Η μάνα που δεν έκοψε ποτέ τον ομφάλιο λώρο
ΑλήθειεςΣχετικά με αυτό το επεισόδιο
Σε αυτό το επεισόδιο μπαίνουμε σε ένα από τα πιο σκοτεινά και σιωπηλά κομμάτια της μητρότητας: τη συγχώνευση. Τι συμβαίνει όταν μια μάνα δεν μπορεί να αποχωριστεί ψυχικά το παιδί της; Όταν ο ομφάλιος λώρος δεν κόβεται ποτέ πραγματικά; Όταν η αγάπη γίνεται ενοχή, έλεγχος, εξάρτηση και αόρατη κατοχή;
Μέσα από τον αρχαίο μύθο της Λάμιας —της μητέρας που, ανίκανη να αντέξει την απώλεια, άρχισε να καταβροχθίζει τα παιδιά των άλλων— επιχειρούμε μια βαθιά ψυχοδυναμική ανάλυση της συγχωνευτικής μητέρας. Μιλάμε για μητέρες που αγαπούν, αλλά δεν αφήνουν. Που θυσιάζονται, αλλά ασυνείδητα ζητούν πίσω τη ζωή του παιδιού τους. Για γιους που δεν επιτρέπεται να φύγουν και κόρες που μεγαλώνουν κουβαλώντας ενοχή κάθε φορά που διαφοροποιούνται.
Αναλύουμε:
- γιατί κάποιες μητέρες δυσκολεύονται να αντέξουν την αυτονόμηση του παιδιού,
- πώς η συγχώνευση περνά από γενιά σε γενιά,
- τι λέει η σύγχρονη ψυχολογία για την υπερπροστασία, τον ψυχολογικό έλεγχο και την ενοχή,
- γιατί ακόμη και μετά τον θάνατο μιας μητέρας η συγχώνευση μπορεί να συνεχίζει να ζει μέσα στο παιδί ως εσωτερική φωνή,
- και πώς αρχίζει τελικά η ψυχική ενηλικίωση.
Ένα επεισόδιο για όσους κάποτε αισθάνθηκαν ότι για να γίνουν ο εαυτός τους, έπρεπε πρώτα να αντέξουν ότι θα απογοητεύσουν τη μητέρα τους.
Γιατί υπάρχουν μητέρες που γεννούν παιδιά. Και υπάρχουν μητέρες που, χωρίς να το καταλάβουν, δυσκολεύονται να τα αφήσουν να γεννηθούν ψυχικά.
Αυτόματη μεταγραφή — ενδέχεται να περιέχει λάθη.
Πολύ δύσκολη και έχει να κάνει με τις μητέρες που δεν έκοψαν ποτέ τον ομφάλιο λόρο. Υπάρχει ένας μύθος από εκείνους που δεν λέγονται για να μας ησυχάσουν, αλλά για να μας ξυπνήσουν και είναι πολύ σκοτεινός. Είναι ο μύθος της Λάμιας, μίας γυναίκας τόσο όμορφης που την αγάπησε ο Δίας, ο οποίος βέβαια ξέρουμε πολύ καλά ότι δεν ήθελε και πολύ για να αγαπήσει η οποία Λάμια ήταν τόσο πληγωμένη που έγινε τέρας και τόσο άϊπνη που δεν μπορούσε πια να κλείσει τα μάτια της μπροστά στην απώλεια.
Η Ήρα από ζήλια γιατί η Λάμια και ο Δίας τα βρήκανε στέρισε από τη Λάμια τα παιδιά της Και η Λάμια μη αντέχοντας να θρυνήσει αυτό που έχασε άρχισε να αρπάζει τα παιδιά των άλλων. Στην αρχαία παράδοση εμφανίζεται ως μορφή που καταβροχθίζει παιδιά. Μια νυχτερινή δαιμονική φιγούρα που οι μητέρες επικαλούνταν για να τρομάξουν τα παιδιά τους όταν εκείνα ήθελαν να φύγουν, να μην κάνουν κάτι που τους έλεγαν, να μην φάνε το φαγητό τους ή να απομακρύνθουν τέλος πάντων από αυτές.
Σήμερα δεν θα μιλήσουμε βέβαια για τη λάμια ως τέρας. Θα μιλήσουμε για τη λάμια ως ψυχικό σύμβολο. Για εκείνο το κομμάτι της μητρότητας που όταν δεν μπορεί να πενθύσει δεν αφήνει να φύγεις. Όταν δεν μπορεί να αποχωριστεί, κρατά σφιχτά, σχεδόν κατασπαράζει. Όταν δεν αντέχει να δει το παιδί να γίνεται άλλος άνθρωπος, το ξανατραβά μέσα της.
Όχι απαραίτητα με φωνές, όχι απαραίτητα με βία, συχνά με αγάπη, ένα είδος αγάπης. Με φροντίδα, ένα είδος φροντίδας. με ανησυχία, έντονη ανησυχία με ένα εγώ για σένα ζω με ένα κανείς δεν θα σε αγαπήσει όπως εγώ με ένα μετά από όσα έκανα για σένα έτσι μου φέρεσαι και κάπου εκεί η αγάπη πάβει να είναι δεσμός και γίνεται ομφάλιος λόρος που δεν κόπηκε ποτέ η συγχωνευτική μάνα δεν είναι πάντα μια κακή μάνα αυτό είναι το δύσκολο Μπορεί να είναι μία μάνα που αγάπησε πολύ, αλλά δεν μπόρεσε να αγαπήσει με όριο.
Μία μάνα που έδωσε πολλά, αλλά τα έδωσε με τέτοιο τρόπο, ώστε το παιδί να μην μπορεί ποτέ να φύγει χωρίς να νιώθει ότι την εγκαταλείπει. Μία μάνα που δεν είπε «γίνε ο εαυτός σου, αλλά μείνε κοντά μου για να υπάρχω κι εγώ». Στη βιβλιογραφία αυτό αγγίζει έννοιες όπως η συγχώνευση, η δυσκολία διαφοροποίησης, ο ψυχολογικός έλεγχος, η υπερπροστασία και η παρεμπόδιση της αυτονόμησης.
Η έρευνα δείχνει ότι ο γονεϊκός ψυχολογικός έλεγχος δεν ελέγχει απλώς τη συμπεριφορά του παιδιού. Στοχεύει στο συνέστημα, στην ενοχή, στην ανάγκη αποδοχής, στην ίδια την αίσθηση του εαυτού. Σε νέους ενήλικες η υψηλότερη μητρική ψυχολογική ελεγκτικότητα έχει συνδεθεί με περισσότερο άγχος και δυσκολίες στη ρύθμιση του συναισθήματος.
Η μάνα που δεν αφήνει το παιδί να φύγει συχνά δεν το κάνει επειδή δεν θέλει συνειδητά να το δει να εξελίσσεται. Το κάνει επειδή η εξέλιξη του παιδιού της βιώνεται μέσα της σαν δική της απώλεια. Το παιδί δεν είναι πια μόνο παιδί. Είναι ρόλος, είναι νόημα, είναι αντιστάθμισμα μοναξιάς, είναι απόδειξη αξίας, είναι σύντροφος, καθρέφτης, παρηγορητής, πολλές φορές και αόρατος θεραπευτής της δικής της παιδικής ιστορίας.
Και όταν αυτό το παιδί μεγαλώνει, ερωτεύεται, φεύγει, βάζει όρια, διαφωνεί, δεν τηλεφωνεί κάθε μέρα, δεν λέει τα πάντα, τότε δεν ενεργοποιείται απλώς η μητέρα. Ενεργοποιείται το εγκαταλειμμένο παιδί μέσα στη μητέρα. Εκείνο που κάποτε δεν κρατήθηκε αρκετά, εκείνο που δεν αγαπήθηκε με ασφάλεια, εκείνο που έμαθε ότι η αγάπη ή είναι απόλυτη ή χάνεται.
Βέβαια αν καταφέρει το παιδί να μεγαλώσει, να ερωτευτεί, να φύγει, να βάλει όρια, να διαφωνήσει, να να να να να, τότε σημαίνει ότι κάτι επανορθωτικό υπάρχει μέσα στη μητέρα. Υπάρχουν φορές όμως που αυτό όσο η μητέρα ζει δεν μπορεί να γίνει Το παιδί παραμένει εκεί Δεν ερωτεύεται, δεν φεύγει, δεν μεγαλώνει, δεν βάζει όρια, δεν διαφωνεί Η συγχωνευτική μητέρα λέει δεν με χρειάζεσαι πια για να κατηγορήσει το παιδί Ενώ στην πραγματικότητα αυτό το δεν με χρειάζεσαι πια θα έπρεπε να είναι η βαθύτερη επιτυχία της μητρότητας Να μην χρειάζεται το παιδί τη μάνα με τον ίδιο τρόπο Να μπορεί να την αγαπά χωρίς να εξαρτάται Να μπορεί να επιστρέφει χωρίς να φυλακίζεται Να μπορεί να φύγει χωρίς να θεωρείται προδότης Η υπερπροστατευτική ή helicopter γονεϊκότητα έχει συσχετιστεί σε σύγχρονες μελέτες με χαμηλότερη αυτονομία, λιγότερη αυτοαποτελεσματικότητα και δυσκολότερη προσαρμογή στην αναδυόμενη ενηλικίωση.
Δεν είναι μόνο ότι ο γονιός κάνει πολλά, είναι ότι κάνει τόσα πολλά, ώστε το παιδί δεν προλαβαίνει να αποκτήσει την εμπειρία. Την εμπειρία του «μπορώ να σταθώ μόνος μου». Στη σχέση μητέρας-κόρης η συγχώνευση παίρνει συχνά τη μορφή της ταύτισης. Η κόρη γίνεται συνέχεια της μητέρας, το σώμα της, οι επιλογές της, η σεξουαλικότητά της, αν υπάρχει, η καριέρα της, η μητροτητά της, όλα παρακολουθούνται σαν να ανήκουν ακόμα στη μητέρα.
Η κόρη δεν μεγαλώνει απλώς, κρίνεται ή ταΐζει. Αν γίνει διαφορετική η μάνα μπορεί να το βιώσει σαν απόρριψη Αν γίνει πιο ελεύθερη σαν προσβολή Αν γίνει πιο επιτυχημένη σαν απειλή Εκτός και αν η επιτυχία της ανήκει στη μητέρα Αν γίνει πιο ευτυχισμένη σαν σιωπηλή κατηγορία Είναι σαν να λέει η μητέρα Άρα μπορεί να υπάρξει ζωή και αλλιώς Χωρίς εμένα Δεν γίνεται αυτό Στη σχέση μητέρας γιού η συγχώνευση μπορεί να πάρει άλλη μορφή Ο γιος γίνεται ο άντρας που δεν την εγκαταλείπει Εκείνος που τη δικαιώνει, εκείνος που την προστατεύει Εκείνος που δεν πρέπει να αγαπήσει καμία γυναίκα περισσότερο Εκεί η σύντροφος του γιού δεν αντιμετωπίζεται ως πρόσωπο Αλλά ως εισβολέας Η μάνα δεν χάνει απλώς το παιδί της χάνει τη θέση της ως η πρώτη, η μοναδική, η αναντικατάστατη.
Η βιβλιογραφία έχει περιγράψει ειδικά τις μη υγιείς, μητέρα-γιού συγχωνευτικές σχέσεις ως δυναμικές που δυσκολεύουν τη διαφοροποίηση, την κοινωνική και συναισθηματική ανάπτυξη και την ενήλικη οικειότητα. Και στις δύο περιπτώσεις το παιδί μεγαλώνει με μια βαθιά σύγχυση. Αν είμαι ο εαυτός μου την πληγώνω, αν φύγω την εγκαταλείπω, αν μείνω εξαφανίζομαι Αυτό είναι το τραύμα της συγχώνευσης Όχι ότι δεν αγαπήθηκε το παιδί, αλλά ότι αγαπήθηκε με έναν τρόπο που δεν του επέτρεπε να νίκει στον εαυτό του Και πολλές φορές, ακόμη και όταν αυτή η μάνα πεθάνει, δεν φεύγει Γιατί η συγχωνευτική μητέρα δεν ζει μόνο στο τηλέφωνο, στην κουζίνα, στο βλέμμα, στην παρατήρηση.
Ζει μέσα στην εσωτερική φωνή του παιδιού. Ζει ως ενοχή κάθε φορά που το ενήλικο παιδί χαίρεται. Ζει ως κόμπος κάθε φορά που λέει όχι. Ζει ως φόβος κάθε φορά που επιλέγει κάτι δικό του. Ζει ως μία εσωτερική λάμια που δεν καταπίνει πια σώματα, αλλά επιθυμίες. Το ενήλικο παιδί μπορεί να είναι 40, 50, 60 χρονών και ακόμη να ακούει μέσα του μην την πληγώσεις Ακόμη και αν εκείνη δεν υπάρχει πια γιατί ο θάνατος δεν κόβει αυτόματα το ψυχικό ομφάλιο Μερικές φορές τον κάνει πιο αόρατο Και ό,τι γίνεται αόρατο γίνεται πιο δύσκολο να αμφισβητηθεί Η θεραπευτική δουλειά εδώ δεν είναι να μισήσει κανείς τη μητέρα του Δεν είναι να την κατηγορήσει απλοϊκά. Είναι να μπορέσει να δει, να πει αυτό που ονομάστηκε αγάπη μερικές φορές ήταν φόβος. Αυτό που ονομάστηκε φροντίδα μερικές φορές ήταν έλεγχος. Αυτό που ονομάστηκε θυσία μερικές φορές ήταν χρέος που μου πέρασε στο αίμα.
Και τότε αρχίζει κάτι πολύ δύσκολο αλλά βαθιά απελευθρωτικό Το παιδί ως ενήλικος πια δεν κόβει τη μάνα από μέσα του Κόβει τη συγχώνευση, δεν πετάει την ιστορία Τη βάζει στη θέση της Δεν λέει δεν σε αγάπησα Λέει δεν μπορώ να ζήσω τη ζωή μου ως αποζημίωση για τη δική σου απώλεια Γιατί αυτό είναι το πιο δύσκολο σημείο Η μάνα που δεν αφήνει το παιδί να φύγει συχνά δεν ζητά απλώς παρουσία.
Ζητά αποζημίωση για τον άντρα που δεν την είδε, για τη μητέρα που δεν την κράτησε, για τη ζωή που δεν έζησε, για τα όνειρα που θυσίασε, για το σώμα που κουράστηκε, για τις επιθυμίες που έθαψε. Και το παιδί χωρίς να το ξέρει καλείται να πληρώσει έναν λογαριασμό που δεν δημιούργησε. Η έξοδος από τη συγχώνευση δεν γίνεται με σκληρότητα, γίνεται με όρια, με πένθος, με ενοχή που αντέχεται χωρίς να υπακούεται.
Με την εσωτερική φράση μπορώ να σε αγαπώ και να μην σου ανήκω. Αυτό είναι το σημείο που γεννιέται το ανδυνάμειεν υλικό κομμάτι, όχι όταν πάψει να πονά, αλλά όταν μπορεί να πονά χωρίς να επιστρέφει στην παλιά φυλακή. Και ίσως εδώ ο μύθος της Λάμιας να αποκτά μια άλλη ανάγνωση. Δεν είναι μόνο η μάνα τέρας, είναι η μάνα που δεν μπόρεσε να θρηνήσει, η μάνα που έχασε και μετά κατάπιε, η μάνα που έμεινε άϊπνη γιατί δεν μπορούσε να κλείσει τα μάτια μπροστά στην απώλεια.
Μόνο που στην πραγματική ζωή το παιδί δεν σώζεται αν ανοίξουμε την κοιλιά του τέρατος Σώζεται όταν ανοίξει χώρο μέσα του Όταν καταλάβει ότι δεν γεννήθηκε για να κατοικεί αιώνια στο σώμα Στην ανάγκη ή στην ενοχή της μητέρας του Γεννήθηκε για να περάσει από μέσα της και μετά να φύγει Και αυτή είναι η πιο όρημη μορφή μητρικής αγάπης Να αντέχεις ότι το παιδί σου δεν είναι προέκτασή σου, είναι άνθρωπος, με δική του μοίρα, δική του επιθυμία, δικά του λάθη, δικές του επιστροφές.
Η μάνα που αγαπά πραγματικά δεν κρατά το παιδί για να μην χαθεί η ίδια. Του δίνει αρκετή ρίζα για να μην διαλυθεί και αρκετό χώρο για να μην πνιγεί. Γιατί ο ομφάλιος λόρος είναι ιερός μόνο στην αρχή. Αν μείνει για πάντα, δεν θρέφει. Μας πνίγει. Ήταν ένα δύσκολο επεισόδιο αυτό το σημερινό, το ξέρω. Σας εύχομαι καλή σκέψη. Σας ευχαριστώ που ήσασταν μαζί μου.
Και θα τα πούμε σε μία εβδομάδα.
Σχόλια
Χωρίς σχόλιαΣυνδεθείτε για να συμμετάσχετε στη συζήτηση
Σύνδεση για ΣχολιασμόΔεν υπάρχουν σχόλια ακόμα