διάστημα Και η αρχή αυτή είναι ανεξάρτητη από τη βαρύτητα των κατηγοριών, ακόμα και σε μια υπόθεση τόσο σοβαρή όσο αυτή.

Το ίδιο το γεγονός ότι η ανακριτική διαδικασία κράτησε 8 χρόνια θεωρήθηκε παραβία σε αυτό το θεμελιώδους δικαιώματος. Λίγα ακόμα στοιχεία πριν κλείσουμε. Η Μισελ αποφυλακίστηκε υπόγρους το 2012 έχοντας εκτίσει 16 από τα 30 χρόνια της ποινής της. Ήταν μια απόφαση η οποία προκάλεσε ένα νέο κύμα δημόσιας οργής με χιλιάδες ανθρώπους να διαδηλώνουν ενάντια στην αποφυλάκησή της.

Βρήκε αρχικά καταφύγιο σε μοναστήρι και αποφυλακίστηκε πλήρως, χωρίς όρους, το 2022. Ο Μισελ Λελιεύ αποφυλακίστηκε υπό όρους το 2019 και όταν έγινε γνωστό ότι είχε εγκριθεί το έτοιμο αποφυλάκησής του, οργανώθηκε νέα διαδήλωση γνωστή ως «Η Μαύρη Πορεία» στην 23η επέτειο της Λευκής Πορείας. Ο ίδιος ο Μάρκ έχει υποβάλει επανειλημμένα αιτήματα πρόορις αποφυλάκησης τα οποία έχουν απορριφθεί συστηματικά.

Το 2020, μετά από ψυχιατρική αξιολόγηση από τρεις ειδικούς, μια έκθεση τον περιέγραψε ως «σαδιστικό ψυχοπαθή χωρίς καμία μεταμέλεια για τα θύματα του και μέγιστο κίνδυνο για υποτροπή». παραμένει έγκλιστος μέχρι και σήμερα σε απομόνωση στη φυλακή του Νιβέλ. Η υπόθεση του Μάρκ ήταν τόσο τραυματική για την βελγική κοινή γνώμη που ανάμεσα στο 1996 και το 1998 πάνω από το 1 τρίτο όλων των ανθρώπων με το επώνυμο Ντούτρο στο Βέλγιο υπέβαλαν έτοιμη αλλαγή σε πονή μου.

Η υπόθεση εξακολουθεί μάλιστα να παράγει ειδήσεις μέχρι και σήμερα, 30 χρόνια αργότερα, Τον Φεβρουάριο του 2026, ένα βελγικό μέσο μετέδωσε ότι σε έρευνα στο κελί του Μάρκ είχαν βρεθεί ήδη από το 2024 τέσσερις φάκελοι που περιείχαν εικόνες σεξουαλικής κακοποίησης ανηλίκων και η εισαγγελία επιβεβαίωσε ότι για το έβριμα βρίσκεται σε εξέλιξη ξεχωριστή έρευνα.

Κλείνουμε λοιπόν το σημερινό επεισόδιο Όπως βλέπετε είναι αρκετά πιο σύντομο από τα προηγούμενα Και διαφορετικό όχι μόνο επειδή ερχόμαστε στην Ευρώπη Για πρώτη φορά Αλλά και επειδή είχε τεράστιες διαστάσεις Αυτή η υπόθεση του ΜΑΚ για το Βέλγιο Μας δείχνει πως η αποτυχή ενός κράτους δεν χρειάζεται να είναι μια μεγάλη δραματική συνωμοσία για να είναι εξίσου καταστροφική.

Μπορεί να είναι απλά ισόρευση δεκάδων μικρών αποτυχιών. Μια καταγγελία που δεν διαρευνήθηκε από τη μητέρα του, μια άλλη καταγγελία από καινούν τον νεαρό που ήθελε να αστρατολογήσει μες εισαγωγικά, μια παιδική φωνή πίσω από έναν τείχο που αγνοήθηκε, κασέτες που δεν έπαιξαν ποτέ, δύο αστυνομικά τμήματα που δεν μιλούσαμε μεταξύ τους γιατί δεν ήθελα να λύσει ο άλλος την υπόθεση, ήθελα να πάρουν αυτή τα εύσημα.

Μία πρόορη αποφυλάκηση έτσι, χωρίς λόγο, ενάντια σε κάθε ειδική σύσταση. Αλλά μας δείχνει και κάτι πιο ελπιδοφόρο. Ότι όταν μια κοινωνία αρνείται συλλογικά να αποδεχθεί τέτοιες αποτυχίες, όταν 300.000 άνθρωποι βγαίνουν στους δρόμους απαιτώντας λογοδοσία, οι θεσμοί μπορεί και πράγματι να αλλάξουν. Πολύ αισιόδοξη ιδέα αυτή, αλλά όπως βλέπετε, η βελγική αστυνομία και η δικαιοσύνη του 2004 δεν είναι η ίδια με αυτή του 1996.

Αυτό ήταν λοιπόν για σήμερα. Αν σας άρεσε το επεισόδιο, μπορείτε να ακολουθήσετε το κανάλι. Στο επόμενο επεισόδιο θέλω είτε να ξαναγυρίσουμε πίσω στην Αμερική, για μια άλλη μεγάλη υπόθεση, είμαι σίγουρη πως η περισσότερη όπως σας την ξέρετε, κυρίως από άποψη πάλι δικαιοσύνης, ας το πούμε, είτε να παραμείνουμε στην Ευρώπη και ίσως να πάμε λίγο προς Αγγλία μεριά.

Θα δούμε. Ευχαριστώ πάρα πολύ που με ακούσατε και τα λέμε στο επόμενο επεισόδιο του Τις το Καλό.

Σχόλια

Χωρίς σχόλια

Συνδεθείτε για να συμμετάσχετε στη συζήτηση

Σύνδεση για Σχολιασμό

Δεν υπάρχουν σχόλια ακόμα

Πίσω 15 δευτ.
Play
Μπροστά 30 δευτ.
00:00:00
00:00:00